YUSHCHENKO TATIANA NIKOLAEVNA ν. BORODIN ANDREY FRIDRIHOVICH, Aίτηση αρ. 5/2013, 14/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A398 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aίτηση αρ. 5/2013 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΟΥ ΥΠΕΓΡΑΦΗ ΜΕΤΑΞΥ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΩΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ ΗΜΕΠ. 14ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1986 ΓΙΑ ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΣΕ ΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΥΡΩΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 172/1986 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ GAGARINSKY ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ (GAGARINSKY COURT OF MOSCOW) ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΗΜΕΡ. 11/6/2010 ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ (CIVIL CASE) ΑΡ. 2-110/2010 ΜΕΤΑΞΥ ΑNDREI FRIDRIHOVICH BORODIN EK ΡΩΣΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΚΑΙ REPINA TATIANA NIKOLAEVNA EK ΛΕΜΕΣΟΥ ΜΕΤΑΞΥ: YUSHCHENKO TATIANA NIKOLAEVNA Αιτήτριας ΚΑΙ BORODIN ANDREY FRIDRIHOVICH Καθ' ου η αίτηση --------------------------- 14.11.2014 Για την αιτήτρια: κ. Αλ. Τσιρίδης Για τον καθ' ου: κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Ν. Αβρααμίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια στην πιο πάνω πρωτογενή αίτηση επιδιώκει την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 11.6.2010 του Δικαστηρίου Gagarinsky της Μόσχας, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια διαδικασίας διατροφής και ειδικότερα της αστικής υπόθεσης αρ. 2-110/
- Με την υπό αναφοράν απόφαση ο καθ' ου διατάχθηκε να πληρώνει ως διατροφή των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων (Βorodin Nikolai Andreevich και Βorodin Andrei Andreevich) το ποσό του 1/3 των κερδών και/ή άλλου εισοδήματος του, από τις 15.4.2010 μέχρι την ενηλικίωση των παιδιών. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας η οποία αναφέρει τα γεγονότα σε σχέση με τον γάμο των διαδίκων και την απόκτηση των δύο τέκνων τους, ηλικίας 13 και 15 χρόνων, τα οποία δεν αμφισβητούνται. Ακολούθως αναφέρεται στην έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου της Μόσχας στην αναφερθείσα υπόθεση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3, καθώς και ελληνική μετάφραση, Τεκμήριο
- Αναφέρει στη συνέχεια ότι ο καθ' ου άσκησε έφεση στο δευτεροβάθμιο επαρχιακό δικαστήριο Gagarinsky της Μόσχας, το οποίο απέρριψε την έφεση με απόφαση του ημερ. 24.8.2010, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5, με ελληνική μετάφραση Τεκμήριο
- Καταθέτει, περαιτέρω πιστοποιητικό του δικαστηρίου με το οποίο βεβαιώνεται η τελεσιδικία της απόφασης (Τεκμήριο 7) με ελληνική μετάφραση (Τεκμήριο 8). Το γεγονός της τελεσιδικίας της απόφασης βεβαιώνεται από την έκθεση εμπειρογνώμονα (Τεκμήριο 9). Ο καθ' ου η αίτηση, συνεχίζει, ήταν δεόντως πληροφορημένος για τις διαδικασίες ενώπιον του κατώτερου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και μάλιστα εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στη διαδικασία της έφεσης. Μετά την έκδοση της απόφασης στην αναφερθείσα υπόθεση μετακόμισε, όπως υποστηρίζει στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της, στην Κύπρο και διαμένει πλέον στη Λεμεσό, στην Οδό Ιωάννη Κρανιδιώτη 3, στα Κάτω Πολεμίδια. Επισυνάπτει προς τούτο λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος ως Τεκμήριο 10 και την άδεια παραμονής της ως Τεκμήριο
- Το πιο πάνω γεγονός αμφισβητήθηκε έντονα με την ένσταση του καθ' ου η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου Χρ. Θεοδώρου, που υποστηρίζει την ένσταση, προβάλλεται η θέση ότι η αιτήτρια, σε συνεννόηση με το δικηγόρο της, σύνταξαν εικονικό συμβόλαιο ενοικίασης και ότι στην πραγματικότητα, στο διαμέρισμα που ισχυρίζεται ότι ενοικιάζει, διαμένει ο δικηγόρος της, ενώ η ίδια δεν διαμένει στην Κύπρο. Κατά την εκδίκαση της αίτησης κατέθεσε η αιτήτρια, η οποία δήλωσε για το ζήτημα αυτό τα ακόλουθα: Το ενοικιαστήριο συμβόλαιο δεν είναι εικονικό και παρουσίασε αντίγραφο ως Τεκμήριο
- Καταβάλλει, ανέφερε, ανελλιπώς το ενοίκιο όπως προβλέπεται στο Τεκμήριο 1 και προς απόδειξη τούτου κατέθεσε καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού της, από τις οποίες καταδεικνύονται οι πληρωμές, Τεκμήριο
- Το διαμέρισμα που ενοικίασε, αναφέρει, δεν ανήκει στο δικηγόρο. Απλά τα δύο διαμερίσματα βρίσκονται στο ίδιο κτηριακό συγκρότημα. Δέχθηκε, ωστόσο, πως ο λόγος που προέβη στην ενοικίαση του διαμερίσματος ήταν για να μπορέσει να υποβάλει αίτηση για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής στην Κύπρο, ώστε να μπορέσει να καταχωρίσει αίτηση για αναγνώριση της απόφασης του ρωσικού δικαστηρίου. Δέχθηκε, περαιτέρω, πως ουδέποτε διέμεινε στο διαμέρισμα που ενοικίασε και ότι επισκέφθηκε την Κύπρο για λίγες μόνο μέρες προκειμένου να υποβάλει την αίτηση για απόκτηση της άδειας παραμονής. Προσέθεσε πως επισκέφθηκε ξανά την Κύπρο όταν καταχώρισε την αίτηση, προκειμένου να υπογράψει την ένορκη δήλωση και για τελευταία φορά την ημέρα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ως μάρτυρας. Αντεξεταζόμενη επ' αυτού του ζητήματος επανέλαβε πως ζει μόνιμα στη Μόσχα και η ολιγοήμερη διαμονή της στην Κύπρο ήταν ακριβώς για να προωθήσει την αίτηση της για εξασφάλιση άδειας προσωρινής παραμονής, προκειμένου να υποβάλει αίτηση για εγγραφή της επίδικης απόφασης στην Κύπρο. Δέχθηκε, επίσης, πως δεν είδε ποτέ το διαμέρισμα που ενοικίασε, παρόλο που, όπως ανέφερε, είχε δει κάποια άλλα διαμερίσματα τα οποία δεν της άρεσαν. Επισκέφθηκε την Κύπρο τέσσερις φορές συνολικά, ήτοι τον Δεκέμβριο του έτους 2012 για τέσσερις μέρες, τον Μάρτιο του 2013 για πέντε μέρες, τον Οκτώβριο του 2013 για τρεις μέρες και τον Ιούνιο του 2014 προκειμένου να δώσει μαρτυρία. Κατά τις πιο πάνω επισκέψεις της διέμενε σε ξενοδοχείο και όχι στο διαμέρισμα που ενοικίασε. Δέχθηκε, τέλος, ότι η άδεια προσωρινής παραμονής που εξασφάλισε, έληξε και δεν υπόβαλε αίτηση για να την ανανεώσει. Για την υπεράσπιση κλήθηκε και κατέθεσε μόνο μία μάρτυρας, η Μαρίνα Δημητρίου, υπάλληλος της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, η οποία βεβαίωσε ότι το υποστατικό που έχει ενοικιάσει η αιτήτρια δεν είχε καθόλου κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος από την ημερομηνία σύνδεσης του με την ΑΗΚ μέχρι σήμερα και όλες οι πληρωμές αφορούσαν τις πάγιες χρεώσεις. Το γεγονός αυτό έγινε παραδεκτό με δήλωση του συνηγόρου της αιτήτριας, ο οποίος διευκρίνισε ότι το ηλεκτρικό ρεύμα συνδέθηκε στο όνομα της αιτήτριας, η οποία δεν κατοίκησε στο διαμέρισμα από την ημέρα της σύνδεσης μέχρι σήμερα. Από τα πιο πάνω προκύπτει πως δεν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, τα οποία καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει προκειμένου να επιλύσει την επίδικη διαφορά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον αρχικό ισχυρισμό της αιτήτριας, υποβάλλοντας πως ήταν ηθελημένο ψεύδος, σε μια προσπάθεια να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Υπέδειξε, επίσης, αντιφάσεις στη μαρτυρία της σε σχέση με το ζήτημα της παραμονής της στην Κύπρο, υποδεικνύοντας πως οι αναφορές της ότι είδε άλλα υποστατικά προτού ενοικιάσει το επίδικο, καταρρίπτονται από την παραδοχή της πως ουδέποτε επισκέφθηκε το υποστατικό που ενοικίασε. Δεν χρειάζεται να γίνουν περαιτέρω σχόλια από το Δικαστήριο εφόσον τελικώς η αιτήτρια αποδέχθηκε πως δεν είδε ούτε έμεινε σε οποιοδήποτε χρόνο στο διαμέρισμα που ενοικίασε. Οι διάδικοι προβάλουν και διάφορους άλλους ισχυρισμούς σε σχέση με το ζήτημα της διαμονής της αιτήτριας. Κατατέθηκαν μάλιστα εκ μέρους του καθ' ου γνωματεύσεις ρώσων εμπειρογνωμόνων καθώς και σωρεία εγγράφων (Τεκμήρια 2-24 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση) προκειμένου να καταδειχθεί ότι η αιτήτρια έχει τη μόνιμη διαμονή της στην Μόσχα. Η πιο πάνω μαρτυρία κατέστη άνευ αντικειμένου, ενόψει της παραδοχής της αιτήτριας ότι διαμένει με τα παιδιά και το νέο της σύζυγο στη Μόσχα. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, τις παραδοχές και τις δηλώσεις της αιτήτριας και του συνηγόρου της, προκύπτει ότι η αιτήτρια ενοικίασε το διαμέρισμα για τους σκοπούς προώθησης της αίτησης της για εξασφάλιση άδειας παραμονής και ότι σε κανένα χρόνο δεν διέμεινε στο διαμέρισμα που ενοικίασε στην Κύπρο. Τα ανωτέρω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Από την μαρτυρία της αιτήτριας, η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, προκύπτει περαιτέρω πως η επίδικη απόφαση εκδόθηκε από το Δικαστήριο Gagarinsky της Μόσχας στις 11.6.2010 και η έφεση που καταχώρισε ο καθ' ου απορρίφθηκε με αποτέλεσμα να έχει καταστεί τελεσίδικη. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121
(1)/2000, στη συνέχεια «ο Νόμος») καθώς και στον Κυρωτικό Νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Ν. 172/86, στη συνέχεια «ο Κυρωτικός της Συνθήκης Νόμος»). Όπως είναι γνωστό η πιο πάνω Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ε.Σ.Σ.Δ., συνεχίζει να ισχύει με βάση τον Περί του Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών (Κυρωτικό) Νόμο του 2001 (Ν. 34(ΙΙΙ)/2001). Προέχει η εξέταση των πρώτων δύο λόγων ένστασης που άπτονται της δικαιοδοσίας και της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το θέμα της διαμονής της αιτήτριας, αφού με βάση το άρθρο 2 του Νόμου η μόνιμη και προσωρινή διαμονή της αιτήτριας ή του καθ' ου, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Παραπέμποντας σε συγγράμματα και νομολογία, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπόθεσης, επειδή η αιτήτρια ουδέποτε είχε τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή της στη Λεμεσό ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της Κύπρου. Η εξασφάλιση της άδειας προσωρινής παραμονής στην Κύπρο (Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), δεν προσδίδει, αφ' εαυτής, στην αιτήτρια, το καθεστώς διαμονής που απαιτείται από το Νόμο. Εκείνο που έχει σημασία, επεσήμανε ο συνήγορος του καθ' ου, δεν είναι η εξασφάλιση άδειας παραμονής αλλά το κατά πόσο, με βάση τη νομολογία, η αιτήτρια μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε τη διαμονή της στην Κύπρο σε οποιοδήποτε ουσιώδη χρόνο. Η αιτήτρια, εισηγήθηκε, ουδέποτε είχε τη διαμονή της στην Κύπρο, την οποία επισκέφθηκε για λίγες μόνο μέρες, για να υποβάλει, όπως παραδέχθηκε, αίτηση για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής, προκειμένου να καταχωρίσει την αίτηση για εγγραφή της επίδικης απόφασης. Σε σχέση με την άδεια προσωρινής παραμονής που εξασφάλισε (Τεκμήριο 11) επεσήμανε πως πρόκειται για άδεια προσωρινής παραμονής επισκέπτου (visitor), γεγονός που αναφέρεται στο Τεκμήριο 11. Δεδομένου, κατέληξε ο συνήγορος, πως ούτε η αιτήτρια ούτε ο καθ' ου έχουν ή είχαν ποτέ τη διαμονή τους στην Κύπρο, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί ότι έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης και πάλι θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση γιατί δεν είναι, καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο. Η απόφαση, υπόδειξε ο συνήγορος, αφορά σε οικογενειακές σχέσεις και με βάση το άρθρο 2 του Νόμου, αρμόδιο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο της Επαρχίας στην οποία διαμένει ο αιτητής ή ο καθ' ου, ανάλογα με την περίπτωση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, εισηγήθηκε πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει αρμοδιότητα με βάση το άρθρο 2 του Νόμου, σε συνδυασμό με άλλες πρόνοιες της Συνθήκης, να εκδικάσει την αίτηση. Το γεγονός, επεσήμανε, ότι κατά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης, η αιτήτρια είχε άδεια παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, της παρείχε το δικαίωμα να καταχωρίσει την αίτηση. Τόσο η Συνθήκη, επεσήμανε, όσο και ο Νόμος δεν απαιτούν όπως ο αιτητής έχει την κατοικία του στην Κύπρο, αλλά είναι αρκετό να έχει την προσωρινή διαμονή του στην Κύπρο. Η αιτήτρια, υπέδειξε, είχε άδεια για προσωρινή διαμονή. Το γεγονός ότι η φυσική της παρουσία στην Κύπρο ήταν ολιγοήμερη, δεν επηρέασε την απόκτηση της άδειας ούτε μπορεί να θεωρηθεί εμπόδιο στην προώθηση της αίτησης της. Όσον αφορά την εισήγηση του καθ' ου πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο, εισηγήθηκε πως δεν έχει τεκμηριωθεί αλλά σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχει εξουσία, με βάση το άρθρο 64Α
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο, στην περίπτωση που ήθελε αποφασίσει ότι δεν είναι το καθ'ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση. Οι συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε πολλές αυθεντίες. Ανάμεσα σε άλλες επικαλέστηκαν τα όσα σχετικά λέχθηκαν στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Dalemont Ltd, Πολιτική Αίτηση Αρ. 2/2013, ημερ. 4.1.2013, στην οποία υποδείχθηκε πως για να είναι δυνατή η παρουσίαση αίτησης για αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης, με βάση τις πρόνοιες των αναφερθέντων Νόμων και της Συνθήκης (άρθρα 3 και 52 του Νόμου και 27 και 28 της Συνθήκης) απαιτείται όπως ο αιτητής ή ο καθ' ου, έχουν τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή τους στο έδαφος του συμβαλλομένου κράτους στο οποίο επιδιώκεται να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση. Αποτελεί, κατά συνέπεια, κοινό τόπο, πως η μόνιμη ή προσωρινή διαμονή του αιτητή ή του καθ' ου, αποτελεί προαπαιτούμενο για την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Σχετικό είναι το άρθρο 2 του Νόμου στο οποίο δίδεται η ακόλουθη ερμηνεία στον ορισμό του Δικαστηρίου: ««δικαστήριο» σημαίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου ο καθ' ου η αίτηση διαμένει και προκειμένου για διαφορές σε οικογενειακές σχέσεις, το Οικογενειακό Δικαστήριο της Επαρχίας όπου διαμένει ο καθ' ου η αίτηση. Σε περίπτωση διαμονής του καθ' ου η αίτηση στο εξωτερικό ή σε περίπτωση όπου στη διαδικασία κατά την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση δεν υπήρχε αντίδικος, «δικαστήριο» σημαίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο ή το Οικογενειακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου διαμένει ο αιτητής.» Στα άρθρα που ακολουθούν ορίζεται η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου (άρθρο 4) καθώς και η ακολουθητέα διαδικασία (άρθρο 5). Ενδιαφέρουν για την υπόθεση οι πρόνοιες του άρθρου 4 και 5
(1)(ε). Έχουν ως ακολούθως: «4. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου. 5.
(1)Η διαδικασία η οποία ακολουθείται δυνάμει του παρόντος Νόμου για την εγγραφή, αναγνώριση ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου είναι η ακόλουθη: (α) ........................ (β) ........................ (γ) ........................ (δ) ........................ (ε) Οι λόγοι επί των οποίων ο καθ' ου η αίτηση δύναται να στηρίξει την ένσταση του περιορίζονται στο θέμα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ή στην αποδεδειγμένη ικανοποίηση της απόφασης και στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στη συνθήκη σχετικά με την εφαρμογή της. ........................» Είναι, συνεπώς, φανερό πως για να κριθεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο η αιτήτρια, είχε κατά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης την προσωρινή διαμονή της στην Κύπρο, εφόσον είναι παραδεκτό πως η κατοικία της βρισκόταν στη Ρωσία, όπου είχε τη μόνιμη διαμονή της. Παραδεκτό είναι επίσης και το γεγονός ότι ο καθ' ου δεν είχε σε οποιοδήποτε χρόνο την προσωρινή ή τη μόνιμη διαμονή του στην Κύπρο. Τα δεδομένα επί των οποίων στηρίζεται η θέση της αιτήτριας για το ζήτημα αυτό, είναι: (α) Η εξασφάλιση της προσωρινής άδειας παραμονής (Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). (β) Η ενοικίαση διαμερίσματος στη Λεμεσό (Τεκμήριο 1 στη διαδικασία). (γ) Η σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος επ' ονόματι της (Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Είναι, επίσης, παραδεκτό ότι η αιτήτρια επισκέφθηκε τέσσερις φορές την Κύπρο, τρεις από τις οποίες αφορούσαν αποκλειστικά την καταχώριση και προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Η μόνη φορά που επισκέφθηκε την Κύπρο, πριν από την καταχώριση της εξεταζόμενης αίτησης, ήταν τον Δεκέμβριο του έτους
- Ο λόγος της επίσκεψης της, όπως έγινε αποδεκτό, ήταν για να υποβάλει αίτηση για εξασφάλιση άδειας προσωρινής παραμονής, προκειμένου να καταχωρούσε την παρούσα αίτηση και έμεινε στην Κύπρο για τέσσερις μόνο ημέρες. Με αυτά τα γεγονότα, της παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής στην Κύπρο. Η άδεια (Τεκμήριο 11 στην αίτηση) εκδόθηκε στις 22.3.2013 με ημερομηνία λήξης 18.12.
- Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο η άδεια που παραχωρήθηκε στην αιτήτρια ήταν επισκέπτου (visitor). Είναι, περαιτέρω, παραδεκτό ότι η άδεια έληξε και δεν ανανεώθηκε. Παραδεκτό, τέλος, είναι πως η αιτήτρια ουδέποτε έμεινε στο διαμέρισμα που ενοικίασε και εξακολουθεί να ενοικιάζει στην Κύπρο. Από τα πιο πάνω γεγονότα, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα πως η αιτήτρια υπέβαλε την αίτηση και εξασφάλισε προσωρινή άδεια παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχοντας αποκλειστικό σκοπό την καταχώριση της παρούσας αίτησης, χωρίς πρόθεση να παραμείνει στην Κύπρο, γεγονός που εν τέλει, δεν αμφισβητείται. Με αυτά τα δεδομένα είναι που η αιτήτρια εισηγείται πως είχε, κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης, την προσωρινή διαμονή της στην Κύπρο, εν τη εννοία των προνοιών του Νόμου και της Συνθήκης που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Με κάθε σεβασμό προς την αιτήτρια και την επί του προκειμένου επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει με τέτοια εισήγηση. Η διαμονή δεν είναι δυνατό να υπάρχει μόνο στα χαρτιά. Απαιτείται η φυσική παρουσία του προσώπου, συνοδευόμενη και από την πρόθεση του να παραμείνει προσωρινά ή, ανάλογα, μόνιμα, στο μέρος όπου επέλεξε, να έχει τη διαμονή του. Στην προκειμένη περίπτωση την Κύπρο, όπου η αιτήτρια επέλεξε να καταχωρίσει την αίτηση για εγγραφή και αναγνώριση της απόφασης που εξασφάλισε από το ρωσικό Δικαστήριο. Το Δικαστήριο συμφωνεί με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του καθ' ου πως το θέμα της διαμονής είναι πραγματικό και αποφασίζεται με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Η εξέταση δεν μπορεί να περιορίζεται στην εξασφάλιση ή όχι προσωρινής άδειας παραμονής ως επισκέπτου στη χώρα. Οι ορισμοί «διαμένω» και «διαμονή» ("reside" και "residence") ερμηνεύθηκαν στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Hani El Sayegh
(1990)1 A.A.Δ. 773, με παραπομπή στην απόφαση του Δικαστή Harman στην Αγγλική υπόθεση Re Adoption Application No. 52/1951
(1951)2 All E.R. 931, στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "`Resident' denotes some degree of permanence. It does not necessarily mean that the applicant has a home of his own, but it means that he has his settled headquarters in this country...the court must ask itself in every case: Is the applicant resident in this country? ............" Στο πιο πάνω ερώτημα του Δικαστή Harman, κατά πόσο, στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, η αιτήτρια είχε την προσωρινή διαμονή της στην Κύπρο, η απάντηση είναι κατηγορηματικά , όχι. Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι η αιτήτρια δεν είχε την προσωρινή διαμονή της στην Κύπρο, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ούτε σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο. Η εξασφάλιση της προσωρινής άδειας παραμονής στην Κύπρο ως επισκέπτου, υπό τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν, δεν ισοδυναμεί με προσωρινή διαμονή. Η κατοικία της αιτήτριας αλλά και η συνήθης διαμονή της βρισκόταν σε κάθε ουσιώδη χρόνο, στη Ρωσία. Το γεγονός ότι ενοικίασε διαμέρισμα, καταβάλλοντας ενοίκια και συνδέθηκε ηλεκτρικό ρεύμα στο όνομα της, δεν προσέθεσε οτιδήποτε στο καθεστώς διαμονής της αιτήτριας, εφόσον δεν κατοίκησε ποτέ στο εν λόγω διαμέρισμα. Το θέμα της διαμονής απασχόλησε τα Δικαστήρια σε αρκετές υποθέσεις εκλογικών αιτήσεων, όπως την Rossides v. Republic
(1984)1 C.L.R. 1482, Κόρακα ν. Γεωργίου κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1935 κ.α. στις οποίες δόθηκαν κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό της συνήθους διαμονής. Ανάμεσα στα δεδομένα που συνυπολογίζονται, στον καθορισμό της συνήθους διαμονής είναι η επαγγελματική απασχόληση, η συμμετοχή σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, η ύπαρξη κατοικίας, η συμπερίληψη σε τηλεφωνικούς καταλόγους, στα μητρώα και αρχεία των τοπικών ή φορολογικών αρχών, της αρχής ηλεκτρισμού κ.λ.π. Διευκρινίζεται, ωστόσο, πως στις πιο πάνω αποφάσεις το ζητούμενο ήταν η συνήθης διαμονή υποψηφίων σε εκλογικές περιφέρειες και δεν ερμηνεύθηκε η διαμονή με αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου και της Συνθήκης. Χρήσιμη καθοδήγηση, ως προς την ερμηνεία της φράσης "συνήθης διαμονή" μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φασαρίας ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1024. Η υπόθεση αφορούσε απαγωγή παιδιού από τον πατέρα και το Ανώτατο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας την φράση «habitual residence» (στα ελληνικά «συνήθης διαμονή») που απαντάται στο άρθρο 3 της Σύμβασης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών, επεσήμανε ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα (στις σελίδες 1035 (τέλος) με 1036: «Η Σύμβαση χρησιμοποιεί στο Αγγλικό κείμενο (που είναι και το πρωτότυπο και υπερισχύει με βάση το Άρθρο 2 του Κυρωτικού Νόμου), τη φράση «habitual residence», η οποία έχει κριθεί ότι εξομοιώνεται με τον όρο «ordinary residence» ή στα Ελληνικά τον όρο «συνήθη διαμονή». Η συνήθης διαμονή καθορίζεται, μέσα από τις διάφορες αποφάσεις που λαμβάνονται στο ζήτημα, ως θέμα γεγονότων, ενώ θα πρέπει να της αποδοθεί η συνήθης γραμματική ερμηνεία. Δεν είναι τεχνικός όρος, εφόσον η φράση «habitual residence» στο Άρθρο 3 της Σύμβασης δεν ορίζεται οπουδήποτε. ...............................» Στη συνέχεια της ίδιας απόφασης υποδεικνύεται, με αναφορά σε Αγγλικές αυθεντίες, πως η συνήθης διαμονή μπορεί να θεμελιωθεί όταν υπάρχει κοινή πρόθεση ενός ζεύγους να ζήσει σε μια χώρα, έχοντας ικανοποιητικό βαθμό συνέχειας, ήτοι όταν υπάρχει κατασταλαγμένος σκοπός (settled purpose), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να έχει πρόθεση να μείνει στη νέα χώρα επ' αόριστον. Ο σκοπός διαμονής μπορεί να έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, αλλά και πάλι πρέπει να υπάρχει η αναγκαία πρόθεση διαμονής. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, η αιτήτρια ούτε εγκαταστάθηκε στην Κύπρο, ούτε και είχε πρόθεση να παραμείνει έστω για κάποιο περιορισμένο χρονικό διάστημα προκειμένου να έχει τη διαμονή της στην Κύπρο. Την επισκέφθηκε για λίγες μόνο ημέρες και ενοικίασε διαμέρισμα με μοναδικό σκοπό την απόκτηση άδειας προσωρινής παραμονής για να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση. Συνοψίζοντας, καταλήγω ότι η αιτήτρια δεν είχε, σε οποιοδήποτε ουσιώδη χρόνο, την προσωρινή διαμονή της στην Κύπρο, μέσα στην έννοια του άρθρου 2 του Νόμου. Η ανωτέρω διαπίστωση σφραγίζει την τύχη της αίτησης που δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψη της υπόθεσης, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη, θα διέκοπτα την αίτηση λόγω έλλειψης καθ' ύλην αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να εκδικάσει την υπόθεση. (βλ. άρθρο 64Α
(1)του Ν. 14/60). Η απόφαση που ζητείται να εγγραφεί και αναγνωριστεί, αφορά απόφαση Ρωσικού Δικαστηρίου σε διαδικασία διατροφής. Είναι πρόδηλο πως η υπόθεση αφορά οικογενειακές σχέσεις, μέσα στην έννοια του άρθρου 2 του Νόμου, στο οποίο καθορίζεται ότι αρμόδιο να επιληφθεί τέτοιας υπόθεσης είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο της Επαρχίας στην οποία έχει τη διαμονή του ο αιτητής ή ο καθ' ου η αίτηση. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση στην υπόθεση Κουντούρη ν. Υπουργ. Δικαιοσύνης
(1997)1 Α.Α.Δ. 1677, στην οποία αποφασίστηκε πως το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να επιληφθεί αίτησης για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης, αναγόμενης σε θέματα οικογενειακών σχέσεων. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε αλλοδαπή απόφαση σχετικά με την επικοινωνία ανηλίκων και κρίθηκε πως το μόνο αρμόδιο δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησης ήταν το Οικογενειακό Δικαστήριο. Ενόψει της κατάληξης μου ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση, θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης που σχετίζονται με την συνδρομή των προϋποθέσεων για την εγγραφή και αναγνώριση της απόφασης με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Δεν θα ήταν, εξάλλου, ορθό και ενδεδειγμένο να αποφασιστούν από το παρόν, (αναρμόδιο) Δικαστήριο τα ζητήματα αυτά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Εγγραφή Αλλοδαπής Απόφασης - Τελική cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο