Αναφορικά με τον κ. Τάκη Χριστοδούλου, Αρ. Αίτησης 237/14, 20/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A402 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 237/14 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την Μονομερή Αίτηση υπ' αριθμό 237/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με το Διάταγμα Κατακράτησης Τεκμηρίων που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 21.7.2014 και Αναφορικά με τον κ. Τάκη Χριστοδούλου Αίτηση ημερομηνίας 16.10.14 Ημερομηνία: 20.11.2014 Για τον Αιτητή: κ. Τούμπας για Τούμπας & Τούμπας Δ.Ε.Π.Ε. Για τoν Καθ' oυ η αίτηση: κα Γ. Ιωαννίδου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση που καταχωρήθηκε στις 16.10.14 ο Αιτητής ζητά: Α. Ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 21.7.14 Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού όπως επιστρέψει την περιουσία του Αιτητή που παρέλαβε η Αστυνομία στις 18.7.14, εντός προθεσμίας που ήθελε ορίσει το Δικαστήριο. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Τάκη Χριστοδούλου (Αιτητή), ως υπεύθυνου του υποστατικού με την ονομασία «Reel King» και ως μέλος του Σωματείου Σύνδεσμος Φίλων Texas Holdem "Spades", δηλώνοντας δεόντως εξουσιοδοτημένος από τα υπόλοιπα μέλη του Σωματείου και τον Πρόεδρο. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση του ο Αιτητής βασικά αναφέρει τα ακόλουθα: Την 21.7.14 η Αστυνομία δεν παρουσίασε τα κατακρατηθέντα τεκμήρια ενώπιον Δικαστηρίου και εξασφάλισε διάταγμα για κατακράτηση τους. Η αίτηση προς έκδοση του διατάγματος κατακράτησης δεν επιδόθηκε ποτέ στον Αιτητή. Δεν του επιδόθηκε δε ούτε το εν λόγω διάταγμα. Το Σωματείο Σύνδεσμος Φίλων Texas Holdem "Spades" έχει ως έδρα των εργασιών του την Λεμεσό. Ασχολείται κυρίως με την διοργάνωση τουρνουά Texas Poker και με βάση το καταστατικό του έχει άδεια του Υπουργού Εσωτερικών μέσω του Γενικού Διευθυντή του, για να διοργανώνονται τουρνουά, τα έσοδα του οποίου πηγαίνουν είτε στο σωµατείο, είτε σε φιλανθρωπικούς σκοπούς (βλ. επισυνάπτεται σχετικά το τεκμήριο Α). Το υποστατικό ξεκίνησε την λειτουργία της πιο πάνω επιχείρησης κατά ή περί την 28.4.11 κατόπιν της προαναφερόμενης άδειας. Δεν προσφέρεται κανένα κέρδος ή άλλο αντάλλαγµα στα πρόσωπα που συµµετέχουν στα εκάστοτε τουρνουά (επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα της Δηµοκρατίας, με την οποία ενημερώνεται για διεξαγωγή τουρνουά Texas Poker). Η Αστυνοµία είχε κατάσχει και εξετάσει στο παρελθόν εκατοντάδες από τα τραπέζια, τραπουλόχαρτα και φίσες που κατείχε το Σωµατείο και διαπίστωσε κατ' επανάληψη ότι αυτά ορθά και νόµιµα βρίσκονται στο πιο πάνω αναφερόµενο υποστατικό. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις επιστράφηκαν τεκµήρια πίσω κατεστραµµένα, είχε γίνει επέµβαση/παρέµβαση και/ή ζηµιά σε αρκετά τεκµήρια. Περαιτέρω, ο χρόνος που απαιτείται για να εξεταστούν τραπέζια, τραπουλόχαρτα και φίσες προκειµένου να διαπιστωθεί εάν ορθά βρίσκονται στο υποστατικό είναι κυριολεκτικά µερικά λεπτά. Η εξέταση θα µπορούσε και έπρεπε να γίνει επιτόπου και πριν κατασχεθεί η περιουσία του Σωµατείου και εν πάση περιπτώσει έπρεπε µέχρι σήµερα να είχε ολοκληρωθεί. Ο νόµος δεν ποινικοποιεί την κατοχή τραπεζιών Texas Poker, τα οποία χρησιµοποιούνται για τους προαναφερθέντες λόγους. Επιπρόσθετα και αν ακόµα η Αστυνοµία πιστεύει ότι χρησιµοποιήθηκαν τα τραπέζια και φίσες για οιονδήποτε παράνοµο σκοπό, έχει τόσο την γνώση όσο και την ικανότητα να πράξει πιστά αντίγραφα και φωτογραφίες των τεκµηρίων και µε τον τρόπο αυτό να αποδείξει την υπόθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην συγκεκριµένη περίπτωση τα τραπουλόχαρτα και φίσες κατασχέθηκαν παράνοµα από την Αστυνοµία στις 18.7.
- Μόλις η Αστυνοµία είχε κατάσχει την περιουσία του Σωµατείου, αποστάληκε προς τον Αστυνοµικό Διευθυντή Επαρχίας Λεµεσού επιστολή ενηµερώνοντας τον ότι θα ήθελαν να εµφανιστούν µε τον δικηγόρο τους στην διαδικασία, σε περίπτωση που αποταθεί η Αστυνοµία στο Δικαστήριο για διάταγµα κατακράτησης τεκµηρίων (επισυνάπτεται επιστολή ημερομηνίας 18.7.14 ως τεκμήριο Γ). Στις 19.7.14 απέστειλαν στην Αστυνομία, μέσω των δικηγόρων τους άλλη επιστολή ενημερώνοντας τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού ότι θα ήθελε ο δικηγόρος τους να εμφανιστεί στην διαδικασία, εφόσον η Αστυνομία θα καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο (επισυνάπτεται ως τεκμήριο Δ). Επίσης τα τεκμήρια Β και Γ έχουν κοινοποιηθεί τόσο στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού όσο και στο Τ.Α.Ε. Αρχηγείου Λευκωσίας, μετά από πληροφορία ότι την υπόθεση εξετάζει και το Τ.Α.Ε. Αρχηγείου Λευκωσίας (επισυνάπτονται σχετικά τα τεκμήρια Ε και Ζ). Μεταξύ άλλων έχουν αποκρυφτεί οι επιστολές τεκμήρια Β και Γ από το Δικαστήριο και έλαβαν απάντηση με την έκδοση του σχετικού διατάγματος, για την πορεία της υπόθεσης. Συνεπώς η Αστυνομία δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια ούτε έχει ακολουθηθεί δίκαιη δίκη. Δεν έχει καταχωρηθεί ούτε και εκκρεμεί προς εκδίκαση οιαδήποτε ποινική υπόθεση σε βάρος τους σχετικά με την πιο πάνω περιουσία τους. Παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα τους, ως επίσης και το άρθρο 23 του Συντάγματος που προστατεύει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Επίσης το Σωματείο έχει υποστεί μεγάλη ζημιά από την συμπεριφορά της Αστυνομίας, καθώς για να εξυπηρετηθούν τα μέλη του χρειάστηκε να ξοδέψουν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν άλλα αντικείμενα σε αντικατάσταση αυτών που κρατούνται παράνομα από την Αστυνομία. Ενόψει όλων των ανωτέρω ζητά την έγκριση της αίτησης και να διαταχθεί ο Αστυνομικός Διευθυντή Λεμεσού να τους επιστρέψει την περιουσία τους. Ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού καταχώρησε ένσταση στην αίτηση στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι:
- Ο Αιτητής δεν νοµιµοποιείται να προβεί στην αίτηση.
- Το εκδοθέν διάταγµα κατακράτησης των τεκµηρίων ηµεροµηνίας 21.7.14 εκδόθηκε καθόλα νόµιµα και είναι ισχυρό.
- Η αίτηση είναι γενική, αόριστη και αβάσιµη ότι η περιουσία του παραλήφθηκε παράνοµα από την Αστυνοµία και/ή ασκείται καταχρηστικά.
- Ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει λόγους και/ή επαρκείς λόγους για την έκδοση του εν λόγω διατάγµατος.
- Η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας του Δικαστηρίου και η έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος θα ήταν υπό τις περιστάσεις µέτρο καταπιεστικό το οποίο δεν θα υποβοηθούσε την ορθή απονοµή της Δικαιοσύνης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δηλωση της Λοχ.1861 Μ. Καβάζη, η οποία αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Λαµβάνει µέρος στις εξετάσεις της υπόθεσης για την οποία εξασφαλίσθηκε το επίδικο διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων. Υιοθετεί δε τα όσα ανέφερε στην ένορκη της δήλωσης ηµερ. 21.7.14, την οποία έκανε προς υποστήριξη της αίτησης κατακράτησης των τεκμηρίων. Αναφέρει δε ότι στις 17.7.14 προς 18.7.14 διαπράχθηκαν αυτόφωρα αδικήµατα και κατόπιν εκτέλεσης δικαστικού εντάλµατος έρευνας στο υποστατικό «REEL ΚING ΚASINO» όπου ο Αιτητής ήταν υπεύθυνος κατασχέθηκαν τα επίδικα τεκµήρια. Παρά το ότι ο Αιτητής αναφέρει ότι για σκοπούς της παρούσας είναι εξουσιοδοτηµένος από τα υπόλοιπα µέλη του Σωµατείου και ειδικότερα τον πρόεδρο, αυτό δεν υποστηρίζεται από οποιανδήποτε εξουσιοδότηση ή έγγραφο και ούτε στο καταστατικό του Συνδέσµου Φίλων TEXAS HOLDEM SPADES φαίνεται κάτι τέτοιο. Στις 21.7.14 η Αστυνοµία δεν παρουσίασε τα κατακρατηθέντα τεκµήρια µε αρ. 1-95 ενώπιον του Δικαστηρίου καθότι δεν ήταν αναγκαία η φυσική µεταφορά τους στο Δικαστήριο. Αυτά περιγράφηκαν λεπτοµερώς στην σχετική αίτηση κατακράτησης και στην ένορκη δήλωση που την υποστήριξε και το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε πλήρως µε την περιγραφή που δόθηκε και προχώρησε νοµότυπα στην έκδοση του διατάγµατος κατακράτησης όλων των προαναφερόμενων τεκµηρίων µέχρι τις 21.11.
- Ο Αιτητής δεν επικαλείται συγκεκριµένα αλλά αόριστα και µε ασάφεια γιατί η Αστυνοµία παρέλαβε παράνοµα τα επίδικα τεκµήρια. Όσον δε αφορά τον ισχυριμό του Αιτητή για την µη επίδοση της αίτησης, καµία νοµική υποχρέωση είχε η Αστυνομία να κάνει κάτι τέτοιο εφόσον πρόκειται για µονοµερή αίτηση. Παρ όλα αυτά έγιναν προσπάθειες και ενέργειες εκ µέρους της Αστυνοµίας πρίν την έκδοση του διατάγµατος για την ενηµέρωση τόσο του Αιτητή όσον και του δικηγόρου του, χωρίς αυτοί να προσέλθουν στο Δικαστήριο για να θέσουν τις θέσεις τους (σχετικό ηµερολόγιο ενεργείας επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β). Εν πάση περιπτώσει τα όσα επικαλείται σχετικά ο Αιτητής δεν είναι ουσιώδη. Επιπλέον το διάταγµα ηµερ. 21.7.14 επιδόθηκε αυθηµερόν στον Αιτητή (αντίγραφο ένορκης δήλωσης επίδοσης του διατάγµατος επισυνάπτεται ως τεκμήριο Γ). Αναφορικά µε τους ισχυρισµούς του Αιτητή ότι το εν λόγω Σωµατείο ασχολείται κυρίως µε την διοργάνωση τουρνουά TEXAS POKER αυτοί δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία ούτως ώστε να εξεταστούν στο παρόν στάδιο αλλά την ουσία των γεγονότων και την ποινική υπόθεση που θα καταχωρηθεί εναντίον του Αιτητή και των άλλων εµπλεκοµένων προσώπων. Τα πιο πάνω ισχύουν και σε σχέση µε τους λοιπούς αβάσιµους ισχυρισµούς του Αιτητή, οι οποίοι δεν είναι αληθείς ούτε και σχετικοί με την παρούσα διαδικασία. Οι ισχυρισµοί του Αιτητή που αφορούν µόνο τα τραπέζια, τραπουλόχαρτα και φίσιες είναι αβάσιµοι και ανυπόστατοι και θα πρέπει να απορριφθούν. Τυχόν αποξένωση η επιστροφή των τεκµηρίων, τα οποία είναι παράνοµα σύµφωνα µε τον νόµο, δυνατόν να επηρεάσει δυσµενώς την πρόοδο των εξετάσεων και/ή την ποινική διαδικασία που θα εγερθεί. Περαιτέρω δεν εξυπηρετείται ο σκοπός του νόµου σε σχέση µε την αναγκαιότητα παρουσίασης αυτών των αντικειµένων "αυτούσιων" ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποδειχτεί η ποινική υπόθεση. Αυτά συνδέονται άµεσα µε την υπό διερεύνηση υπόθεση. Σε σχέση µε τον ισχυρισµό του Αιτητή ότι ο Νόµος δεν ποινικοποιεί την κατοχή τραπεζιών TEXAS POΚER, αυτό δεν θα εξεταστεί στην παρούσα διαδικασία ή αν αυτά κατέχοντο για αυτό το σκοπό. Τα όσα ισχυρίζεται ο Αιτητής για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν ευσταθούν, είναι αβάσιμα και ατεκμηρίωτα. Πουθενά δεν υποστηρίζεται ότι ο Αιτητής είναι ο ιδιοκτήτης οποιασδήποτε περιουσίας ούτως ώστε να παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Πριν την έκδοση του διατάγματος κατακράτησης ημερ. 21.7.14 η Αστυνομία εξέθεσε τα αληθινά γεγονότα και κανένα στοιχείο δεν απεκρύβη από το Δικαστήριο, ούτε δόθηκε οποιοσδήποτε ψευδής ισχυρισμός ή έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ώστε να εκδώσει το επίδικο Διάταγμα το οποίο εκδόθηκε νομότυπα. Όλα τα τεκμήρια βρίσκονται νόμιμα στην κατοχή της Αστυνομίας, αφού δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμη οι εξετάσεις ούτως ώστε να καταχωρηθεί ποινική υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Η επιστροφή όλων των τεκμηρίων τα οποία είναι αντικείμενα των υπό διερεύνηση ποινικών αδικημάτων θα αποστερούσε από την Αστυνομία ουσιώδη μαρτυρία απόδειξης της υπόθεσης και δεν θα τηρηθούν τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα το άρθρο 15 του Κεφ. 151 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάξει δήμευση των αντικειμένων που κατασχέθηκαν. Σε περίπτωση που αυτά επιστραφούν στον Αιτητή σε αυτό το στάδιο, αν τελικά αυτός καταδικαστεί, ενδεχομένως να μην είναι εφικτή η εφαρμογή αυτής της πρόνοιας του Νόμου. Ενόψει των πιο πάνω ζητείται η απόρριψη της αίτησης. Τα όσα έχουν εκθέσει οι συνήγοροι των διαδίκων προς υποστήριξη των θέσεως τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Νομική Πτυχή Η διαδικασία για την έκδοση διαταγμάτων κατακράτησης τεκμηρίων μετά την κατάσχεση τους, για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη, καλύπτεται από τα άρθρα 27 και 32-34 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής ο Νόμος). Ως έχει νομολογηθεί πρόκειται για πολιτική και όχι ποινική διαδικασία, εφόσον δεν αποσκοπεί στην τιμωρία προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα (βλ. Ησαία κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 179/11, ημερ. 22.10.13 και Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 84). Έτσι η απόφαση κατακράτησης δεν είναι ενδιάμεση αλλά ούτε και απόφαση στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας. Οι προαναφερόμενες διατάξεις είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το Νόμο. Το πρώτο στάδιο προβλέπεται από το άρθρο 27, το οποίο διέπει και καθορίζει την εξουσία της Aστυνομίας για την κατάσχεση αντικειμένων στο προκαταρκτικό στάδιο της έρευνας, το δεύτερο στάδιο από το άρθρο 32
(1)το οποίο διέπει την κράτηση και φύλαξή τους από τις αστυνομικές αρχές μετά την κατάσχεση τους και το τρίτο στάδιο από το άρθρο 32
(3)το οποίο προβλέπει την αποδέσμευσή τους μετά την πρόσαψη κατηγορίας στο Δικαστήριο εάν η περαιτέρω κράτηση τους δεν απαιτείται για τους σκοπούς εγερθείσας ποινικής δίωξης (βλ. Concrete Mix Limited ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 360). Στο δεύτερο στάδιο κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας είναι το Δικαστήριο. Το άρθρο 32
(1)παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές αρχές για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας, η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες. Η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση, η οποία αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια, εφόσον ο δικαστής δυνάμει των άρθρων 27-34 του Κεφαλαίου έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χειριστεί αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Ησαία ανωτέρω). Στον Νόμο δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καθορίζει συγκεκριμένη διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων κατακράτησης (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Πάρη Γεωργιάδη
(2009)1Β Α.Α.Δ 1000). Το άρθρο 32 δεν προβλέπει επίδοση της αίτησης ή του διατάγματος κατακράτησης. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν οφείλει στο στάδιο αυτό να διατάξει τέτοια επίδοση αίτησης ή να ορίσει το διάταγμα επιστρεπτέο. Όμως αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να διατάξει επίδοση της αίτησης ή μόνο του διατάγματος (βλ. Ησαία ανωτέρω). Στο τρίτο στάδιο η εξουσία, η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Δηλ. η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας. Στο στάδιο αυτό σύμφωνα με την πιο πάνω πρόνοια παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης. Όμως το ότι το διάταγμα κατακράτησης έχει τη δική του αυτοτέλεια δεν σημαίνει ότι η Αστυνομία ενώ δεν καταχώρησε υπόθεση εναντίον των καθ' ων η αίτηση, μπορεί να συνεχίσει να κατακρατεί τα αντικείμενα επ' άπειρον. Όταν το Δικαστήριο διατάσσει την κατακράτηση των αντικειμένων «μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά» το κάνει υπό την προϋπόθεση καταχώρησης ποινικής υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου. Από τη στιγμή που η Αστυνομία, για λόγους που η ίδια γνωρίζει καλύτερα, δεν καταχωρεί ποινική υπόθεση εντός ευλόγου χρόνου, οφείλει είτε να επιστρέψει τα αντικείμενα, είτε να αποταθεί εκ νέου στο Δικαστήριο για οδηγίες. Εάν δεν πράξει αυτό η κατακράτηση των αντικειμένων για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί ενδεχομένως κατάχρηση της διαδικασίας. Βέβαια οι καθ' ων η αίτηση μπορούν, ανεξάρτητα της έφεσης κατά του αρχικού διατάγματος, να αποταθούν στο δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32
(3), αιτούμενοι την επιστροφή των τεκμηρίων (βλ. Ησαία ανωτέρω). Πριν προχωρήσω στην εξέταση της παρούσας θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι η εξέταση αυτή θα γίνει στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία περιλαμβάνεται στις ενόρκους δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Οποιεσδήποτε αναφορές στις αγορεύσεις των συνηγόρων σε γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται στα πιο πάνω δεν θα ληφθούν υπόψην καθότι ως είναι νομολογημένο δεν μπορεί να εισάγεται μαρτυρία μέσω αγορεύσεων. Περαιτέρω εφόσον δεν γίνεται αμφισβήτηση γεγονότων και στοιχείων που παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις με τον ορθό δικονομικό τρόπο, δεν επιτρέπεται τέτοια αμφισβήτηση μέσω αναφορών στις αγορεύσεις. Τέλος η εξέταση της αίτησης δεν μπορεί παρά να περιορίζεται στη βάση των λόγων που εγείρονται στην ένσταση και όχι σε οποιοδήποτε λόγο που προβάλλεται για πρώτη φορά στις αγορεύσεις. Θα ξεκινήσω από τη θέση του Αιτητή ότι στις 21.7.14 η Αστυνομία εξασφάλισε διάταγμα κατακράτησης των επίδικων τεκμηρίων χωρίς να παρουσιάσει αυτά ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι η εν λόγω θέση άπτεται του ελέγχου της ορθότητας έκδοσης του επίδικου διατάγματος, έλεγχος που μπορεί να κριθεί μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια έφεσης δυνάμει του άρθρου 32Α. Σε αντίθετη περίπτωση το παρόν Δικαστήριο θα λειτουργούσε ως Εφετείο του εαυτού του αφού θα έκρινε δική του απόφαση, πράγμα ανεπίτρεπτο. Εν πάση όμως περιπτώσει θα προχωρήσω στην εξέταση και αυτής της θέσης, σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση μου θεωρηθεί εσφαλμένη. Ως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Ησαία ανωτέρω, η χρήση στο Νόμο του ρήματος «μεταφέρει» (άρθρο 27(γ)(i)) και «προσκομιστεί» (άρθρο 32
(1)το αντικείμενο «ενώπιον του δικαστηρίου», δεν σημαίνει κατ' ανάγκη τη φυσική μεταφορά του αντικειμένου στο Δικαστήριο. Εξαρτάται από το είδος και τη φύση του αντικειμένου καθώς επίσης και τις προσφερόμενες δυνατότητες μεταφοράς του στο Δικαστήριο. Ορισμένες φορές το αντικείμενο μπορεί να είναι επικίνδυνο και να μην είναι δυνατή η μεταφορά του στο Δικαστήριο. Σε τέτοιες περιπτώσεις αρκεί η λεπτομερής περιγραφή των αντικειμένων στην ένορκη δήλωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η περιγραφή μπορεί να συνοδεύεται και από φωτογραφίες. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει απαραιτήτως να επιθεωρήσει το ίδιο τα αντικείμενα, έχει διακριτική ευχέρεια να δώσει τις αναγκαίες οδηγίες. Το ότι λοιπόν τα τεκμήρια δεν προσκομίζονται στο Δικαστήριο δεν επηρεάζει την νομιμότητα της διαδικασίας. Στην προκειμένη πρόκειται για 95 τεκμήρια. Όλα περιγράφηκαν λεπτομερώς τόσο στην αίτηση προς έκδοση του επίδικου διατάγματος κατακράτησης ημερ. 21.7.14 όσο και στην ένορκη δήλωση που την υποστήριξε. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στα επίδικα τεκμήρια περιλαμβάνονται 103 καρέκλες, 26 πύργοι και 26 οθόνες ηλεκτρονικών υπολογιστών, 1 εκτυπωτής, 3 DVR με τα τροφοδοτικά τους, 2 cameras, 3287 φίσες, μια ρουλέτα, ένα τραπέζι ρουλέτας, 9 τραπέζια πόκερ και αριθμός τραπουλόχαρτων. Το Δικαστήριο είχε λοιπόν ενώπιον του λεπτομερή περιγραφή των τεκμηρίων και βάση αυτής αλλά και του είδους, της φύσης και του αριθμού τους προχώρησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος, χωρίς να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για επιθεώρηση τους. Το γεγονός λοιπόν ότι τα επίδικα τεκμήρια δεν προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο δεν επηρεάζει την νομιμότητα του διατάγματος. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση περιορίζεται να αναφέρει ότι αυτά που κατασχέθηκαν παράνομα από την Αστυνομία στις 18.7.14 ήταν τα τραπουλόχαρτα και οι φίσες. Πέραν λοιπόν του ότι προβαίνει σε μια γενική και αόριστη αναφορά, χωρίς δηλ. να εξηγεί σε τι συνίσταται η εν λόγω παρανομία, δεν υποστηρίζει ότι παράνομη ήταν και η κατάσχεση των υπολοίπων τεκμηρίων. Εν πάση δε περιπτώσει ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Λοχ.1861 Μ. Καβάζη ημερ. 21.7.14, στην οποία εδράστηκε η αίτηση προς έκδοση του επίδικου διατάγματος, όλα τα τεκμήρια κατασχέθηκαν από το συγκεκριμένο υποστατικό στα πλαίσια εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος έρευνας. Αναφέρει επίσης ο Αιτητής ότι το Σωματείο Σύνδεσμος Φίλων Texas Holdem "Spades" ασχολείται κυρίως με την διοργάνωση τουρνουά Texas Poker και με βάση το καταστατικό του έχει άδεια του Υπουργού Εσωτερικών μέσω του Γενικού Διευθυντή του, για να διοργανώνονται τουρνουά. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί σχετικά ότι ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Λοχ.1861 Μ. Καβάζη ημερ. 21.7.14, διερευνούνται αδικήματα κατοχής παιγνιομηχανημάτων περιορισμένου οφέλους (Νόμος 106(Ι)/12), κατοχής μηχανών διεξαγωγής παιχνιδιού με απευθείας σύνδεση (Νόμος 106(Ι)/12) και κατά παράβαση του περί Οίκων Στοιχημάτων, Οίκων Κυβείας και Παρεμπόδισης της Κυβείας Νόμου, Κεφ. 151. Πέραν λοιπόν αδικημάτων κατά παράβαση του Κεφ. 151 διερευνούνται και αδικήματα που σχετίζονται με την κατοχή και χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών που βρέθηκαν στο εν λόγω υποστατικό, για τους οποίους ο Αιτητής όλως παραδόξως καμία αναφορά κάνει. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι το κατά πόσο η διεξαγωγή οποιουδήποτε τουρνουά τυχερών παιγνιδιών ήταν νόμιμη ή παράνομη στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κάτι το οποίο θα εξετασθεί και θα κριθεί τελικά στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης που ενδεχομένως να καταχωρηθεί και το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται άλλωστε να προβεί σε σχετικά ευρήματα στα πλαίσια της παρούσας. Αυτό που εξετάζεται είναι εάν η κράτηση όλων των τεκμηρίων διατάχθηκε ορθά και στα πλαίσια αυτά εάν η κράτηση τους είναι αναγκαία για τους σκοπούς ποινικής διαδικασίας. Εν πάση όμως περιπτώσει θα πρέπει να αναφερθεί ότι το τεκμήριο Α που επισυνάπτει ο Αιτητής και περιγράφει ως άδεια δεν είναι άδεια διεξαγωγής τουρνουά πόκερ ή άλλου τυχερού παιγνιδιού αλλά η αίτηση προς εγγραφή του σωματείου, το καταστατικό αυτού και το πιστοποιητικό εγγραφής του. Αποτελεί δε άλλη θέση του Αιτητή ουσιαστικά ότι ο Νόμος δεν ποινικοποιεί την κατοχή τραπεζιών Texas Poker, ότι η Αστυνομία θα μπορούσε να εξετάσει επιτόπου τα τραπέζια, τα τραπουλόχαρτα και τις φίσες ή εάν πιστεύει ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν για οποιοδήποτε παράνομο σκοπό, προς απόδειξη της υπόθεσης της στο Δικαστήριο, θα μπορούσε να τα φωτογραφήσει. Ως έχει προαναφερθεί στα πλαίσια της υπόθεσης η Αστυνομία εξετάζει και αδικήματα κατά παράβαση του Κεφ. 151 και στην ένορκη δήλωση της ημερ. 21.7.14 η Λοχ.1861 Μ. Καβάζη ανέφερε ότι στο υποστατικό υπήρχαν και πρόσωπα που επιδίδονταν σε κυβεία. Τα προαναφερόμενα δε τραπέζια, τραπουλόχαρτα και φίσες βρέθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο εντός του ίδιου υποστατικού. Προκύπτει επίσης από την προαναφερόμενη ένορκη δήλωση ότι αυτά δεν παραλήφθηκαν ούτε και ζητήθηκε να κατακρατηθούν με σκοπό να υποβληθούν σε εξετάσεις αλλά για να παρουσιασθούν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια -προφανώς για σκοπούς απόδειξης- στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας που δύναται να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η πρακτική παρουσίασης στο Δικαστήριο φωτογραφιών κάποιων τεκμηρίων αντί των ίδιων των τεκμηρίων, η οποία γίνεται για πρακτικούς λόγους, δεν απαλλάσει την Αστυνομία από την υποχρέωση φύλαξης τεκμηρίων που κατάσχονται και κρατούνται με βάση το Νόμο, μέχρι και την ολοκλήρωση σχετικής ποινικής υπόθεσης οπόταν το Δικαστήριο ανάλογα διατάσσει την περαιτέρω μεταχείρηση τους (π.χ. επιστροφή στους νόμιμους δικαιούχους τους, άλλη διάθεση τους ή ακόμη και καταστροφή τους). Μάλιστα με βάση το άρθρο 15 του Κεφ. 151 σε περίπτωση καταδίκης προσώπου για αδίκημα με βάση τον εν λόγο Νόμο, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κατάσχεση οποιουδήποτε αντικειμένου το οποίο λήφθηκε από την Αστυνομία και κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου χρησιμοποιήθηκε ή φάνηκε ότι χρησιμοποιήθηκε ή προτίθετο να χρησιμοποιηθεί για ή σε σχέση με τέτοιο αδίκημα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι η Αστυνοµία είχε κατάσχει και εξετάσει στο παρελθόν εκατοντάδες από τα τραπέζια, τραπουλόχαρτα και φίσες που κατείχε το Σωµατείο και σε αρκετές περιπτώσεις επιστράφηκαν τεκµήρια πίσω κατεστραµµένα, είχε γίνει επέµβαση και/ή ζηµιά σε αρκετά τεκµήρια, θα πρέπει να λεχθεί ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και το τι έγινε σε άλλες περιπτώσεις δεν θεωρείται επίδικο ενώ δεν διαφαίνεται ούτε και οποιαδήποτε σχετικότητα με την παρούσα. Όσον αφορά τη θέση ότι η αίτηση δεν επιδόθηκε ποτέ στον Αιτητή, ως έχει προαναφερθεί το άρθρο 32
(1)δεν προβλέπει επίδοση ούτε της αίτησης αλλά ούτε και του διατάγματος κατακράτησης. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν υποχρεούται εκ του νόμου αλλά έχει διακριτική ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση να διατάξει τέτοια επίδοση. Ως όμως έχει λεχθεί στην Ησαία ανωτέρω, όταν το Δικαστήριο εξετάζει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς ορθό είναι να διατάξει επίδοση του διατάγματος εφόσον με την επίδοση δίδεται η ευκαιρία στους καθ' ων η αίτηση είτε να αιτηθούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο την ακύρωση του διατάγματος, είτε να εφεσιβάλουν την πρωτόδικη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 32Α. Στην παρούσα λοιπόν το γεγονός της μη επίδοσης της αίτησης δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του επίδικου διατάγματος. Αυτή έγινε μονομερώς και κατά την έγκριση της το Δικαστήριο διέταξε όπως το διάταγμα επιδοθεί στον Καθ' ου η αίτηση. Μάλιστα συνάρτησε την ισχύ του διατάγματος με την επίδοση αυτού εντός 5 ημερών από την έκδοση του. Ως προκύπτει δε από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην παρούσα, η επίδοση του διατάγματος έγινε στον ίδιο τον Αιτητή την ίδια ημέρα που αυτό εκδόθηκε. Δεν προβλέπεται επίσης από το Νόμο και δεν προκύπτει ούτε από την προαναφερθείσα νομολογία ότι μαζί με το διάταγμα έπρεπε να επιδοθεί και η μονομερής αίτηση στα πλαίσια της οποίας αυτό εκδόθηκε, ως είναι η θέση του Αιτητή. Είναι επίσης η θέση του Αιτητή ότι η Αστυνομία κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια εφόσον απέκρυψε την ύπαρξη επιστολών που της αποστάληκαν, μετά την κατάσχεση των τεκμηρίων, από τον Αιτητή και τους δικηγόρους του με τις οποίες ζητούσαν να ειδοποιηθούν εάν και εφόσον θα καταχωρείτο σχετική αίτηση για έκδοση διατάγματος κατακράτησης τεκµηρίων, ώστε να εµφανισθούν στην διαδικασία. Από τη νομολογία είναι σαφές ότι σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Η μη πλήρης αποκάλυψη θα πρέπει όμως να αφορά ουσιώδη γεγονότα. Τέτοιο θεωρείται κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Ο αιτητής έχει λοιπόν καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται λοιπόν με αναφορά στα επίδικα θέματα της κάθε υπόθεσης. Στα πλαίσια λοιπόν αιτήσεων κατακράτησης, όπως η παρούσα, επίδικο θέμα είναι κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Ως έχει προαναφερθεί δεν αποτελεί τέτοια προϋπόθεση η επίδοση της αίτησης και κατ' επέκταση η ενημέρωση ή η παρουσία του Καθ' ου η αίτηση. Η ύπαρξη λοιπόν των εν λόγω επιστολών και το περιεχόμενο τους στην παρούσα δεν αποτελούν κατά την κρίση μου ουσιώδες γεγονός, του οποίου η αποκάλυψη μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει το επίδικο διάταγμα χωρίς ειδοποίηση. Συνεπώς αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με στοιχεία που τίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, στις 21.7.14 η Αστ.1321 προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Αιτητή (η ώρα 07:50) και με τους δικηγόρους αυτού (η ώρα 08:00) για να τους ενημερώσει για την πρόθεση της Αστυνομίας να προχωρήσει στην «έκδοση ex parte» για τα τεκμήρια, όμως τα τηλέφωνα τους δεν ανταποκρίνονταν. Στον δε Αιτητή η Αστ.1321 άφησε και σχετικό μήνυμα στο φωνοκιβώτιο του τηλεφώνου του. Επίσης η ώρα 09:00 της ίδιας μέρας η εν λόγω αστυφύλακας ενημέρωσε το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή ότι θα γίνει η έκδοση του διατάγματος κατακράτησης. Είναι επίσης η θέση του Αιτητή ότι δεν έχει καταχωρηθεί ούτε και εκκρεμεί προς εκδίκαση οιαδήποτε ποινική υπόθεση σε βάρος τους σχετικά με την πιο πάνω περιουσία τους και ότι παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα τους και ιδιαίτερα το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Επίσης το Σωματείο έχει υποστεί μεγάλη ζημιά από την συμπεριφορά της Αστυνομίας καθώς για να εξυπηρετηθούν τα μέλη του χρειάστηκε να ξοδέψουν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν άλλα αντικείμενα σε αντικατάσταση αυτών που κρατούνται παράνομα από την Αστυνομία. Πρέπει να λεχθεί κατ' αρχήν ότι το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων δεν οφείλει να θέσει χρονικό περιορισμό για την κατακράτηση εφόσον ως έχει εξηγηθεί στην Ησαία ανωτέρω, είναι πολύ δύσκολο σε αυτό το στάδιο να προβλέψει την εξέλιξη των αστυνομικών ερευνών και την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας. Παρόλα αυτά το Δικαστήριο εκδίδοντας το επίδικο διάταγμα έθεσε τέτοιο χρονικό περιορισμό και συγκεκριμένα το διάταγμα έχει ισχύ μέχρι τις 21.11.
- Δεν μου διαφεύγει δε ότι όταν εκδίδεται ένα διάταγμα όπως το επίδικο αυτό γίνεται υπό την προϋπόθεση καταχώρησης ποινικής υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου. Ως δε έχει νομολογηθεί από τη στιγμή που η Αστυνομία δεν καταχωρήσει ποινική υπόθεση εντός ευλόγου χρόνου, οφείλει είτε να επιστρέψει τα αντικείμενα, είτε να αποταθεί εκ νέου στο Δικαστήριο για οδηγίες και εάν δεν το πράξει η κατακράτηση των αντικειμένων για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί ενδεχομένως κατάχρηση της διαδικασίας. Στην παρούσα φαίνεται ότι μετά την παρέλευση 4 περίπου μηνών από την έκδοση του διατάγματος δεν έχει καταχωρηθεί μέχρι σήμερα οποιαδήποτε ποινική υπόθεση. Η πάροδος όμως ενός χρονικού διαστήματος από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει αυτόματα σε συμπέρασμα κατάχρησης της διαδικασίας. Κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψην όλοι οι σχετικοί παράγοντες όπως για παράδειγμα το κατά πόσο υπάρχει πράγματι καθυστέρηση, εάν αυτή είναι δικαιολογημένη ή όχι ή εάν η κατακράτηση γίνεται για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους την επιτρέπει ο Νόμος. Πρέπει δε να δίδεται στην Αστυνομία, στα πλαίσια της αποστολής της για διαλεύκανση του εγκλήματος, λογική ευχέρεια προς πλήρη διερεύνηση κάθε υπόθεσης και παρουσίαση της στο Δικαστήριο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αστυνομία απαλλάσσεται από την παράλληλη υποχρέωση της να προχωρήσει το συντομότερο δυνατό στις σχετικές εξετάσεις και να καταχωρήσει σχετική ποινική υπόθεση. Εξετάζοντας λοιπόν το θέμα στην παρούσα από την ένορκη δήλωση της Λοχ.1861 ημερ. 21.7.14 φαίνεται ότι για σκοπούς καταχώρησης της υπόθεσης υπάρχει ανάγκη εξέτασης από τα ειδικά εργαστήρια της Αστυνομίας των 26 ηλεκτρονικών υπολογιστών για να διαπιστωθεί κατά πόσο χρησιμοποιούνται ως παιγνιομηχανήματα περιορισμένου οφέλους ή τυχερό παιγνίδι καζίνο καθώς και των 3 DVR για να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι σε λειτουργίσιμη κατάσταση. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αναφέρεται ότι οι σχετικές εξετάσεις δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμη ώστε να καταχωρηθεί ποινική υπόθεση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνεται κατ' αρχήν ότι δεν υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση αλλά και ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρείται μέχρι σήμερα στην καταχώρηση ποινικής υπόθεσης δεν είναι ούτε αναιτιολόγητη αλλά ούτε και αποσκοπεί στην κράτηση των τεκμηρίων για αλλότριους σκοπούς. Ως εκ των άνω και εφόσον η κράτηση των τεκμηρίων γίνεται στη βάση διατάγματος του Δικαστηρίου αυτή δεν είναι παράνομη και δεν μπορεί να γίνεται λόγος και μάλιστα γενικά και αόριστα για παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος στην ιδιοκτησία, ούτε και για ζημιά που προκαλείται από τη συμπεριφορά της Αστυνομίας. Για όλους λοιπόν τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ του Καθ' ου η αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Αίτηση ακύρωσης διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο