← Κύπρος

Μυρούλας Τουμάζου ν. Ιωάννη Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5676/2007, 28/11/2014

Μυρούλας Τουμάζου ν. Ιωάννη Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5676/2007, 28/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A409 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠION: Μ. Λάρμου Παπαδήμα Αρ. Αγωγής: 5676/2007 Μεταξύ: Μυρούλας Τουμάζου Ενάγουσας και Ιωάννη Ιωάννου Εναγομένου και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγμάτων Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/6/2008 και 1/11/2013 Μεταξύ: Μυρούλας Τουμάζου Ενάγουσας και

  1. Ιωάννη Ιωάννου
  2. Πολυκλινική Υγεία Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 28/11/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα ׃ κ. Π. Αγγελίδης μαζί με κ. Χαραλάμπους (για την απαγγελία της απόφασης η κα Βαρνάβα) Για Εναγόμενο 1: κα Μ. Σωτηρίου μαζί με κ. Μ. Χαρζτιώτη ((για την απαγγελία της απόφασης η κα Αρκάδη) Για Εναγόμενη 2 : κα Κ. Κακουλλή ((για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Περικλέους) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για ιατρική αμέλεια που όπως ισχυρίζεται επέδειξε ο εναγόμενος 1 όταν την υπέβαλε σε εγχείρηση αφαίρεσης δακτυλίου στομάχου και by-pass εντέρων σε κλινική της εναγόμενης 2 στις 28/4/
  3. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας με την εγχείρηση που θα διενεργούσε ο εναγόμενος 1 θα γινόταν πρώτα αφαίρεση του δακτυλίου στομάχου (gastric band) ή όπως άλλως αποκαλείται γαστρικός δακτύλιος και ο οποίος είχε τοποθετηθεί στο στομάχι της ενάγουσας στις 12/4/
  4. Η αφαίρεση του δακτυλίου ήταν απαραίτητη γιατί αυτός είχε σπάσει. Αμέσως μετά και κατά τη διάρκεια της ίδιας επέμβασης θα διενεργείτο εγχείρηση by-pass εντέρων, έτσι ώστε η ενάγουσα να μην βάλει άλλα κιλά. Έτσι στις 28/4/2005 ο εναγόμενος 1 στην κλινική της εναγομένης 2 υπέβαλε την ενάγουσα στην πιο πάνω εγχείρηση. Η εγχείρηση διήρκεσε δέκα ώρες και κατά τη διάρκεια της οι οικείοι της ενάγουσας δεν τύγχαναν καμίας ενημέρωσης για την εξέλιξη της από το προσωπικό της εναγόμενης 2 πολυκλινικής. Κατά τη διάρκεια της εγχείρησης και συγκεκριμένα στο στάδιο της ενδοσκόπησης ο δακτύλιος έσχισε τον οισοφάγο, προκλήθηκε αιμορραγία και τελικά ο εναγόμενος 1 τον αφαίρεσε από το στόμα. Όταν η ενάγουσα εξήλθε από το χειρουργείο ήταν παραμορφωμένη και σφάδαζε από τους πόνους. Τις επόμενες 8 ημέρες η ενάγουσα παρέμεινε στην κλινική όπου της παρέχονταν παυσίπονα και οροί και τρεφόταν μόνο με ζωμό χωρίς να της παρέχεται φαγητό. Στη συνέχεια (και προφανώς μετά την έξοδο της ενάγουσας από την κλινική), ο εναγόμενος 1 έδωσε στην ενάγουσα οδηγίες όπως τις επόμενες μέρες τρέφεται μόνο με ζωμό και να πίνει νερό. Τη διαβεβαίωσε ακόμα ότι η μικρή καθυστέρηση που παρατηρείτο στην κατάποση του φαγητού θα διορθωνόταν σιγά-σιγά. Η ενάγουσα ακολούθησε τις οδηγίες του εναγόμενου 1 αλλά το αποτέλεσμα ήταν να αδυνατίσει σε βαθμό κόπωσης και να υποφέρει από ζαλάδες και λιποθυμίες. Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να τραφεί κανονικά, ο εναγόμενος 1 το απέδωσε σε ψυχολογικό ενδεχομένως πρόβλημα και την συμβούλεψε να μη χάσει άλλα κιλά και να επισκεφθεί ψυχολόγο. Όταν στη συνέχεια η ενάγουσα υποβλήθηκε σε εξέταση από ειδικό γαστρεντερολόγο, τον Δρ Ποταμίτη, διαφάνηκε ότι ο οισοφάγος ήταν ραμμένος, είχαν δημιουργηθεί πλάκες και δεν φαινόταν στομάχι. Για το λόγο αυτό χρειάσθηκε όπως η ενάγουσα υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση για να διορθωθούν τα λάθη του εναγόμενου
  5. Την επέμβαση αυτή διενήργησε ο Δρ Σταύρου και ήταν επιτυχής. Από την τρίτη ημέρα μετά την εγχείρηση αυτή, η ενάγουσα άρχισε να λαμβάνει τροφή χωρίς να πάσχει από δυσφορίες. Επικαλείται η ενάγουσα αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων και των δύο εναγομένων και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κακώς υποβλήθηκε στη χειρουργική επέμβαση η οποία όπως και η περίοδος ανάκαμψης που ακολούθησε ήταν αποτυχημένες. Ισχυρίζεται ακόμα ότι ο εναγόμενος 1 δεν κατείχε τις γνώσεις που ο Νόμος ορίζει για τον κλάδο της χειρουργικής και /ή απέκτησε την ειδικότητα του χειρούργου με λανθασμένο και/ή δόλιο τρόπο. Ο εναγόμενος 1 με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται ότι του καταλογίζει η ενάγουσα και ότι με οποιοδήποτε τρόπο επέδειξε αμέλεια έναντι της και ισχυρίζεται ότι η εγχείρηση στην οποία την υπέβαλε ήταν επιτυχής και διεκπεραιώθηκε με επιμέλεια. Αρνείται όλες τις λεπτομέρειες αμέλειας που του αποδίδονται και υποστηρίζει ότι προέβη σε ορθή διάγνωση του προβλήματος και επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή που αναμενόταν να επιδείξει ένας μέσος συνετός γιατρός. Αρνείται ότι η ενάγουσα παρουσίασε οποιοδήποτε προβλήματα και ειδικότερα ότι αυτά οφείλονται σε δική του αμέλεια και λέγει ότι οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα είχαν εμφανισθεί παρουσιάζονται διογκωμένα και/ή υπερβολικά. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο από την εναγόμενη 2 και ισχυρίζεται ότι συνεργαζόταν μαζί της και χρησιμοποιούσε τα χειρουργεία και τις εγκαταστάσεις της πολυκλινικής για τη διεξαγωγή επεμβάσεων σε ασθενείς του. Υποστηρίζει ότι έχει τις γνώσεις, την πείρα αλλά και την αναγκαία επιστημονική κατάρτιση για να εξασκεί νόμιμα το επάγγελμα του χειρούργου ιατρού και έχει αναγνωριστεί από το αρμόδιο σώμα ως ειδικός στη γενική χειρουργική. Για το λόγο αυτό δικαιούται να ασκεί νόμιμα την ιατρική στη Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 12/4/2001 η ενάγουσα είχε υποβληθεί σε επέμβαση τοποθέτησης δακτυλίου στομάχου από το Δρ Δημητρίου στη Λευκωσία. Ο δακτύλιος αυτός έπρεπε να αφαιρεθεί γιατί είχε πάθει διάτρηση και μετατοπίσθηκε και όχι γιατί έσπασε όπως είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας. Έτσι συμφωνήθηκε μεταξύ του ιδίου και της ενάγουσας να αφαιρεθεί ο δακτύλιος και να γίνει by-pass εντέρων. Την περίοδο εκείνη η ενάγουσα έπασχε από κακοήθη παχυσαρκία και/ή ήταν υπέρβαρη και/ή ζύγιζε περί τα 106 κιλά που επέβαλλαν την απώλεια βάρους και πάντως όχι την προσθήκη άλλων κιλών. Ο ίδιος εξήγησε στην ενάγουσα τη μέθοδο επέμβασης που θα εφάρμοζε και η ενάγουσα έδειξε να κατανοεί πλήρως τα βασικά στοιχεία της μεθόδου καθώς και τους κινδύνους και τις επιπλοκές που ήταν δυνατό να παρουσιαστούν. Της εξήγησε ακόμα ποια θα ήταν η μετεγχειρητική της πορεία καθώς και τι θα απαιτείτο να ακολουθήσει η ίδια κατά την περίοδο αυτή. Έτσι η ενάγουσα αποφάσισε όπως υποβληθεί στην εγχείρηση και γι' αυτό και υπόγραψε και σχετικό έντυπο συγκατάθεσης. Η εγχείρηση, συμπεριλαμβανομένης και της ενδοσκόπησης και της αφαίρεσης του δακτυλίου διήρκησε επτά και όχι δέκα ώρες όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Αρνείται ότι κατά την ενδοσκόπηση και την αφαίρεση του δακτυλίου προκλήθηκε σχίσιμο στον οισοφάγο και αιμορραγία και ισχυρίζεται ότι αυτά εκτελέσθηκαν χωρίς να παρουσιαστεί κανένα απολύτως πρόβλημα. Αρνείται περαιτέρω ότι όταν η ενάγουσα εξήλθε του χειρουργείου, ήταν παραμορφωμένη και σφάδαζε από τους πόνους. Ότι παρουσίαζε ήταν μόνο ελαφρύ πρήξιμο και/ή πόνους που ήταν όμως μέσα στα φυσιολογικά πλαίσια και γι' αυτό της δόθηκαν και τα κατάλληλα φάρμακα. Όπως επιβάλλεται μετά από τέτοιου είδους επεμβάσεις έδωσε οδηγίες για ειδική διατροφή της ενάγουσας και συγκεκριμένα όπως λαμβάνει μόνο υγρά για περίοδο δύο εβδομάδων, πολτοποιημένη τροφή για τις επόμενες δύο εβδομάδες και μαλακή τροφή τις άλλες δύο που ακολουθούσαν. Τις έδωσε επίσης συγκεκριμένες οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή. Αρνείται ότι οποτεδήποτε της ανάφερε ότι υπήρχε μια μικρή καθυστέρηση στο πέρασμα του φαγητού η οποία θα διορθωνόταν σιγά σιγά και υποστηρίζει ότι σύμφωνα και με τις ενδείξεις της πορείας που ακολούθησε, η ενάγουσα δεν ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του, ιδιαίτερα όσο αφορά την ποσότητα της τροφής που μπορούσε μετά την έξοδο της από την κλινική να καταναλώσει. Όταν ο εναγόμενος εξέτασε την ενάγουσα στις 28/5/2005, στις 13/6/2005 και στις 12/7/2005, η απώλεια βάρους που είχε ήταν η φυσιολογική και η αναμενόμενη και δεν διαπιστώθηκε κανένα πρόβλημα. Αγνοεί και/ή αρνείται ότι η ενάγουσα υποβλήθηκε σε άλλες εξετάσεις από τους ιατρούς Δρ Ποταμίτη και Δρ Σταύρου και ισχυρίζεται εν πάση περιπτώσει ότι αυτά δεν έχουν καμία σχέση με το επίπεδο επιμέλειας με το οποίο ο ίδιος διενήργησε την επέμβαση στην ενάγουσα. Αρνείται επίσης τις ισχυριζόμενες ζημιές και την ταλαιπωρία που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη και αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της. Οι εναγόμενοι 2 με την Έκθεση Υπεράσπισης της εγείρουν 2 προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι η αγωγή εναντίον τους θα πρέπει να απορριφθεί γιατί το όνομα τους είναι λανθασμένο και γιατί δεν αποκαλύπτεται εναντίον τους αγώγιμο δικαίωμα. Άνευ βλάβης των προδικαστικών τους ενστάσεων αρνούνται όλες τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων που τους αποδίδει η ενάγουσα και γενικότερα ότι με οποιοδήποτε τρόπο υπήρξαν αμελείς έναντι της. Αρνούνται επίσης τις λεπτομέρειες ταλαιπωριών αλλά και ζημιών που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη και λέγει ότι αυτές είναι διογκωμένες και/ή υπερβολικές και την καλούν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Αιτούνται τέλος την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατάθεσε η ίδια η ενάγουσα, η Ελενίτσα Κωνσταντίνου και η Σοφία Κώστα (Μ.Ε.1, 2 και 4). Προσκόμισε επίσης η ενάγουσα και μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και συγκεκριμένα των ιατρών Δρ Σταύρου και Δρ Ποταμίτη (Μ.Ε. 3 και 5). Για την πλευρά του εναγομένου 1 μαρτύρησε μόνο ο ίδιος χωρίς να καλέσει κανένα άλλο μάρτυρα ενώ η εναγόμενη 2 κάλεσε ως μοναδική μάρτυρα την Χριστίνα Πίτρακκου. Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να παραθέσω στο σύνολο της τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα αναφερθώ σε αυτήν περιληπτικά και θα προχωρήσω σε αξιολόγηση της. Και τούτο, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Η ενάγουσα και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία κατάθεσε ως μέρος της κύριας της εξέτασης γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α. Αυτή απέδωσε στον εναγόμενο 1 αμέλεια. Ισχυρίσθηκε ότι ένεκα των προβλημάτων που προκλήθηκαν από την επέμβαση που διενήργησε ο εναγόμενος 1, χρειάσθηκε να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση από το Δρ Σταύρου και η οποία έγινε για να διορθωθούν «τα λάθη» του εναγομένου
  1. Ισχυρίσθηκε ακόμα ότι ο εναγόμενος 1 δεν είναι χειρούργος αλλά παιδίατρος διευκρινίζοντας ότι αυτό το έχει πληροφορηθεί από το συνήγορο της. Τον ίδιο στόχο είχε και η μαρτυρία της μητέρας της ενάγουσας, Μ.Ε.
  2. Η εντύπωση που σχημάτισα παρακολουθώντας και τις δύο να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι η μαρτυρία τους δόθηκε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να επιρριφθούν ευθύνες στον εναγόμενο 1 και στην εναγόμενη 2 και για επίτευξη του σκοπού τους αυτού δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να μεγαλοποιήσουν, να παραποιήσουν ή ακόμα να αποκρύψουν την αλήθεια. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Η ενάγουσα σε πολλές περιπτώσεις υπήρξε υπερβολική, ενώ σε άλλες δημιουργούνται πολλές απορίες και ερωτηματικά για κάποιους από τους ισχυρισμούς που προέβαλε. Μερικές τέτοιες περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες. Ερωτώμενη για το είδος της επέμβασης που διενήργησε ο Δρ Σταύρου απάντησε ότι «διόρθωσε τα λάθη του κ. Ιωάννου». Ερωτώμενη αμέσως στη συνέχεια πως ήταν σε θέση να το γνωρίζει με τόση βεβαιότητα, απάντησε ότι έτσι ήταν επειδή μετά από τρεις μέρες από την επέμβαση του Δρ Σταύρου «έτρωε και έπινε», σε αντίθεση με την εγχείρηση στην οποία την υπέβαλε ο εναγόμενος 1 και μετά την οποία για τρεις μήνες δεν «κατέβηκε» τίποτε μέσα στο στομάχι της. Όμως ο ισχυρισμός της αυτός ότι δηλαδή τρεις μέρες μετά την εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκε από τον Δρ Σταύρου «έτρωγε και έπινε» δεν επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο το γιατρό. Αυτός και παρόλο που δεν ανάφερε με ακρίβεια πόσες μέρες μετά από τέτοια εγχείρηση μπορεί ένας ασθενής να τραφεί κανονικά, είπε ότι η σίτιση του ασθενούς γίνεται συντηρητικά και παίρνει κάποιο χρόνο. Όπως εξήγησε ο Δρ Σταύρου, μετά από τέτοιου είδους επεμβάσεις, η διαδικασία που ακολουθείται είναι συντηρητική λόγω της κατάστασης των ιστών που δεν είναι και τόσο καλή. Είπε ακόμα ότι για μια περίοδο που δεν προσδιόρισε, τοποθετήθηκε στην ενάγουσα ρινογαστρικός σωλήνας. Αυτός είναι απαραίτητος για λόγους ασφάλειας και μέσω αυτού δίδεται τροφή περιφερικά της αναστόμωσης. Αυτή όπως εξήγησε είναι η πάγια τακτική που ακολουθούν. Αφού γίνει έλεγχος για την στερεότητα της αναστόμωσης με σκοπό να διαπιστωθεί η ορθότητα της λειτουργίας της τότε ξεκινά η σίτιση του ασθενούς η οποία και γίνεται σταδιακά. Ξεκινά στην αρχή με υγρά και συνεχίζεται με σούπες μέχρι ο ασθενής να τραφεί κανονικά, κάτι που σε τέτοιας φύσεως περιστατικά γίνεται με καθυστέρηση. Ο Δρ Σταύρου είπε ακόμα ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν δίδεται γιαούρτι τη 2η ημέρα μετά την εγχείρηση όπως ήταν ο ισχυρισμός τόσο της ενάγουσας όσο και της μητέρας της. Άλλο δείγμα της υπερβολής της και της προσπάθειας της να πείσει για την ευθύνη του εναγόμενου 1 ήταν το γεγονός ότι απέδωσε στην εγχείρηση στην οποία ο τελευταίος την υπέβαλε, ένα λιποθυμικό όπως ισχυρίσθηκε επεισόδιο που είχε στις 15/12/2005, οκτώ δηλαδή μήνες μετά την επέμβαση που διενεργήθηκε στις 28/4/
  3. Είπε συγκεκριμένα ότι ένα βράδυ που εργαζόταν στο φούρνο που διατηρεί η μητέρα της, ένοιωσε αδυναμία και ζαλάδα και έπεσε και χτύπησε πάνω σε μια γυάλινη πόρτα η οποία την τραυμάτισε στο αριστερό της χέρι. Για το λόγο αυτό υποβλήθηκε σε άλλη χειρουργική επέμβαση με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να έχει μερική ανικανότητα. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της δημιουργούν και πάλι εύλογα ερωτηματικά πως είναι δυνατό να αποδίδει το ισχυριζόμενο αυτό λιποθυμικό επεισόδιο που έγινε τόσους μήνες μετά στα αρνητικά αποτελέσματα της επέμβασης στην οποία την υπέβαλε ο εναγόμενος
  4. Και ενώ μάλιστα είχε μεσολαβήσει στις 8/8/2005 η εγχείρηση από το Δρ Σταύρου μετά την οποία όπως ισχυρίσθηκε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της τρεις μέρες μετά «έτρωε και έπινε»; Δεν είχε στο μεταξύ δυναμώσει αφού πλέον σιτιζόταν κανονικά; Πρόσθετα με τα πιο πάνω πρέπει να επισημανθεί ότι καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε, ούτε καν το πιστοποιητικό του γιατρού που της έκανε όπως είπε την επέμβαση στο χέρι και με το οποίο να επιβεβαιώνεται τόσο η διενέργεια της εγχείρησης όσο και της «ανικανότητας» την οποία ισχυρίσθηκε ότι υπέστη από τον τραυματισμό αυτό. Επιπρόσθετα κάποιοι άλλοι από τους ισχυρισμούς της δημιουργούν εύλογες κατά την κρίση μου απορίες. Ενώ από τη μια ισχυρίζεται στο Τεκμήριο Α ότι αφού έλαβε πολύ καλές συστάσεις ότι ο εναγόμενος 1 ήταν ειδικευμένος σε αυτού του είδους τις εγχειρήσεις, από την άλλη αποτέλεσε επίσης ισχυρισμό της ότι αυτός δεν κατέχει την ειδικότητα του χειρούργου αλλά του παιδίατρου. Παρέλειψε όμως να αποκαλύψει ποιο ή ποια πρόσωπα της έδωσαν τις καλές αυτές συστάσεις για το πρόσωπο του εναγομένου 1, οι οποίες σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της δεν ευσταθούν. Αντεξεταζόμενη επί του θέματος και προσπαθώντας να πείσει ότι δεν έλαβε τέτοιες συστάσεις από τον Δρ Δημητρίου πριν την εκτέλεση της εγχείρησης by-pass, ισχυρίσθηκε ότι δεν συζήτησε επαρκώς με το γιατρό αυτό το ζήτημα της επιλογής του εναγομένου 1 αλλά απλώς του ανακοίνωσε την απόφαση της να εγχειρισθεί από αυτόν χωρίς να ζητήσει τη γνώμη του. Όμως ο ισχυρισμός της αυτός δεν είναι καθόλου πειστικός και δημιουργεί και άλλες περαιτέρω απορίες. Και αυτό λόγω των στενών σχέσεων που όπως η ίδια είπε διατηρεί με τον Δρ Δημητρίου ο οποίος είναι ο παθολόγος της και ο οικογενειακός τους γιατρός εδώ και πολλά χρόνια και τον οποίο γνωρίζει από τα παιδικά της χρόνια και τον εμπιστεύεται 100% όπως είπε χαρακτηριστικά και ως γιατρό και ως άνθρωπο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της στην κλινική του γιατρού αυτού υποβλήθηκε σε δύο επεμβάσεις, μία στην παιδική της ηλικία και μία αργότερα στο γόνατο. Αυτός ήταν επίσης ο γιατρός υπό την επίβλεψη του οποίου άλλος Λιβάνιος γιατρός, της τοποθέτησε το γαστρικό δακτύλιο το
  5. Ήταν επίσης ο γιατρός τον οποίο επισκέφθηκε όταν αισθάνθηκε τις ενοχλήσεις λόγω της μετακίνησης του δακτύλιου ο οποίος και της σύστησε να επισκεφθεί το Δρ Ποταμίτη για πιο εξειδικευμένες εξετάσεις. Και ήταν επίσης ο γιατρός στον οποίο επέστρεψε για να πάρει τη γνώμη του όταν ο Δρ Ποταμίτης της είπε ότι ο δακτύλιος έπρεπε να αφαιρεθεί. Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα πάντα με τους δικούς της ισχυρισμούς για κάθε της βήμα μέχρι του σημείου αυτού προσέτρεχε στο Δρ Δημητρίου για να συζητήσει μαζί του και να πάρει τη γνώμη του, προσπάθησε να πείσει ότι δεν συζήτησε μαζί του το ζήτημα της επιλογής του εναγομένου 1 αλλά απλώς του ανακοίνωσε την απόφαση της να χειρουργηθεί από τον τελευταίο. Στην προσπάθεια της να καταδείξει ότι καμία σύσταση δεν έλαβε από τον Δρ Δημητρίου για την επιλογή του εναγομένου 1 και αντεξεταζόμενη εάν ο Δρ Δημητρίου της επιβεβαίωσε ότι ο εναγόμενος 1 διενεργεί τις επεμβάσεις βαριατρικής απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε εάν διαφάνηκε έστω και από τη συμπεριφορά του Δρ Δημητρίου ότι τουλάχιστον γνώριζε ότι ο εναγόμενος 1 διενεργεί τέτοιες επεμβάσεις, απέφυγε να απαντήσει λέγοντας ότι δεν συζήτησε αρκετά το ζήτημα με τον Δρ Δημητρίου και ότι τον επισκέφθηκε και απλώς του ανακοίνωσε ότι θα χειρουργηθεί από τον εναγόμενο 1 στη Λεμεσό. Οι ισχυρισμοί της όμως αυτοί, λόγω των σχέσεων που διαφάνηκε να έχει με τον Δρ Δημητρίου αλλά και της ίδιας της συμπεριφοράς της από την οποία διαφάνηκε ότι συζητούσε μαζί του τα προβλήματα που αντιμετώπιζε και λάμβανε υπόψη τη γνώμη του και τις συμβουλές του δεν είναι καθόλου πειστικοί. Άγνοια δήλωσε περαιτέρω σε υποβολή που της έγινε ότι ο Δρ Δημητρίου επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 αναφέροντας του ότι η ενάγουσα θα τον επισκεφθεί. Χαρακτηριστικό δείγμα της προσπάθειας της να πείσει για τη τυχαία επιλογή του εναγομένου 1 ως του χειρουργού που θα την υπέβαλλε στην επέμβαση για αφαίρεσης του δακτύλιου και στο by-pass ήταν η απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε αντεξεταζόμενη που βασίσθηκε για την επιλογή αυτή και στην οποία απάντησε «Πουθενά, εντάξει, ήρτα μίλησα μαζί του, το αποφάσισα ότι θα το έκαμνα στη Λεμεσό, δεν με επηρέασε κανένας......». Ενώ από τη μια υποστήριξε ότι από την πτώση που είχε στο φούρνο της μητέρας της υπέστη ανικανότητα από την άλλη ήταν ισχυρισμός της ότι δεν εξασφάλισε ποτέ πιστοποιητικό ανικανότητας γιατί εργαζόταν κανονικά. Σε ερώτηση που ακολούθησε ευθύς αμέσως ότι δηλαδή είναι σε θέση να εργάζεται απάντησε κατά λέξη «ναι, αλλά μπορώ να πάω να βγάλω κάποιο χαρτί ανικανότητας, μπορώ να περάσω που ιατρικό συμβούλιο ότι υπάρχει ανικανότητα στο χέρι, εν πράμα που μπορώ να το αποδείξω μπροστά σας ότι έχω ανικανότητα», δημιουργώντας την απορία πως είναι δυνατό από τη μια να μπορεί να εργαστεί και από την άλλη να μπορεί να εξασφαλίσει «χαρτί ανικανότητας»; Δεν έδωσε επίσης κανένα λόγο γιατί μέχρι σήμερα δεν τo έχει εξασφαλίσει αρκούμενη απλώς να απαντήσει ότι δεν το έχει ζητήσει. Ακόμα ένα σημείο που κλονίζει την αξιοπιστία της είναι αυτό στο οποίο ισχυρίσθηκε ότι μέχρι σήμερα υποφέρει από μελαγχολία και κατάθλιψη, προβλήματα που της παρουσιάσθηκαν όπως ισχυρίσθηκε τον πρώτο με δεύτερο χρόνο μετά την εγχείρηση. Απορίες όμως δημιουργούνται και από τον ισχυρισμό της αυτό καθότι πως είναι δυνατό κάποιος να υποφέρει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά να μην έχει επισκεφθεί κάποιο γιατρό να τον βοηθήσει στην αντιμετώπιση του προβλήματος; Αντεξεταζόμενη πως διαπίστωσε ότι παρουσιάζει τα πιο πάνω, απάντησε ότι το διαπίστωσε μόνη της γιατί το «πρώτο» όπως είπε διάστημα, δεν ήθελε να βγαίνει έξω από το σπίτι της και δεν ήθελε να βλέπει κανένα. Αντεξεταζόμενη περαιτέρω γιατί δεν ζήτησε βοήθεια από γιατρό, απάντησε ότι ξεπέρασε το πρόβλημα μόνη της. Σε ερώτηση που ακολούθησε ευθύς αμέσως αν το πρόβλημα έχει ξεπερασθεί, διαφοροποίησε αμέσως την απάντηση της λέγοντας «τώρα νομίζω όχι» προσθέτοντας ότι ακόμα και μέχρι σήμερα δεν έχει επισκεφθεί κανένα γιατρό. Προσήχθησαν περαιτέρω από την ενάγουσα ως εξ' ακοής μαρτυρία και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2 και 4 τα ιατρικά πιστοποιητικά του Δρ Δημητρίου. Σύμφωνα με τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 2, ο Δρ Δημητρίου παρακολουθεί την ενάγουσα από το 1992 χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα στην υγεία της. Τον Απρίλιο του 2001 της έγινε τοποθέτηση γαστρικού δακτυλίου λαπαροσκοπικά λόγω παχυσαρκίας 3ου βαθμού. Τον Νοέμβριο του 2005 λόγω γαστροεντερικών προβλημάτων χειρουργήθηκε στη Λεμεσό. Στις 20/3/2006 η ενάγουσα ήταν καλά χωρίς παθολογικά προβλήματα. Στο Τεκμήριο 4 καταγράφονται τα ακόλουθα. Ότι ο Δρ Δημητρίου παρακολουθεί την ενάγουσα από το
  6. Κατά καιρούς παρουσίαζε ενοχλήσεις στο δεξί γόνατο και τον Φεβρουάριο του 1997 υποβλήθηκε σε αρθροσκόπηση. Τον Απρίλιο του 2001 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για τοποθέτηση γαστρικού δακτύλιου λόγω παχυσαρκίας και πριν από την εγχείρηση δεν παρατηρείτο κανένα πρόβλημα από πλευράς γαστροεντερολογικού συστήματος. Η ενάγουσα εισήχθη στην κλινική δύο φορές την 1/7 και 31/7/2005 με έντονα συμπτώματα αδυναμίας, αφυδάτωσης και δυσκολίας στην κατάποση και της χορηγήθηκε συντηρητική αγωγή. Σήμερα πλέον, η εξ΄ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται πλέον μόνο για το λόγο αυτό. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι καμία βαρύτητα δεν θα πρέπει να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, εκτός βεβαίως του ότι το 2001 τοποθετήθηκε στην ενάγουσα γαστρικός δακτύλιος γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Γιατί δεν κλητεύθηκε και δεν παρουσιάσθηκε ως μάρτυρας στη διαδικασία ο Δρ Δημητρίου, χωρίς κανένας λόγος να δοθεί προς τούτο. Και αυτό παρά το γεγονός ότι όπως διαφάνηκε είχε ο γιατρός αυτός ουσιαστική ανάμιξη στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση. Άλλος λόγος που λαμβάνεται υπόψη είναι ότι μεταξύ των δύο πιστοποιητικών υπάρχουν κάποιες διαφορές. Ενώ στο Τεκμήριο 2 ο Δρ Δημητρίου καταγράφει ότι παρακολουθεί την ενάγουσα από το 1992, στο Τεκμήριο 4 παρουσιάζεται ότι αυτό γίνεται από το
  7. Στο Τεκμήριο 2 αναφέρεται ότι η ενάγουσα δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα προβλήματα στην υγεία της. Όμως στο Τεκμήριο 4 καταγράφεται ότι κατά καιρούς παρουσίαζε ενοχλήσεις στο δεξί γόνατο και της έγινε αρθροσκόπηση το
  8. Στο Τεκμήριο 2 αναφέρεται ότι τον Απρίλιο του 2001 έγινε στην ενάγουσα λαπαροσκοπικά τοποθέτηση γαστρικού δακτυλίου. Όμως στο Τεκμήριο 4 καταγράφεται ότι η τοποθέτηση του δακτυλίου έγινε με χειρουργική επέμβαση χωρίς να διευκρινίζεται τι ακριβώς εννοείται με τον όρο λαπαροσκοπικά και τι με τη χειρουργική επέμβαση και εάν ή όχι υπάρχει διαφορά. Καταγράφεται περαιτέρω στο Τεκμήριο 2 ότι τον Νοέμβριο του 2005 η ενάγουσα χειρουργήθηκε στη Λεμεσό λόγω γαστροεντερικών προβλημάτων χωρίς όμως να διευκρινίζεται το είδος της επέμβασης και τι ακριβώς αφορούσε. Και αυτό λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη ότι όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία οι δύο επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα από τον εναγόμενο 1 και το Δρ Σταύρου στη Λεμεσό, έγιναν στις 28/4/2005 και στις 8/8/2005 αντίστοιχα και όχι τον Νοέμβριο του
  9. Στο Τεκμήριο 2 που φέρει ημερομηνία σύνταξης την 20/3/2006 καταγράφεται ότι η ενάγουσα «τώρα είναι καλά χωρίς παθολογικά προβλήματα». Αντίθετα στο Τεκμήριο 4 με ημερομηνία 28/6/2006 καταγράφεται ότι η ενάγουσα είχε εισαχθεί στην κλινική δυο φορές την 1/7 και 31/7/2005 με έντονα συμπτώματα αδυναμίας, αφυδάτωσης και δυσκολία στην κατάποση και ότι της χορηγήθηκε συντηρητική αγωγή. Από το περιεχόμενο των δύο αυτών τεκμηρίων δημιουργούνται οι απορίες γιατί δεν καταγράφεται και στο Τεκμήριο 2 η εισαγωγή της ενάγουσας στην κλινική που σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 έγινε σε προγενέστερες ημερομηνίες από τη σύνταξη του Τεκμηρίου 2 και γιατί η εισαγωγή αυτή σημειώνεται μόνο στο Τεκμήριο
  10. Δεν διευκρινίζεται επίσης ποια ήταν τα συμπτώματα που αυτή παρουσίαζε όταν εισήχθη στην κλινική σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, ποια ήταν και τι συμπεριλάμβανε η συντηρητική θεραπεία που της χορηγήθηκε, για ποιο λόγο ήταν απαραίτητο να της χορηγηθεί, σε ποια έκταση της χορηγήθηκε, για πόσο χρόνο, για πόσες μέρες παρέμεινε η ενάγουσα στην κλινική κ.λ.π.. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν αδύνατη την ασφαλή αξιολόγηση της προσκομισθείσας αυτής εξ' ακοής μαρτυρίας η οποία σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω αλλά και με την μη θετική εντύπωση που σχημάτισα για την ενάγουσα ως μάρτυρα της αλήθειας δεν μου επιτρέπουν να προσδώσω σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα. Πρέπει πάντως να λεχθεί ότι ακόμα ένα στοιχείο από το οποίο αναδεικνύεται η υπερβολή που χαρακτήριζε τη μαρτυρία της, είναι ότι μέρος αυτής βρίσκεται σε αντίθεση ακόμα και με μέρος της εξ' ακοής μαρτυρία την οποία η ίδια παρουσίασε και συγκεκριμένα με τα όσα ο Δρ Δημητρίου καταγράφει στο Τεκμήριο 2 ότι δηλαδή η ενάγουσα στις 20/3/2006 ήταν καλά χωρίς παθολογικά προβλήματα. Σε αντίθεση με την εξ' ακοής αυτή μαρτυρία την οποία προσήγαγε ισχυρίσθηκε ενόρκως ότι ακόμα και μέχρι σήμερα αισθάνεται αρκετές αδυναμίες. Αντεξεταζόμενη για την αλήθεια του ισχυρισμού της αυτού σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη αναφορά του Δρ Δημητρίου προσπάθησε ανεπιτυχώς να το δικαιολογήσει λέγοντας ότι «σε σύγκριση με τα όσα είχα περάσει, με τις αδυναμίες, νομίζω ότι η αδυναμία δεν είναι τίποτα με όσα είχα περάσει». Πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι μέρος της μαρτυρίας που έχει προσκομίσει δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Ενώ δικογραφεί ότι ο γαστρικός δακτύλιος που είχε τοποθετηθεί στο στομάχι της παλαιότερα, είχε σπάσει και γι' αυτό έπρεπε να αφαιρεθεί, κάτι που όπως δικογραφεί διαπιστώθηκε από τον Δρ Ποταμίτη ο οποίος την εξέτασε στις 19/1/2005, ο ισχυρισμός της αυτός δεν επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία του συγκεκριμένου γιατρού. Ο γιατρός στην ιατρική έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 3) καταγράφει ότι η ενδοσκοπική εξέταση κατέδειξε μετατόπιση του γαστρικού δακτυλίου (migration of the gastric band), κάτι που επανέλαβε και στην προφορική του μαρτυρία χωρίς σε καμία περίπτωση να αναφέρει ότι ο δακτύλιος είχε σπάσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της εκτός βέβαια εκείνης η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ότι δηλαδή, επειδή δακτύλιος στομάχου (gastrin band) που της είχε τοποθετηθεί στις 12/4/2001 από άλλο γιατρό στη Λευκωσία της δημιουργούσε διάφορα προβλήματα έπρεπε να αφαιρεθεί, η ενάγουσα συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 όπως τη χειρουργήσει για να αφαιρεθεί ο δακτύλιος και να γίνει αμέσως μετά εγχείρηση by-pass εντέρων. Η εγχείρηση αυτή και μετά από συμφωνία της ενάγουσας με τον εναγόμενο 1 διενεργήθηκε από τον εναγόμενο 1 στην κλινική της εναγομένης 2 στη Λεμεσό στις 28/4/
  11. Σε κάποιο στάδιο μετά την εγχείρηση η ενάγουσα άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα κατάποσης και για το λόγο αυτό επισκέφθηκε τον Δρ Ποταμίτη και στη συνέχεια το Δρ Σταύρου στο νοσοκομείο της Λεμεσού ο οποίος την υπέβαλε σε άλλη επέμβαση για αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών και τα οποία πράγματι μετά την επέμβαση του Δρ Σταύρου επιλύθηκαν. Ως Μ.Ε. 2 κατάθεσε η Ελενίτσα Κωνσταντίνου, μητέρα της ενάγουσας. Και αυτής η μαρτυρία χαρακτηριζόταν από υπερβολή, ενώ διάχυτη ήταν η προσπάθεια της να επιρρίψει ευθύνες στον εναγόμενο
  12. Στην προσπάθεια της αυτή δεν είχε κανένα απολύτως δισταγμό να ισχυρισθεί ότι όπως ο ίδιος ο εναγόμενος 1 της είχε αναφέρει, η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης έπαθε τρεις φορές ανακοπή καθώς και ακατάσχετη αιμορραγία και ότι για το λόγο αυτό χρειάσθηκε να της χορηγήσουν τέσσερεις ή πέντε μπουκάλες αίμα. Θα ήταν όμως αναμενόμενο εάν οι ισχυρισμοί αυτοί που είναι βεβαίως πολύ σοβαροί ήταν αληθείς, να είχαν όλοι δικογραφηθεί κάτι που έχει γίνει αφού το μόνο που δικογραφείται είναι η πρόκληση αιμορραγίας. Διάχυτη είναι η υπερβολή σε απάντηση που έδωσε σε σχέση με την αιμορραγία την οποία όπως ισχυρίσθηκε υπέστη η ενάγουσα ενώ βρισκόταν μέσα στο χειρουργείο. Είπε χαρακτηριστικά ότι ο εναγόμενος 1 όταν τελείωσε το χειρουργείο της ανάφερε «..... ότι τα πάντα μες στο χειρουργείο γινήκαν ολογαίματα, αυτή ήταν η απάντηση του που μου είπε, που άνοιξε ακατάσχετη αιμορραγία τζιαί λέω του εγώ γιατί; Είπε μου προσπαθήσαν να βγάλουν το δαχτυλίδι από τον λαιμό και κόπηκε ο οισοφάγος της τζιαι άνοιξε ακατάσχετη αιμορραγία». Άλλος ισχυρισμός που προέβαλε και μέσα από τον οποίο αναδεικνύεται και πάλι η υπερβολή της είναι ότι ο εναγόμενος 1 της έδειξε μία τσάντα που είχε μέσα διάφορα «ανακατωμένα πράγματα» βάρους 3 κιλών τα οποία όπως της είπε τα αφαίρεσε από την ενάγουσα. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι ενόσω η ενάγουσα βρισκόταν μέσα στην πολυκλινική έπινε νερό και γάλα αλλά όταν εξήλθε αυτής και επέστρεψε στο σπίτι της, δεν μπορούσε ούτε το σάλιο της να καταπιεί. Γι' αυτό και αναγκάστηκαν να την μεταφέρουν σε άλλη κλινική και να της βάλουν ορούς, κάτι που συνεχίσθηκε όπως είπε για τρεις μήνες σχεδόν, με αποτέλεσμα και πάλι να χρειασθεί η μεταφορά της σε κλινική. Αναμφίβολα ο ισχυρισμός της αυτός ενέχει το στοιχείο της υπερβολής και δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, γιατί πως είναι δυνατό ένας άνθρωπος να συνεχίζει να επιζεί για περίοδο τριών μηνών ενόσω ούτε το σάλιο του δεν μπορεί να καταπιεί; Ασχέτως του ότι κάποιες φορές μεταφέρθηκε για λίγες μέρες σε κλινική και του χορηγήθηκαν οροί. Γεγονός μάλιστα που σχολίασε και ο Δρ Σταύρου. Απορίες επίσης δημιουργούνται πως δικαιολογείται μετά την εγχείρηση να μπορεί να πίνει αρχικά κάποια υγρά αλλά στη συνέχεια να μην μπορεί να καταπιεί ούτε το σάλιο της; Ενώ αρχικά είπε ότι η ενάγουσα με το παραμικρό «τρέχει» στο γιατρό, στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι ενώ τα συμπτώματα λόγω της μετατόπισης του δακτυλίου πρωτοεμφανίστηκαν μετά τα Χριστούγεννα, η ενάγουσα επισκέφθηκε το γιατρό κατά τον Απρίλιο, τέσσερεις δηλαδή μήνες αργότερα. Αντεξεταζόμενη επί της διάστασης αυτής των ισχυρισμών της προσπάθησε να αμέσως να μειώσει τη σοβαρότητα των ενοχλήσεων που είχε παρουσιάσει η ενάγουσα λέγοντας ότι δεν ήταν και όλη την ημέρα άρρωστη και ότι συνέχιζε να εργάζεται κανονικά. Ενώ σε κάποιο σημείο ισχυρίσθηκε ότι η ίδια ενημέρωνε τον Δρ Δημητρίου «για τα πάντα» σε σχέση με την κατάσταση της ενάγουσας καθώς αυτός είναι ο οικογενειακός τους γιατρός, ερωτώμενη στη συνέχεια εάν ο Δρ Δημητρίου επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 απάντησε ότι αυτό δεν το γνώριζε και ότι αν γινόταν κάτι τέτοιο πίστευε ότι ο Δρ Δημητρίου θα την ενημέρωνε. Στη συνέχεια όμως της αντεξέτασης παρουσιάσθηκε βέβαιη ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε και είπε χαρακτηριστικά «Δεν ξέρω. Μπορεί να τον έπιασε, αλλά εγώ ξέρω ότι εν τον έπιασε». Αναφορά πρέπει να γίνει και σε διαφορές που υπάρχουν στη μεταξύ της Μ.Ε.2 και της ενάγουσας μαρτυρία. Τέτοιες εντοπίζονται στα όσα ισχυρίσθηκαν ότι αισθανόταν η ενάγουσα μετά την μετατόπιση του δακτύλιου και πριν την διενέργεια της εγχείρησης από τον εναγόμενο
  13. Η ενάγουσα είπε ότι είχε αρρωστήσει από το καλοκαίρι του 2004 αλλά δεν του έδωσε σημασία. Στη συνέχεια όμως και επειδή εξακολουθούσε να μην αισθάνεται καλά, να αποβάλλει ότι είχε φάει και να κάνει αρκετούς εμετούς, επισκέφθηκε το γιατρό της στις αρχές του
  14. Σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίσθηκε η ενάγουσα, η Μ.Ε.2 για τους δικούς της λόγους προσπάθησε να δείξει ότι όταν η ενάγουσα επισκέφθηκε τον εναγόμενο 1 και πριν υποβληθεί από αυτόν στην εγχείρηση δεν ήταν σε άσχημη κατάσταση. Στην προσπάθεια της αυτή προέβαλε διάφορους και αντιφατικούς με την ενάγουσα ισχυρισμούς. Ισχυρίσθηκε αρχικά ότι πριν από την εγχείρηση αυτή η ενάγουσα αισθανόταν μόνο πόνους στα κόκκαλα και τίποτε άλλο. Στην πορεία της αντεξέτασης είπε ότι όταν η ενάγουσα πίεζε τον εαυτό της να φάει μπορούσε μετά να κάμει εμετό. Σε άλλη περίπτωση ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα σιτιζόταν κανονικά και μόνο το τελευταίο διάστημα έκανε εμετούς. Σε υποβολή δε που της έγινε ότι η κατάσταση της ενάγουσας πριν επισκεφθεί τον εναγόμενο 1 ήταν πολύ άσχημη, απάντησε αρνητικά λέγοντας «Όχι. Λυπούμαι πάρα πολύ. Εργάζετουν στη δουλειά της πάρα πολλές ώρες και βοηθούσε μας και το βράδυ στο φούρνο. Ένας άρρωστος δεν θα δούλευκε θκιο δουλειές». Διαφορές στη μεταξύ τους μαρτυρία εντοπίζονται και σε σχέση με τα όσα ισχυρίσθηκαν για την εμπλοκή του οικογενειακού τους γιατρού Δρ Δημητρίου, ο οποίος όπως προαναφέρεται δεν κλήθηκε και δεν παρουσιάσθηκε ως μάρτυρας στη διαδικασία. Ενώ η ενάγουσα ανάφερε ότι όταν αισθάνθηκε ενοχλήσεις λόγω της μετακίνησης του δακτυλίου επισκέφθηκε τον Δρ Δημητρίου και αυτός της σύστησε να επισκεφθεί το Δρ Ποταμίτη για πιο εξειδικευμένες εξετάσεις και ότι το έπραξε και στη συνέχεια όταν ο Δρ Ποταμίτης της είπε ότι ο δακτύλιος έπρεπε να αφαιρεθεί, η Μ.Ε.2 το αρνήθηκε λέγοντας ότι η ενάγουσα επισκέφθηκε τον Δρ Δημητρίου και αυτός της είπε ότι δεν είναι κάτι παθολογικό. Τότε κάποιοι φίλοι της την παρότρυναν να επισκεφθεί τον εναγόμενο 1 ο οποίος και της σύστησε να αφαιρεθεί ο δακτύλιος. Ενώ η ίδια η ενάγουσα προσπάθησε να μειώσει τη σημασία που είχε για αυτήν η απώλεια βάρους πριν την τοποθέτηση του γαστρικού δακτύλιου, η Μ.Ε.2 είπε ότι το ζήτημα αυτού τους απασχολούσε συνέχεια γιατί η ενάγουσα ήθελε να αδυνατίσει. Και η Μ.Ε.2 όπως και η ίδια η ενάγουσα και προσπαθώντας να καταδείξουν την άμεση επιτυχία της επέμβασης που διενήργησε ο Δρ Σταύρου σε αντίθεση με αυτή του εναγομένου 1 ισχυρίσθηκε ότι από τη 2η ημέρα ο γιατρός Σταύρου της έδωσε ο ίδιος να φάει γιαούρτι. Η Μ.Ε.2 μάλιστα έσπευσε να προσθέσει ότι είτε το ίδιο βράδυ είτε την επόμενη μέρα η ενάγουσα έφαγε και φιδέ, τη μέρα που ακολούθησε λίγα μακαρόνια ενώ στις 14 Αυγούστου θυμόταν όπως είπε πολύ καλά ότι έφαγε και μακαρόνια του φούρνου. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν επιβεβαιώθηκαν από τον Δρ Σταύρου ο οποίος αν και δεν προσδιόρισε επακριβώς τις μέρες που χρειάζονται μέχρι που κάποιος ασθενής και μετά από τέτοιου είδους επέμβαση να μπορεί να τραφεί κανονικά, εν τούτοις ρητά ανάφερε ότι μετά από τέτοια εγχείρηση η σίτιση του ασθενούς γίνεται με κάποια καθυστέρηση λόγω της αδυναμίας των ιστών στην περιοχή και γιατί οι αναστομώσεις που δημιουργούνται είναι επιρρεπείς και μπορεί να παρουσιάσουν διαφυγή. Για το λόγο αυτό είπε μάλιστα ότι η ενάγουσα είχε για κάποια περίοδο που δεν προσδιόρισε ρινογαστρικό σωλήνα που ήταν απαραίτητος για λόγους ασφάλειας και μέσω του οποίου μπορούσαν να δώσουν τροφή περιφερικά της αναστόμωσης. Αυτή όπως είπε είναι η πάγια τακτική που ακολουθούν και αφού ελεχθεί η στερεότητα της αναστόμωσης τότε αρχίζουν σταδιακά να σιτίζουν τον ασθενή με υγρά, στη συνέχεια σούπες και προχωρούν. Ανάφερε ακόμα η Μ.Ε.2 ότι της έγινε μετάγγιση αίματος μετά από κάποιες μέρες μετά την έξοδο της από το χειρουργείο, κάτι που η ενάγουσα δεν προέβαλε. Για όλους τους πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω εκτός βέβαια του μέρους εκείνου που δεν έχει αμφισβητηθεί. Θα προχωρήσω τώρα σε αξιολόγηση του συνόλου της ιατρικής μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί τόσο από την ενάγουσα όσο και από τον εναγόμενο 1, κάνοντας παράλληλα περιληπτική αναφορά σε αυτήν. Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται με σκοπό την παράθεση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι ειδικοί είχαν εργαστεί, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα ακόμα και στην περίπτωση που αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 All E.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Ο Δρ Σταύρου είναι χειρούργος ιατρός και διετέλεσε διευθυντής στις χειρουργικές κλινικές των νοσοκομείων Λεμεσού και Λευκωσίας. Έχει εμπειρία σε εγχειρήσεις που σχετίζονται με τη λεγόμενη βαριατρική χειρουργική ή «χειρουργική της παχυσαρκίας» και υπέβαλε σε τέτοιου είδους εγχειρήσεις περί τα 800 άτομα. Μεταξύ αυτών και την ενάγουσα η οποία μετά την εγχείρηση στην οποία την υπέβαλε ο εναγόμενος 1, αντιμετώπισε προβλήματα στην κατάποση αφού δύσκολα μπορούσαν οι τροφές να κατέβουν προς τα κάτω. Όταν την εξέτασε της εξήγησε ότι θα έπρεπε να γίνει νέα επέμβαση η οποία θα είχε δυσκολίες. Και αυτό γιατί είχαν προηγηθεί άλλες δύο επεμβάσεις στην ίδια περιοχή και έτσι εκεί θα είχε αναπτυχθεί ουλώδης συνδετικός ιστός. Όπως εξήγησε ο ουλώδης αυτός ιστός αρχίζει να δημιουργείται από τη στιγμή της τοποθέτησης του δακτυλίου και της περίσφιξης του η οποία γίνεται σταδιακά από το γιατρό. Έτσι και στην περίπτωση της ενάγουσας η ανάπτυξη ουλώδους συνδετικού ιστού ξεκίνησε με την τοποθέτηση του δακτύλιου. Εξήγησε περαιτέρω πως αναπτύσσεται ο ουλώδης συνδετικός ιστός, λέγοντας ότι αυτό συμβαίνει λόγω της πίεσης που ασκείται στην προσπάθεια του στομάχου να κλείσει. Είπε ακόμα ότι η τοποθέτηση δακτυλίου στο στομάχι, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέθοδος πολύ διαδομένη αλλά σήμερα τείνει να εγκαταλειφθεί, παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις που είναι και οι χειρότερες, ο δακτύλιος εισχωρεί εντός του στομάχου αντί να βρίσκεται μέσα σε αυτό, με αποτέλεσμα η παρουσία του στην περιοχή να μην προσφέρει τίποτε προς επίτευξη του σκοπού για τον οποίο είχε τοποθετηθεί. Σε τέτοια περίπτωση ο δακτύλιος πρέπει να αφαιρεθεί και να επιλεγεί άλλου είδους χειρουργική επέμβαση. Σε σχέση με το τι πρέπει να γίνει στην περίπτωση που δακτύλιος μετατοπισθεί και εισέλθει μέσα στο στομάχι υπάρχουν όπως είπε δύο σχολές. Η μία, υποστηρίζει ότι ο δακτύλιος πρέπει να αφαιρεθεί άμεσα και η άλλη ότι η αφαίρεση του μπορεί να καθυστερήσει λίγο. Η πρακτική που ακολουθούσε ο ίδιος ήταν να τον αφαιρεί κατά τη διάρκεια της τελικής εγχείρησης. Δηλαδή προχωρούσε πρώτα σε αφαίρεση του δακτύλιου και στη συνέχεια στη βαριατρική εγχείρηση. Η βαριατρική αυτή εγχείρηση μπορεί να γίνει με δύο τρόπους. Με κάθετη γαστροπλαστική και με by-pass. Η επιλογή μιας από τις δύο είναι θέμα επιλογής και εξειδίκευσης του κάθε γιατρού. Εξήγησε περαιτέρω ότι μία επέμβαση by-pass έχει διάφορες τεχνικές. Μπορεί να γίνει και λαπαροσκοπικά αλλά και ανοιχτά. Είναι μια επέμβαση εργώδης και τεχνικά δύσκολη που ενέχει κινδύνους και η οποία προϋποθέτει επίσης εμπειρία. Χαρακτήρισε την εγχείρηση στην οποία ο ίδιος υπέβαλε την ενάγουσα ως «επέμβαση για επίλυση μετεγχειρητικής επιπλοκής. Κάτι που αναμένεται». Είπε ακόμα ότι δεν πρόκειται για αναμενόμενη, αλλά για σπάνια επιπλοκή που όμως μπορεί να συμβεί. Ο χρόνος που αυτή η επιπλοκή μπορεί να παρουσιασθεί δεν μπορεί να καθοριστεί καθότι εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως τον οργανισμό του κάθε ασθενή, αλλά και τους χειρισμούς του κάθε χειρούργου. Εξήγησε ότι κατά την επέμβαση στην οποία υπέβαλε την ενάγουσα ασχολήθηκε με τη στένωση και την γαστροοισοφαγική γωνιά, εκεί που είναι η αναστόμωση λεπτού εντέρου με ένα τμήμα πολύ μικρό που παραμένει, του στομάχου και στο οποίο είχε αναπτυχθεί στένωση. Έδεσε όπως είπε την στένωση και έκαμε πιο μεγάλο το εύρος της διάβασης για να μην παρουσιάζονται προβλήματα. Είπε ότι κατά την εγχείρηση διαπίστωσε σύμφωνα και με την κοινή έκφραση που χρησιμοποιούν οι γιατροί «ούλλα κολλημένα, λόγω κοιλώδους ιστού, ως επακόλουθο των προηγούμενων επεμβάσεων». Ερωτώμενος κατά πόσο η στένωση όπως τη χαρακτήρισε και η δυσκολία στην κατάποση που παρουσίαζε η ενάγουσα μπορεί να οφείλονταν ή με κάποιο τρόπο να επηρεάστηκαν από τη συρραφή της αναστόμωσης, απάντησε ότι η συρραφή και τα υλικά που χρησιμοποιούνται έχουν τη σημασία τους αλλά δεν υπάρχουν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με τη σημασία που μπορεί να έχει η χρήση του ενός ή του άλλου. Η συρραφή μάλιστα που γίνεται εκεί ιδιαίτερα όταν είναι με ανοιχτή μέθοδο γίνεται με πιο ασφαλείς τρόπους υπό την έννοια μέσα από τον οισοφάγο προς τα κάτω που περνά μέσα από την κοιλιά περνά ο ρινογαστρικός σωλήνας ο οποίος λειτουργεί προστατευτικά για να μην προκληθεί απόφραξη από ραφές. Η στένωση όμως μπορεί να προκληθεί λόγω ανάπτυξης ουλώδους συνδετικού ιστού, αφού η περιοχή είναι επιρρεπής. Ο Δρ Ποταμίτης είναι επίσης γιατρός με ειδικότητα στη γαστρεντερολογία. Όπως είπε κατά την προφορική του ένορκη μαρτυρία όταν η ενάγουσα τον επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2005 παραπονιόταν για ναυτία και εμετούς. Στις 2/8/2005 την υπέβαλε σε ενδοσκοπική εξέταση και τα ευρήματα του τα κατέγραψε σε δύο εκθέσεις τις οποίες και κατάθεσε ως Τεκμήρια 1 και 3 αντίστοιχα. Ότι πρώτιστα πρέπει να λεχθεί είναι ότι η ιατρική μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα δεν ήταν ομοιόμορφη και οι θέσεις που εξέφρασαν οι δύο γιατροί δεν ήταν οι ίδιες. Και αυτό γιατί ο Δρ Σταύρου ουσιαστικά απέδωσε τα προβλήματα κατάποσης που παρουσίαζε η ενάγουσα σε στένωση σοβαρού βαθμού λόγω ανάπτυξης ουλώδους συνδετικού ιστού, κάτι το οποίο αποτελεί σύμφωνα με τη θέση του μετεγχειρητική επιπλοκή, ενώ ο Δρ Ποταμίτης σε απόφραξη του οισοφάγου λόγω της ύπαρξης χειρουργικών ραφών. Και αυτό που παρόλο που στο τέλος της αντεξέτασης διαφοροποίησε τη θέση του και δέχθηκε ότι η μετεγχειρητική στένωση που εντόπισε στην ενάγουσα, είναι επιπλοκή που δεν είναι σπάνια. Προσκομίσθηκε δηλαδή από την ενάγουσα επιστημονική μαρτυρία που δεν συνάδει μεταξύ της ως προς το είδος του προβλήματος, την αιτία αυτού και την έκταση του. Το στοιχείο αυτό από μόνο του κλονίζει την ισχύ της υπόθεσης της ενάγουσας αφού και όπως λέχθηκε στην Πολιτ. Εφ. 412/08 ημερομ. 11/10/2011 Βαρβάρας Νικολάου v. Στέλιου Στυλιανού κ.α. «Είναι ανεπίτρεπτο η εφεσείουσα να ζητά ουσιαστικά , να μη γίνει δεκτή η μαρτυρία του δικού της γιατρού Μ.Ε.
  1. Κάθε διάδικος δεσμεύεται από τη μαρτυρία των δικών του μαρτύρων και δεν δικαιούται να την αμφισβητεί». Εγείρεται λοιπόν στη συγκεκριμένη περίπτωση το ερώτημα τη μαρτυρία ποιου από τους δύο δικούς της γιατρούς η ενάγουσα καλεί το Δικαστήριο να επιλέξει; Αυτή του Δρ Σταύρου που απέδωσε τα προβλήματα της, σε επιπλοκές λόγω της ανάπτυξης στην περιοχή ουλώδους συνδετικού ιστού ή αυτή του Δρ Ποταμίτη που τα απέδωσε στην ύπαρξη ραφών; Παρουσιάζεται δηλαδή το περίεργο να καλείται το Δικαστήριο να επιλέξει όχι μεταξύ της επιστημονικής μαρτυρίας των αντιδίκων μερών, αλλά μία από τις δύο διαφορετικές εκδοχές που προσκόμισε η ενάγουσα. Εν πάση περιπτώσει πιο αξιόπιστη και θετική ήταν η μαρτυρία του Δρ Σταύρου γι' αυτό και την αποδέχομαι. Αυτός ήταν ο γιατρός που χειρούργησε την ενάγουσα για να τη θεραπεύσει από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε μετά την εγχείρηση στην οποία την υπέβαλε ο εναγόμενος 1 και ο οποίος έχει μεγάλη εμπειρία σε εγχειρήσεις βαριατρικής, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η εγχείρηση στην οποία ο εναγόμενος 1 υπέβαλε την ενάγουσα. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι ήταν σε πλεονεκτικότερη από όλους θέση να περιγράψει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η ενάγουσα όταν την χειρούργησε, αφού είδε ιδίοις όμμασι ποια ήταν η κατάσταση της και μπορούσε έτσι να προσδιορίσει που οφειλόταν το πρόβλημα κατάποσης που αντιμετώπιζε η ενάγουσα, πρόβλημα μάλιστα που με την επέμβαση που διενήργησε επιλύθηκε με επιτυχία. Έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία που εντόπισε χειρουργώντας την ενάγουσα και εξήγησε με θετικότητα και επιστημονική επάρκεια τι συμβαίνει σε περιπτώσεις όπως και της ενάγουσας, πως λειτουργεί ο γαστρικός δακτύλιος, τι προβλήματα δημιουργεί η τοποθέτηση του, αν πρέπει να αφαιρεθεί και τι γίνεται σε τέτοια περίπτωση, καθώς επίσης και τι ισχύει σε περιπτώσεις εγχειρήσεων βαριατρικής όπως αυτήν στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα από τον εναγόμενο 1, τι επιπλοκές μπορεί να έχει και τι συνέπειες. Με επιστημονική επάρκεια επίσης παρουσίασε στο Δικαστήριο τις διαφορές απόφραξης και στένωσης στις οποίες αναφέρθηκε ο Δρ Ποταμίτης και στις οποίες αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Και αυτό σε αντίθεση με τον τελευταίο, του οποίου η μαρτυρία δεν χαρακτηριζόταν από θετικότητα και επιστημονική τεκμηρίωση κάτι που διαφαίνεται και από τα δύο πιστοποιητικά που εξέδωσε και από τα οποία προκύπτει μία αντιφατικότητα ως προς τα ευρήματα του. Ενώ στο Τεκμήριο 1 που εκδόθηκε στις 2/8/2005 και είναι το αποτέλεσμα της ενδοσκοπικής εξέτασης στην οποία ο μάρτυρας υπέβαλε την ενάγουσα καταγράφει ως εύρημα του την στένωση (postoperative stenosis), στο Τεκμήριο 3 που είναι ιατρική έκθεση καταγράφει ως αποτέλεσμα της ενδοσκοπικής εξέτασης που έγινε στις 2/8/2005 κάτι διαφορετικό και συγκεκριμένα απόφραξη στον οισοφάγο λόγω ύπαρξης ραφών (obstruction of the esophagus due to sutures). Αντεξεταζόμενος και προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη διαφορά αυτή, δεν έδιδε ευθείς απαντήσεις. Ερωτώμενος εάν η απόφραξη και η στένωση είναι το ίδιο απαντούσε με συγκεχυμένο τρόπο λέγοντας ότι η απόφραξη δυνατόν να οφείλεται σε στένωση ή σε πίεση ή σε ξένο σώμα και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οφειλόταν στην ύπαρξη ραφών μετά από προηγηθείσα επέμβαση. Δεν ήταν επίσης σαφής για τη συμπτωματολογία που παρουσιάζεται σε περίπτωση απόφραξης λέγοντας ότι η «συμπτωματολογία έχει σχέση με τα αίτια της απόφραξης και με το βαθμό της απόφραξης κατά πόσο αυτή είναι πλήρης ή μερική. Γι' αυτό και μπορεί να προκαλεί δυσκολία στην κατάποση μέχρι και αδυναμία πλήρους διόδου των τροφών» λέγοντας ότι στην περίπτωση της ενάγουσας υπήρχε μερική απόφραξη. Και αυτό παρά το ότι προηγουμένως είχε αναφέρει ότι η ενδοσκοπική εξέταση είχε αποκαλύψει απόφραξη οισοφάγου λόγω ραφών κάτι που καταγράφει και στο Τεκμήριο 3 χωρίς σε καμία περίπτωση να διευκρινίζει το βαθμό της απόφραξης. Ασαφή επίσης απάντηση έδωσε σε άλλη ερώτηση και πάλι κατά το στάδιο της αντεξέτασης εάν η στένωση και η μερική απόφραξη είναι το ίδιο και στην οποία απάντησε «η στένωση είναι δυνατό να προκαλέσει μερική απόφραξη». Και αυτό σε αντίθεση με το Δρ Σταύρου ο οποίος εξήγησε ότι άλλο πράγμα είναι η στένωση και άλλο η απόφραξη και ότι αυτό που ο ίδιος διαπίστωσε κατά την εγχείρηση είναι ότι η ενάγουσα δεν παρουσίαζε πλήρη απόφραξη αλλά σοβαρού βαθμού στένωση λόγω ανάπτυξης συνδετικού ιστού. Σχολίασε επίσης ο Δρ Σταύρου τα Τεκμήρια 1 και 3 λέγοντας ότι δεν είναι ορθό το γεγονός ότι στη μια ημερομηνία ο Δρ Ποταμίτης αναφέρεται σε στένωση και στην άλλη σε απόφραξη. Δεν δέχθηκε ότι μπορεί να είναι είτε το ένα είτε το άλλο (είτε δηλαδή απόφραξη, είτε στένωση) και χαρακτηριστικές είναι οι απαντήσεις που έδωσε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν περί το τέλος της αντεξέτασης και μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται η διαφωνία του με την άποψη που εξέφρασε ο Δρ Ποταμίτης ότι η ενάγουσα παρουσίαζε απόφραξη και τις οποίες χρήσιμο θεωρώ να παραθέσω αυτούσιες. «Ε. Ποια θα ήταν τα συμπτώματα και ποιες οι συνέπειες αν όντως η Μυρούλα εμφάνιζε αυτό που καταγράφει ο Δρ Ποταμίτης στο Τεκμήριο 3; Δηλαδή ότι πρόκειται για απόφραξη του οισοφάγου λόγω των συρραφών; Α. Με συγχωρείτε, η απόφραξη είναι βαριά επιπλοκή. Σημαίνει ότι ο ασθενής δεν μπορεί να πάρει τίποτε, ακόμα και τα υγρά του οισοφάγου, το σάλιο του, έτσι θα τα στρέφει προς τα έξω διότι δεν κατεβαίνουν προς τα κάτω. Επομένως αυτός ο ασθενής σε μια περίοδο ενάμιση μηνός θα καταντήσει όπως αυτούς που βλέπουμε στην Μπιάφρα και χειρότερα. Ε. Άρα συνηγορείτε κ. Σταύρου ότι δεν υπήρχε τέτοια απόφραξη όπως καταγράφεται εδώ; Α. Εγώ λέω υπήρχε σοβαρή στένωση». Δεν υπήρξε δηλαδή ταύτιση απόψεων μεταξύ των δύο ιατρών της ενάγουσας ως προς την αιτία των προβλημάτων κατάποσης που παρουσίασε η ενάγουσα. Ο μεν Δρ Σταύρου υποστήριξε ότι αυτά οφείλονταν σε μετεγχειρητική επιπλοκή και τα απέδωσε σε στένωση λόγω ανάπτυξης ουλώδους συνδετικού ιστού, ο δε Δρ Ποταμίτης απέδωσε το πρόβλημα που αντιμετώπισε η ενάγουσα στην ύπαρξη ραφών. Και αυτό παρά το ότι τελικά ερωτώμενος εάν η μετεγχειρητική στένωση που εντόπισε στην ενάγουσα είναι επιπλοκή που συναντάτε συχνά, απάντησε ότι είναι επιπλοκή όχι σπάνια. Ο Δρ Σταύρου, διαφώνησε επίσης με την αναφορά του Δρ Ποταμίτη στο Τεκμήριο 1 ότι ήταν «imposible to advance in the gastric lumen», λέγοντας κατά λέξη «Δεν μπορεί να λέει αδύνατο να περάσουμε και από την άλλη να αναφέρεται στην ύπαρξη ραφών. Διότι οι ραφές ήταν προς το στομάχι, άρα πέρασε κάπως. Καταλάβετε τι εννοώ; Έχουμε ένα σωλήνα και τον ακολουθούμε, μετά τον σωλήνα ακολουθεί ένα μπαλόνι στο οποίο μπαλόνι έχουμε βάλει ραφές. Η αναφορά σε ραφές σημαίνει ότι έστω και ελάχιστα περνούσε ή τις είδε έστω μες την κορυφή». Ο Δρ Σταύρου με ρητό τρόπο ανάφερε ότι η επέμβαση στην οποία υπέβαλε την ενάγουσα ήταν για αποκατάσταση μετεγχειρητικής επιπλοκής λόγω ανάπτυξης στην περιοχή ουλώδους ιστού. Χαρακτηριστική μάλιστα ήταν και η απάντηση που έδωσε όταν αντεξεταζόμενος περιέγραψε τι εντόπισε κατά την επέμβαση στην οποία υπέβαλε την ενάγουσα λέγοντας ότι ήταν «ούλλα κολλημένα, λόγω ουλώδους ιστού, ως επακόλουθο των προηγούμενων επεμβάσεων». Αντίθετα ο Δρ Ποταμίτης με έμμεσο τρόπο απέδωσε στον εναγόμενο 1 την ευθύνη για τα προβλήματα αυτά. Πέραν των πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι ο Δρ Ποταμίτης αντεξεταζόμενος εάν η τοποθέτηση και μετατόπιση γαστρικού δακτυλίου προκαλεί αλλοιώσεις στη φυσιολογική ανατομία δεν ήταν σαφής και ξεκάθαρος. Απάντησε αρχικά ότι αυτό εξαρτάται από το σημείο που έγινε η μετατόπιση. Είπε ότι εάν γίνει στο άνω τμήμα του στομάχου τα συμπτώματα είναι πιο έντονα, σε αντίθεση με την περίπτωση που είναι από το μέσο του στομάχου προς τα κάτω. Είπε ακόμα ότι αυτό σχετίζεται με το πόσες έντονες βλάβες έχουν δημιουργηθεί στον βλενογόνο του στομάχου κατά την είσοδο του δακτυλίου και ότι μπορεί να είναι απλές διαβρώσεις, μπορεί να είναι έλκος ή τίποτε από αυτά. Δέχθηκε τελικά ότι από την τοποθέτηση και μετατόπιση γαστρικού δακτυλίου δημιουργούνται κινητικές διαταραχές, «κάποια» συμπτωματολογία και αλλαγές στην περιοχή τις οποίες όμως επιμελώς απέφυγε να προσδιορίσει με σαφήνεια. Ερωτώμενος στη συνέχεια ευθέως εάν η ανάπτυξη ουλώδους ιστού έχει σχέση με την τοποθέτηση δακτυλίου δέχθηκε ότι «με την πρόοδο του χρόνου δημιουργείται αναπόφευκτα ουλώδης ιστός». Διπλωματική απάντηση, ας μου επιτραπεί η έκφραση, έδωσε σε ερώτηση εάν οι ραφές που εντόπισε οφείλονταν σε επιπλοκή του δακτυλίου ή στις ραφές που έγιναν στην εγχείρηση by-pass και στην οποία απάντησε «σίγουρα δεν οφείλονταν σε επιπλοκή του δακτυλίου». Σημαντικό επίσης είναι και πρέπει να επισημανθεί ότι δήλωσε άγνοια όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο υπήρχαν οι ραφές που εντόπισε, αναφέροντας επίσης ότι ραφές τοποθετούνται και κατά την τοποθέτηση γαστρικού δακτυλίου. Παρά τις πιο πάνω θέσεις είπε τελικά ότι η μετεγχειρητική στένωση που εντόπισε στην ενάγουσα, είναι επιπλοκή που δεν είναι σπάνια λέγοντας ακόμα ότι αυτή θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με ενδοσκοπική θεραπευτική, κάτι όμως που δεν του ζητήθηκε να πράξει. Η απάντηση του αυτή δημιουργεί την εύλογη απορία που οφείλεται τελικά αυτή η μετεγχειρητική στένωση. Στην ύπαρξη ραφών όπως υποστήριξε αρχικά ή σε επιπλοκή; Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την άποψη του Δρ Ποταμίτη ότι η στένωση που μετεγχειρητικά παρουσίασε η ενάγουσα οφείλεται στην ύπαρξη ραφών. Και αυτό γιατί όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω, υπήρξαν στη μαρτυρία του κενά και ασάφειες και γιατί θεωρώ ότι ο Δρ Σταύρου που χειρούργησε την ενάγουσα ήταν σε καλύτερη θέση να διαπιστώσει την αιτία του προβλήματος επεξηγώντας μάλιστα με θετικότητα και επιστημονική επάρκεια τη θέση του. Ο εναγόμενος 1 και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το Νόμο κατάθεσε ως Τεκμήριο Β γραπτή δήλωση που ετοίμασε και την υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας. Αυτός υποστήριξε ότι διενήργησε την επέμβαση με τον δέοντα επαγγελματισμό και δεξιότητα που απαιτείται σε τέτοιου είδους εγχειρήσεις και ότι αυτή στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης η οποία διήρκησε 7 περίπου ώρες ο δακτύλιος στομάχου αφαιρέθηκε ενδοσκοπικά όπως είναι η συνηθισμένη διαδικασία και αμέσως μετά ακολούθησε η χειρουργική επέμβαση για τη γαστρική παράκαμψη (by-pass). Η επέμβαση αυτή ήταν ανοικτή και εξαιρετικά δύσκολη. Και αυτό γιατί επειδή πριν τέσσερα χρόνια είχε τοποθετηθεί στην ενάγουσα δακτύλιος στομάχου ο οποίος και διείσδυσε στο στομάχι δημιουργώντας ουλώδη ιστό και στερεές συμφύσεις οι οποίες αλλοίωσαν τη φυσιολογική ανατομία της περιοχής. Η εικόνα που παρουσίαζε η περιοχή ήταν όπως υποστήριξε, εξαιρετικά αλλοιωμένη και επιβαρυμένη και γι' αυτό απαιτούνταν ιδιαίτεροι χειρισμοί και επιδεξιότητα. Η κοιλιά εσωτερικά έμοιαζε με συμπαγή μάζα με όλα τα όργανα κολλημένα μεταξύ τους λόγω ανάπτυξης ουλώδους συνδετικού ιστού και στερεών συμφύσεων. Υποστήριξε ότι η μετεγχειρητική πορεία της ενάγουσας εξελίχθηκε ομαλά χωρίς επιπλοκές και γι' αυτό εξήλθε από την κλινική στις 6/5/05 με οδηγίες όπως ακολουθήσει ειδική διατροφή. Μετά την έξοδο της από την κλινική η ενάγουσα τον επισκέφθηκε και την εξέτασε ακόμα δύο φορές στις 13/6/2005 και στις 12/7/
  2. Κατά τις ημερομηνίες αυτές η ενάγουσα παρουσίασε την φυσιολογική μετά από τέτοιου είδους επεμβάσεις απώλεια βάρους χωρίς να διαπιστωθεί αλλά και χωρίς να του αναφερθεί είτε από την ίδια την ενάγουσα είτε από κάποιον συνάδελφο του οποιοδήποτε πρόβλημα στην κατάποση. Η ενάγουσα μετά τις ημερομηνίες αυτές δεν επισκέφθηκε ξανά τον εναγόμενο 1 παρά το ότι της είχε δώσει σχετικές οδηγίες. Σημαντικό είναι και θα πρέπει να σημειωθεί ότι δέχθηκε ότι όντως μετά την εγχείρηση στην οποία υπέβαλε την ενάγουσα παρουσιάσθηκε σε αυτήν στένωση. Αυτό το ανάφερε όπως είπε μετά από πληροφορίες που έλαβε από διάφορα άτομα και την απέδωσε σε επιπλοκή και όχι σε δική του αμέλεια. Σύμφωνα με την άποψη του η στένωση αυτή θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ενδοσκοπική θεραπεία από ειδικό γαστρεντερολόγο και μόνο σε περίπτωση αποτυχίας της η ενάγουσα θα έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Είναι σημαντικό από το σημείο αυτό να αναφερθεί ότι πολλά σημεία από τη μαρτυρία του, συμβαδίζουν με τη μαρτυρία των γιατρών που κάλεσε η ίδια η ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρες και ιδιαίτερα του Δρ Σταύρου και τα οποία έγιναν αποδεκτά και για το λόγο αυτό η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Τα σημεία αυτά είναι τα ακόλουθα. Ο εναγόμενος 1 δέχθηκε ότι πράγματι η ενάγουσα παρουσίασε στένωση την οποία απέδωσε σε μετεγχειρητική επιπλοκή. Η επιπλοκή αυτή σύμφωνα με τον εναγόμενο 1 οφείλεται στην επιβαρυμένη κατάσταση της περιοχής όπου πριν από κάποια χρόνια είχε τοποθετηθεί ο γαστρικός δακτύλιος και αναπτύχθηκε ουλώδης ιστός και συμφύσεις που δεν βοήθησαν τον οργανισμό να αντιδράσει φυσιολογικά στην αναστόμωση που δημιουργήθηκε ή ακόμα και σε αντίδραση του οργανισμού στις ραφές ή στα staples χρησιμοποιήθηκαν. Την ύπαρξη στην περιοχή του ουλώδους αυτού συνδετικού ιστού διαπίστωσε και ο ίδιος όταν διενεργούσε στην ενάγουσα την εγχείρηση. Ότι η στένωση που παρουσίασε η ενάγουσα οφείλεται σε μετεγχειρητική επιπλοκή λόγω ανάπτυξης ουλώδους συνδετικού ιστού υποστήριξε και ο Δρ Σταύρου ο οποίος ήταν σαφέστατος επί του θέματος. Περιγράφοντας ο εναγόμενος 1 την εικόνα που αντίκρυσε κατά τη διενέργεια της εγχείρησης είπε ότι η κοιλιά εσωτερικά, έμοιαζε με συμπαγή μάζα με όλα τα όργανα κολλημένα μεταξύ τους λόγω ανάπτυξης ουλώδους συνδετικού ιστού και στερεών συμφύσεων, περιγραφή πολύ παρόμοια με αυτήν που έκαμε και ο Δρ Σταύρου ο οποίος είπε ότι εσωτερικά ήταν «ούλλα κολλημένα». Ο εναγόμενος 1 είπε ότι η μετεγχειρητική επιπλοκή που παρουσίασε η ενάγουσα αντιμετωπίζεται με ενδοσκοπική θεραπεία και ότι μόνο στην περίπτωση που αυτή αποτύχει τότε ακολουθεί χειρουργική επέμβαση. Ότι πράγματι η στένωση θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με ενδοσκοπική θεραπευτική το ανάφερε και ο Δρ Ποταμίτης ο οποίος πρόσθεσε ότι η ενάγουσα δεν του ζήτησε κάτι τέτοιο. Για το θέμα τούτο αξίζει να λεχθεί ότι δεν ερωτήθηκε και δεν εξέφρασε την άποψη του ο Δρ Σταύρου ο οποίος αντιμετώπισε το πρόβλημα της ενάγουσας με χειρουργική αντί ενδοσκοπική θεραπεία. Πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι όπως ο εναγόμενος 1 ανάφερε, κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν γινόταν στο νοσοκομείο η ενδοσκοπική αυτή αντιμετώπιση. Ότι η μέθοδος που ακολουθήθηκε από τον εναγόμενο 1 ήταν η ορθή, επιβεβαιώθηκε έμμεσα από τον Δρ Σταύρου ο οποίος εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται στις περιπτώσεις που υπάρχει ήδη τοποθετημένος δακτύλιος ο οποίος έχει μετατοπισθεί και εισέλθει μέσα στο στομάχι, όπως ήταν δηλαδή και η περίπτωση της ενάγουσας και η οποία συμπίπτει με αυτήν που ακολουθήθηκε από τον εναγόμενο
  3. Όπως είπε, η πρακτική που ακολουθούσε και ο ίδιος ήταν να αφαιρεί τον δακτύλιο κατά τη διάρκεια της τελικής εγχείρησης της βαριατρικής η οποία υπήρχε η δυνατότητα να γίνει με δύο τρόπους. Με κάθετη γαστροπλαστική και με by-pass. Η επιλογή μιας από τις δύο είναι θέμα επιλογής και εξειδίκευσης του κάθε γιατρού. Υποστήριξε ακόμα ο εναγόμενος 1 ότι η παρουσία ραφών στην γαστροοισοφαγική ένωση όπως διαφάνηκαν κατά την ενδοσκοπική εξέταση που διενήργησε ο Δρ Ποταμίτης ήταν φυσιολογικά αναμενόμενη. Και αυτό γιατί έγινε αναστόμωση του νέου γαστρικού θυλακίου και του τμήματος του λεπτού εντέρου στα πλαίσια της επέμβασης by-pass και έγιναν στην περιοχή ραφές. Τέτοιες ραφές προϋπήρχαν επίσης από την τοποθέτηση του γαστρικού δακτυλίου και αυτές μάλιστα βρίσκονται πιο ψηλά, προς τον οισοφάγο. Υποστήριξε ακόμα ότι για να αποφεύγεται στένωση από ραφές, χρησιμοποιείται κατά τη συρραφή ειδικός ρινογαστρικός σωλήνας ο οποίος παραμένει για 2-3 μέρες. Αυτός αφαιρείται αφού προηγουμένως γίνει έλεγχος γαστρογραφίνης, έλεγχος που στην ενάγουσα έγινε δύο φορές χωρίς να παρουσιασθεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Η θέση του αυτή δεν αντικρούσθηκε από τον Δρ Σταύρου ο οποίος ερωτώμενος κατά πόσο η στένωση και η δυσκολία στην κατάποση μπορεί να οφειλόταν ή με οποιοδήποτε τρόπο να είχε επηρεαστεί από τη συρραφή της αναστόμωσης, απάντησε ότι η συρραφή και τα υλικά που χρησιμοποιούνται έχουν τη σημασία τους, αλλά δεν υπάρχουν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με τη σημασία που μπορεί να έχει η χρήση του ενός ή του άλλου. Η συρραφή μάλιστα που γίνεται εκεί, ιδιαίτερα όταν είναι με ανοιχτή μέθοδο γίνεται με πιο ασφαλείς τρόπους υπό την έννοια μέσα από τον οισοφάγο προς τα κάτω που περνά μέσα από την κοιλιά περνά ο ρινογαστρικός σωλήνας ο οποίος λειτουργεί προστατευκτικά για να μην προκληθεί απόφραξη από ραφές. Η στένωση όμως μπορεί να προκληθεί λόγω ανάπτυξης ουλώδους συνδετικού ιστού, αφού και η περιοχή είναι επιρρεπής. Αξίζει τέλος να λεχθεί ότι ακόμα και ο Δρ Ποταμίτης ο οποίος απέδωσε το πρόβλημα στην ύπαρξη των ραφών μετά από προηγηθείσα επέμβαση, σε καμία περίπτωση δεν ανάφερε ρητά ότι αυτές δεν θα έπρεπε να υπάρχουν στην περιοχή, είτε γιατί θα έπρεπε να μην είχαν τοποθετηθεί εκεί, είτε γιατί θα έπρεπε να μην είχαν παραμείνει εκεί, είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Σημαντικό είναι ότι σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση και με την οποία κλήθηκε να απαντήσει εάν γνώριζε για ποιο λόγο υπήρχαν οι ραφές απάντησε ξεκάθαρα ότι δεν γνώριζε. Σε καμία επίσης περίπτωση δεν προσδιόρισε ότι οι ραφές αυτές προήλθαν από την επέμβαση στην οποία υπέβαλε την ενάγουσα ο εναγόμενος 1 λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη ότι είχε προηγηθεί και η επέμβαση τοποθέτησης του δακτυλίου κατά την οποία δέχθηκε επίσης ότι τοποθετούνται ραφές. Ερωτώμενος δε που γίνονται οι ραφές στην περίπτωση αυτή, δεν μπόρεσε να απαντήσει λέγοντας ότι καταλληλότερος να δώσει απάντηση γι' αυτό θα ήταν κάποιος χειρούργος βαριατρικής. Δικογραφείται από την ενάγουσα ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 1 ήταν κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο χειρούργος γιατρός που ασκούσε το επάγγελμα ιδιωτικά ο οποίος όμως δεν είχε τις γνώσεις και/ή την πείρα και/ή την ακαδημαϊκή κατάρτιση έτσι ώστε νόμιμα να μπορούσε να αποκτήσει την ιδιότητα του χειρούργου και ότι η παρουσίαση του ως χειρούργου είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή απάτης και/ή παραπλάνησης και/ή δόλου με τα οποία ο εναγόμενος 1 εξασφάλισε την ειδικότητα αυτή του χειρούργου. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού η ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρα την Σοφία Κώστα (Μ.Ε.4) της οποίας η επί του θέματος μαρτυρία ήταν η πιο σημαντική, ενώ για το θέμα αντεξετάσθηκε ο Δρ Σταύρου και μαρτύρησε και ο ίδιος ο εναγόμενος 1 όπως επίσης αναφορά έκαμε και η Χριστίνα Πίτρακκου που κατάθεσε για την εναγομένη
  4. Η Μ.Ε.4 εργάζεται ως έφορος του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου και κατάθεσε ότι ο εναγόμενος 1 αναγνωρίσθηκε από το Ιατρικό Συμβούλιο ως γιατρός στις 19/10/1995 και στις 19/1/1997 το σώμα αναγνώρισε την ειδικότητα του εναγομένου 1 στη γενική χειρουργική. Είπε ακόμα ότι αυτός μέχρι και σήμερα είναι αναγνωρισμένος ως ειδικός χειρούργος γενικής χειρουργικής. Η μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης και αναφέρθηκε σε επιστολογραφία που υπάρχει μέσα στο φάκελο που διατηρούν ως Ιατρικό Συμβούλιο για τον εναγόμενο 1, σε πρακτικά του Ιατρικού Συμβουλίου καθώς και σε πιστοποιητικά που υπάρχουν σε σχέση με την ειδικότητα του εναγομένου
  5. Η μάρτυρας αυτή κατάθεσε τα όσα προέκυπταν από το φάκελο του εναγομένου 1 που τηρείται στο Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου και τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτόν, γι' αυτό και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή εκτός μόνο από το σημείο στο οποίο εξέφρασε την άποψη ότι η αναγνώριση της ειδικότητας του εναγομένου 1 από το Ιατρικό Συμβούλιο στη γενική χειρουργική έγινε παρά το ότι παρατηρούνται κάποιες ελλείψεις. Η άποψη της αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για το λόγο ότι παρόλο που εργάζεται ως έφορος του Ιατρικού Συμβουλίου εν τούτοις αρμόδιο αποκλειστικά όργανο να αποφασίσει για την εγγραφή και αναγνώριση ενός γιατρού δεν είναι η ίδια αλλά μόνο το Ιατρικό Συμβούλιο το οποίο ενεργεί ως σώμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εγγραφής Γιατρών Νόμου, Κεφ.
  6. Το όργανο που έχει την εξουσία και την αρμοδιότητα να αναγνωρίζει την εγγραφή ιατρού και την ειδικότητα του είναι το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου το οποίο συστήνεται δυνάμει του Νόμου και ασκεί τις εξουσίες που ο Νόμος αυτός του παρέχει. Εξ' άλλου και η ίδια δήλωσε ότι δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο να κρίνει και να αποφασίσει οποιαδήποτε υπόθεση είχε ενώπιον του το Ιατρικό Συμβούλιο. Ο Δρ Σταύρου επίσης μαρτύρησε για το θέμα όταν αντεξεταζόμενος επί αυτού είπε ότι επειδή διετέλεσε μέλος του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου κατέχει το θέμα και ότι ο εναγόμενος 1 είναι εγγεγραμμένος χειρούργος, αναγνωρισμένος από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου. Αυτό υποστήριξε και ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ο οποίος ανάφερε ότι είναι γιατρός με ειδικότητα στη γενική χειρουργική. Από τις 19/10/1994 είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ιατρών της Κύπρου και στις 19/1/1997 αναγνωρίστηκε από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου ως ειδικός στη γενική χειρουργική. Η Χριστίνα Πίτρακκου ανάφερε επίσης ότι σύμφωνα με πιστοποιητικό του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου που βρίσκεται στο αρχείο της εναγομένης 2, ο εναγόμενος 1 που είναι συνεργάτης γιατρός της εναγομένης 2 αναγνωρίσθηκε ως ειδικός στη γενική χειρουργική στις 19/1/
  7. Αντίγραφο αυτού κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Αποτελεί συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν αναγνωρισμένος ως ειδικός χειρούργος γενικής χειρουργικής και μπορούσε να διεξάγει χειρουργικές επεμβάσεις. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εγγραφή και αναγνώριση του ως χειρουργού δεν αποτελεί έργο του παρόντος Δικαστηρίου αφού είναι αρκετό ότι το αρμόδιο για το έργο αυτό σώμα έχει αναγνωρίσει την ειδικότητα του την οποία και κατείχε κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο. Η εναγόμενη 2 κάλεσε μία μόνο μάρτυρα την Χριστίνα Πίτρακκου η οποία κατέχει τη θέση της διευθύντριας διοίκησης και λειτουργίας της εναγομένης 2 στη Λεμεσό. Αυτή υποστήριξε ότι ο εναγόμενος 1 είναι συνεργάτης γιατρός της εναγομένης 2 και ως τέτοιος, όπως και όλοι οι γιατροί συνεργάτες, παραπέμπει τους ασθενείς του στην πολυκλινική για χρήση των υπηρεσιών της όπως χειρουργείων, κλινικών εργαστηρίων κ.λ.π.. Σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται ο ασθενής καταβάλλει την αμοιβή του συνεργάτη γιατρού στον ίδιο και στην εναγομένη 2 την αμοιβή για τις υπηρεσίες που αυτή προσέφερε στον ασθενή μετά από οδηγίες του συνεργάτη γιατρού. Οι υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνουν τη χρήση των χειρουργείων, των διαγνωστικών εργαστηρίων, των φαρμάκων, αναλωσίμων, τη διαμονή σε δωμάτιο. Και αυτή μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας γιατί κατάθεσε με αμεσότητα και ευθύτητα και χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε στην όλη συμπεριφορά της ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτήν, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Πρέπει πάντως να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί της για τον τρόπο συνεργασίας και πληρωμής του εναγομένου 1 μαζί με την πολυκλινική επιχειρήθηκε να αμφισβητηθούν λόγω του περιεχομένου της αγωγής αρ. 1654/07 του Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμήριο 6Α). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος η αγωγή καταχωρήθηκε από την εναγομένη 2 εναντίον της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή και ενός άλλου προσώπου ως εγγυητή της και με αυτήν αξιώνονταν εκτός από τις χρεώσεις της εναγομένης 1 και η αμοιβή του εναγομένου 1 στην παρούσα αγωγή καθώς και της αναισθησιολόγου. Όμως το τι περιέχεται ως ισχυρισμός στο συγκεκριμένο δικόγραφο και χωρίς άλλη επαρκή μαρτυρία δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε συμπέρασμα, ούτε και μπορεί να προκαθορίσει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Εξ άλλου στο τεκμήριο αυτό πουθενά δεν υπάρχει, έστω μόνο και ως δικογραφημένος ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 1 ήταν εργοδοτούμενος της πολυκλινικής, ενώ περαιτέρω η μάρτυρας εξήγησε με επάρκεια τι είχε συμβεί λέγοντας ακόμα ότι μετά τη συγκεκριμένη περίπτωση και συμβουλή που έλαβαν από τους δικηγόρους τους χρησιμοποιούν άλλη τακτική και εμφαίνονται πλέον ως ενάγοντες τόσο η πολυκλινική όσο και ο κάθε γιατρός που αξιώνει την αμοιβή του. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο εναγόμενος 1 εργάζεται ως ιδιώτης γιατρός στη Λεμεσό. Στις 19/1/1997, αναγνωρίσθηκε από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου ως ειδικός στη γενική χειρουργική και από τότε και μέχρι σήμερα εργάζεται ως χειρούργος στη Λεμεσό. Η εναγόμενη 2 είναι ιδιοκτήτρια ιδιωτικού νοσηλευτηρίου με την επωνυμία Πολυκλινική Υγεία. Ο εναγόμενος 1 συνεργάζεται με την εναγομένη 2 ως συνεργάτης γιατρός ο οποίος όπως και όλοι οι συνεργάτες γιατροί και δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας έχει το δικαίωμα να παραπέμπει τους ασθενείς του στην πολυκλινική για χρήση των υπηρεσιών της, όπως των χειρουργείων της, των διαγνωστικών της εργαστηρίων, των φαρμάκων και αναλωσίμων και των δωματίων της πολυκλινικής για τη διαμονή των ασθενών. Ο ασθενής καταβάλλει την αμοιβή του συνεργάτη γιατρού στον ίδιο και στην εναγομένη 2 την αμοιβή για τις υπηρεσίες που αυτή προσέφερε στον ασθενή μετά από οδηγίες του συνεργάτη γιατρού. Η ενάγουσα η οποία ήταν υπέρβαρη υποβλήθηκε στις 12/4/2001 σε εγχείρηση τοποθέτησης γαστρικού δακτυλίου (gastrin band) με σκοπό την απώλεια βάρους. Μετά την τοποθέτηση του δακτυλίου αυτού απώλεσε σταδιακά πολλά κιλά. Κατά τον Ιανουάριο του 2005 και επειδή από κάποιους μήνες προηγουμένως δεν αισθανόταν καλά και έκανε εμετούς υποβλήθηκε σε ενδοσκοπική εξέταση η οποία κατέδειξε μετατόπιση του γαστρικού δακτυλίου. Αρχές Απριλίου επισκέφθηκε τον εναγόμενο 1 στο ιατρείο του στη Λεμεσό. Λόγος της επίσκεψης της ήταν η αφαίρεση του δακτυλίου. Κατά την επίσκεψη της αυτή η ενάγουσα ζύγιζε 106 κιλά και εξέφρασε την επιθυμία να απωλέσει βάρος. Ο εναγόμενος 1 της εισηγήθηκε όπως παράλληλα με την αφαίρεση του γαστρικού δακτυλίου να διενεργηθεί και άλλη βαριατρική επέμβαση και συγκεκριμένα αυτή της γαστρικής παράκαμψης (γαστρικού by-pass) για απώλεια βάρους. Η ενάγουσα συμφώνησε και αφού της εξηγήθηκε το είδος της επέμβασης που θα διενεργείτο, οι κίνδυνοι και οι επιπλοκές που ήταν ενδεχόμενο να παρουσιαστούν, το ύψος της αμοιβής του εναγομένου 1 καθώς και ότι θα υπήρχαν και έξοδα της εναγόμενης 2 στην κλινική στην οποία ο εναγόμενος 1 θα διενεργούσε την επέμβαση, η ενάγουσα συγκατατέθηκε. Αφού δόθηκαν από τον εναγόμενο 1 στην ενάγουσα οδηγίες να υποβληθεί σε κάποιες εξετάσεις, ορίστηκε ημερομηνία για την επέμβαση. Πριν τη χειρουργική επέμβαση που διενεργήθηκε στις 28/4/2005 από τον εναγόμενο 1, αυτός ζήτησε από την ενάγουσα όπως με βάση τα όσα της είχε εξηγήσει προηγουμένως να υπογράψει δελτίο συγκατάθεσης για τη διενέργεια της επέμβασης (Τεκμήριο 5) κάτι που η ενάγουσα έπραξε. Έτσι περί τις 9.00 π.μ. της ημερομηνίας αυτής η ενάγουσα οδηγήθηκε στο χειρουργείο στην κλινική της εναγομένης
  9. Αφού έγινε αφαίρεση του δακτυλίου ενδοσκοπικά, ξεκίνησε η χειρουργική επέμβαση για τη γαστρική παράκαμψη (by- passs). Η επέμβαση αυτή ήταν ανοικτή και εξαιρετικά δύσκολη. Και αυτό γιατί στην περιοχή είχε δημιουργηθεί ουλώδης ιστός και στερεές συμφύσεις που αλλοίωσαν τη φυσιολογική ανατομία της περιοχής. Η εικόνα που παρουσίαζε η περιοχή ήταν αλλοιωμένη και έμοιαζε με συμπαγή μάζα με όλα τα όργανα κολλημένα μεταξύ τους λόγω της ανάπτυξης ουλώδους συνδετικού ιστού και στερών συμφύσεων. Η επέμβαση για την ενδοσκοπική αφαίρεση του δακτυλίου και την ανοικτή επέμβαση by-pass διήρκησε γύρω στις επτά ώρες συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ανάνηψης. Μετά την ολοκλήρωση της επέμβασης η ενάγουσα οδηγήθηκε στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης όπως συνηθίζεται μετά από τέτοιου είδους επεμβάσεις. Η ενάγουσα παρέμεινε στην πολυκλινική μέχρι τις 6/5/2205 και κατά τη διάρκεια της παραμονής της εκεί υποβλήθηκε σε δύο περιπτώσεις και συγκεκριμένα στις 3/5/2005 και στις 5/5/2005 σε εξέταση γαστρογραφίνης για να διαπιστωθεί εάν υπήρχε διαφυγή του σκιαγραφικού υγρού από την αναστόμωση, κάτι που δεν διαφάνηκε να συμβαίνει. Κατά την παραμονή της ενάγουσας στην πολυκλινική ο εναγόμενος 1 την παρακολουθούσε καθημερινά δίδοντας παράλληλα και οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και για τη σίτιση της η οποία περιλάμβανε υγρά για διάστημα δύο περίπου εβδομάδων, στη συνέχεια πολτοποιημένη τροφή για τις επόμενες δύο βδομάδες και μαλακή τροφή για τις επόμενες δύο. Την ευθύνη για τη φροντίδα και περίθαλψη της ενάγουσας και τη χορήγηση της φαρμακευτικής αγωγής και παρακολούθησης της σε τακτά χρονικά διαστήματα είχε το νοσηλευτικό προσωπικό της εναγομένης
  10. Κατά την έξοδο της ενάγουσας από τη πολυκλινική, ο εναγόμενος 1 έδωσε στην ενάγουσα οδηγίες να ακολουθήσει την ειδική διατροφή που περιγράφεται πιο πάνω. Μετά την έξοδο της ενάγουσας από τη πολυκλινική, αυτή επισκέφθηκε τον εναγόμενο 1 στο ιατρείο του στις 13/6/2005 και στις 12/7/
  11. Κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες η ενάγουσα ζύγιζε 89 και 81 κιλά. Μετά την ημερομηνία αυτή η ενάγουσα δεν ξαναεπισκέφθηκε τον εναγόμενο
  12. Επειδή η ενάγουσα αντιμετώπισε πρόβλημα στην κατάποση και δεν μπορούσε να τραφεί κανονικά επισκέφθηκε μεταξύ άλλων το Δρ Ποταμίτη ο οποίος στις 2/8/2005 την υπέβαλε σε ενδοσκοπική εξέταση και στη συνέχεια τον Δρ Σταύρου στο νοσοκομείο Λεμεσού ο οποίος στις 8/8/2005 την υπέβαλε σε επέμβαση για αποκατάσταση της στένωσης στη γαστροοισοφαγική γωνία. Η στένωση αυτή θα μπορούσε αρχικά να εντοπισθεί με ενδοσκοπική θεραπεία και η χειρουργική επέμβαση να ακολουθηθεί μόνο στην περίπτωση που η ενδοσκοπική επέμβαση αποτύγχανε. Πράγματι μετά την επέμβαση αυτή και αφού η ενάγουσα παρέμεινε στο νοσοκομείο για περίοδο κάποιων ημερών ακολουθώντας ειδική διατροφή που ξεκίνησε με υγρά και σούπες, το πρόβλημα κατάποσης που αντιμετώπιζε αποκαταστάθηκε και μπορούσε πλέον να τρέφεται κανονικά. Αποτέλεσε εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας κατά το στάδιο της αγόρευσης του ότι στην παρούσα περίπτωση βρίσκει εφαρμογή η αρχή του res ipsa loquitur. Η αρχή αυτή ενσωματώνεται στο άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται- (α) Ότι ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στην ζημιά, και (β) Ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο, και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτό ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά». Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής προσδιορίστηκαν στην Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 AAΔ 614 όπου μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν τα ακόλουθα. «Οι αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία αναφορικά με την αρχή res ipsa loquitur είναι οι ίδιες με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Κύπρο και είναι οι εξής: α) το συμβάν πρέπει να τελεί υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγομένου και β) να μιλά αφ' εαυτού ως προς τα πιθανά αίτια, συμβατά στην απουσία αντίθετης εξήγησης από τον εναγόμενο, με την ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του. Ο ενάγων φέρει το βάρος αποδείξεως των γεγονότων τα οποία προβάλλει, και κατά πόσο αυτά στοιχειοθετούν αμέλεια. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του res ipsa loquitur αποτελεί η ουσιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας η οποία προκαλείται. To res ipsa loquitur δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει ιατρική αμέλεια». Στις υποθέσεις Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, Σολέας ν. Σολέα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 904, Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 και Χατζηπαύλου ν. Ιντζιρτζιάν κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1278, αναφέρεται επίσης ότι εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου. Σε σχέση με την έκταση εφαρμογής της αρχής, βοηθητικά είναι και τα όσα λέχθηκαν στην Παπαλλής κ.α. v. Κυριακίδης
(2008)1(Α) AAΔ 83 από την οποία εκτίθεται το ακόλουθο απόσπασμα. «Είναι γεγονός ότι η εφεσείουσα δεν έθεσε από την αρχή στην Έκθεση Απαίτησης της θέμα εφαρμογής της αρχής res ipsa loquitur. Πρόβαλε μόνο ισχυρισμό για αμέλεια του εφεσίβλητου, την οποία και κατά την ακροαματική διαδικασία προσπάθησε με μαρτυρία εμπειρογνωμόνων να αποδείξει. Θέμα εφαρμογής της αρχής, τέθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων. Παρόλο ότι η αρχή ως κανόνας απόδειξης, αυστηρά ομιλούντες, δεν χρειάζεται ρητά να δικογραφηθεί, εντούτοις στην έκθεση απαίτησης αν δεν αναφερθεί οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει τουλάχιστον να αναφερθεί ότι ο ενάγων θα ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει όλα τα γεγονότα, εφόσον οι περιστάσεις που προκάλεσαν το ατύχημα ήταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο και εποπτεία του εναγομένου. Διαφορετικά ο ενάγων αφήνει να νοηθεί ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν στην Αθανασίου ν. Κουκούνη, ανωτέρω, ότι, όπου τα γεγονότα είναι γνωστά και ο ενάγων βασίζεται σ' αυτά και τα παραθέτει, θα πρέπει να τα αποδεικνύει για να πετύχει. Ενώ στην περίπτωση επίκλησης της αρχής του res ipsa loquitur, δεν νοείται η κλήση πραγματογνωμώνων μαρτύρων προς απόδειξη της αμέλειας. (Βλ. Garner v. Morrell, The Times, October 31, 1953). Στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε, μέσα από την έκθεση απαίτησης, να είχε γίνει γνωστό στον εναγόμενο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η πρόθεση της εφεσείουσας να στηριχθεί στην αρχή, ώστε να μπορεί ο εναγόμενος να καθορίσει έγκαιρα τη στάση του έναντι των διαφόρων επίδικων θεμάτων. Όμως, ακόμη και αν δεν υπήρχε το διαδικαστικό αυτό κώλυμα, η αρχή ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί, αφού ενόψει της ύπαρξης λεμφώματος στην περιοχή και της υποψίας ότι αυτό ενδεχομένως να προϋπήρχε, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καθαρά, με αποτέλεσμα να μην ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, σύμφωνα με την οποία το συμβάν πρέπει να είναι τέτοιας φύσης ώστε να είναι αδύνατο να συμβεί κάτω από κανονικές συνθήκες, αν δεν υπήρχε αμέλεια». Στην εξεταζόμενη περίπτωση η αρχή αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής. Και αυτό γιατί και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, δεν γίνεται επίκληση της αρχής αυτής, ούτε και υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός ότι η ενάγουσα δεν γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Αντίθετα η τελευταία δικογραφεί εκείνα τα γεγονότα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της καθιστούν τον εναγόμενο 1 ένοχο αμέλειας. Προβάλλει συγκεκριμένα ότι κατά τη διάρκεια της εγχείρησης στην οποία ο εναγόμενος 1 την υπέβαλε για να της αφαιρέσει το δακτύλιο στομαχιού (gastrin band) που της είχε τοποθετηθεί παλαιότερα, ο δακτύλιος έσχισε τον οισοφάγο, προκλήθηκε αιμορραγία και ο εναγόμενος 1 τον αφαίρεσε από το στόμα (παράγραφος 7 της Έκθεσης Απαίτησης). Στη συνέχεια και αφού δικογραφεί την κατάσταση της ενάγουσας από την έξοδο της από το χειρουργείο και για μερικές μέρες αναφέρει ότι όπως διαφάνηκε αργότερα από εξέταση αλλά και άλλη εγχείρηση στην οποία η ενάγουσα υποβλήθηκε στη συνέχεια της επέμβασης στην οποία την υπέβαλε ο εναγόμενος 1, ο οισοφάγος ήταν ραμμένος, είχαν δημιουργηθεί πλάκες και δεν φαινόταν στομάχι (παράγραφος 9 της Έκθεσης Απαίτησης). Καταγράφει περαιτέρω λεπτομέρειες της αμέλειας του εναγομένου 1 στις οποίες μεταξύ άλλων συμπεριλαμβάνει ότι ο εναγόμενος 1 ότι απέτυχε να προβεί σε ορθή διάγνωση του προβλήματος, ότι λανθασμένα και παράνομα ανέλαβε να εγχειρίσει την ενάγουσα γιατί δεν κατείχε τις γνώσεις που ο Νόμος ορίζει για τον κλάδο της χειρουργικής και /ή ότι απέκτησε την ειδικότητα του χειρούργου με λανθασμένο και/ή δόλιο τρόπο, ότι δεν επέδειξε την απαιτούμενη ικανότητα και επιμέλεια που όφειλε να επιδείξει ένας λογικός χειρούργος που είναι εξειδικευμένος στον τομέα του εναγομένου 1, ότι δεν υπέβαλε την ενάγουσα στις αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις πριν καταλήξει στη διάγνωση του και/ή αυτές στις οποίες την υπέβαλε ήταν λανθασμένες, ότι Όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ο ενάγοντας προσπάθησε να τους αποδείξει προσκομίζοντας μαρτυρία πραγματογνωμόνων για ιατρική αμέλεια. Από τη στιγμή που κρίνεται ότι η αρχή του res ipsa loquitur δεν έχει εφαρμογή η υποχρέωση να αποδείξει την ισχυριζόμενη αμέλεια βαρύνει την ενάγουσα. To άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 ρυθμίζει το θέμα της αμέλειας η οποία σύμφωνα με τη νομολογία μπορεί να θεμελιωθεί αν ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Υποχρέωση για επίδειξη μέριμνας και φροντίδας και η οποία οφείλεται από τον εναγόμενο προς τον ενάγοντα για την προστασία του τελευταίου, (β) Παράβαση της υποχρέωσης αυτής, (γ) Η απόδειξη ότι η ζημιά που έχει προκληθεί είναι το αποτέλεσμα της ζημιογόνου ενέργειας του εναγομένου και είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτή. Το άρθρο 51
(2)(ε) του Κεφ.148 κωδικοποιεί το κοινοδίκαιο και τυγχάνει στην περίπτωση αυτή εφαρμογής. Τούτο προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που ασκεί με αμοιβή ή άλλως πως επάγγελμα ή επιτήδευμα ή ασχολία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλο πρόσωπο υπέχει τέτοια υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου επί του οποίου, ή επί της ιδιοκτησίας του οποίου ασκεί το επάγγελμα ή επιτήδευμα ή ασχολία ή προς τον οποίον παρέχει την υπηρεσία». Η έκταση του καθήκοντος των ιατρών προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Κουνούνη πιο πάνω και σε αυτήν λέχθηκαν τα ακόλουθα. «To καθήκον ιατρού, όπως και κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο, το οποίο βασιζόμενο στη δεξιότητά του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του, προσδιορίζεται περιεκτικά στην απόφαση Ashcroft v. MerseyRegional Health Authority [1983] 2 All E.R.
  1. Συνίσταται, στη στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα, καθήκον το οποίο, στην περίπτωση του ωτορινολαρυγγολόγου, προσλαμβάνει τη μορφή της δεξιότητας που αναμένεται από ιατρό της ειδικότητάς του. Η προσέγγιση του Δικαστή Kilner Brown, J., στην πιο πάνω υπόθεση, έτυχε της έγκρισης του Αγγλικού Εφετείου (βλ. Note Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority [1985] 2 All E.R. 96.) To επίπεδο δεξιότητας, το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner), τέθηκε μετην ίδια σαφήνεια από τον McNair, J., στην Bolam v. Friern Hospital Management Committee [1957] 1W.L.R.
  2. Είναι εκείνο, της συνήθους δεξιότητας την οποίαν αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Η ορθότητα της προσέγγισης αυτής επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, που επίσης επεξηγούν το πρακτικό πεδίο εφαρμογής της. (Βλ.μεταξύ άλλων, Sideway v. Gov. of Bethlem Royal Hospital [1985] A.C. 871, 893-894; Wilsher v. EssexΑ.Η.Α. [1987] Q.B. 730.)». Στην Γιάλλουρου κ.ά Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν. Ψύλλα κ.ά.
(2009)1 (Β) ΑΑΔ 1552 λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα ενδιαφέροντα σε σχέση με το εξεταζόμενο ζήτημα. «Το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας εξετάζεται, όπως προαναφέρθηκε, στη βάση του επιπέδου του λογικού επαγγελματία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η Έκδ.
(2003)σελ. 265: «The defendant must exhibit the degree of skill which a member of the public would expect from a person in his or her position. Pressures on him - even pressures for which he is in no way responsible - will not excuse an error on his part. Negligence is not to be equated with moral culpability or general incompetence.» Και στην επόμενη σελ. 266 αναφέρονται τα εξής: «Errors of judgment are often the essence of professional negligence. An error of itself is not negligence. The issue in all cases is whether the error in question evidenced a failure of professional competence. The virtual immunity offered to doctors for errors of clinical judgment was firmly condemned by the House of Lords in Whitehouse v. Jordan.» Αναγνωρίζεται ότι για τον καθορισμό του επιπέδου που απαιτείται από το συγκεκριμένο επαγγελματία εμπειρογνώμονα, πρέπει να δοθεί εμπειρογνώμονη μαρτυρία για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο («proper practice»). Όταν η πρακτική αμφισβητείται τότε, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts - πιο πάνω - σελ. 265 «... conformity with a responsible body of opinion within the profession will generally suffice».Ο Δικαστής βέβαια παραμένει ο τελικός κριτής του τι αποτελεί «reasonable and responsible professional practice». Και όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα, παρά τη μέχρι πρόσφατα απροθυμία των Δικαστηρίων να αμφισβητήσουν την επιστημονική άποψη εμπειρογνωμόνων, στην Bolitho v. City and Hackney Health Authority [1998] A.C. 232, o Lord Browne-Wilkinson τόνισε ότι για να τεκμηριωθεί η μαρτυρία περί της ορθής μη αμελούς πρακτικής, η μαρτυρία που δίνεται ως προς αυτή, πρέπει να είναι εύλογη και υπεύθυνη. Όπως ανέφερε: «... The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied on can demonstrate that such opinion has a logical basis.». Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι στην ενάγουσα η οποία ήταν υπέρβαρη τοποθετήθηκε το 2001 γαστρικός δακτύλιος, με σκοπό την απώλεια βάρους. Με την πάροδο των χρόνων ο δακτύλιος αυτός διείσδυσε μέσα στο στομάχι και έτσι κατέστη αναγκαία η αφαίρεση του. Όπως δε προέκυψε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και συγκεκριμένα του Δρ Σταύρου, η αφαίρεση του δακτύλιου γίνεται ενδοσκοπικά και ακολουθεί εγχείρηση βαριατρικής που μπορεί να γίνει με δύο μεθόδους ανάλογα με την επιλογή και την εμπειρία του χειρούργου που θα τη διενεργήσει. Η μέθοδος που ακολούθησε ο εναγόμενος 1 και με την οποία διεξήγαγε την εγχείρηση ήταν μία από τις δύο αποδεκτές και ακολουθούμενες μεθόδους. Προέκυψε ακόμα ότι από την τοποθέτηση του γαστρικού δακτυλίου αρχίζει να αναπτύσσεται στην περιοχή ουλώδης συνδετικός ιστός. Η ύπαρξη στην περιοχή του ιστού αυτού καθιστά την επέμβαση βαριατρικής δυσκολότερη. Στην περίπτωση της ενάγουσας τέτοιος ιστός είχε δημιουργηθεί σε μεγάλο βαθμό. Χαρακτηριστικές είναι οι εκφράσεις που χρησιμοποίησαν όχι μόνο ο εναγόμενος 1 αλλά και ο Δρ Σταύρου οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να δουν την κατάσταση της περιοχής λόγω των επεμβάσεων τις οποίες διενήργησαν στην ενάγουσα. Διαφάνηκε δηλαδή ότι και η διάγνωση αλλά και η μέθοδος που ακολούθησε ο εναγόμενος 1 ήταν η ενδεδειγμένη. Σε σχέση τώρα με το πρόβλημα κατάποσης που δημιουργήθηκε στην ενάγουσα μετά την επέμβαση του εναγομένου 1 καθοριστικής σημασίας είναι η μαρτυρία του Δρ Σταύρου η οποία μπορεί και να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων. Στην εξεταζόμενη μάλιστα περίπτωση παρουσιάζεται η ιδιαιτερότητα ότι ο συγκεκριμένος γιατρός κλήθηκε από την ίδια την ενάγουσα και η μαρτυρία του και όπως και πιο πάνω αναφέρεται συμπίπτει σε ουσιαστικά σημεία με αυτήν του εναγόμενου 1 και δεν βοηθά την υπόθεση της ενάγουσας. Και αυτό γιατί με τη μαρτυρία του, απέδωσε ουσιαστικά το πρόβλημα κατάποσης που παρουσίασε η ενάγουσα μετά την εγχείρηση στην οποία την υπέβαλε ο εναγόμενος 1 σε στένωση η οποία οφείλεται σε μετεγχειρητική επιπλοκή που είναι όπως είπε κάτι που αναμένεται από κάποιο χειρούργο παχυσαρκίας. Απέδωσε τη δημιουργία της στένωσης σε ανάπτυξη ουλώδους ιστού ο οποίος ξεκίνησε να δημιουργείται από τότε που τοποθετήθηκε στην ενάγουσα το δακτύλιο στο στομάχι. Είπε ξεκάθαρα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης ότι κατά την εγχείρηση την οποία ο ίδιος διενήργησε διαπίστωσε ότι ήταν «ούλλα κολλημένα, λόγω ουλώδους ιστού, ως επακόλουθο των προηγούμενων επεμβάσεων». Ερωτώμενος εάν το πρόβλημα της κατάποσης που παρουσίαζε η ενάγουσα όταν τον επισκέφθηκε μπορεί να αποδοθεί σε οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εναγομένου 1, απάντησε κατά λέξη «Η αμέλεια εν βαριά κουβέντα. Είναι μετεγχειρητική επιπλοκή αυτή» η οποία μάλιστα αναφέρεται σε βιβλία της χειρουργικής της παχυσαρκίας. Τέτοια επιπλοκή δέχθηκε ότι παρουσίασε και δικός του ασθενής μετά από εγχείρηση που διενήργησε ο ίδιος. Όπως προαναφέρεται κατά το στάδιο της αξιολόγησης διαφορετική ήταν η άποψη του Δρ Ποταμίτη η οποία όμως απορρίφθηκε αφού ως πιο αξιόπιστη και τεκμηριωμένη επιστημονικά κρίθηκε η άποψη του Δρ Σταύρου ο οποίος δεν δέχθηκε ότι τα προβλήματα κατάποσης που παρουσίαζε η ενάγουσα οφείλονταν στην ύπαρξη ραφών όπως ήταν η άποψη του Δρ Ποταμίτη. Θα πρέπει πάντως να λεχθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία του Δρ Ποταμίτη γινόταν αποδεκτή, θα ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο για το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια σε εύρημα ότι το πρόβλημα κατάποσης που παρουσίαζε η ενάγουσα οφειλόταν στην ύπαρξη ραφών που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος 1 κατά τη διάρκεια της εγχείρησης στην οποία υπέβαλε την ενάγουσα και όχι από προηγουμένως και συγκεκριμένα κατά την τοποθέτηση του γαστρικού δακτυλίου. Και αυτό γιατί ο Δρ Ποταμίτης δεν γνώριζε όπως είπε τον λόγο για τον οποίο υπήρχαν οι ραφές, ενώ παράλληλα δέχθηκε ότι ραφές γίνονται και κατά την τοποθέτηση δακτυλίου, χωρίς επίσης να διευκρινιστεί που αυτές τοποθετούνται σε κάθε περίπτωση. Σημαντικό είναι επίσης να επισημανθεί ότι κανένας από τους μάρτυρες της ενάγουσας δεν ανάφερε ότι οι ραφές αυτές δεν έπρεπε να υπάρχουν, είτε γιατί θα έπρεπε να είχαν αφαιρεθεί, είτε γιατί θα έπρεπε να είχαν απορροφηθεί από τον οργανισμό, είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Διαφάνηκε ακόμα ότι η στένωση που παρατηρήθηκε στην ενάγουσα αποτελεί επιπλοκή που μπορεί να παρουσιασθεί μετά από τέτοιου είδους επεμβάσεις και λόγω της ανάπτυξης ουλώδους συνδετικού ιστού. Αποτελούν λοιπόν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι τα προβλήματα κατάποσης που όντως διαφάνηκε να αντιμετώπισε η ενάγουσα μετά την εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκε από τον εναγόμενο 1 οφείλονταν σε στένωση που δημιουργήθηκε λόγω ανάπτυξης στην περιοχή ουλώδους συνδετικού ιστού κάτι το οποίο αποτελεί μετεγχειρητική επιπλοκή. Από τη στιγμή αυτή καμία αμέλεια δεν μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο 1 και κατά συνέπεια ούτε και στην εναγόμενη 2 οποιαδήποτε ευθύνη. Θεωρώ όμως σκόπιμο και για την περίπτωση που κριθεί ότι λανθάνομαι να προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η εναγόμενη 2 θα μπορούσε να έχει ευθύνη στην περίπτωση που ο εναγόμενος 1 ήθελε βρεθεί αμελής έναντι της ενάγουσας. Η ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 εργάζεται στην εναγόμενη 2 χωρίς να έχει την ειδικότητα του χειρούργου. Δικογραφεί ακόμα ότι κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης δεν υπήρχε καμία ενημέρωση από το προσωπικό της εναγομένης 2 ως προς το αποτέλεσμα της επέμβασης (παράγραφος 7 της Έκθεσης Απαίτησης), ενώ όπως δικογραφεί στις λεπτομέρειες αμέλειας (παραγρ. (δ) και (ε)) οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν με την ιατρικά ενδεδειγμένη και πρακτικά εφαρμόσιμη και αναμενόμενη υπό τις περιστάσεις επιμέλεια, φροντίδα και ικανότητα και γενικά ενήργησαν αμελώς. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ο εναγόμενος 1 εργάζεται ως χειρούργος και η ειδικότητα του αυτή έχει αναγνωριστεί από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου. Προέκυψε ακόμα ότι δεν εργάζεται στην εναγόμενη 2 ως εργοδοτούμενος της, αλλά ασκεί το επάγγελμα του χειρούργου ως ιδιώτης και συνεργάζεται με την εναγόμενη 2 και χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της κλινικής. Συνεπώς η εναγομένη 2 δεν θα μπορούσε να βρεθεί εκ προστήσεως υπεύθυνη για τυχόν αμέλεια του εναγομένου 1. Αποτέλεσε επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα επέλεξε ως το γιατρό που θα τη χειρουργούσε τον εναγόμενο 1, χωρίς η εναγόμενη 2 να έχει σε αυτό το ζήτημα οποιαδήποτε εμπλοκή. Από τη στιγμή λοιπόν αυτή δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στην εναγομένη 2 οποιαδήποτε ευθύνη (βλ. Cassidy v. Ministry of Health [1951] 1 All E.R. 574). Καμία μαρτυρία επίσης δεν προσκομίσθηκε σε σχέση με πράξεις ή παραλείψεις του προσωπικού της εναγομένης 2 με βάση τις οποίες θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί αμέλεια της τελευταίας. Η μοναδική σχετική μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την πλευρά της ενάγουσας προς αυτή την κατεύθυνση, προήλθε από την ίδια την ενάγουσα και τη μητέρα της και περιοριζόταν στην κατ' ισχυρισμό παράλειψη της εναγόμενης 2, να ενημερώνει κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης τους συγγενείς της ενάγουσας για την πορεία της εγχείρησης. Εκτός του ότι η μαρτυρία και των δύο έχει απορριφθεί, η ίδια η ενάγουσα δέχθηκε ότι από την κατ' ισχυρισμό παράλειψη της εναγόμενης 2 να ενημερώνει τους συγγενείς της για την πορεία της εγχείρησης, η ίδια δεν έπαθε οποιαδήποτε βλάβη, αλλά την βλάβη αυτή την υπέστησαν οι συγγενείς της. Από τη στιγμή που η ενάγουσα δέχθηκε ότι η ίδια δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη, ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία της γινόταν αποδεκτή, κρίνεται ότι η αγωγή της εναντίον της εναγόμενης 2 δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που θα δικαιούτο η ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Κατά τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τάση της νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (βλ. Paraskevaides (Oversas) Ltd v. Aristoph
(1982)1CLR), τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία και την ταλαιπωρία (Μαυροπετρής v. Λούκα
(1995)1 ΑΑΔ 66). Εκείνο που προέκυψε και αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι μετά την εγχείρηση στην οποία ο εναγόμενος 1 υπέβαλε την ενάγουσα, αυτή αντιμετώπισε προβλήματα στην κατάποση. Λόγω των προβλημάτων αυτών και για αποθεραπεία τους υποβλήθηκε σε άλλη χειρουργική επέμβαση από το Δρ Σταύρου και η οποία πράγματι επέλυσε το πρόβλημα. Η εγχείρηση από τον εναγόμενο 1 διενεργήθηκε στις 28/4/2005 και η άλλη που ακολούθησε από το Δρ Σταύρου στις 8/8/2005. Για το διάστημα αυτό αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα υπέστη πόνους και ταλαιπωρίες, η αποτίμηση όμως των οποίων δεν μπορεί να είναι ακριβής, λόγω της υπερβολής που χαρακτήριζε τη μαρτυρία της και η οποία δεν έγινε πλήρως αποδεκτή. Τα όσα δικογραφεί περαιτέρω ως «λεπτομέρειες ταλαιπωριών» δεν έχουν αποδειχθεί αφού η μαρτυρία της ενάγουσας όσο αφορά τους ισχυρισμούς της αυτούς, δεν έγινε αποδεκτή. Με βάση τα όσα προέκυψαν θεωρώ ότι εάν γινόταν δεκτό ότι η στένωση που παρουσίασε η ενάγουσα προκλήθηκε λόγω της αμέλειας του εναγομένου 1, το δίκαιο ποσό γενικών αποζημιώσεων που θα έπρεπε να επιδικασθούν θα ήταν αυτό των € 10.000=. Η μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα προς απόδειξη των ειδικών ζημιών θα ήταν σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ανίκανη να τις αποδείξει αφού όπως είναι νομολογημένο οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται με ακρίβεια στα δικόγραφα, αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους Πολ. Εφ.360/08/26.4.2012). Και αυτό γιατί παρόλο που η ενάγουσα δικογραφεί με την απαιτούμενη επάρκεια τις αξιούμενες ειδικές αποζημιώσεις, η μαρτυρία της που ήταν και η μοναδική σε σχέση με το ζήτημα, χαρακτηριζόταν από γενικότητα και ασάφεια. Ακόμα δηλαδή και στην περίπτωση που η μαρτυρία της ενάγουσας κρινόταν αξιόπιστη και γινόταν αποδεκτή θα ήταν πάλι ανίσχυρη να αποδείξει την αξιούμενη αυτή ζημιά αφού η μαρτυρία της ως προς το ύψος του μισθού της αλλά και για την περίοδο που δεν εργάστηκε ήταν εντελώς γενικόλογη, αόριστη και ασαφής. Όπως ανάφερε κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως διανομέας δεμάτων στην εταιρεία Τ.Ν.Τ. Ο μισθός που λάμβανε μαζί με την έξτρα δουλειά που έκανε part time στο φούρνο της μητέρας ήταν Λ.Κ.720=. Και αυτό παρά το ότι στην Έκθεση Απαίτησης της δικογραφεί ως μηνιαίο εισόδημα της αυτό των Λ.Κ.1.240=, κάτι που αντεξεταζόμενη απέδωσε σε λάθος του δικηγόρου που προηγουμένως χειριζόταν την υπόθεση της. Στη συνέχεια δε αντεξεταζόμενη από τη κα Σωτηρίου είπε ότι ο μισθός της ως διανομέας δεμάτων ήταν «κάπου στις 500 με 600 λίρες με τα έξτρα» χωρίς να μπορεί να θυμηθεί σε ποιο ποσό ανερχόταν ο βασικός της μισθός. Σε άλλη όμως δικάσιμο και όταν αντεξεταζόταν από την κα Κακουλλή είπε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τον μισθό που λάμβανε την εποχή εκείνη από την εταιρεία μεταφορών στην οποία εργαζόταν. Δεν θυμόταν επίσης πότε ακριβώς επέστρεψε πίσω στην εργασία της μετά την εγχείρηση, κάτι πάντως που προσδιόρισε ότι έγινε πριν την εγχείρηση η οποία έγινε από τον Δρ Σταύρου. Δεν μπόρεσε όμως όπως είπε να ανταπεξέλθει στα καθήκοντα της λόγω της αδυναμίας που αισθανόταν και παραιτήθηκε αφού προηγουμένως εργάσθηκε για περίοδο δύο εβδομάδων. Αντεξεταζόμενη γιατί αφού εργάσθηκε όπως είπε έστω και για περίοδο δύο εβδομάδων αξιώνει απώλεια εισοδημάτων για περίοδο οκτώ μηνών, δηλαδή από τις 2/4/2005 μέχρι τις 28/12/2005, έδωσε ασαφείς και συγκεχυμένες απαντήσεις, μη πετυγχαίνοντας έτσι να αποδείξει ούτε και την περίοδο που πραγματικά δεν εργάσθηκε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και στην περίπτωση που η ενάγουσα είχε πετύχει να αποδείξει αμέλεια του εναγομένου 1 και η μαρτυρία της γινόταν αποδεκτή θα ήταν και πάλι ανίσχυρη να αποδείξει την αξιούμενη αυτή ειδική ζημιά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι η αγωγή θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αγωγή εναντίον του εναγομένου 1 απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας και υπέρ του εναγομένου 1 όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 επίσης απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας και υπέρ της εναγομένης 2 όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/final Subject iatriki amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.