← Κύπρος

SERFIN HOLDING LTD κ.α. ν. G.N. ELLINAS IMPORTS-EXPORTS LTD κ.α., Aγωγή αρ. 1327/2013, 11/11/2014

SERFIN HOLDING LTD κ.α. ν. G.N. ELLINAS IMPORTS-EXPORTS LTD κ.α., Aγωγή αρ. 1327/2013, 11/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A393 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 1327/2013 Μεταξύ:

  1. SERFIN HOLDING LTD, από τη Λευκωσία
  2. ILONA KEPIC, από Γερμανία Εναγόντων -και-
  3. G.N. ELLINAS IMPORTS-EXPORTS LTD, από τη Λεμεσό
  4. LINDA FAY SJOMAN, από τη Λεμεσό
  5. Derek Yar Urban, από τη Λεμεσό
  6. Lionstail Limited, από τη Λευκωσία Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 30.6.2014
  7. SERFIN HOLDING LTD, από τη Λευκωσία
  8. ILONA KEPIC, από Γερμανία Εναγόντων -και-
  9. G.N. ELLINAS IMPORTS-EXPORTS LTD, από τη Λεμεσό
  10. LINDA FAY SJOMAN, από τη Λεμεσό
  11. Derek Yar Urban, από τη Λεμεσό
  12. Lionstail Limited, από τη Λευκωσία
  13. ROCKWARE FINANCIAL LTD, από την Λευκωσία Εναγομένων ---------------------------------- Αίτηση ημερ. 19.3.2013 για προσωρινό διάταγμα. 11.11.2014 Για τους ενάγοντες/αιτητές: κα Στυλιανού για κ. Χρ. Πατσαλίδη Για την εναγόμενη 4/καθ' ης 4: κ. Χ"Λοίζου Για την εναγόμενη 5/καθ' ης 5: κα Αρκάδη για κ. Χαρτσιώτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρισαν οι ενάγοντες στις 29.3.2013, επιδιώκουν την ακύρωση της εκ συμφώνου απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 33/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με βάση την οποία διατάχθηκε ειδική εκτέλεση συμφωνίας πώλησης σε σχέση με τη διώροφη κατοικία αρ. εγγραφής Ο/19948, Τεμάχιο 391 στο χωριό Πύργος Λεμεσού, (στη συνέχεια «το επίδικο ακίνητο»). Περαιτέρω, ζητούνται διατάγματα ακύρωσης της μεταβίβασης και εγγραφής, δυνάμει ειδικής εκτέλεσης, από την εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 4, καθώς και διάταγμα επανεγγραφής της πιο πάνω κατοικίας επ' ονόματι της εναγόμενης
  14. Με την εξεταζόμενη αίτηση, οι αιτητές ζητούν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη 4 να μεταβιβάσει, πωλήσει, διαθέσει, επιβαρύνει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει το επίδικο ακίνητο. Η εναγόμενη 4 καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ένσταση καταχωρίστηκε και από την εναγόμενη 5, η οποία προστέθηκε ως διάδικος με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 30.6.
  15. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση των εναγόντων, εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου Γ. Αντωνιάδη, που υποστηρίζει την αίτηση. Έχουν, σε συντομία, ως ακολούθως: Στα πλαίσια αγωγής που καταχώρισαν οι ενάγοντες στο Ε.Δ. Λεμεσού, στις 8.11.2010 εξασφάλισαν απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 και του ιδιοκτήτη της Γ. Έλληνα, για το ποσό των €678.286,05 (Τεκμήριο Α). Με βάση την εν λόγω απόφαση, οι ενάγοντες ενέγραψαν Memo επί του επίδικου ακινήτου της εναγόμενης (Τεκμήριο Β). Στα πλαίσια της αγωγής, είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο η εναγόμενη 1, εμποδιζόταν να μεταβιβάσει, πωλήσει ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει, ανάμεσα σε άλλα, και το επίδικο ακίνητο. Εναντίον της απόφασης, στη βάση της οποίας εγγράφηκε το Μemo, καταχωρίστηκε έφεση η οποία εκκρεμεί (Τεκμήριο Δ). Στις 12.3.2013, το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού απέστειλε ειδοποίηση στους ενάγοντες, μέσω του δικηγόρου τους, με την οποία τους ενημέρωσε ότι το Memo ακυρώθηκε, επειδή το ακίνητο μεταβιβάστηκε με ειδική εκτέλεση. Ακολούθησε έρευνα από τους δικηγόρους των εναγόντων, η οποία κατέδειξε τα ακόλουθα: (α) Στα πλαίσια της αγωγής αρ. 33/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μεταξύ των εναγομένων 1 και 4, στις 24.1.2013 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 2.4.2002, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη 1 πώλησε στους εναγόμενους 2 και 3 το επίδικο ακίνητο (Τεκμήριο Ζ). (β) Με βάση το εν λόγω διάταγμα, η εναγόμενη 1 μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στην εναγόμενη 4 στις 8.2.2013 (Τεκμήριο Στ), στην οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν εκχωρήσει τα δικαιώματα τους, ως αγοραστές του επίδικου ακινήτου από την εναγόμενη 1, δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 25.9.2012 (Τεκμήριο Η). (γ) Η πιο πάνω μεταβίβαση, υποστηρίζουν οι ενάγοντες, έγινε με σκοπό να καταδολιευθούν, με συμπαιγνία όλων των εναγομένων. Τούτο, υποστηρίζουν, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι είχε προηγηθεί έκδοση εκ συμφώνου απόφασης στα πλαίσια άλλης δικαστικής διαδικασίας (αγωγής 2152/11) μεταξύ των εναγομένων 2 και 3 και της εναγόμενης 1, με την οποία η ίδια συμφωνία πώλησης (ημερ. 2.4.2012) είχε κηρυχθεί έγκυρη και εκτελεστή (Τεκμήριο Θ). Παρόλο, υποδεικνύεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, που η συμφωνία πώλησης ημερ. 2.4.2002, είχε κηρυχθεί έγκυρη και ειδικά εκτελεστή με διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 28.9.2011, εκδόθηκε νέο διάταγμα στις 21.1.2013, στα πλαίσια της αγωγής 33/2013, με το οποίο κηρύχθηκε εκ νέου έγκυρη και εκτελεστή, αποκρύβοντας, προφανώς, από το Δικαστήριο την ύπαρξη της προηγηθείσας απόφασης (Τεκμήριο Θ). Υποστηρίζουν, περαιτέρω, πως η απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 33/2013 είναι ακυρώσιμη καθότι αντίκειται στις πρόνοιες του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 και ειδικότερα στην υποχρέωση που επιβάλλεται για εγγραφή του ακινήτου εντός ενός έτους από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Επιπλέον, επειδή οι εναγόμενοι απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι είχε εκδοθεί διάταγμα με το οποίο κηρύχθηκε έγκυρη και ειδικά εκτελεστή η συμφωνία, στα πλαίσια της προηγηθείσας αγωγής 2152/
  16. Είναι, κατά την εισήγηση των εναγόντων, φανερό ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν τις δικαστικές διαδικασίες καταδολιευτικά, με σκοπό την αποξένωση του επίδικου ακινήτου, ώστε να μην είναι σε θέση οι ενάγοντες να ικανοποιήσουν τη δικαστική απόφαση που έχουν εξασφαλίσει εναντίον της εναγόμενης
  17. Προς ενίσχυση της θέσης τους, παραθέτουν γεγονότα και τεκμήρια από άλλες δικαστικές διαδικασίες (Τεκμήρια Ι-Μ) από τα οποία διαφαίνεται η διασύνδεση των εναγομένων 1 και 4 εταιρειών. Με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις τους, οι εναγόμενες 4 και 5, υποστηρίζουν πως ουδέν επιλήψιμο υπάρχει στην εγγραφή, καθώς και στη συμφωνία εκχώρησης και πώλησης του επίδικου ακινήτου, από την εναγόμενη 4 στην εναγόμενη
  18. Η εναγόμενη 4, υποστηρίζει ο Μ. Στυλιανού, μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας, αγόρασε το επίδικο ακίνητο από τους εναγόμενους 2 και 3 με έγκυρη και υπαρκτή συμφωνία ημερ. 20.11.2007, καταβάλλοντας το συμφωνηθέν τίμημα των €589.467,50 (Τεκμήρια 1 και 2). Το πωλητήριο, εξηγεί, δεν έγινε αποδεκτό για κατάθεση από το Κτηματολόγιο επειδή οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν μπορούσαν να εμφανίζονται ως πωλητές. Επιπρόσθετα, αναφέρει, η εναγόμενη 1, εμποδιζόταν από το προσωρινό διάταγμα να εγγράψει το ακίνητο στους εναγόμενους 2 και 3, ώστε αυτοί με τη σειρά τους να το ενέγραφαν στην εναγόμενη
  19. Προκειμένου, συνεχίζει, να προασπιστούν τα δικαιώματα της εναγόμενης 4, ως νέας αγοραστού, κατεχωρήθη η αγωγή αρ. 2152/11 από τους εναγόμενους 2 και 3 εναντίον της εναγόμενης 1, η οποία δέχθηκε απόφαση, ως ήταν η υποχρέωση της με βάση τη συμφωνία πώλησης. Ο λόγος για τον οποίο προέκυψε η ανάγκη για καταχώριση της αγωγής υπ' αρ. 33/2013, υποστηρίζει, ήταν επειδή το Κτηματολόγιο αρνήθηκε να επιτρέψει εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι των εναγομένων 2 και 3 γιατί είναι αλλοδαποί και δεν είχαν εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες για απόκτηση ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο. Κατόπιν νομικής συμβουλής, εξηγεί, καταρτίστηκε η συμφωνία εκχώρησης (Τεκμήριο Η), στη βάση της οποίας καταχωρίστηκε η αγωγή 33/2013 από την εναγόμενη 4, ως εκδοχέα των δικαιωμάτων των εναγομένων 2 και 3, εναντίον της εναγόμενης 1, η οποία αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος για εγγραφή του επίδικου ακινήτου στην εναγόμενη
  20. Λανθασμένα, υποστηρίζει, γίνεται σύνδεση των δύο αγωγών οι οποίες είχαν διαφορετικούς διαδίκους και διαφορετικό αντικείμενο. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων για συμπαιγνία των εναγομένων και καταδολιευτική συμπεριφορά είναι εντελώς ανεδαφικοί. Δεν υπάρχει, υποδεικνύει, οποιαδήποτε σύνδεση των εναγομένων 1 και 4 εταιρειών πέραν της προσωπικής φιλίας και επαγγελματικής συνεργασίας του με τον κ. Γιώργο Έλληνα, ο οποίος, καθώς αναφέρει, δεν φαίνεται να είναι διευθυντής ή μέτοχος της εναγόμενης 1, με βάση σχετική έρευνα που διεξήγαγαν στον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 5). Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει, η εναγόμενη 4 πώλησε το επίδικο ακίνητο στην εναγόμενη 5 με βάση αγοραπωλητήριο ημερ. 29.2.2013 (Τεκμήριο 6). Το ίδιο πρόσωπο (κ. Μ. Στυλιανού) υπογράφει και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της εναγόμενης 5, επεξηγώντας πως η εναγόμενη 4 εταιρεία προσφέρει υπηρεσίες γραμματέα και διευθυντή στην εναγόμενη 5 και ο ίδιος είναι αξιωματούχος της εταιρείας που προσφέρει τις πιο πάνω υπηρεσίες. Η πώληση του επίδικου ακινήτου, υποστηρίζει, κρίθηκε από την εναγόμενη 4 συμφέρουσα και για το σκοπό αυτό καταρτίστηκε το αγοραπωλητήριο ημερομηνίας 28.2.2013, αφού η εναγόμενη 5 είχε επιδείξει ενδιαφέρον για την αγορά του. Επαναλαμβάνοντας όσα είχε αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση της εναγόμενης 5 για παρέμβαση στη διαδικασία, επεξηγεί πως το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των €589.467,50 το οποίο θα καταβαλλόταν σε τρεις ισόποσες ετήσιες δόσεις. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, υποστήριξαν με τις τελικές αγορεύσεις τους τις θέσεις και εισηγήσεις των διαδίκων, παραπέμποντας το Δικαστήριο στην πλούσια επί του εξεταζόμενου θέματος νομολογία. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
  21. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
  22. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
  23. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, συνεκτιμώντας τις θέσεις των διαδίκων και όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν με επιμέλεια υπόψη του Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι των καθ' ων, έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπογράφεται από δικηγόρο, χωρίς να δίνεται επεξήγηση για το λόγο που δεν ορκίστηκαν οι αιτητές. Το γεγονός αυτό, εισηγήθηκαν, είναι αρκετό για την αποτυχία της αίτησης. Το ζήτημα της κατάρτισης ένορκης δήλωσης από δικηγόρο απασχόλησε τα Δικαστήρια σε πολλές υποθέσεις. Η νομολογία συνοψίστηκε στην υπόθεση Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ.
  1. Όπως υποδείχθηκε, δεν υπάρχει αρχή που να αποκλείει την κατάρτιση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, όταν είναι ο ίδιος γνώστης των γεγονότων. Είναι, όμως, ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες σε δικαστική διαδικασία δικηγόροι οι οποίοι εκπροσωπούν κάποιο διάδικο. Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται πως στις περιπτώσεις όπου η ένορκη δήλωση υπογράφεται από δικηγόρο αντί από τον διάδικο, θα πρέπει να δίδεται κάποια εξήγηση για το γεγονός, εκτός εάν προκύπτει ο λόγος της αδυναμίας του διαδίκου να ορκιστεί από τα στοιχεία του φακέλου. Όπως, για παράδειγμα στην περίπτωση που η διαμονή του διαδίκου δεν είναι στην Κύπρο ή κάποιος άλλος εμφανής λόγος που να δικαιολογεί την δυσκολία του διαδίκου να υπογράψει ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, δίδεται εξήγηση για το λόγο που ο δικηγόρος υπογράφει την ένορκη δήλωση. Όπως αναφέρει έχει ο ίδιος προσωπική γνώση των γεγονότων που παραθέτει στην ένορκη δήλωση, από την έρευνα που διεξήγαγε στο Κτηματολόγιο, από τη μελέτη του φακέλου της αγωγής με αρ. 5725/2004 και από την ανάμειξη του ως δικηγόρος στις προηγηθείσες διαδικασίες. Είναι, βέβαια, γεγονός πως δεν αναφέρει τους λόγους που εμπόδιζαν τους ενάγοντες να υπογράψουν οι ίδιοι την ένορκη δήλωση. Είναι, όμως, εμφανές πως ο ενάγων 2 είναι Γερμανός υπήκοος και διαμένει στη Γερμανία, στη διεύθυνση που αναγράφεται επί του κλητηρίου. Το ότι η ενάγουσα 1 είναι κυπριακή εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο την Κύπρο, δεν εξυπακούει ότι οι αξιωματούχοι της, ήταν σε θέση να υπογράψουν την ένορκη δήλωση. Σε κάθε περίπτωση, τα ουσιώδη γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, είναι φανερό ότι σχετίζονται και προκύπτουν από τις έρευνες που διενήργησε ο δικηγόρος στους φακέλους του κτηματολογίου και των δικαστικών υποθέσεων. Δεν εγείρεται συνεπώς θέμα αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Αναφορικά με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, οι ενάγοντες έχουν θέσει επαρκή μαρτυρία που ικανοποιεί τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση όσο και ορατής προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό να υποδειχθεί πως η καταχώριση των δύο αγωγών από τους εναγόμενους 2 και 3 (η πρώτη) και την εναγόμενη 4 (η δεύτερη) δεν αμφισβητούνται. Ούτε το γεγονός ότι εκδόθηκαν δύο αποφάσεις με τις οποίες διατάχθηκε ειδική εκτέλεση της ίδιας συμφωνίας πώλησης αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που παρατέθηκαν, προκύπτει πως η εναγόμενη 1 πώλησε αρχικά το επίδικο ακίνητο στους εναγόμενους 2 και 3, οι οποίοι στη συνέχεια το πώλησαν στην εναγόμενη 4 και αυτή με τη σειρά της στην εναγόμενη
  2. Προκειμένου να καταστεί εφικτή η εγγραφή στην εναγόμενη 4 καταχωρίστηκαν οι αναφερθείσες αγωγές, στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν εκ συμφώνου διατάγματα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας πώλησης ημερ. 2.4.
  3. Το ότι υπήρξε συνεργασία μεταξύ των εναγομένων, προκειμένου να εγγραφεί, εν τέλει, το ακίνητο στο όνομα της εναγόμενης 4 είναι αυταπόδεικτο. Υποδεικνύεται, συναφώς, ότι αποφάσεις στις δύο αγωγές (Τεκμήρια Ζ και Θ) εκδόθηκαν εκ συμφώνου, όπως επίσης, και το γεγονός ότι, με το Τεκμήριο Η, οι εναγόμενοι 2 και 3 εκχώρησαν τα δικαιώματα τους, στην εναγόμενη
  4. Εκείνο που αμφισβητείται είναι η πρόθεση για καταδολίευση των εναγόντων και η προσπάθεια τους για αποξένωση του ακινήτου ώστε να μην μπορέσουν οι ενάγοντες να ικανοποιήσουν την απόφαση που είχαν εξασφαλίσει εναντίον της εναγόμενης 1, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τους ισχυρισμούς και τις υπερασπίσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι 4 και 5 όσον αφορά την, κατ' ισχυρισμόν, εγκυρότητα της μεταβίβασης. Οι προβαλλόμενοι λόγοι υπεράσπισης δεν αναιρούν τη δυναμική της υπόθεσης των εναγόντων, όπως έχει επεξηγηθεί πιο πριν. Όπως έχει νομολογηθεί και υποδείχθηκε ανωτέρω, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας, ούτε σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων ως προς την πραγματική και νομική πτυχή της υπόθεσης. Καταλήγω, συνεπώς, ότι οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δυσκολία απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο συναρτάται με το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση (βλ. Κυρισάββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 και Όξυνος κ.ά. ν. Λου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066). Έχει, περαιτέρω, υποδειχθεί πως εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Δεν είναι ανάγκη να προσαχθεί μαρτυρία για να καταδειχθεί πραγματική πρόθεση του καθ' ου να αποξενώσει την περιουσία του. (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520, C. Phasarias (Automotive) Center Ltd. ν. Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 685 κ.α). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι εναγόμενοι φαίνεται ότι έχουν εκδηλώσει τέτοια πρόθεση. Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η μεταγενέστερη συμφωνία πώλησης του επίδικου ακινήτου από την εναγόμενη 4 στην εναγόμενη 5, είναι προφανής ο κίνδυνος περαιτέρω αποξένωσης. Βρίσκω ότι υπό τις περιστάσεις, ικανοποιείται και η 3η προϋπόθεση. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.ά.
(2001)1 A.A.Δ. 1301, παρόλο που δεν είναι απαραίτητο να καταδειχθεί άνομη πρόθεση, εάν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο επιδεικνύει περισσότερη ετοιμότητα να χορηγήσει το διάταγμα. Όσον αφορά, τέλος, το ισοζύγιο της ευχέρειας, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις που έχουν επισημανθεί ανωτέρω, η πλάστιγγα γέρνει σαφώς υπέρ της έκδοσης του διατάγματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις και κρίνεται, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη η χορήγηση της αιτούμενης ενδιάμεσης θεραπείας. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης, με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 4 και 5, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ........... Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.