← Κύπρος

Διαμάντω Παναγιώτου ν. Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ, Αρ. Αγωγής: 5794/07, 24/11/2014

Διαμάντω Παναγιώτου ν. Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ, Αρ. Αγωγής: 5794/07, 24/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A405 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 5794/07 Μεταξύ: Διαμάντω Παναγιώτου Ενάγουσας και Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ Eναγομένων Ημερομηνία: 24/11/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Κ. Χ΄ Κωστής (για την απαγγελία της απόφασης η κα Ανδρονίκου) Για Εναγόμενους: κα Μ. Κυριακού (για την απαγγελία της απόφασης η κα Σαββίδου) ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αγωγή της ενάγουσας με την οποία αξιώνει εναντίον της εναγόμενης εταιρείας, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, ζημιές και/ή απώλειες που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της υπέστη συνεπεία εργατικού ατυχήματος που επισυνέβη στις 17/9/2006 στο ξενοδοχείο που εργαζόταν και ανήκει στην εναγόμενη εταιρεία και τότε εργοδότρια της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, τη συγκεκριμένη ημερομηνία και ενώ κατά τη διάρκεια της εργασίας της ασκούσε τα συνηθισμένα καθήκοντα της και καθάριζε δωμάτιο στο ξενοδοχείο Μιραμάρε, στην προσπάθεια της να πλύνει μέσα στον νιπτήρα ένα ποτήρι που βρισκόταν στο δωμάτιο, το ποτήρι αυτό έσπασε, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά στον δείκτη του αριστερού της χεριού. Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης τους εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα εμποδίζεται να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό καθότι περί τον Δεκέμβριο του 2006 και/ή τον Ιανουάριο του 2007 απάλλαξε πλήρως τους εναγομένους υπογράφοντας σχετικό έντυπο απαλλαγής. Άνευ βλάβης της προδικαστικής τους ένστασης ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ως εργοδότες τηρούσαν όλους τους κανόνες ασφάλειας και είχαν λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για προστασία των εργαζομένων τους. Υποστηρίζουν ακόμα ότι το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της ενάγουσας η οποία ενώ ασχολείτο με τα συνήθη καθήκοντα της και έπλενε ένα ποτήρι σε ένα από τα δωμάτια του ξενοδοχείου αυτό της έπεσε και έσπασε μέσα στον νεροχύτη. Τότε η ενάγουσα ενεργώντας αμελώς και στην προσπάθεια της να μαζέψει τα σπασμένα γυαλιά τραυματίστηκε. Αρνούνται περαιτέρω ότι η ενάγουσα υπέστη τις σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές που η ίδια ισχυρίζεται και περαιτέρω αναφέρει ότι οι σωματικές βλάβες προϋπήρχαν του ατυχήματος. Με την Απάντηση της η ενάγουσα απορρίπτει την προδικαστική ένσταση των εναγομένων λέγοντας ότι ουδέποτε απάλλαξε τους εναγομένους και ότι το έγγραφο το οποίο οι τελευταίοι επικαλούνται δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική της βούληση, γι' αυτό και θα επικαλεστεί το ευεργέτημα του non est factum. Και αυτό γιατί δεν μπορεί να διαβάζει, όταν το υπέγραφε ήταν με την εντύπωση ότι υπέγραφε απλώς απόδειξη παραλαβής μέρους του μισθού της, δεν ζήτησε από τρίτα πρόσωπα να της εξηγήσουν το περιεχόμενο του, γιατί εμπιστεύτηκε τους εναγομένους και/ή τους αντιπροσώπους τους, γιατί τη συγκεκριμένη στιγμή βρισκόταν σε μεγάλη ψυχολογική πίεση και γιατί οι εναγόμενοι ενήργησαν κακόπιστα και εκμεταλλεύτηκαν την εμπιστοσύνη που τους είχε δείξει. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι τα ιατρικά έξοδα της ενάγουσας ανέρχονται στο ποσό των Ε53= και τα έξοδα φυσιοθεραπείας στο ποσό των Ε43=. Προς απόδειξη της υπόθεσης της μαρτύρησε η ίδια η ενάγουσα, ο Δρ Α. Παναγιώτου και η Λουκία Αβρααμίδου (Μ.Ε.1-3), ενώ εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας κλήθηκε και μαρτύρησε μία μόνο μάρτυρας, η Θεοδώρα Μιλτιάδου. Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να παραθέσω τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Η ενάγουσα μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Και αυτό γιατί μαρτύρησε με απόλυτα φυσικό και απλό τρόπο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με αμεσότητα, εντελώς ανεπιτήδευτα και χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό. Παρακολουθώντας την να καταθέτει και παρατηρώντας το ύφος της και τον τρόπο συμπεριφοράς της, που ήταν γνήσιος και πηγαίος, σχημάτισα την πεποίθηση ότι αυτή μαρτύρησε με ειλικρίνεια ότι πραγματικά είχε συμβεί. Δεν μου διαφεύγει ότι στη μαρτυρία της εντοπίζονται μερικές αδυναμίες και ότι σε άλλες περιπτώσεις παρατηρείται κάποια σύγχυση. Όμως δεν θεωρώ ότι αυτά προήλθαν εσκεμμένα και λόγω πρόθεσης της να παραποιήσει την αλήθεια, αλλά ίσως οφείλονται στην έλλειψη μόρφωσης έστω και της στοιχειώδους, αφού όπως διαφάνηκε ήταν μια απλή και χωρίς μόρφωση γυναίκα ηλικίας 65 χρόνων σήμερα η οποία φοίτησε μόνο μέχρι την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου αλλά ίσως και λόγω της παρόδου πολλών χρόνων από τότε που έγινε το ατύχημα. Ούτε και κάποιες αντιφάσεις που υπάρχουν στη μαρτυρία της με αυτή του Δρ Παναγιώτου, δεν κρίνονται ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της για τους ίδιους λόγους. Τέτοιες περιπτώσεις είναι αυτές στις οποίες η ίδια ισχυρίσθηκε ότι ο Δρ Παναγιώτου τις αφαίρεσε κάποιες ραφές και ότι της έδωσε αναρρωτική άδεια για περίοδο 6 μηνών, κάτι που ο ίδιος ο γιατρός δεν ανάφερε. Όμως το γεγονός ότι αυτά δεν αναφέρθηκαν από τον γιατρό, δεν κρίνονται ικανά να επηρεάσουν την αξιοπιστία της, γιατί ήταν προφανές ότι ο γιατρός δεν θυμόταν τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά τα όσα προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου βασίσθηκαν μόνο στα όσα κατέγραψε στο ιατρικό πιστοποιητικό που είχε ετοιμάσει από πολλά χρόνια. Πρέπει πάντως να λεχθεί ότι παρόλο που ο γιατρός δεν ανάφερε ότι ο ίδιος προέβη σε αφαίρεση ραφών, επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία του ότι είχε γίνει συρραφή στο τραύμα της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός της δε ότι έλαβε αναρρωτική άδεια 6 μηνών επιβεβαιώθηκε έμμεσα από τη Μ.Ε.2 η οποία είπε ότι η ενάγουσα παρουσίασε στο τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων σχετική ιατρική βεβαίωση, βάσει της οποίας εγκρίθηκε αίτηση που υπέβαλε και έλαβε επίδομα σωματικής βλάβης για τη χρονική περίοδο από 21/9/2006 έως 17/5/
  1. Ένα ακόμα σημείο από τη μαρτυρία της που δείχνει κατά την άποψη μου την ειλικρίνεια, αλλά παράλληλα και την μη πλήρη κατανόηση των λέξεων ή φράσεων που σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιούσε, είναι το ακόλουθο. Ενώ ήταν προφανές και το ανάφερε και η ίδια ότι έκοψε το χέρι της είπε σε κάποιο σημείο της κύριας εξέτασης ότι «έχει 6, 7 χρόνια που έφυγα (εννοώντας από το ξενοδοχείο), που έσπασα το χέρι μου». Εν πάση όμως περιπτώσει είναι σημαντικό και πρέπει να λεχθεί ότι στα ουσιαστικά σημεία για την υπόθεση όπως για τις συνθήκες που έγινε το ατύχημα και για τις συνθήκες που υπόγραψε το Τεκμήριο 5 που τιτλοφορείται ως «απόδειξη είσπραξης και απαλλαγής» και στο οποίο οι εναγόμενοι βασίζουν τον ισχυρισμό τους για ύπαρξη κωλύματος (estoppel by deed), σχημάτισα την πεποίθηση ότι η ενάγουσα ήταν απόλυτα ειλικρινής περιγράφοντας τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν. Σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου 5 ανάφερε ότι προσήλθε στο λογιστήριο του ξενοδοχείου για να παραλάβει τους μισθούς της και ότι όπως γινόταν κατά τη συνήθη πρακτική που ακολουθείτο από το λογιστήριο κατά την παραλαβή επιταγής για εξόφληση του μισθού, της ζητήθηκε να υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο χωρίς κανένας να της πει και χωρίς η ίδια να αντιληφθεί ότι αυτό είχε οποιαδήποτε σχέση με ασφάλεια. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της εκτός μόνο του σημείου ότι αμέσως μετά τον τραυματισμό της και όταν μετέβη στο νοσοκομείο υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Και αυτό γιατί ο ισχυρισμός της αυτός δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα γιατρό και ειδικότερα αυτόν που την υπέβαλε όπως ισχυρίσθηκε σε τέτοια εγχείρηση στο νοσοκομείο, αλλά ούτε και από τον Μ.Ε.
  2. Δεν έχει επίσης επεξηγηθεί σε ποιου είδους εγχείρηση υποβλήθηκε, τι ακριβώς έγινε, για αποκατάσταση ποιας συγκεκριμένα σωματικής βλάβης κ.λ.π. ή εάν η ενάγουσα λέγοντας εγχείρηση δεν ακριβολογούσε αλλά εννοούσε συρραφή του τραύματος ή των τενόντων ή οτιδήποτε άλλο. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι ο Δρ Παναγιώτου δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει εάν μετά τον τραυματισμό της, έγινε στο χέρι της ενάγουσας συρραφή τενόντων. Και αυτό γιατί θα έπρεπε όπως είπε να είχε «ανοίξει» το τραύμα για να μπορεί να εκφέρει άποψη, κάτι όμως που δεν έκαμε. Σημαντικό όμως είναι και θα πρέπει να λεχθεί ότι παρατηρώντας την ενάγουσα να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη συμπεριφορά της δεν θεωρώ ότι προέβαλε τα πιο πάνω για να παραπλανήσει το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να αποδοθούν στο γενικότερο τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τα πράγματα, επαναλαμβάνω ίσως λόγω της έλλειψης μόρφωσης. Σημαντικό στοιχείο που καταδεικνύει την ειλικρίνεια της είναι ότι ενώ ο Δρ Παναγιώτου καταγράφει στο Τεκμήριο 2 ότι η ενάγουσα αδυνατεί να εκτελεί τις οικιακές της εργασίες και χρειάζεται βοήθεια από τρίτο πρόσωπο η ίδια δεν προσπάθησε βασιζόμενη στη διαπίστωση αυτή του γιατρού να αποκομίσει οποιαδήποτε περισσότερα οφέλη αλλά με ειλικρίνεια δήλωσε ότι ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού και κάνει όπως είπε ότι μπορεί με το δεξί της χέρι. Η μοναδική ιατρική μαρτυρία που παρουσιάσθηκε σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που υπέστη η ενάγουσα και για τις οποίες μαρτύρησε και η ίδια, προήλθε από τον Δρ Παναγιώτου ο οποίος κατάθεσε ως Μ.Ε.
  3. Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 All E.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Ήταν προφανές ότι ο μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί το περιστατικό και τα όσα ανάφερε ήταν μόνο τα όσα ήταν καταγραμμένα στο ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο εξέδωσε (Τεκμήριο 2). Εν πάση περιπτώσει αποδέχομαι ότι σε αυτό καταγράφονται οι σωματικές βλάβες που διέγνωσε ότι παρουσίαζε η ενάγουσα όταν την εξέτασε μετά από κάποιες επισκέψεις και με τελευταία αυτήν στις 16/2/
  1. Και αυτό λόγω της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου. H εντύπωση μου αυτή προήλθε μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι παρόλο που δεν μπορούσε να θυμηθεί το συγκεκριμένο περιστατικό, ήταν σε θέση και κατόρθωσε με πλήρη επάρκεια να δικαιολογήσει και να εξηγήσει με τους λόγους για τους οποίους είχε οδηγηθεί στα συμπεράσματα του τα οποία κατέγραψε στο Τεκμήριο
  2. Πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι η πλευρά των εναγομένων και παρόλο που αντεξέτασε τον γιατρό, δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά τη διάγνωση του σε σχέση με τις σωματικές βλάβες της ενάγουσας. Σημαντικό στοιχείο που προέκυψε από τη μαρτυρία του ήταν ότι από το χρόνο της εξέτασης και της έκδοσης του ιατρικού πιστοποιητικού μέχρι και σήμερα, δεν ήταν πιθανό να υπήρξε βελτίωση της κατάστασης της ενάγουσας. Υποστήριξε ο γιατρός και έγινε πιστευτός ότι αυτό θα αποτελούσε σπανιότατη εξέλιξη, αφού όπως εξήγησε αυτό συμβαίνει συνήθως σε τραύματα παρόμοιας φύσης με αυτά της ενάγουσας. Γι' αυτό και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Μ.Ε. 3 ήταν η Λουκία Αβρααμίδου, επιθεωρήτρια στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αυτή κατάθεσε ως Τεκμήριο 3, αναλυτική κατάσταση των αποδοχών της ενάγουσας για το 2006 και είπε ότι ο ακαθάριστος μισθός της μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2006 που ήταν απασχολημένη, ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.824=. Σύμφωνα με το αρχείο που διατηρούν ως υπηρεσία, η ενάγουσα στις 27/9/2006 υπέβαλε αίτηση για επίδομα σωματικών βλαβών λόγω ατυχήματος που έγινε στις 17/9/2006 και προσκόμισε προς τούτο ιατρική βεβαίωση. Τελικά έλαβε ως τέτοιο επίδομα για την περίοδο από 21/9/2006 έως 17/5/2007, το ποσό των Λ.Κ.3.234.90= (Τεκμήριο 4). Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και η μάρτυρας καθόλου δεν αντεξετάσθηκε. Για το λόγο αυτό τα όσα προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία προέκυψαν από την εκτέλεση των καθηκόντων της γίνονται πλήρως αποδεκτά. Μοναδική μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν η Θεοδώρα Μιλτιάδου, υπάλληλος της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Μεταξύ των καθηκόντων της, περιλαμβάνονται και ορισμένα που αφορούν την υπηρεσία ασφαλειών της τράπεζας που είναι ο γενικός αντιπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας Aliance. Εντός των πλαισίων άσκησης των καθηκόντων της, παραδίδει και επιταγές που αφορούν την πληρωμή αποζημιώσεων σε δικαιούχους που έχουν κάποια απαίτηση από την ασφαλιστική εταιρεία. Εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθούν όταν παραδίδουν μια επιταγή σε κάποιο δικαιούχο και ρητά ανάφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε και την ενάγουσα. Αναγνώρισε πάντως στο Τεκμήριο 5, που είναι φωτοαντίγραφο του εγγράφου το οποίο οι εναγόμενοι επικαλούνται για να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό τους για ύπαρξη κωλύματος (estoppel by deed) την υπογραφή της ως μάρτυρος. Η μάρτυρας ήταν ειλικρινής και ανάφερε ρητά ότι δεν θυμόταν τη συγκεκριμένη περίπτωση. Τα όσα ανάφερε για τον τρόπο που ενήργησε τη δεδομένη στιγμή, βασίσθηκαν μόνο στη γενικότερη πρακτική που συνηθίζουν να ακολουθούν κατά τη διεκπεραίωση των εργασιών τους και ειδικότερα κατά την παράδοση επιταγών σε δικαιούχους από την ασφαλιστική εταιρεία. Εξέθεσε η μάρτυρας τη γενικότερη αυτή πρακτική, όμως με τη μαρτυρία της δεν απέκλεισε με θετικότητα ότι από τη στιγμή που η υπογραφή της είχε τεθεί επί του Τεκμηρίου 5, τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί, παρά μόνο η ενάγουσα να παρέλαβε τα χρήματα από την ίδια αφού της είχε επεξηγήσει το περιεχόμενο του εγγράφου. Αυτό προκύπτει από το γενικότερο τρόπο με τον οποίο μαρτύρησε και ενδεικτικά τούτου αναφέρω κάποια σημεία. Σε μία απάντηση που έδωσε και μάλιστα κατά την κυρίως εξέταση, είπε χαρακτηριστικά. «Δεν θυμάμαι την περίπτωση, η υπογραφή μου ως μάρτυρας δείχνει ότι εγώ παρέδωσα την επιταγή, αλλά ειλικρινά δεν θυμάμαι μετά από τόσα χρόνια. ΄Εχω κάποια καθήκοντα. Τη διαδικασία για παράδοση της επιταγής την είπα και ξέρω ότι τηρείται. Όμως με απόλυτη σιγουριά δεν μπορώ να σας πω για τη συγκεκριμένη περίπτωση». Δέχθηκε δηλαδή και η ίδια ότι δεν μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιη για το τι είχε συμβεί. Σε υποβολή που της έγινε κατά την αντεξέταση ότι η ενάγουσα ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της τράπεζας για να παραλάβει την επιταγή, απάντησε «Θέλετε να απαντήσω; Από τη στιγμή που βλέπω τη μαρτυρία μου στο Τεκμήριο 5, η σκέψη μου είναι ότι ήλθε κοντά μου και παρέλαβε την επιταγή». Και από την απάντηση της αυτή προκύπτει ότι αυτή ήταν η σκέψη της βλέποντας την υπογραφή της επί του Τεκμηρίου
  3. Ουσιαστικά όμως δεν θυμόταν την περίπτωση και δεν απέκλεισε ότι στην πραγματικότητα μπορούσε να είχε συμβεί κάτι άλλο. Σε άλλη υποβολή που ακολούθησε ευθύς αμέσως ότι το Τεκμήριο 5 υπογράφηκε στο λογιστήριο του ξενοδοχείου στο οποίο η ενάγουσα εργαζόταν στη Λεμεσό απάντησε «τότε θα έπρεπε να μπει η υπογραφή του ανθρώπου που παρέδωσε την επιταγή». Και σε αυτή την περίπτωση μιλά η μάρτυρας υποθετικά, χωρίς όμως με θετικότητα να αποκλείσει έστω και ως πιθανότητα ότι η επιταγή παραδόθηκε στην ενάγουσα από το λογιστήριο του ξενοδοχείου όπως ήταν η θέση της ενάγουσας. Απαντώντας σε άλλη υποβολή ότι το Τεκμήριο 5 στάληκε στα γραφεία τους και μετά η ίδια το υπόγραψε, αρκέσθηκε να απαντήσει ότι αυτό δεν είναι η τακτική τους, χωρίς όμως και πάλι να αποκλείσει ότι αυτό ήταν αδύνατο να είχε συμβεί έστω και ως ενδεχόμενο. Απορίες δημιουργεί επίσης ένας ισχυρισμός της ότι στην περίπτωση που αντιληφθεί ότι κάποιος δικαιούχος δεν μπορεί να διαβάζει, τότε η ίδια θα του διαβάσει το έγγραφο και επιπρόσθετα θα καλέσει και άλλο συνάδελφο της να είναι παρών όταν του επεξηγηθεί το περιεχόμενο του. Ενώπιον των δύο αυτών προσώπων ο δικαιούχος θα κληθεί και θα θέσει επί του εγγράφου, είτε το σημείο του σταυρού ή το δαχτυλικό του αποτύπωμα. Και αυτό όπως είπε λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζει τέτοια περίπτωση. Απορία όμως δημιουργεί ο ισχυρισμός της αυτός, για το τι έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ενάγουσα διάβασε το έγγραφο που της παραδόθηκε; Ή μήπως όχι γιατί δεν μπορεί να διαβάζει όπως η ίδια ισχυρίσθηκε; Και αν όντως δεν ήταν σε θέση να διαβάσει το έγγραφο, αυτό έγινε αντιληπτό από τη μάρτυρα ή όχι; Και αν έγινε αντιληπτό της το εξήγησε όπως είναι σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε η τακτική τους ή μήπως παρέλειψε να το πράξει; Και εάν αντιλήφθηκε ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να το διαβάσει τι έκαμε η μάρτυρας; Της το εξήγησε μόνη της; Ή φώναξε και άλλο συνάδελφο της να είναι παρών λόγω της ιδιαιτερότητας της κατάστασης κάτι που όπως ισχυρίσθηκε πράττει σε τέτοιες περιπτώσεις; Και εάν πράγματι κάλεσε και άλλο συνάδελφο της να είναι παρών ποιος ήταν αυτός και γιατί να μην θέσει και αυτός ως μάρτυρας την υπογραφή του επί του εγγράφου; Για τους πιο πάνω λόγους και επειδή διαφάνηκε ότι η μάρτυρας δεν θυμόταν τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά μαρτύρησε ουσιαστικά τα όσα αποτελούσαν την τακτική που ακολουθούσαν σε τέτοιες περπτώσεις, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της να βασισθώ σε αυτήν και να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα για το τι έγινε πραγματικά. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, η ενάγουσα εργαζόταν στο ξενοδοχείο Μιραμάρε, ιδιοκτησίας της εναγόμενης εταιρείας ως καμαριέρα, επάγγελμα που ασκούσε στο ίδιο ξενοδοχείο για περίοδο δώδεκα περίπου χρόνων πριν το ατύχημα. Η ενάγουσα που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 58 χρόνων, φοίτησε μόνο μέχρι την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου και δεν ξέρει να διαβάζει παρά μόνο να γράφει το όνομα της. Στις 17/9/2008 και μέσα στα πλαίσια των καθημερινών της καθηκόντων, καθάριζε ένα από τα δωμάτια του ξενοδοχείου. Αφού ολοκλήρωσε την καθαριότητα του δωματίου, εισήλθε στο μπάνιο για να το καθαρίσει και να πλύνει τα ποτήρια. Το πλύσιμο των ποτηριών που βρίσκονταν εντός των δωματίων, ήταν και αυτό μία εργασία που περιλαμβανόταν μέσα στα καθημερινά καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί και το πλύσιμο των ποτηριών γινόταν μέσα στους νιπτήρες του μπάνιου που βρισκόταν στα δωμάτια. Μόλις η ενάγουσα έβαλε το χέρι της μαζί με το σφουγγαράκι που χρησιμοποιούσε για το πλύσιμο των ποτηριών μέσα σε ένα ποτήρι για να το πλύνει, το ποτήρι έσπασε και την τραυμάτισε στο αριστερό της χέρι. Το ποτήρι αυτό, όπως και τα ποτήρια του ξενοδοχείου, υπήρχαν εκεί και χρησιμοποιούνταν για πολλά χρόνια, τουλάχιστο δώδεκα, χωρίς να αντικατασταθούν. Οι εργοδότες δεν παρείχαν στην ενάγουσα γάντια για να τα χρησιμοποιεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Αφού κάποιοι από το ξενοδοχείο της έδεσαν το χέρι, στη συνέχεια μετέβη στο νοσοκομείο όπου της έγινε περίθαλψη του τραύματος και στη συνέχεια εξετάσθηκε από τον Δρ Παναγιώτου. Μετά πάροδο έξη μηνών από το ατύχημα η ενάγουσα επέστρεψε πίσω στην εργασία της. Όμως λόγω της κατάστασης του χεριού της δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στα καθήκοντα της θέσης της και γι' αυτό και αφού ζήτησε από τους εργοδότες της να την μετακινήσουν αλλά αυτοί αρνήθηκαν, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την εργασία της. Πριν προχωρήσω να εξετάσω εάν οι εναγόμενοι υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα και εάν υποχρεούνται στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεων προς την ενάγουσα, απαραίτητο είναι και πρέπει πρώτιστα να εξετασθεί εάν η υπεράσπιση του κωλύματος και ειδικότερα του κωλύματος λόγω εγγράφου (estoppel by deed) τυγχάνει ή όχι εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση στην οποία οι εναγόμενοι εστίασαν ουσιαστικά την υπόθεση τους. Το κώλυμα αυτό, είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως ως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει (βλ. Πολιτική Εφ. 38/09 ημερομηνίας 22.5.2012 Γιώργος Χ΄ Στυλλή v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ). Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του, ούτε και οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει η υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής «σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος». Ο εφεσείων έφερε το βάρος απόδειξης ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν τον δεσμεύουν και δεν αφορούσαν την παρούσα αγωγή, αφού δημιουργείται τεκμήριο δέσμευσης το οποίο θα έπρεπε να είχε ανατρέψει. Οι ισχυρισμοί του ότι τα έγγραφα απαλλαγής που υπογράφηκαν, αφορούσαν μόνο την πρόωρη αφυπηρέτησή του και το Ταμείο Προνοίας, δεν υποστηρίζεται και ουδόλως βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό των υπό εξέταση εγγράφων. Αντίθετα, γίνεται σαφής αναφορά σε οποιαδήποτε διαφορά οποιασδήποτε φύσης, καθώς και σε δικαστικές ή άλλες διαδικασίες, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη δικαιωμάτων». Στην υπόθεση Χρ. Πίττας v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 110, αποφασίστηκε ότι: «Αφ' ης στιγμής ο εφεσείων δέχεται την υπογραφή του τότε δεσμεύεται από το έγγραφο, εκτός αν επιτύγχανε σε μια από τις υπερασπίσεις που ισχύουν σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως τη γνωστή αρχή του non est factum ή ότι η υπογραφή του λήφθηκε με απάτη..»., κάτι που εδώ δεν ίσχυε στην υπόθεση αυτή. Την υπεράσπιση του non est factum επικαλείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα για να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο δέσμευσης που έχει δημιουργηθεί από την υπογραφή του Τεκμηρίου 5. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy v. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 264, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε τα ακόλουθα. «Επιβάλλεται στο σημείο αυτό η σύντομη αναφορά μας στο περιεχόμενο και την εμβέλεια της αρχής non est factum. Είναι η υπεράσπιση που αναγνώρισε το κοινό δίκαιο για την απάμβλυνση του αυστηρού κανόνα που ίσχυε για την εκτέλεση των συμβολαίων γνωστών ως deeds. Οι υποχρεώσεις που, τέτοιου είδους πράξεις διαλαμβάνουν, έπρεπε να εκτελεστούν ανεξάρτητα αν η εφαρμογή τους θα προκαλούσε αδικία. Κατά τη νομική γλώσσα της εποχής το υποφέρον μέρος μπορούσε να αντικρούσει την απαίτηση ισχυριζόμενο ότι scriptum predictum non est factum suum. Βασική απόφαση στη διαμόρφωση της αρχής υπήρξε η υπόθεση Foster v. Mackinnon, ανωτέρω. Η απόφαση του δικαστή Byles το 1869 καταθέτει, τρόπον τινά, το θεμέλιο λίθο του δόγματος που επέζησε, επεκτεινόμενο, μέχρι σήμερα: "It seems plain, on principle and on authority, that, if a blind man, or a man who cannot read, or who for some reason (not implying negligence) forbears to read, has a written contract falsely read over to him, the reader misreading to such a degree that the written contract is of a nature altogether different from the contract pretended to be read from the paper which the blind or illiterate man afterwards signs; then, at least if there be no negligence, the signature so obtained is of no force. And it is invalid not merely on the ground of fraud, where fraud exists, but on the ground that the mind of the signer did not accompany the signature; in other words, that he never intended to sign, and therefore in contemplation of law never did sign, the contract to which his name is appended." Στους νεώτερους χρόνους η Saunders v. Anglia Building Society, ανωτέρω, που είναι απόφαση της Βουλής των Λόρδων, αποτελεί σταθμό γιατί έδωσε και κάποιες νέες προεκτάσεις και διεύρυνε τους ορίζοντες της αρχής. Μεταφέρουμε το σχετικό σχόλιο των Cheshire, Fifoot and Furmston's "Law of Contract", 13η έκδοση,
(1996), σελ. 268-269: "It will be observed that the judgment of Byles J, which was approved by the House of Lords in Saunders v. Anglia Building Society (known in the lower courts as Gallie v. Lee), expanded the scope of the plea non est factum in two respects; it extended it to unsealed contracts and to the situation where an educated man, to whom no negligence is attributable, has failed to scrutinise what he has signed. Nevertheless, the judiciary is now agreed that, if the confidence of third parties who normally rely upon the authenticity of signatures is not to be eroded, the plea must be confined within narrow limits. A heavy burden of proof lies upon the party by whom it is invoked. The main difficulty is to define the degree of difference that must exist between the signed contract and that which the mistaken party intended to sign before it can be said that the consent of the signatory was totally lacking. A definitive formula of universal application is scarcely possible. Everything depends upon the circumstances of each case. It will be recalled that the court in Foster v. Mackinnon required the written contract to be "of a nature altogether different" from that which the mistaken party believed it to be. In Saunders v. Anglia Building Society the Law Lords suggested a variety of alternative expressions, such as "radically", "fundamentally", "basically", "totally" or "essentially" different in character or substance from the contract intended; but it is doubtful whether these add much to what was said by Byles J. In the comparatively few cases in which the plea has succeeded, the degree of difference between the intention and the act of the signatory has been wide enough to satisfy the most exacting of arbiters. The contract, for instance, has been held void where the signatory's intention was directed to a power of attorney, not to a mortgage: to a guarantee, not to a bill of exchange; to a testification to the fraudulent person's signature, not to a promissory note for £11,113; to a proposal for insurance, not to a guarantee of the fraudulent person's overdraft." H Saunders v. Anglia, ανωτέρω, εφαρμόστηκε και στην Avon Finance Co. Ltd. v. Bridger and Another
(1985)2 All E.R. 281, και αφορά την πτυχή της αμέλειας. Η σύνοψη στην σελ. 281 είναι άκρως κατατοπιστική: "The doctrine of non est factum had limited application and could only be relied on by a defendant if he had exercised reasonable care in the circumstances in connection with the transaction. On the facts, it was not possible to find that the defendants had exercised such reasonable care as was appropriate in the circumstances in entering into the transaction. Accordingly, the defendants could not rely on the defence of non est factum; Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961 applied."». Παρόλο που η ίδια η ενάγουσα στην προφορική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία είπε ότι δεν μπορεί να ξέρει αν υπόγραψε το Τεκμήριο 5 ούτε και μπορούσε να αναγνωρίσει την υπογραφή της επί του εγγράφου γιατί δεν ξέρει να διαβάζει, το γεγονός της υπογραφής του εγγράφου από την ίδια είναι παραδεκτό και προκύπτει από τα όσα δικογραφούνται στην Απάντηση της όπου αναφέρει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική και ελεύθερη της βούληση γιατί η ίδια δεν μπορεί να διαβάζει και όταν το υπέγραψε ενώ βρισκόταν στο λογιστήριο των εναγομένων, ήταν με την εντύπωση ότι υπέγραφε απόδειξη παραλαβής του μισθού της, δεν ζήτησε να της το εξηγήσουν γιατί εμπιστεύτηκε τους εναγομένους και/ή τους αντιπροσώπους τους αλλά αυτοί ενήργησαν κακόπιστα και εκμεταλεύθηκαν την ψυχολογική πίεση στην οποία βρισκόταν λόγω του τραυματισμού της και του οικονομικού αδιεξόδου στο οποίο βρέθηκε. Όπως προαναφέρεται, η ενάγουσα κρίθηκε απόλυτα ειλικρινής και η μαρτυρία της έγινε αποδεκτή εκτός μόνο του σημείου που πιο πάνω αναφέρεται. Και αυτό σε αντίθεση από τη μαρτυρία των εναγομένων η οποία περιορίσθηκε σε μια γενικόλογη περιγραφή της πρακτικής που ακολουθείται σε περιπτώσεις υπογραφής εγγράφων απαλλαγής από δικαιούχους προς την ασφαλιστική εταιρεία και η οποία χαρακτηριζόταν από παντελή έλλειψη βεβαιότητας και θετικότητας ως προς τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αποτελούν συνεπώς ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα η οποία είναι μία γυναίκα αμόρφωτη, ηλικίας σήμερα 65 χρόνων που δεν ξέρει να διαβάζει και να γράφει παρά μόνο το όνομα της, έλαβε επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.1.500= στις 20/12/2006 από το λογιστήριο του ξενοδοχείου Μιραμάρε στο οποίο εργαζόταν και υπόγραψε το Τεκμήριο 5. Μετέβη εκεί για να λάβει την επιταγή για τον μισθό της και χωρίς κανένας να την ειδοποιήσει γι' αυτό. Όταν το υπέγραφε ήταν με την πεποίθηση ότι το ποσό της επιταγής αντιπροσώπευε μισθούς της και το υπέγραφε με την εντύπωση ότι βεβαίωνε την παραλαβή του μισθού της όπως ήταν η ακολουθούμενη τακτική κατά την παραλαβή επιταγής για εξόφληση μισθών. Κανένα πρόσωπο ούτε πριν, ούτε κατά την υπογραφή του εγγράφου δεν της εξήγησε το περιεχόμενο του. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η υπεράσπιση του non est factum βρίσκει εφαρμογή στην εξεταζόμενη περίπτωση και γι' αυτό πετυχαίνει. Αξίζει πάντως να επισημανθεί ότι στο Τεκμήριο 5 γίνεται αναφορά σε ατύχημα που έγινε κατά ή περί τις 17/9/2006 στο Plaza Hotels Enterprises Ltd στη Λεμεσό, όνομα που δεν έχει καμία απολύτως σχέση ούτε με το όνομα της εναγόμενης εταιρείας, ούτε και με το όνομα του ξενοδοχείου, του Miramare στο οποίο έγινε το ατύχημα, ζήτημα όμως που εν όψει των πιο πάνω θεωρώ αχρείαστο να με απασχολήσει περαιτέρω. Η υποχρέωση επιμέλειας κάποιου εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο του, πηγάζει από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Στην L.P. Transbeton Ltd v. Κώστας Σταύρου κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 304 αναλύεται η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη και αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (Δέστε: Χριστοφή κ.α. ν. Θεοδούλου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 512). Η φύση του καθήκοντος επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του αναλύεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παράγραφοι 965-971, σελ. 578-592. Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ΄ ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas
(1953)A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας». (βλ. επίσης Πολιτ. Εφ. Αρ. 313/2008 ημερομ. 21/2/2012, Κώστας Ευθυμίου v. Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιοί Λτδ). Πρέπει να λεχθεί ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν ουσιαστικά ότι υπέχουν ευθύνη. Και αυτό γιατί καμία μαρτυρία δεν παρουσίασαν για να ανατρέψουν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ενώ επίσης και κατά το στάδιο της αντεξέτασης δεν υπέβαλαν σε αυτήν τα όσα στην Έκθεση Υπεράσπισης τους δικογραφούν και προπάντων δεν της υπέβαλαν ότι οι εναγόμενοι δεν φέρουν ευθύνη για το ατύχημα, ούτε και ότι η ίδια η ενάγουσα έχει συντρέχουσα αμέλεια γι' αυτό. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η γραμμή που οι εναγόμενοι επέλεξαν να ακολουθήσουν κατά την αντεξέταση της ενάγουσας δεν ήταν ξεκάθαρη και σαφής. Παρά το ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης είναι παραδεκτό ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο του ατυχήματος ασχολείτο με τα συνήθη καθήκοντα της και έπλενε ένα ποτήρι σε ένα από τα δωμάτια του ξενοδοχείου, κατά το στάδιο της αντεξέτασης επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί ότι το πλύσιμο των ποτηριών μέσα στα δωμάτια αποτελούσε μέρος των καθηκόντων της. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ακόμα και κατά το στάδιο των αγορεύσεων δεν εκτίθεται στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων ρητή άρνηση ως προς τυχόν ευθύνη τους αλλά προβάλλονται μόνο κάποιοι αόριστοι και γενικόλογοι ισχυρισμοί. Αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο τραυματισμός της ενάγουσας προκλήθηκε από το σπάσιμο του ποτηριού στην απλή προσπάθεια της να το πλύνει. Το ποτήρι ήταν ιδιοκτησίας των εναγομένων και το πλύσιμο των ποτηριών αποτελούσε μέρος των καθημερινών της καθηκόντων και γινόταν σύμφωνα με τις οδηγίες των εναγομένων μέσα στον νιπτήρα του μπάνιου των δωματίων χωρίς τη χρήση γαντιών γιατί τέτοια γάντια δεν προμήθευαν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα. Αυτή ήταν η καθημερινή πρακτική που ακολουθείτο. Το ποτήρι που έσπασε ήταν παλιό αφού τα ίδια ποτήρια χρησιμοποιούνταν στο ξενοδοχείο τουλάχιστο για δώδεκα χρόνια. Ο λόγος που έσπασε το ποτήρι στην προσπάθεια αυτή της ενάγουσας δεν ήταν απαραίτητο να αποδειχθεί. Είναι αρκετό ότι η ενάγουσα εκτελώντας τα καθημερινά της καθήκοντα, αυτά που της είχαν ανατεθεί από τους εναγομένους και συγκεκριμένα πλένοντας το ποτήρι σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες τους υπέστη τον τραυματισμό λόγω του σπασίματος του ποτηριού (βλ. Αλεξάνδρου v. Θεόδωρου Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1997)1 (Α) ΑΑΔ 506). Στην υπόθεση Εργοληπτικές Εργασίες Α. Γ. Κάζανος και Υιοί Λτδ v. Κακουλλή κ.α.
(2006)1 (Α) ΑΑΔ 28, η ευθύνη για τραυματισμό εργάτη ενώ χειριζόταν αγωγό διά μέσου του οποίου διοχετευόταν σκυρόδεμα από μπετονιέρα, αποδόθηκε στους εργοδότες γιατί κρίθηκε ότι το ατύχημα έγινε υπό περιστάσεις που αποδείκνυαν την ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους τους αφού αυτοί δεν προσκόμισαν μαρτυρία που να δίδει εξηγήσεις για το πως έγινε το ατύχημα και σύμφωνα με τις οποίες δεν μπορούσε να τους αποδοθεί ευθύνη. Λέχθηκε συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή «Ο ενάγων-εφεσίβλητος, τραυματίστηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1998 ενώ χειριζόταν το λαστιχένιο αγωγό δια μέσου του οποίου διοχετευόταν σκυρόδεμα από μπετονιέρα και αντλία η οποία ανήκε στους εφεσείοντες-εναγόμενη εταιρεία. Χειριστής του μηχανήματος ήταν εργοδοτούμενος των εφεσειόντων. Το σκυρόδεμα τοποθετείτο σε καλούπι στο φράγμα-Ξυλιάτου. Η ανάθεση της εργασίας αυτής έγινε στους εφεσείοντες από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, εναγόμενους 2 - εφεσίβλητους. Ενώ ο εφεσίβλητος 1, χειριζόταν τον αγωγό κρατώντας τον για να χύνεται το μπετόν στο καλούπι, ο αγωγός έκανε μια απότομη εκτίναξη με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να κτυπηθεί και να τραυματιστεί. Οι αποζημιώσεις του συμφωνήθηκαν προδικαστικά στο ποσό των £10,
  1. Ο εφεσίβλητος, ήταν εργοδοτούμενος των εφεσιβλήτων
  2. Συζητήθηκε το θέμα της ευθύνης που αμφισβητούσαν οι εφεσείοντες, και διαζευκτικά την επέρριπταν στους εφεσίβλητους
  3. Το απλό περιστατικό, όπως το περιγράψαμε πιο πάνω, δεν ήταν υπό αμφισβήτηση. Οι εφεσείοντες παρουσίασαν μαρτυρία ειδημόνων για να εξηγήσουν με ποιο τρόπο ήταν δυνατό να γίνει η απότομη εκτίναξη του αγωγού. Η μαρτυρία τους περιείχε πιθανολογήσεις, που δεν διατυπώθηκαν στην έκθεση υπεράσπισης τους. Η πιο ουσιαστική πιθανολόγηση, ότι δηλαδή ο εφεσίβλητος 1, κρατούσε τον αγωγό μέσα στο κουγκρί, και γι' αυτό δημιουργήθηκε απόφραξή του με αποτέλεσμα την εκτίναξη, όχι μόνο δεν περιελήφθη στην έκθεση υπεράσπισης, αλλά ούτε καν τέθηκαν σχετικές ερωτήσεις στον εφεσίβλητο για να εκφράσει τη δική του θέση. Στο τέλος της ημέρας εκείνο που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο ήταν το δυστύχημα, που έγινε υπό περιστάσεις που αποδείκνυαν την επίδειξη αμέλειας εκ μέρους των εφεσειόντων, χωρίς οι τελευταίοι να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, που να δίδει εξηγήσεις για το συμβάν, σύμφωνα με τις οποίες δεν μπορούσε να τους αποδοθεί ευθύνη». Όπως και στην υπόθεση Κάζανος, έτσι και στην παρούσα, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι το ατύχημα έγινε υπό περιστάσεις που αποδεικνύουν την ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους των εναγομένων οι οποίοι στην παρούσα περίπτωση παρέλειψαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει για ποιο λόγο δεν θα έπρεπε να τους αποδοθεί ευθύνη, παραλείποντας ακόμα και να υποβάλουν στην ενάγουσα τέτοια θέση. Το περιστατικό είναι και στην εξεταζόμενη περίπτωση απλό. Η ενάγουσα τη συγκεκριμένη ημέρα του ατυχήματος εκτελούσε τα καθήκοντα της με τον τρόπο που της είχαν υποδειχθεί και όπως έπραττε καθημερινά. Αφού ολοκλήρωσε την καθαριότητα του δωματίου του ξενοδοχείου και έπλενε ένα ποτήρι μέσα στο νιπτήρα του μπάνιου, το ποτήρι έσπασε μέσα στο χέρι της και την τραυμάτισε. Το ποτήρι αποτελούσε εξοπλισμό του ξενοδοχείου και ήταν παλιό αφού τα ίδια ποτήρια χρησιμοποιούνταν στο ξενοδοχείο τουλάχιστο για δώδεκα χρόνια. Το πλύσιμο δε του ποτηριού γινόταν σύμφωνα με τις οδηγίες των εναγομένων μέσα στον νιπτήρα και με τα μέσα που οι εναγόμενοι παρείχαν. Όλα τα πιο πάνω ήταν ιδιοκτησίας και κάτω από τον αποκλειστικό έλεγχο των εναγομένων οι οποίοι καθόριζαν και τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας. Η ενάγουσα έκανε τη δουλειά της όπως έπραττε καθημερινά σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες των εναγομένων. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα δεικνύουν αμέλεια εκ μέρους των εναγομένων. Το πρόσθετο επίσης γεγονός ότι οι εναγόμενοι ανάθεσαν στην ενάγουσα να εκτελεί την πιο πάνω εργασία χωρίς παράλληλα να της παρέχουν γάντια που να την προστατεύουν συνιστά παράβαση του καθήκοντος τους για παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας. Με την ανάθεση στην ενάγουσα του καθήκοντος του πλυσίματος των παλιών ποτηριών χωρίς τη χρήση γαντιών, οι εναγόμενοι την εξέθεσαν σε μη αναγκαίο, συνεχή, περιττό κίνδυνο αλλά και προβλεπτό για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να επιφέρει αφού ανά πάσα στιγμή μπορούσε να προκληθεί τραυματισμός. Και αυτό ενώ υπήρχε η δυνατότητα να αποτραπεί ο κίνδυνος τουλάχιστο με την παροχή γαντιών (Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd,
(2002). Δεν έχει επίσης διαφανεί ούτε και προωθήθηκε ότι για να γίνουν αυτά θα χρειαζόταν δυσανάλογο οικονομικό κόστος για τους εναγόμενους. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, «Η πρόσφατη νομολογία, αγγλική και κυπριακή, υπογραμμίζει τη σημασία του κοινού ανθρωπισμού στον προσδιορισμό της φύσης και έκτασης του καθήκοντος προς τον πλησίον, προς το γείτονα, προς το άτομο στο οποίο οφείλεται καθήκον επιμέλειας για τη διαφύλαξη της ασφάλειάς του. Στην G.I.P. Constructions v. Neophytou and Another
(1983)1 C.L.R. 669, και με αναφορά στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στηνBritish Railways Board v Herrington [1972] 1 All ER 749, διαγιγνώσκεται η τάση εναρμόνισης του καθήκοντος προς το γείτονα με τις επιταγές του ανθρωπισμού. Η απόφαση στην British Railways Board v. Herrington, (ανωτέρω), αφορούσε τα καθήκοντα του κατόχου ακινήτου προς το συνάνθρωπό του, προς το γείτονα, έστω και αν αυτός παρανόμως ευρίσκετο στο ακίνητο. Όπως υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην G.I.P. Constructions v.Neophytou and Another, (ανωτέρω):- (σελ. 677):- "The paramount consideration that permeates every notion of duty lies in the need to act with humanity towards fellow citizens." (Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη:- «Το πρωταρχικό κριτήριο, το οποίο διαπερνά κάθε έννοια καθήκοντος, εντοπίζεται στην ανάγκη συμπεριφοράς προς το συμπολίτη με ανθρωπισμό.») Στη μεταγενέστερη απόφαση Φραγκεσκίδης Λτδ. ν. Μάμα
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 70,(απόφαση πλειοψηφίας), υπογραμμίζεται ότι τα όρια του καθήκοντος προς το γείτονα προσδιορίζει η ανθρωπιστική συμπεριφορά, η οποία αναμένεται από τον κάθε ένα στον προγραμματισμό των πράξεών του και την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του. Ανάλογη θέση υιοθετείται στη Δημοκρατία ν. Παπαζησίμου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.599 και στις αποφάσειςΠολυμετάλ Λτδ, κ.ά. ν. Κωνσταντίνου
(1998)1 Α.Α.Δ. 393, Μιχαήλ ν. Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ. κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494». Θα πρέπει τώρα να εξετασθεί κατά πόσον έχει στοιχειοθετηθεί συντρέχουσα αμέλεια της ενάγουσας. Είναι θεμελιωμένο ότι η συντρέχουσα αμέλεια αποτελείται από την παράλειψη λήψεως επαρκών προφυλάξεων από τον ενάγοντα για τη δική του ασφάλεια. Όπως επαναλήφθηκε στην Σολωμού v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 623, «....... το μόνο που απαιτείται να αποδειχθεί είναι το κατά πόσο το βλαβέν πρόσωπο, παρά το δικό του συμφέρον, παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα για τη δική του ασφάλεια και συνέβαλε με τη δική του παράλειψη στην πρόκληση της βλάβης που υπέστη. (Βλ. σχετικά Siakos v. Nicolaou
(1980)1 C.L.R.333, Xenophontos and Another v. Anastassiou
(1981)1 C.L.R. 521)». Πρέπει όπως λέχθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 «..... να αποδεικτεί ότι ο ενάγων προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του». Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Η ενάγουσα σύμφωνα με τις οδηγίες που της είχαν δοθεί και μέσα στα συνήθη πλαίσια άσκησης των καθημερινών της καθηκόντων καθάριζε ένα από τα δωμάτια του ξενοδοχείου. Στην προσπάθεια της να πλύνει ένα από τα ποτήρια που βρίσκονταν στο δωμάτιο μέσα στο νιπτήρα, καθήκον που επίσης της ανατέθηκε και όφειλε να εκτελεί χωρίς μάλιστα τη χρήση γαντιών, αφού αυτά δεν της τα παρείχαν οι εναγόμενοι, το ποτήρι έσπασε μέσα στο χέρι της με αποτέλεσμα να της προκαλέσει τον τραυματισμό της. Υπό τις περιστάσεις αυτές κανένα ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας δεν μπορεί να αποδοθεί στην ενάγουσα. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω βρίσκω ότι οι εναγόμενοι υπέχουν αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος. Όπως είναι νομολογημένο, πρέπει περαιτέρω να καταδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδυναμίας στο σύστημα εργασίας ή της τυχόν παράλειψης μέριμνας από τον εργοδότη, με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το βάρος απόδειξης των στοιχείων αυτών, βαρύνει τον ενάγοντα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Phassouri Plantations
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 720, Δρουσιώτης ν. Petrakis Exhaust Silencers Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1502). Στην εξεταζόμενη περίπτωση η αιτιώδης αυτή συνάφεια έχει αποδειχθεί, αφού ο τραυματισμός της ενάγουσας στο χέρι προκλήθηκε από το σπάσιμο του ποτηριού, ενώ αυτή έβαλε μέσα σε αυτό το χέρι της με το σφουγγαράκι για να το πλύνει, σύμφωνα με τις οδηγίες και τα μέσα που της παρείχαν οι εναγόμενοι. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω ποιες σωματικές βλάβες προκλήθηκαν στην ενάγουσα και το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται. Κατά τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τάση της νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (βλ. Paraskevaides (Oversas) Ltd v. Aristoph
(1982)1CLR), τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία και την ταλαιπωρία (Μαυροπετρής v. Λούκα
(1995)1 ΑΑΔ 66). Όπως και όμως επαναλήφθηκε στην ΠΟΛΙΤ Εφ 12007 ημερομ. 24/4/07 Γεώργιος Σωτηρίου v. Chapo (Investments) Ltd κ.α. 2007 1 (A) AAΔ 491, «Ο καθορισμός και η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα αλλά αποσκοπεί στην προσπάθεια επαναφοράς του θύματος στη κατάσταση του πριν από το ατύχημα». Όπως προαναφέρεται ούτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό οι εναγόμενοι προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία και έτσι η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε και αποδεκτή είναι αυτή της ίδιας της ενάγουσας καθώς και του Δρ Παναγιώτου. Ότι διαφάνηκε μέσα από αυτήν και αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι η ενάγουσα η οποία είναι αριστερόχειρας υπέστη από το ατύχημα ρήξη των καμπτήρων τενόντων του αριστερού 5ου δακτύλου και τραυματισμό του αισθητικού κλάδου του αριστερού 5ου δακτύλου. Παρουσίαζε και θα εξακολουθήσει να παρουσιάζει πόνο, υπερευαισθησία και δυσκαμψία στο αριστερό 5ο δάκτυλο, μειωμένη κάμψη στο 4ο δάκτυλο, ουλή 1 εκατοστού στην παλαμιαία επιφάνεια του αριστερού 4ου δακτύλου, ουλή 3 εκατοστών στην αριστερή παλάμη, ουλή 2 εκατοστών στην παλαμιαία επιφάνεια του αριστερού 5ου δακτύλου και μόνιμη κάμψη του 5ου δακτύλου. Η κατάσταση αυτή της ενάγουσας είναι μόνιμη και την δυσκολεύει σε μεγάλο βαθμό να κρατά αντικείμενα με το αριστερό της χέρι με αποτέλεσμα να τις πέφτουν. Δυσκολεύεται επίσης να εκτελεί τις οικιακές της εργασίες αφού μπορεί και χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό μόνο το δεξί της χέρι, ενώ επίσης δεν μπορεί να εργαστεί ως καμαριέρα αφού η εργασία αυτή προϋποθέτει πλήρη χρήση των χεριών. Η ενάγουσα και για περίοδο 1 ½ μήνα μετά το ατύχημα είχε υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες. Αξίζει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι δεν έχει λεπτομερώς περιγραφεί η ένταση του πόνου και της ταλαιπωρίας που η ενάγουσα βίωσε μετά το ατύχημα έτσι ώστε να είναι δυνατή η επακριβής αποτίμηση της σε χρήμα. Στην υπόθεση Φ. Χριστοδουλίδης v. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 (A) AAΔ.556, ο καθορισμός του ποσού των Λ.Κ.8.000= ως γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης για ακρωτηριασμό του δείκτη, μέσου και παράμεσου δακτύλου και των δύο χεριών, επανασυγκόλληση των ακρωτηριασθέντων δακτύλων υπό γενική αναισθησία, πόνο, παραμόρφωση και δυσκαμψία που καθιστούσαν αδύνατη την διεξαγωγή εργασίας και/ή χειρωνακτικής εργασίας και την εκτέλεση και των πιο απλών προσωπικών αναγκών, με μόνιμα κατάλοιπα την αγκύλωση στην πρώτη μεταφαλαγγική άρθρωση του δεξιού μέσου δακτύλου και την τελευταία φαλαγγική άρθρωση του δεξιού μέσου δακτύλου επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στοιχείο που λήφθηκε υπόψη ήταν η ύπαρξη περιθωρίων βελτίωσης της λειτουργικότητας των χεριών με πρόγραμμα φυσιοθεραπείας, το οποίο όμως δεν ακολουθήθηκε. Στην υπόθεση Ταρέκ Μαγιάσι v. Εμμανουήλ Δεμιρτσιάδη 2010 1(Γ) ΑΑΔ 1504, οι επιδικασθείσες γενικές αποζημιώσεις £20.000 επί πλήρους ευθύνης αυξήθηκαν κατ' έφεση στο ποσό των €45.000 και πάλι επί πλήρους ευθύνης. Και αυτές για πρόκληση σοβαρού τραυματισμού στο δεξί χέρι και συγκεκριμένα, κάταγμα 4ου μετακαρπίου, κάταγμα βάσης 1ου ΜΚΦ. μικρού δακτύλου και θλαστικό τραύμα μεταξύ 4ου, 5ου δακτύλου δεξιού χεριού. Τα κατάγματα ακινητοποιήθηκαν αρχικά με πηχεοκαρπικό νάρθηκα και έγινε συρραφή του τραύματος υπό τοπική αναισθησία. Ο ενάγοντας υποβλήθηκε σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις όπου στη μία έγινε τενοντόλιση των εκτεινόντων όλων των δακτύλων, και θυλακοτομές και στην άλλη τενοντόλιση των καμπτηρών και ακολούθησε πρόγραμμα φυσιοθεραπείας. Παρέμειναν δε ως μόνιμα κατάλοιπα δυσκαμψία στη Φ/Φ δείκτου, μέσου, παράμεσου και μικρού δακτύλου. Λαμβάνοντας υπόψη τους τραυματισμούς της ενάγουσας, τους πόνους και την ταλαιπωρία που υπέστη, θεωρώ ως δίκαιο ποσό γενικών αποζημιώσεων, αυτό των € 15.000=. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι αξιούμενες ειδικές ζημιές. Η νομολογία είναι σαφέστατη ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται με ακρίβεια στα δικόγραφα, αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους Πολ. Εφ.360/08/26.4.2012). Εκτός των ποσών που έχουν συμφωνηθεί για ιατρικά έξοδα και έξοδα φυσιοθεραπείας και τα οποία δηλώθηκαν σε Ε53= και Ε43= αντίστοιχα, η ενάγουσα αξιώνει περαιτέρω ποσό για Ε10.251.61= για απώλεια ημερομισθίων από 17/9/2006 μέχρι τη λήξη της αναρρωτικής της άδειας δηλαδή μέχρι τις 12/6/2007 και ποσό Ε26.654.18= για μείωση της εισοδηματικής ικανότητας της ενάγουσας από 13/6/2007 που έληξε η αναρρωτική της άδεια και μέχρι 13/6/2009. Όπως διαφαίνεται οι ειδικές ζημιές εξειδικεύονται με ακρίβεια στα δικόγραφα, γι' αυτό και θα πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατά πόσον έχουν αποδειχθεί με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία. Θα ξεκινήσω πρώτα να εξετάσω εάν η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει ότι έλαβε αναρρωτική άδεια έξη μηνών. Ανάφερε ότι ο Δρ Παναγιώτου, της έδωσε τέτοια άδεια για έξη μήνες. Ο ίδιος ο γιατρός τίποτε δεν είπε για το θέμα ούτε και κατέγραψε κάτι τέτοιο στο ιατρικό του πιστοποιητικό. Παρόλα αυτά ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας έγινε αποδεκτός πρώτο, γιατί το γεγονός ότι αυτή έλαβε για την περίοδο αυτή των έξη μηνών αναρρωτική άδεια δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Δεύτερο γιατί ο Δρ Παναγιώτου δεν μπορούσε καθόλου να θυμηθεί το περιστατικό αλλά η μαρτυρία του βασίσθηκε αποκλειστικά στα όσα είχε καταγράψει στο ιατρικό του πιστοποιητικό στο οποίο δεν καταγράφεται οτιδήποτε σχετικό και τρίτο, γιατί αυτό επιβεβαιώθηκε έμμεσα από τη Μ.Ε.3 η οποία ανάφερε ότι η ενάγουσα παρουσίασε στο αρμόδιο τμήμα ιατρική βεβαίωση και με βάση αυτήν της καταβλήθηκε από το αρμόδιο τμήμα ως επίδομα σωματικής βλάβης για την περίοδο από 21/9/2006 έως 17/5/2007, το ποσό των Λ.Κ.3.234.90= Στη συγκεκριμένη περίπτωση όλα όσα ανάφερε η μάρτυρας και τα οποία έγιναν αποδεκτά αποδεικνύουν τα πιο πάνω. Να σημειωθεί ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.3 καθόλου δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση η οποία δεν την υπέβαλε στη βάσανο της αντεξέτασης και δεν της υπέβαλε αντίθετες θέσεις. Γι' αυτό και καταλήγω ότι συνεπεία των τραυματισμών που η ενάγουσα υπέστη από το ατύχημα έλαβε αναρρωτική άδεια έξη μηνών και για την περίοδο αυτή απουσίασε από την εργασία της και εισέπραξε το πιο πάνω ποσό ως επίδομα σωματικών βλαβών. Θα εξετάσω τώρα τη μαρτυρία που προσκομίστηκε σε σχέση με το ύψος του αξιούμενου ποσού για απώλεια ημερομισθίων από 17/9/2006 μέχρι τις 12/6/2007, ημερομηνία που έληξε η αναρρωτική άδεια της ενάγουσας. Η ίδια η ενάγουσα δεν ήταν σαφής ως προς το ύψος του μισθού της, που όπως ανάφερε κυμαινόταν περί τις Λ.Κ.500= με Λ.Κ.600=. Ασαφής επίσης υπήρξε η ενάγουσα και για το ποσό που έλαβε ως επίδομα σωματικής βλάβης. Τα κενά αυτά καλύφθηκαν από τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 η οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 αναλυτική κατάσταση των αποδοχών της ενάγουσας για το 2006 και ως Τεκμήριο 4 βεβαίωση για λήψη επιδόματος σωματικής βλάβης για την περίοδο από 21/9/2006 έως 17/5/2007, το ποσό των Λ.Κ.3.24.90=. Ασαφές όμως μέχρι τέλους παρέμεινε το συνολικό ποσό που η ενάγουσα εισέπραξε από τους εναγομένους μετά από το ατύχημα ως μισθούς και το οποίο και η ίδια δέχθηκε ότι της πλήρωναν, καθώς και το ακριβές ποσό που επέστρεψε στους εργοδότες της και το οποίο είχε εισπράξει από το τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων. Μερικές από τις απαντήσεις της μέσα από τις οποίες καταδεικνύεται η ασάφεια αυτή είναι οι ακόλουθες. Σε κάποιο σημείο ανάφερε ότι οι εναγόμενοι την πλήρωναν για τους μισθούς της και στη συνέχεια ότι όσα χρήματα εισέπραττε από τις κοινωνικές ασφαλίσεις τους τα επέστρεψε. Δεν προσδιόρισε όμως με ακρίβεια τα ποσά αυτά, δηλαδή αυτά που οι εναγόμενοι τις πλήρωσαν ως μισθούς, ούτε και πόσα αυτή τους επέστρεψε. Ενώ είπε ότι επέστρεψε πίσω στους εναγομένους ποσό 500= δεν διευκρίνισε αν μιλούσε για λίρες ή ευρώ. Σε άλλο πάλι σημείο της αντεξέτασης είπε ότι όταν έλαβε κάποια επιταγή την παρέδωσε στους εναγόμενους. Στη συνέχεια όμως ισχυρίσθηκε ότι τους παρέδωσε δύο επιταγές για μισθούς για Λ.Κ.500=, ενώ σε άλλο σημείο ότι «τα 500= τα επιάσαν πίσω». Από όλα τα πιο πάνω, διαφαίνεται η ασάφεια με την οποία μαρτύρησε η ενάγουσα σε σχέση με το ποσό που τελικά εισέπραξε από τους εργοδότες της ως μισθούς και για τα ποσά που τελικά τους επέστρεψε και γι' αυτό κρίνεται ότι δεν έχει μπορέσει να αποδείξει με την αυστηρότητα που απαιτείται την αξιούμενη αυτή ειδική ζημιά. Και τούτο, γιατί από τη στιγμή που διαφάνηκε ότι όντως οι εναγόμενοι τις πλήρωσαν κάποια ποσά ως μισθούς και ότι η ενάγουσα τους επέστρεψε κάποια ποσά που εισέπραξε από τις κοινωνικές ασφαλίσεις θα έπρεπε να δοθούν ακριβή στοιχεία για τα ποσά αυτά έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ποιο ποσό συνίσταται η απώλεια απολαβών που έχει υποστεί η ενάγουσα. Ως ειδικές αποζημιώσεις αξιώνονται επίσης Ε26.654.18=, για μείωση της εισοδηματικής ικανότητας της ενάγουσας από 13/6/2007, ημερομηνία δηλαδή που έληξε η αναρρωτική της άδεια και μέχρι 13/6/2009 ημερομηνία που η ίδια η ενάγουσα υπολόγισε ως ημερομηνία αποπεράτωσης εκδίκασης της παρούσας αγωγής, κάτι που όπως είναι προφανές δεν επετεύχθη. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία οι απώλειες των εισοδημάτων μέχρι την ημερομηνία της ακρόασης θα πρέπει να διεκδικούνται και επιδικάζονται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, ενώ οι απώλειες για μελλοντικό χρόνο, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. (Fysco Constructing Co. Ltd. v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σταύρου Στυλιανού κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718). Έτσι και εφόσον αυτές συνιστούν ζημιά η οποία έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί και αποτελεί μέρος ειδικών αποζημιώσεων, θα πρέπει τα ποσά που αξιώνονται να αποδεικνύονται με την απαιτούμενη ακρίβεια, βεβαιότητα και αυστηρότητα. Όπως δε έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι ελλείπουν τα αναγκαία εκείνα στοιχεία που θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο ακριβές ποσό, δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιδικάζεται κατ' αποκοπή ή κατά προσέγγιση οποιοδήποτε ποσό που αντιπροσωπεύει απώλεια εισοδημάτων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης (βλ. Κουμπαρή κ.ά. v. Φούτρη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 921). Αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι λόγω των καταλοίπων από τον τραυματισμό της και την άρνηση των εναγομένων να την εργοδοτήσουν σε άλλη θέση στο ίδιο ξενοδοχείο, η ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει στα καθήκοντα της καμαριέρας και αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την εργασία της. Ο τραυματισμός της επέφερε μείωση της εισοδηματικής της ικανότητας καθότι είναι μια γυναίκα χωρίς τη στοιχειώδη μόρφωση που φοίτησε μόνο μέχρι την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου, που δεν μπορεί να διαβάζει, ηλικίας 58 χρόνων όταν έγινε το ατύχημα και η οποία εργαζόταν ως καμαριέρα, επάγγελμα που λόγω των καταλοίπων που παρέμειναν στο χέρι της δεν ήταν σε θέση πλέον να συνεχίσει να ασκεί ικανοποιητικά. Όμως καμία απολύτως μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί από την ενάγουσα για την πρόθεση της να συνεχίσει να εργάζεται στο ίδιο ξενοδοχείο ως καμαριέρα, για την περίοδο που θα συνέχιζε να εργάζεται, αν θα εξακολουθούσε να ασκεί τα ίδια καθήκοντα, με ποιο μισθό, αν κατέβαλε οποιαδήποτε προσπάθεια για εξεύρεση άλλης εργασίας κ.λ.π. Ως εκ τούτου και παρά το ότι αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η δυνατότητα της ενάγουσας για εργασία μετά το ατύχημα μειώθηκε, εν τούτοις αυτή απέτυχε να αποδείξει την αξιούμενη αυτή ειδική ζημιά με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία. Όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκων και με βάση τις αρχές όπως καθορίσθηκαν στην υπόθεση Φοινικαρίδη κ.α. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Miller Rosa Maria v. Ute Petek
(1991)1 (Γ) ΑΑΔ 2091 θεωρώ ότι δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της υπόθεσης, ούτε και κάτι τέτοιο προβλήθηκε από την υπεράσπιση. Σε σχέση δε με τους τόκους που θα επιδικασθούν για τις ειδικές ζημιές της ενάγουσας και οι οποίες έχουν γίνει παραδεκτές κρίνεται ως δικαιότερη προσέγγιση και για σκοπούς αποφυγής πολυδιάσπασης των ποσών, ενόψει και του πολύ χαμηλού τους ύψους όπως επιδικασθεί και επί του ποσού αυτού νόμιμος τόκος επίσης από την ημερομηνία του ατυχήματος δηλαδή από τις 17/9/2006 μέχρι εξόφλησης. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των Ε15.000= ως γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από 17/9/2006 μέχρι εξόφλησης πλέον Ε96= ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από την 17/9/2006 μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα. Υπ........ ...... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil / final Subject : ergatiko atihima cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.