← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΑΝΝΑ ΚΡΙΝΗ, Αρ. Αγωγής: 4058/08, 11/11/2014

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΑΝΝΑ ΚΡΙΝΗ, Αρ. Αγωγής: 4058/08, 11/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A394 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4058/08 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγοντα και ΑΝΝΑ ΚΡΙΝΗ Εναγόμενης Ημερομηνία: 11.11.

  1. Για Ενάγοντα: κα Λ. Χ'Λοίζου. Για Εναγόμενη: κα Χρ. Ερωτοκρίτου. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει από την Εναγόμενη γενικές αποζημιώσεις καθώς και το ποσό των €33,260 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους και έξοδα, για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που επισυνέβη στις 6.6.08 στην οδό Γεωργίου Νεοφύτου στην Λεμεσό. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν ηλικίας 59 ετών καθόλα υγιής και αρτιµελής, εργαζόταν ως ισιωτής αυτοκινήτων και κέρδιζε €1,300 µηνιαίως. Επίσης εργαζόταν και ως ιδιωτικός υπάλληλος και κέρδιζε €2,220 µηνιαίως πλέον 13ον µισθόν (παράγραφος 1). Κατά τον ίδιο χρόνο ήταν οδηγός και ιδιοκτήτης του µοτοποδηλάτου με αριθµό εγγραφής KLR
  2. Η Εναγόµενη κατά τον ίδιο χρόνο ήταν οδηγός του αυτοκινήτου με αριθµό εγγραφής KSK137 (παράγραφοι 2 και 3). Κατά ή περί την 6.6.08 ο Ενάγοντας οδηγούσε το µοτοποδήλατο του στην οδό Γεωργίου Νεοφύτου στη Λεµεσό, µε βόρεια κατεύθυνση, από την διασταύρωση µε τις οδούς Γρίβα Διγενή και Κολωνακίου προς τη συµβολή µε την Λεωφ. Σπ. Κυπριανού. Κατά τον ίδιο χρόνο η Εναγόµενη οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην ίδια κατεύθυνση. Ενώ ο Ενάγοντας επιχείρησε στροφή δεξιά προς είσοδο χώρου στάθµευσης οικίας, το µοτοποδήλατο του συγκρούστηκε µε το αυτοκίνητο της Εναγοµένης, που εκείνη τη στιγµή προσπερνούσε από δεξιά, µε αποτέλεσµα ο Ενάγοντας να τραυµατισθεί και να υποστεί απώλειες και ζηµιές (παράγραφος 4). Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αµέλεια και/ή στην παράβαση των εκ του νόµου απορρεόντων καθηκόντων της Εναγοµένης. Συγκεκριμένα στις σχετικές λεπτομέρειες αναφέρεται ότι η Εναγόμενη: (α) οδηγούσε κατά τέτοιο τρόπο αγνοώντας την υπόλοιπη τροχαία κίνηση, (β) οδηγούσε µε υπερβολική και/ή υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητας, (γ) παρέλειψε να προβεί στον αναγκαίο και/ή κατάλληλο ελιγµό για να αποφύγει την σύγκρουση, (δ) παρέλειψε να χρησιµοποιήσει τα φρένα του οχήµατος της εγκαίρως και/ή καθόλου, (ε) ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του οχήµατος του Ενάγοντα, (στ) προσπερνούσε από δεξιά ενώ ήταν ανασφαλές να πράξει τούτο και (η) παρέλειψε να δει και/ή αντιληφθεί τον Ενάγοντα που έκανε σήµα ότι θα έστριβε δεξιά (παράγραφοι 5 και 6) Συνεπεία του δυστυχήματος ο Ενάγοντας υπέστη σωματικές βλάβες. Στις σχετικές λεπτομέρειες αναφέρονται τα ακόλουθα: πόνος, δυσκαµψία - αδυναµία του δεξιού ώµου, πόνος, δυσκαµψία, αδυναµία της οσφυικής µοίρας της σπονδυλικής στήλης, ευαισθησία κατά την πίεση πέριξ του δεξιού ώµου, οι κινήσεις του δεξιού ώµου ήσαν εντόνως περιορισµένες και επώδυνες, η δε απαγωγή και πρόσθιος κάµψη προκαλούσε έντονο πόνο, ευαισθησία κατά την πίεση στο κάτω µέρος της οσφύος, οι κινήσεις της οσφύος ήσαν επώδυνες και πρόσθιος κάµψη ήταν περιορισµένη, εκδορές στον δεξιό βραχίονα και δεξιό πήχη. Του χορηγήθηκαν αναλγητικά, αντιφλεγµονώδη φάρµακα και συνεστήθη µαγνητική τοµογραφία του ώµου και παρακολούθηση. Η µαγνητική τοµογραφία, η οποία έγινε στις 6.8.08 έδειξε µερική ρήξη του υπερακάνθιου τένοντος, μερική ρήξη του υπακάνθιου, ρήξη του πρόσθιου ή οπίσθιου συνδέσµου και χόνδρο της κατ' ώµου αρθρώσεως. Συνεστήθη φυσιοθεραπεία, αναλγητικά, αντιφλεγµονώδη φάρµακα. Όλες οι κινήσεις είναι µετρίως περιορισµένες και επώδυνες µε εµφανή µυϊκή αδυναµία των µυών της ωµοπλάτης, 1 εκ. µυϊκή αδυναµία του δεξιού πήχεως και δεξιού βραχίονος. Παρουσιάζει επίσης ουλή 12Χ4 εκ. στον δεξιό πήχη και 8Χ2 εκ. στον δεξιό βραχίονα. Διάστρεµµα οσφυϊκής µοίρας της σπονδυλικής στήλης και ρήξη του στροφικού πετάλου των τενόντων του δεξιού ώµου. Τα πιο πάνω προκάλεσαν έντονο πόνο και οδύνη αρχικώς. Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση έχει βελτιωθεί αλλά εξακολουθεί να παρουσιάζει έντονα ενοχλήµατα πόνου, δυσκαµψίας και αδυναµίας του δεξιού ώµου ως επίσης και περιορισµό της κινητικότητας. Παρόλον ότι υπεβλήθη σε εντατική φυσιοθεραπεία και αναλγητικά, αντιφλεγµονώδη φάρµακα η κατάσταση του παραµένει στάσιµη. Η πιθανότητα να βελτιωθεί είναι µόνο µε χειρουργική αποκατάσταση του τενοντίου πετάλου κάτι που θα στοιχίσει στον Ενάγοντα €5,000 και θα παραµείνει εκτός εργασίας δια περίοδο 3 µηνών. Λόγω της ρήξεως και της δυσκαµψίας του ώµου θα παρουσιάζει µετατραυµατική αρθρίτιδα, η οποία θα επιδεινώσει την παρούσα κατάσταση. Θα είναι ανίκανος να εκτελεί οιανδήποτε χειρονακτική εργασία, η οποία προϋποθέτει τη χρήση της δεξιάς χειρός άνωθεν του επιπέδου του δεξιού ώµου. Τέλος του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια από 6.6.08 µέχρι 21.10.
  3. Λόγω των ως άνω τραυµάτων ο Ενάγοντας υπέφερε και θα υποφέρει µονίµως, υπέστη και θα υφίσταται απώλεια ανέσεων και απολαύσεων και µείωση των εισοδηµάτων του. Περαιτέρω ο Ενάγοντας υπέστη και άλλες ζημιές που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €33,
  4. Στις σχετικές λεπτομέρειες ειδικών ζημιών στην παράγραφο 8 αναφέρονται τα ακόλουθα: (α) €700 για ιατρικά έξοδα, (β) €16,000 για απώλεια εισοδήµατος για την περίοδο από 6.6.08 µέχρι 21.10.08, (γ) €350 για ζηµιές του μοτοποδηλάτου, (δ) €5,000 για έξοδα µελλοντικής εγχείρησης, (ε) €11,000 για απώλεια εισοδήµατος για περίοδο τριών µηνών λόγω µελλοντικής εγχειρήσεως, (στ) €100 για φάρµακα και (ζ) €100 για μεταφορικά. Στην έκθεση υπεράσπισης η Εναγόµενη, αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης. Όσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος η Εναγόμενη παραδέχεται ότι κατά ή περί την 6.6.08 οδηγώντας με βόρεια κατεύθυνση ενεπλάκη µε τον Ενάγοντα σε ατύχηµα στην οδό Γεωργίου Νεοφύτου στη Λεμεσό, ενόσω ο Ενάγοντας επιχείρησε στροφή δεξιά προς είσοδο χώρου στάθµευσης οικίας. Αρνείται όμως τις λεπτομέρειες αμέλειας που της αποδίδονται και λέει ότι ενόσω οδηγούσε κανονικά παράλληλα προς την κατεύθυνση του Ενάγοντα, αυτός αιφνιδίως και χωρίς προειδοποίηση, έστριψε απότοµα δεξιά και επέπεσε επί του οχήματος και/ή του αριστερού καθρέπτου του οχήµατος της Εναγόµενης. Έτσι είναι η θέση της ότι το δυστύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αµέλεια του Ενάγοντα και/ή στην υπ' αυτού παράβαση των νόµιµων καθηκόντων του. Σύμφωνα με τις σχετικές λεπτομέρειες ο Ενάγοντας: (α) παρέλειψε να δώσει εγκαίρως ή καθόλου οιονδήποτε σήµα περί της πρόθεσης του να στρίψει δεξιά, (β) παρέλειψε να ελέγξει τον δρόµο εγκαίρως ή καθόλου προτού στρίψει δεξιά, (γ) παρέλειψε να αντιληφθεί την Εναγόµενη, η οποία νόµιµα και κανονικά οδηγούσε, απότομα έστριψε δεξιά και επέπεσε επί του οχήµατος της Εναγόμενης, (ε) παράνοµα και/ή παράτυπα επιχείρησε διαγωνίως να στρίψει δεξιά από την άκρα αριστερή πλευρά του δρόµου που οδηγούσε, (ζ) παρέλειψε να έχει κανονικό έλεγχο του οχήµατος του, (η) παρέλειψε να λάβει υπόψη την λοιπή τροχαία κίνηση, (θ) έθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο να υποστεί ζηµιά και/ή βλάβη. Περαιτέρω η Εναγόμενη αρνείται καθεμία από τις σωματικές βλάβες και τις συνέπειες αυτών, που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας ότι υπέστη και/ή λέγει ότι οι ισχυριζόµενες σωµατικές βλάβες είναι άσχετες µε το δυστύχηµα και/ή προϋπήρχαν αυτού. Επίσης η Εναγόµενη αρνείται καθεμία από τις ειδικές ζημιές που δικογραφεί ο Ενάγοντας. Είναι τελικά η θέση της ότι ουδεµίαν υποχρέωση έχει να αποζηµιώσει τον Ενάγοντα και συναφώς ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος και άλλοι τρεις μάρτυρες. Από πλευράς Εναγόμενης κατέθεσε η ίδια και κλήθηκε ακόμη ένας μάρτυρας. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 19 τεκμήρια ενώ δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις του Ενάγοντα, επί πλήρους ευθύνης:
  5. Οι ζημιές στο μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KLR074 ανέρχονται στα €
  6. Τα ιατρικά έξοδα του Δρα Κυριάκου Αντρέου ανέρχονται στα €
  7. Το κόστος της μαγνητικής τομογραφίας ανέρχεται στα €
  8. Διευκρινίστηκε δε όσον αφορά τα υπό 2 και 3 ανωτέρω ότι παραμένει επίδικο κατά πόσο η αναγκαιότητα υποβολής του Ενάγοντα σε αυτά τα έξοδα ήταν απότοκο του δυστυχήματος ή αν οφειλόταν σε προϋπάρχουσα ανεξάρτητη κατάσταση.
  9. Όσον αφορά την αξίωση για απώλεια εισοδήματος, ο μηνιαίος καθαρός μισθός του Ενάγοντα για την εργοδότηση του από την εταιρεία COUVAS CARTON INDUSTRIES LΤD ήταν κατά την ημέρα του δυστυχήματος €1,
  10. Διευκρινίστηκε δε ότι αναφορικά με την απώλεια εισοδήματος παρέμεινε επίδικο το κατά πόσο ο Ενάγοντας είχε εισοδήματα από άλλη εργασία ως ισιωτής αυτοκινήτων και ποια ήταν τα μηνιαία αυτά εισοδήματα του καθώς και η διάρκεια της άδειας ασθενείας του και το κατά πόσο αυτή ήταν αναγκαία ως προκύπτουσα από το επίδικο δυστύχημα. Στη συνέχεια δηλώθηκε ότι όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις, ο Ενάγοντας εγκαταλείπει τις αξιούμενες υπό τις παραγράφου 8 (ε), (στ) και (ζ) της έκθεσης απαίτησης ενώ παρέμεινε επίδικο το υπό την παράγραφο 8 (δ) δηλ. τα έξοδα για μελλοντική εγχείριση. Σε μεταγενέστερο δε στάδιο δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα ότι ο Ενάγοντας για το έτος 2008 απασχολείτο και ως αυτοτελώς εργαζόμενο πρόσωπο δηλαδή και ως ισιωτής αυτοκινήτων με καθαρό μηνιαία εισόδημα €1,
  11. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Αστ.1855 Παναγιώτης Παναγιώτου, ο οποίος από τον Φεβρουάριο του 2000 μέχρι και σήμερα υπηρετεί στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού. Σύμφωνα με αυτόν: Η ώρα 10:20 π.μ. στις 6.6.08 δέχθηκε κλήση για διερεύνηση δυστυχήματος στην οδό Γεωργίου Νεοφύτου στη Λεμεσό. Στη σκηνή βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα. Έλαβε μέτρα και ετοίμασε σχεδιάγραμμα το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο
  12. Στην πίσω πλευρά αυτού είναι το έντυπο που συμπληρώνουν με τα στοιχεία των ενεχόμενων οδηγών και τις δηλώσεις τους για το δυστύχημα. Ανέφερε δε ότι το σημείο Χ στο τεκμήριο 1 το υπέδειξε στη σκηνή η Εναγόμενη και μετά συμφώνησε και ο Ενάγοντας, τον οποίο ο μάρτυρας δεν βρήκε στη σκηνή γιατί είχε μεταφερθεί από πριν στο Νοσοκομείο. Τις πορείες Α και Β στο σχέδιο του τις υπέδειξαν οι οδηγοί. Με το σχέδιο συμφώνησαν και οι δύο οδηγοί και το υπέγραψαν. Η πορεία Α έχει μια δεξιόστροφη κλήση. Σε ερώτηση στην αντεξέταση εάν συμφωνεί ότι όπως τοποθέτησε τις πορείες στο σχέδιο ως του τις υπέδειξαν, το Β προηγείται του Α, απάντησε ότι οι πορείες είναι ένδειξη, όπως έχει τα τόξα. Αργότερα διευκρίνισε ότι αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν μετρήσεις πάνω στα τόξα των πορειών και δεν μπορεί ουσιαστικά ο ίδιος να πει ποιο τόξο προηγείτο ή ποιο ακολουθούσε δηλαδή ποιος προπορευόταν και ποιος ακολουθούσε. Ο δρόμος στην δεξιά πλευρά όπως το βλέπουμε πλησίον του Χ δεν είχε κάποια πάροδο. Το σημείο Χ σε σχέση με την αριστερή πλευρά του πεζοδρομίου, όπως το βλέπουμε, έχει απόσταση 3 μ. (μ. = μέτρα). Ο δρόμος εκεί είναι διπλής κατεύθυνσης. Το πλάτος του δρόμου ήταν 7,80 μ. Εάν λοιπόν χωριζόταν το πλάτος του με άσπρη συνεχή ή διακεκομμένη γραμμή η κάθε λωρίδα θα είχε πλάτος 3,90 μ. Σε σχέση με την απόσταση των εκδορών του μοτοποδηλάτου δηλαδή το Α1 στο ευρετήριο του τεκμηρίου 1, εξήγησε ότι αυτές ξεκινούν στην βασική γραμμή μέτρησης στα 10,30 μ. και καταλήγουν στα 16,80 μ. και από τα 10,30 μ. ήταν μέσα στο δρόμο 2,80 μ. και στα 16,80 μ. μέσα στο δρόμο 0,70 εκ. (εκ. = εκατοστά) Ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος καθαρός και στεγνός. Περαιτέρω ο δρόμος στο σημείο ήταν ευθύς και επίπεδος και η ορατότητα ήταν καθαρή, χωρίς δηλ. να εμποδίζεται από οτιδήποτε. Στη σκηνή δεν παρατήρησε παρκαρισμένα αυτοκίνητα ή εμπόδια εκατέρωθεν. Δεν μέτρησε τις διαστάσεις του εμπλεκόμενου αυτοκινήτου. Επρόκειτο για ένα συνηθισμένο Ford Focus εκείνης της χρονιάς. Το πλάτος του (του προφυλακτήρα χωρίς δηλαδή να μετριέται το καθρεφτάκι το οποίο εξέχει συνήθως 10-15 εκ. ίσως και παραπάνω από το πλευρό του αυτοκινήτου) συνηθίζεται να είναι 1,60 μ. και το μήκος του κυμαίνεται από τα 4 με 4,20 μ. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ο Ενάγοντας. Οι ζημιές του αυτοκινήτου ήταν στο αριστερό εξωτερικό καθρεφτάκι ενώ οι ζημιές του μοτοποδηλάτου στα πλαστικά του στην αριστερή πλευρά. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Ενάγοντας, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 6.6.08 η ώρα 10:20 περίπου, οδηγούσε το µοτοποδήλατο του µε αριθµό εγγραφής KLR074, φορώντας το κράνος του, µε βόρεια κατεύθυνση στην µέση της λωρίδας του στην οδό Γεωργίου Νεοφύτου στη Λεµεσό, από τη διασταύρωση µε τις οδούς Γρίβα Διγενή και Κολωνακίου προς τη συµβολή µε την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Την ίδια ώρα και στον ίδιο τόπο κατευθυνόταν και ένα άλλο αυτοκίνητο το οποίο µετά έµαθε ότι είχε αριθµό εγγραφής KSK137 και το οδηγούσε η Εναγόμενη. Πρόθεση του Ενάγοντα ήταν να στρίψει δεξιά για να πάει στο σπίτι του που βρισκόταν εκεί. Περίπου 30 μέτρα πριν φτάσει στο σημείο όπου θα έστριβε είδε μια ματιά από το καθρεφτάκι και δεν είδε οποιοδήποτε αυτοκίνητο πίσω του. Όταν έφτασε στο σημείο που θα έστριβε έπιασε το μέσο της λωρίδας του, δεν είδε ξανά από το καθρεφτάκι εάν υπήρχε αυτοκίνητο πίσω του, έδειξε όμως µε τον δείκτη του µοτοποδηλάτου του ότι θα έστριβε δεξιά και ξεκίνησε να στρίβει δεξιά προς την είσοδο του χώρου στάθµευσης του σπιτιού του. Τότε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης, το οποίο τον προσπερνούσε από δεξιά, τον χτύπησε στον δεξιό ώµο µε το αριστερό καθρεφτάκι. Από το δυστύχημα ο Ενάγοντας χτύπησε και είχε πόνο, δυσκαµψία, αδυναµία του δεξιού ώµου και της µέσης του καθώς και ευαισθησία κατά την πίεση γύρω από το δεξιό ώµο και επίσης πονούσε τον αυχένα του. Μετά το δυστύχηµα πήγε µε το ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκοµείο Λεµεσού όπου παρέµεινε μέχρι τις 12.6.
  13. Εκεί του έκαναν αξονική τοµογραφία (κατέθεσε ως τεκμήριο 4 αντίγραφο έκθεσης αξονικής τομογραφίας του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερ. 10.6.08). Στο Νοσοκοµείο του χορήγησαν άδεια ασθενείας (κατέθεσε ως τεκμήρια 5, 6 και 7, άδειες ασθενείας για τις περιόδους από 6.6.08 μέχρι 27.6.08, 25.6.08 μέχρι 10.7.08 και 9.7.08 μέχρι 19.7.08). Στις 18.7.08 επισκέφθηκε τον ιατρό Δρα Κυριάκο Π. Ανδρέου, ο οποίος του συνέστησε να κάνει μαγνητική τοµογραφία. Έκανε τέτοια στην Πολυκλινική Υγεία. Ο Δρ. Ανδρέου του συνέστησε να κάνει φυσιοθεραπείες και να παίρνει φάρµακα. Έκανε τις φυσιοθεραπείες στο Νοσοκοµείο Λεµεσού. Φορούσε και κολάρο που του είπαν και αγόρασε από το Νοσοκοµείο Λεµεσού. Την τελευταία φορά που πήγε στις 20.10.08 μετά από την εξέταση, ο γιατρός του είπε ότι η πιθανότητα να βελτιωθεί η κατάστασή του είναι µόνο µε χειρουργική επέµβαση, η οποία θα του στοιχίσει €5,
  14. Ο Δρ. Ανδρέου του χορήγησε επίσης αναρρωτική άδεια ασθενείας µέχρι τις 21.10.
  15. Όσο ήταν µε άδεια ασθενείας δεν εργάστηκε και πληρωνόταν από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι εξετάστηκε και από τον ιατρό της ασφάλειας, Μ.Υ.1, ο οποίος τον ρωτούσε κάποια πράγματα και απαντούσε. Σε υποβολή ότι η περίοδος που δεν εργάστηκε ήταν μόνο 3 και όχι 4.5 μήνες απάντησε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί ημερομηνίες τώρα και σε επόμενη υποβολή ότι το ότι 3 μήνες δεν εργάστηκε το είπε στον Μ.Υ.1 απάντησε και πάλι ότι δεν θυμάται τις ημερομηνίες. Τον ιατρό Κυριάκο Ανδρέου τον είδε συνολικά πέντε φορές (κατέθεσε ως τεκμήριο 8 ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα Ανδρέου). Τα ιατρικά έξοδα του Δρα Ανδρέου, τα οποία πλήρωσε ήταν €
  16. Λόγω του δυστυχήµατος και των τραυµάτων του υπέφερε, θα υπoφέρει µόνιµα και θα έχει απώλεια ανέσεων και απολαύσεων. Είχε επίσης µείωση των εισοδηµάτων του. Είναι και θα είναι ανίκανος να κάνει οποιαδήποτε χειρονακτική εργασία, η οποία προϋποθέτει τη χρήση του δεξιού του χεριού πιο πάvω από τον ώµο. Σήμερα είναι 65 ετών και είναι συνταξιούχος. Ακόµα και σήµερα καθηµερινά πovεί και δεν µπορεί να κάνει οποιαδήποτε εργασία αλλά ούτε και κίνηση που χρειάζεται να σηκώσει το δεξί του χέρι πάνω από το επίπεδo του δεξιού ώµου όπως ακόµα να ντυθεί, να ξεντυθεί και να κάνει µπάνιο. Το σηµάδι το οποίο προήλθε από το δυστύχημα και οι ουλές του έµειναν µόνιµα και δεν θα φύγουν. Υπέδειξε σχετικά στο Δικαστήριο το δεξί του χέρι από τον καρπό μέχρι και τον ώμο. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 10 φωτογραφία, η οποία ως ανέφερε, λήφθηκε το Φεβρουάριο του 2014 και η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, δείχνει τα σημάδια που έμειναν στο χέρι του. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 11 φωτογραφία του χεριού του που έβγαλε ο ίδιος με το κινητό του στις 10.6.
  17. Περαιτέρω κατέθεσε ως τεκμήρια 12 και 13 αντίγραφα εγγράφων από τον φάκελο του στο Νοσοκομείο Λεμεσού για την περίοδο που εισήχθηκε μετά το δυστύχημα. Την ηµέρα του δυστυχήµατος ήταν 59 χρονών και μέχρι τότε δεν αντιµετώπιζε οποιοδήποτε πρόβληµα υγείας. Ήταν αρτιµελής και υγιής και εργαζόταν σε δύο δουλειές. Η µια δουλειά του ήταν ισιωτής αυτοκινήτων ενώ ήταν και ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρεία COUVAS CARTON INDUSTRIES LΤD, όπου δούλευε πάντα σε νυχτερινή βάρδια. Για όσο καιρό ήταν με άδεια, μετά το δυστύχημα, το γκαράζ που διατηρούσε δεν το έκλεισε και ορισμένες δουλειές που είχε τις κανόνισαν οι γιοι του, οι οποίοι είναι επίσης ισιωτές αυτοκινήτων και οι οποίοι πληρώθηκαν γι' αυτά, ενώ ο ίδιος πληρωνόταν από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Μετά που τελείωσε η άδεια ασθενείας του επέστρεψε και στις δύο εργασίες του. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε Δρ. Κυριάκος Ανδρέου, ειδικός ορθοπεδικός χειρουργός και τραυματιολόγος, η εμπειρογνωμοσύνη του οποίου, δηλώθηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης, ότι δεν αμφισβητείται. Ο μάρτυρας εξέτασε τον Ενάγοντα σε πέντε διαφορετικές ημερομηνίες ήτοι στις 18.7.08, 8.8.08, 4.9.08, 29.9.08 και 20.10.
  18. Μετά από τις εξετάσεις αυτές ετοίμασε το πιστοποιητικό τεκμήριο 8 ημερ. 29.10.08 το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε στο Δικαστήριο, με μια διόρθωση. Έτσι μετά από τη διόρθωση το τεκμήριο 8 έχει βασικά ως εξής: Εξέτασε τον Ενάγοντα στις 18.7.08 και διαπίστωσε: πόνο, δυσκαμψία, αδυναμία του δεξιού ώμου και πόνο δυσκαμψία, αδυναμία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (υποκειμενικά ευρήματα) καθώς και ευαισθησία κατά την πίεση πέριξ του δεξιού ώμου, οι κινήσεις του δεξιού ώμου ήταν έντονα περιορισμένες και επώδυνες, η δε απαγωγή και πρόσθιος κάμψη προκαλούσε έντονο πόνο, ευαισθησία κατά την πίεση στο κάτω μέρος της οσφύος, οι κινήσεις της οσφύος ήταν επώδυνες και πρόσθιος κάμψη ήταν περιορισμένη και εκδορές στο δεξιό βραχίονα και δεξιό πήχη (αντικειμενικά ευρήματα). Του συνεστήθη μαγνητική τομογραφία του ώμου, η οποία έγινε στις 6.8.08 (η έκθεση που συνέταξε με βάση την εν λόγω τομογραφία, στην αγγλική γλώσσα, ο ακτινολόγος Δρ. Όμηρου Διαμαντή, κατατέθηκε ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση) και έδειξε μερική ρήξη του υπερακάνθιου τένοντος, μερική ρήξη του υπακάνθιου, ρήξη του πρόσθιου άνω και κάτω συνδέσμου και χόνδρου του οπίσθιου συνδέσμου της κατ' ώμου αρθρώσεως. Συνεστήθη φυσιοθεραπεία, αναλγητικά, αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Η τελική εξέταση στις 20.10.08 έδειξε τα ακόλουθα: πόνο, δυσκαμψία, αδυναμία του δεξιού ώμου (υποκειμενικά ευρήματα) και ευαισθησία κατά την πίεση πέριξ του δεξιού ώμου, όλες οι κινήσεις ήταν μετρίως περιορισμένες και επώδυνες με εμφανή μυϊκή αδυναμία των μυών της ωμοπλάτης, 1 εκ. μυϊκή αδυναμία του δεξιού πήχεως και δεξιού βραχίονος, επίσης παρουσίαζε επιπολής ουλή 12Χ4 εκ. στον δεξιό πήχη και 8Χ2½ εκ. στον δεξιό βραχίονα. Ήταν ως εκ των άνω η γνώμη του μάρτυρα ότι ο Ενάγοντας υπέστη διάστρεμμα οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και ρήξη του στροφικού πετάλου των τενόντων του δεξιού ώμου. Αυτά προκάλεσαν έντονο πόνο και οδύνη αρχικώς με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση έχει βελτιωθεί αλλά εξακολουθεί να παρουσιάζει έντονα ενοχλήματα πόνου, δυσκαμψίας και αδυναμίας του δεξιού ώμου, ως επίσης και περιορισμό της κινητικότητας. Παρόλον ότι υπεβλήθη σε εντατική φυσιοθεραπεία και αναλγητικά, αντιφλεγμονώδη φάρμακα η κατάσταση του παραμένει στάσιμη. Η πιθανότητα να βελτιωθεί είναι μόνο με χειρουργική αποκατάσταση του τενοντίου πετάλου κάτι που θα του στοιχίσει €5,
  19. Λόγω της ρήξεως και της δυσκαμψίας του ώμου θα παρουσιάζει μετατραυματική αρθρίτιδα, η οποία θα επιδεινώσει την παρούσα κατάσταση. Θα είναι ανίκανος να εκτελεί οιανδήποτε χειρονακτική εργασία, η οποία προϋποθέτει τη χρήση της δεξιάς χειρός άνωθεν του επιπέδου του δεξιού ώμου. Κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε ότι η ρήξη των τενόντων που υπέστη ο Ενάγοντας οφείλεται στον τραυματισμό του. Το τενόντιο πέταλο στην αγγλική ορολογία είναι το «Rotator cuff». Ο όρος αυτός δεν αναφέρεται στο τεκμήριο Α προς αναγνώριση αλλά, ως εξήγησε, οι 4 τένοντες (supraspinatus, infraspinatus, subscapularis και tiras tendon) καταλήγουν - συνενώνονται σε ένα σημείο που γίνεται μια κοινή κατάφυση στο κόκαλο και το σημείο αυτό λέγεται στα ελληνικά στροφικό (επειδή κάνουν μια στροφή) - τενόντιο πέταλο και στα αγγλικά «rotator cuff». Συμφώνησε δε ότι, ως αναφέρεται στο τεκμήριο Α προς αναγνώριση, οι 3 εκ των τεσσάρων τενόντων (supraspinatus, infraspinatus και subscapularis που είναι και οι βασικοί) είχαν εκφυλιστικές αλλοιώσεις («degeneration») καθώς και ότι οι αλλοιώσεις αυτές είναι μια εξελικτική κατάσταση δηλ. κάτι που συμβαίνει σε βάθος χρόνου. Συμφώνησε επίσης ότι στο ίδιο τεκμήριο αναφέρεται ότι στην ακρωμιοκλειδική άρθρωση («acromion joint») υπήρχε οστεοαρθρίτιδα, η οποία είναι κάτι που επίσης συμβαίνει με την πάροδο των ετών. Είπε επίσης ότι η λέξη «tear» σημαίνει ρήξη. Συμφώνησε δε ότι υπάρχει η ολική ρήξη που είναι η πλήρης αποκοπή και υπάρχει και μερική ρήξη που είναι αποκοπή κάποιων στοιχείων του συνδέσμου όχι ολόκληρου. Συμφώνησε επίσης ότι το τεκμήριο Α προς αναγνώριση αναφέρεται σε μερική ρήξη και για τους 3 προαναφερόμενους τένοντες αλλά πρόσθεσε ότι το ίδιο τεκμήριο λέει και κάτι άλλο δηλ. «partial tear whole thickness» το οποίο ως εξήγησε σημαίνει ότι κόπηκε ένα μέρος του τένοντα «partial tear» αλλά ολόκληρο το μέρος αυτό κόπηκε εντελώς «whole thickness». Το «shoulder impingement» στο τεκμήριο Α προς αναγνώριση, σημαίνει πρόσκρουση (όταν κάνεις μια κίνηση και κάπου βρίσκει) στην περιοχή του ώμου. Σύμφωνα με το ίδιο τεκμήριο η πρόσκρουση αυτή έχει ως αιτία την ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας. Η πρόσκρουση αυτή προκαλεί πόνο, δυσφορία και καμιά φορά περιορισμό της κινητικότητας. Όταν υπάρχει μια ρήξη συνδέσμου, οποιουδήποτε συνδέσμου που είναι τραυματικής αιτιολογίας, αναμένεται το σύμπτωμα του πόνου να είναι άμεσο. Εξήγησε όμως ότι αυτό το εύρημα αφορά την ακρωμιοκλειδική άρθρωση δηλ. άλλη άρθρωση από την κατ' ώμον άρθρωση, άλλη περιοχή του ώμου και συνεπώς ο πόνος και τα συμπτώματα που ανέφερε είναι άλλα από αυτά της κατ' ώμου άρθρωσης. Διευκρίνισε δε ότι ο Ενάγοντας υπέστη ρήξη στροφικού πετάλου και πέραν αυτού έχει και οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης και οι τένοντες είχαν εκφυλιστικές αλλοιώσεις, οι οποίες ήταν πριν το δυστύχημα. Τα συμπτώματα που είχε ο Ενάγοντας κατά την εξέταση του οφείλονται σε ρήξη του στροφικού πετάλου κάτι που επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Η δε οστεοαρθρίτιδα που είχε στην ακρωμιοκλειδική άρθρωση του προκαλεί πόνο, ο οποίος όμως είναι διαφορετικός από τον πόνο που είχε ο Ενάγοντας. Ανέφερε επίσης ότι μια μαγνητική τομογραφία είναι μια πολύ καλή εξέταση αλλά το κατά πόσο είναι αντικειμενική εξαρτάται από το ποιος τη διαβάζει. Εξήγησε δε ότι με αυτό εννοεί ότι η ερμηνεία αυτών που δείχνει η μαγνητική τομογραφία εξαρτάται από τον εκάστοτε ακτινολόγο που θα την ερμηνεύσει. Διαφώνησε δε ότι με βάση τα ευρήματα του Δρα Διαμαντή (δηλ. στο τεκμήριο Α προς αναγνώριση) τα οποιαδήποτε παράπονα του Ενάγοντα που έχουν σχέση με τον ώμο οφείλονται σε εκφυλιστικές αλλοιώσεις και σε οστεοαρθρίτιδα. Τέλος ανέφερε ότι χορήγησε στον Ενάγοντα αναρρωτική άδεια μέχρι τις 21.10.
  20. Ήταν δε η γνώμη του ότι από την ημέρα του δυστυχήματος στις 6.6.08 η συνολική αναρρωτική άδεια που δόθηκε στον Ενάγοντα δηλ. περίπου 4.5 μήνες ήταν, λαμβάνοντας υπόψη τους τραυματισμούς του, αναγκαία. Αναγκαία για να βελτιωθεί είναι επίσης η εγχείριση προς αποκατάσταση του τενόντιου πετάλου του Ενάγοντα. Ήταν επίσης η γνώμη του ότι εάν ο Εναγόμενος δεν έχει μέχρι σήμερα, δηλ. 6 χρόνια μετά το δυστύχημα, υποβληθεί στην εν λόγω χειρουργική επέμβαση θα πρέπει να έχει ακόμη ενοχλήματα στον ώμο του, ως ανέφερε δηλ. ο Ενάγοντας. Όταν εξέταζε τον Ενάγοντα αλλά και μέχρι σήμερα δεν έχει υπόψην του τα ευρήματα των συναδέλφων του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ως Μ.Ε.4 κατέθεσε ο Ιωάννης Ζεβλάρης, Ανώτερος Λειτουργός Φ.Π.Α. και προϊστάμενος του Επαρχιακού Γραφείου Φ.Π.Α. Λεμεσού. Σύμφωνα με τον μάρτυρα: Ο Ενάγοντας, με βάση αίτηση του η οποία παραλήφθηκε από το Φ.Π.Α. στις 17.4.97 (κατέθεσε ως τεκμήριο 15 την σχετική αίτηση - αντίγραφο εντύπου Φ.Π.Α. 1Α), εγγράφηκε στο μητρώο Φ.Π.Α. από 1.4.97 (κατέθεσε ως τεκμήριο 14 αντίγραφο επιστολής ημερ. 21.4.97). Η εγγραφή αυτή ακυρώθηκε από 31.5.11 (δηλ. μέχρι τις 31.5.11 ο Ενάγοντας ήταν εγγεγραμμένος) με αίτηση του Ενάγοντα, η οποία παραλήφθηκε από το Φ.Π.Α στις 27.6.11 (κατέθεσε ως τεκμήριο 16 αντίγραφο επιστολής του ΦΠΑ, ημερ. 19.7.11). Κατέθεσε δε ως τεκμήρια 17 και 18 δύο έγγραφα στα οποία φαίνεται το εισόδημα που δήλωσε στο Φ.Π.Α. ο Ενάγοντας για τις περιόδους από 1.12.07 μέχρι 8.2.08 και από 1.3.08 μέχρι 31.5.
  21. Με βάση το τεκμήριο 17 ο Ενάγοντας, για την περίοδο που αυτό αφορά, δήλωσε ως ακάθαρτα έσοδα, χωρίς να περιλαμβάνεται το ποσό του Φ.Π.Α., το ποσό των €6,718 και ως έξοδα, πάλι χωρίς να περιλαμβάνεται το ποσό του Φ.Π.Α., το ποσό των €1,
  22. Με βάση το τεκμήριο 18 τα ίδια δηλωθέντα έσοδα για την περίοδο που αυτό αφορά είναι για το ποσό των €7,888 και ως έξοδα, πάλι χωρίς να περιλαμβάνεται το ποσό του Φ.Π.Α., το ποσό των €1,
  23. Είπε επίσης ότι τα πιο πάνω ποσά είναι με βάση δηλώσεις του Ενάγοντα και δεν έχουν ελεγχθεί από την υπηρεσία του Φ.Π.Α. Δεν ήταν δε σε θέση ο μάρτυρας να αναφέρει τι πλήρωνε ο Ενάγοντας στο Φ.Π.Α. μέχρι τις 31.5.
  24. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου, ειδικός ορθοπεδικός χειρουργός και τραυματιολόγος, η εμπειρογνωμοσύνη του οποίου, δηλώθηκε από τη συνήγορο του Ενάγοντα, ότι δεν αμφισβητείται. Μετά που εξέτασε τον Ενάγοντα στις 5.6.09, ο μάρτυρας ετοίμασε ιατρική έκθεση ημερ. 24.6.09, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 19 και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας ανέφερε στον μάρτυρα ότι δεν εργάστηκε για περίοδο τριών µηνών και ότι μετά την συµπλήρωση των τριών µηνών επέστρεψε και στις δύο εργασίες του. Περιγράφοντας την κατάσταση του κατά την εξέταση ο Ενάγοντας δήλωσε ότι αισθάνεται αρκετά καλύτερα. Η άρθρωση του δεξιού ώµου κινείτο σύµφωνα µε τον ίδιο καλά αλλά παρουσιάζει δυσκολία στην ανασήκωση και µεταφορά µεγάλων βαρών. Η κλινική εξέταση που του έκανε ο μάρτυρας έδειξε τα πιο κάτω ευρήµατα: · Επιφανειακή ουλή 3Χ3 εκ. στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου. · Επιφανειακή ουλή µήκους 10 εκ. και κυµαινόµενου πλάτους 1 µέχρι 3 εκ. στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού βραχίονα (οι πιο πάνω ουλές παρουσιάζονται να είναι αποτέλεσµα επιφανειακών εκδορών - δεν τοποθετήθηκαν ραφές). · Η κινητικότητα του δεξιού ώµου βρισκόταν σε πλήρως ικανοποιητικό εύρος χωρίς καµία διαφορά σε σύγκριση µε την κινητικότητα του αριστερού ώµου. · Φυσιολογική κινητικότητα των αγκώνων, καρπών και δαχτύλων των χεριών. · Φυσιολογικη λειτουργικότητα του νευροαγγειακού και µυοσκελετικού συστήµατος των άνω και κάτω άκρων. · Η κινητικότητα της οσφύος παρουσιαζόταν σε ικανοποιητικό εύρος σε σχέση πάντοτε και µε την ηλικία του. · Κατά την ψηλάφηση δεν διαπιστώθηκε µυικός σπασµός ή ευαισθησία στους παρασπονδυλίους µύες. Προσκομίσθηκε επίσης στο μάρτυρα εξειδικευµένη ακτινολογική εξέταση µαγνητικής τοµογραφίας ηµερ. 6.8.08, συνοδευόμενη από την ακτινολογική έκθεση του ειδικού ακτινολόγου Διαµαντή (την αναγνώρισε ως το τεκμήριο Α προς αναγνώριση). Τα διαγνωστικά ευρήµατα του ειδικού ακτινολόγου αφορούν εκφυλιστικές αλλοιώσεις µετρίου βαθµού µε µερική (όχι ολική) ρήξη του υπερακανθίου τένοντα, ελαφρότερης µορφής εκφυλιστικές αλλοιώσεις και µικρή µερική ρήξη του υποπλατίου και υπακανθίου τένοντα. Οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις της ακρωµιοκλειδικής άρθρωσης. Με βάση τα πιο πάνω ο μάρτυρας στην έκθεση του κατέληξε στα ακόλουθα:
  25. Τα ακτινολογικά ευρήµατα όπως απεικονίζονται στην εξειδικευµένη εξέταση μαγνητικής τοµογραφίας του δεξιού ώµου, αποτελούν εκφυλιστικά ευρήµατα χρονιότητας που συνάδουν µε την ηλικία του τραυµατία και δεν αποτελούν άµεσα µετατραυµατικά ευρήµατα.
  26. Από το ιστορικό εκτιµάται ότι υπέστη τραυµατισµό µαλακών µορίων στην οσφύ και στον δεξιό ώµο καθώς και εκδορές στο δεξιό βραχίονα και δεξιό αντιβράχιο.
  27. Παρέµεινε για µία εβδοµάδα στο Νοσοκοµείο Λεµεσού. Λόγω της απουσίας του αναγκαίου νοσοκοµειακού ιατρικού πιστοποιητικού, δεν ήταν δυνατή η σαφής και ασφαλή γνωµάτευση για την κλινική εικόνα που υπέβαλε την εισαγωγή του ή για την αναγκαία θεραπεία εσωτερικού ασθενή που τυχόν του χορηγήθηκε.
  28. Με την έξοδο του από το Νοσοκοµείο του χορηγήθηκε φυσιοθεραπεία σε οχτώ διαφορετικές περιπτώσεις και σε χρονική περίοδο τεσσάρων εβδοµάδων.
  29. Με βάση τα πιο πάνω κλινικά ευρήµατα και ιδιαίτερα την πλήρως ικανοποιητική κινητικότητα της άρθρωσης του δεξιού ώµου είναι η γνώμη του μάρτυρα ότι υπήρξε πλήρης αποκατάσταση και απουσία µορφής λειτουργικού κατάλοιπου.
  30. Περαιτέρω με βάση τα πιο πάνω ήταν η γνώμη του ότι απουσίαζε οποιαδήποτε ένδειξη αναγκαιότητας χειρουργικής µορφής θεραπείας του δεξιού ώµου.
  31. Λαµβανοµένου υπόψη του ότι ο τραυµατισµός µαλακών µορίων του δεξιού ώµου επισυνέβη σε προϋπάρχον παθολογικό εκφυλιστικό έδαφος χρονιότητας, ήταν επίσης η εκτίμηση του μάρτυρα ότι είναι δικαιολογηµένη η σχετική παράταση της συνήθους περιόδου αποκατάστασης και κατ' επέκταση η συνολική περίοδος αναρρωτικής άδειας τριών µηνών κρίνεται σε αναγκαία πλαίσια.
  32. Οι επιφανειακές ουλές θα παραµείνουν. Κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, μεταφράζοντας από τα αγγλικά στο τεκμήριο Α προς αναγνώριση, τα υπό τον τίτλο «Diagnosis» ανέφερε ότι υπάρχουν εκφυλιστικές αλλοιώσεις μέτριου βαθμού και μερική ρήξη ολικού πάχους του υπερακάνθιου τένοντα, εκφυλιστικές αλλοιώσεις ελαφρού βαθμού και μικρή μερική ρήξη μερικού πάχους του υπακάνθιου και υποπλάτιου τένοντα, ελαφριάς μορφής αλλοιώση στο χόνδρο που περιβάλει την ωμογλήνη, γραμμοειδής ρήξη του πρόσθιου άνω χόνδρου, μερική ρήξη του πρόσθιου ωμογληνοβραχιονίου συνδέσμου, οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης με μέτριου βαθμού σύνδρομο τριβής ή πρόσκρουσης. Όσον αφορά τον όρο «εκφυλιστικές αλλοιώσεις» ανέφερε ότι είναι η μέση του χόνδρου και της χρήσης φθοράς ενός οργάνου του ανθρωπίνου σώματος και στην παρούσα περίπτωση το όργανο είναι η άρθρωση του ώμου. Ήταν η γνώμη του ότι οι εν λόγω εκφυλιστικές αλλοιώσεις δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να προκληθούν σε διάστημα δύο μηνών (δηλ. από τον τραυματισμό του Ενάγοντα στις 6.6.08 μέχρι την διενέργεια της μαγνητικής τομογραφίας στις 6.6.08) καθότι χρήζουν μακρού χρόνου για να εμφανιστούν και να απεικονίζονται ακτινολογικά. Εξηγώντας τη διαφορά της μερικής με την ολική ρήξη του στροφικού πετάλου, είπε ότι το στροφικό πέταλο αποτελείται από 4 τένοντες. Για την πλήρη ρήξη έδωσε σαν παράδειγμα ένα σχοινί, το οποίο αποκόπτεται πλήρως διαχωριζόμενο σε 2 μέρη ενώ για τη μερική ρήξη την αποκοπή μέρους του εύρους του σχοινιού με το υπόλοιπο μέρος να παραμένει άθικτο και συνενωμένο. Κατά την κλινική εξέταση του Ενάγοντα σε σχέση με την κινητικότητα του δεξιού ώμου ο μάρτυρας υπέβαλε αυτόν σε όλες τις κινήσεις του ώμου και συγκεκριμένα σε κάμψη (ανυψώνοντας το χέρι δείχνοντας την οροφή), απαγωγή (ανοίγοντας το χέρι σαν τη φτερούγα πουλιού), έκταση (παίρνοντας το χέρι πίσω), έξω στροφή (αγγίζοντας με την παλάμη το πίσω μέρος της κεφαλής), έσω στροφή (αγγίζοντας με το χέρι το πίσω μέρος, το κάτω μέρος της σπονδυλικής στήλης) και προσαγωγή (αγγίζονταν τον αντίθετο ώμο) είναι η προσαγωγή του ώμου. Έλεγξε τις εν λόγω κινήσεις συγκρίνοντας τις με τον μη τραυματισθέντα αριστερό ώμο. Ανέφερε επίσης ότι το γεγονός ότι μετά από 6 χρόνια δεν χρειάστηκε να γίνει οποιαδήποτε επέμβαση στο στροφικό πέταλο του τένοντα του δεξιού ώμου, ιατρικά επιβεβαιώνει την ορθότητα της δικής του πρόγνωσης, όπως καταγράφεται στην έκθεση του ότι δηλ. η κίνηση του ώμου ήταν πλήρως ικανοποιητική και δεν υφίστατο οποιαδήποτε ένδειξη περαιτέρω χειρουργικής μορφής θεραπεία. Είπε δε όσον αφορά την πιθανότητα εμφάνισης μετατραυματικής αρθρίτιδας ότι αποτελεί όχι κανόνα, ο οποίος επιδέχεται εξαιρέσεις, αλλά αξίωμα στην ορθοπεδική επιστήμη, ότι απαραίτητος παράγοντας πρόκλησης μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας είναι η παρουσία ενός αρθρικού κατάγματος (κατάγματος εντός της άρθρωσης) κάτι που δεν υπήρξε στην παρούσα και κατ' επέκταση δεν υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Σε υποβολή ότι ο Ενάγοντας συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος υπέστη διάστρεμμα της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης είπε ότι αποδέχεται ότι υπέστη τραυματισμό μαλακών μορίων στην οσφύ, που είναι ένας πιο γενικευμένος ιατρικός όρος. Σε υποβολή ότι ο Ενάγοντας συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος υπέστη ρήξη του υπερακανθίου τένοντα και ρήξη του πρόσθιου άνω συνδέσμου και χόνδρου της κατ' ώμου αρθρώσεως εξήγησε ότι ο όρος ρήξη διαφέρει κατά πολύ από τον όρο μερική ρήξη και στο τεκμήριο Α προς αναγνώριση καταγράφεται μερική ρήξη σε συνδυασμό με εκφυλιστικές αλλοιώσεις. Δέχθηκε μεν ότι ο Ενάγοντας υπέστη τραυματισμό μαλακών μορίων στο δεξιό ώμο αλλά ανέφερε ότι οι μερικές ρήξεις τένοντα, όπως αναφέρονται στο τεκμήριο Α προς αναγνώριση, είναι εκφυλιστικής αιτιολογίας και οι εκφυλιστικές αλλοιώσεις δεν συνδέονται με το δυστύχημα. Δεν δέχθηκε ότι η ρήξη που αναφέρεται στο τεκμήριο είναι τραυματικής μορφής και όχι εκφυλιστικής μορφής λέγοντας ότι εάν ήταν τραυματικής αιτιολογίας απαραιτήτως θα υπήρχε (στο ίδιο τεκμήριο) ακτινολογικό εύρημα οιδήματος (πρηξίματος) στους τένοντες, εφόσον όταν τραυματισθεί ή μερικώς αποκοπεί ένας τένοντας το πρώτο ακτινολογικό εύρημα είναι το οίδημα, κάτι που όμως δεν υπάρχει στην προκειμένη. Ανέφερε επίσης ότι πουθενά δεν αναφέρεται στο τεκμήριο Α προς αναγνώριση, η λέξη τραυματική ρήξη ενώ αντίθετα, υπάρχει η λέξη, εκφυλιστική «degenerative» μερική ρήξη. Δέχθηκε ότι οι εκφυλιστικές αλλοιώσεις που εντοπίσθηκαν στον Ενάγοντα δεν έχουν σχέση με τους τραυματισμούς τους οποίους υπέστη κατά το δυστύχημα. Δεν δέχθηκε ότι μετά από το επίδικο δυστύχημα και τον τραυματισμό του ο Ενάγοντας είναι ανίκανος να εκτελεί οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία, η οποία προϋποθέτει τη χρήση του δεξιού χεριού του πάνω από το επίπεδο του δεξιού ώμου. Επίσης δεν δέχθηκε ότι ο Ενάγοντας λόγω των τραυματισμών του αυτών και περισσότερο του τραυματισμού του στον ώμο, στερείται της ικανότητας να κάνει έστω και να ντυθεί και να ξεντυθεί, να ντυθεί και να ξεντυθεί σηκώνοντας το δεξί του χέρι πάνω από το επίπεδο του δεξιού του ώμου, λέγοντας ότι τραυματισμοί μαλακών μορίων δεν αποτελούν ανίατα τραύματα που να προκαλούν αναπηρίες επί μονίμου βάσης αλλά τραύματα συνηθέστατα τα οποία και αποκαθίστανται. Του υποβλήθηκε επίσης ότι συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος ο Ενάγοντας είχε 1 εκ. μυϊκή αδυναμία του δεξιού πήχη και δεξιού βραχίονα και απάντησε ότι δεν διαπίστωσε κάτι τέτοιο αλλά φυσιολογική λειτουργικότητα του νευροαγγειακού και μυοσκελετικού συστήματος των άνω άκρων. Σε υποβολή ότι η εξήγηση που έδωσε ως προς το τι λέει η μαγνητική τομογραφία είναι η δική του υποκειμενική εξήγηση, απάντησε ότι προέβη σε μετάφραση αγγλικών ορών με ακρίβεια. Επίσης του υποβλήθηκε ότι τα συμπτώματα που είχε ο Ενάγοντας μετά το ατύχημα οφείλονταν στη ρήξη του στροφικού πετάλου, κάτι που επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο Α προς αναγνώριση και απάντησε ότι αυτό που επιβεβαιώνεται είναι μερική ρήξη εκφυλιστικής μορφής. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Εναγόμενη της οποίας η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Στις 6.6.08 περί ώρα 10:00 π.μ. ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚSK137 στην οδό Γεωργίου Νεοφύτου στη Λεμεσό είχε δυστύχημα με την μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής KLR074 που οδηγούσε ο Ενάγοντας. Για το δυστύχημα έδωσε συνοπτική κατάθεση στην αστυνομία. Υπέδειξε ως αυτή το πάνω μέρος στην μπροστινή σελίδα του τεκμηρίου 1, το οποίο υιοθέτησε και έχει ως εξής: «Οδηγούσα βόρεια στην οδό Γεωργίου Νεοφύτου με ταχύτητα περίπου σαράντα χιλιόμετρα. Σε κάποιο σημείο βρέθηκε στα αριστερά του αυτοκινήτου μου ένα μοτοποδήλατο. Αυτό δεν το είδα προηγουμένως και δεν γνωρίζω από πού ήρθε. Ή αν ήταν μπροστά μου και το προσπερνούσα ή αν με προσπερνούσε. Την στιγμή που το αντελήφθηκα αυτό κτυπούσε στο αριστερό εξωτερικό καθρεφτάκι μου. Ο οδηγός του δεν έπεσε στο δρόμο και εγώ στάθμευσα το αυτοκίνητο μου πιο πάνω. Στη συνέχεια είδα τον οδηγό του μοτοποδηλάτου να πέφτει στο δρόμο. Αυτός φορούσε κράνος». Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση της περιγράφοντας πώς έγινε το δυστύχημα είπε ότι πήγαινε βόρεια στο συγκεκριμένο δρόμο και σε κάποιο σημείο αντιλήφθηκε στα αριστερά της μία μοτοσικλέτα αλλά όταν την αντιλήφθηκε αυτή της είχε χτυπήσει στο αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου. Δηλ. το αυτοκίνητο της ήρθε σε επαφή με την μοτοσικλέτα με το αριστερό καθρεφτάκι αυτού. Ο δρόμος εκείνος ήταν ευθύς και η ίδια είχε ορατότητα μπροστά της. Έβλεπε ευθεία όταν οδηγούσε και μπροστά της δεν είχε τίποτε. Για πρώτη φορά είδε τον Ενάγοντα όταν πλέον αυτός την χτύπησε. Η ταχύτητα της ήταν γύρω στα 30-40 χιλιόμετρα. Το σημείο σύγκρουσης από την αριστερή άκρη του δρόμου ήταν περίπου 3 μ. Μετά την επαφή των δύο οχημάτων η ίδια προχώρησε πολύ ελάχιστα και σταμάτησε. Η μοτοσικλέτα προχώρησε ελάχιστα από το σημείο σύγκρουσης, με λίγους ελιγμούς, και απ' ότι είδε από το καθρεφτάκι της, ο οδηγός της έγειρε σιγά κάτω στο δρόμο. Η ίδια έμεινε στη σκηνή μέχρι που ήρθε η αστυνομία. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Ε.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του παρέθεσε και εξήγησε με σαφήνεια τα δεδομένα της σκηνής του δυστυχήματος όπως τα διαπίστωσε ο ίδιος κατά την εξέταση που έκανε και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Ε.4, ο οποίος επίσης παρέθεσε και εξήγησε, χωρίς να αμφισβητηθεί, όλα τα στοιχεία που του ζητήθηκαν σε σχέση με την εγγραφή και δηλώσεις του Ενάγοντα στο Φ.Π.Α. Συνεπώς και αυτού η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.2) γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Όσον αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν το δυστύχημα απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές, συνεπείς και λογικές, συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Όσον αφορά την υπόλοιπη μαρτυρία του, πέραν από τα σημεία για τα οποία δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που υπέστη, τις συνέπειες αυτών και το κατά πόσο αυτές προήλθαν από το δυστύχημα και χρειάζονται οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση προς βελτίωση, για αυτά προσκομίσθηκε ιατρική μαρτυρία, η οποία θα αξιολογηθεί στη συνέχεια και έτσι πέραν από τον πόνο και τις συνέπειες των τραυμάτων, ως τις αντιλαμβάνεται ο Ενάγοντας στην καθημερινότητα του, δεν ήταν ειδικός για να αναφέρει. Όσον δε αφορά το πόσες φορές επισκέφθηκε τον Δρα Αντρέου, το γεγονός ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί επακριβώς δεν καθιστά την μαρτυρία του απορριπτέα. Άλλωστε για το ίδιο θέμα κατέθεσε και ο Δρ. Αντρέου και δεν αμφισβητήθηκε σχετικά ενώ περαιτέρω ο Ενάγοντας κατά τη συγκεκριμένη δικάσιμο δήλωσε ότι ήταν συγχυσμένος, είχε άλλα προβλήματα και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί γιατί ως είπε είχε σπάσει η γυναίκα του και τα δύο της πόδια και τα είχε στον γύψο και δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τον εαυτό του, εξήγηση την οποία έδωσε και σε σχέση με την απάντηση του στην αντεξέταση ότι τώρα δεν μπορεί να κάνει την εγχείριση που του συνέστησε ο Δρ. Αντρέου. Αναφορικά δε με το πότε επέστρεψε στην εργασία του, θέμα που συνδέεται άμεσα με την ανάλογη εκ του τραυματισμού του άδεια, κατά την αντεξέταση του δεν απέκλεισε ουσιαστικά ότι δεν εργάστηκε για 3 και όχι για 4.5 μήνες μετά το δυστύχημα. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Ενάγοντα, με τις διευκρινίσεις που έγιναν, γίνεται δεκτή. Οι Μ.Ε.3 και Μ.Υ.1 κατέθεσαν κατέθεσαν ουσιαστικά ως εμπειρογνώμονες και συγκεκριμένα ως ειδικοί ορθοπεδικοί χειρουργοί και τραυματιολόγοι. Είναι παγίως νομολογημένο ότι η ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της απόδειξης. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης (βλ. Constantinides (Akinita) Ltd. ν Mavrogenis

(1983)1 C.L.R. 662). Ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια τόσο για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του όσο και της ανεξαρτησία της κρίσης του, έτσι που να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων και σε συμπεράσματα με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα αυτά (βλ. Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Vassilico Cement Works Ltd v. Σταύρου
(1978)1 C.L.R. 389, Σπύρου ν. Χ΄΄Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 298, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746 και Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 A.A.Δ. 1193). Η εμπειρογνωμοσύνη των Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1 στην παρούσα, δηλώθηκε ρητά από τις συνηγόρους των διαδίκων, ότι δεν αμφισβητείται. Συνεπώς κρίνεται ότι αυτοί είναι ειδικοί επί των θεμάτων για τα οποία κατέθεσαν και έτσι η μαρτυρία τους θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων (βλ. Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Όσον αφορά τις βλάβες που διαπιστώθηκε ότι είχε ο Ενάγοντας, ο Μ.Ε.3 είχε την γνώμη ότι, συνεπεία του δυστυχήματος αυτός υπέστη διάστρεμμα οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και λαμβάνοντας υπόψην, ως βάση, την έκθεση μαγνητικής τομογραφίας στην οποία υποβλήθηκε ο Ενάγοντας (τεκμήριο Α προς αναγνώριση), ότι είχε υποστεί και ρήξη των 3 βασικών τενόντων του στροφικού πετάλου του δεξιού ώμου. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο η βλάβη αυτή στον ώμο ήταν που προκάλεσε έντονο πόνο και οδύνη αρχικώς με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση έχει βελτιωθεί αλλά εξακολουθεί να παρουσιάζει έντονα ενοχλήματα πόνου, δυσκαμψίας και αδυναμίας του δεξιού ώμου, ως επίσης και περιορισμό της κινητικότητας. Παρά δε την εντατική φυσιοθεραπεία και τα φάρμακα η κατάσταση του παραμένει στάσιμη και η πιθανότητα να βελτιωθεί είναι μόνο με χειρουργική αποκατάσταση του τενοντίου πετάλου. Είναι επίσης η γνώμη του ότι λόγω της ρήξεως και της δυσκαμψίας του ώμου θα παρουσιάζει μετατραυματική αρθρίτιδα, η οποία θα επιδεινώσει την παρούσα κατάσταση και ότι θα είναι ανίκανος να εκτελεί οιανδήποτε χειρονακτική εργασία, η οποία προϋποθέτει τη χρήση της δεξιάς χειρός άνωθεν του επιπέδου του δεξιού ώμου. Τέλος ήταν η γνώμη του ότι η συνολική αναρρωτική άδεια που δόθηκε στον Ενάγοντα δηλ. περίπου 4.5 μήνες ήταν, λαμβάνοντας υπόψη τους τραυματισμούς του, αναγκαία. Από την άλλη ο Μ.Υ.1 δέχθηκε ότι ο Ενάγοντας συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος υπέστη τραυµατισµό µαλακών µορίων στην οσφύ (που ως εξήγησε, είναι ένας πιο γενικευμένος ιατρικός όρος από το διάστρεμμα της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης) και στον δεξιό ώµο καθώς και εκδορές στο δεξιό βραχίονα και δεξιό αντιβράχιο. Ήταν δε ουσιαστικά η θέση του ότι οι ρήξεις που αναφέρονται στο τεκμήριο Α προς αναγνώριση, οφείλονται σε προϋπάρχουσες του δυστυχήματος εκφυλιστικές αλλοιώσεις και όχι στον τραυματισμό κατά το δυστύχημα. Ήταν επίσης η γνώμη του ότι κατά την εξέταση του Ενάγοντα υπήρξε πλήρης αποκατάσταση και απουσία µορφής λειτουργικού κατάλοιπου και απουσίαζε οποιαδήποτε ένδειξη αναγκαιότητας χειρουργικής µορφής θεραπείας του δεξιού ώµου. Όσον δε αφορά την διάρκεια της αναγκαίας αναρρωτικής άδειας ήταν η γνώμη του ότι αυτή ήταν για 3 μήνες. Η βασική λοιπόν διαφωνία των δύο ιατρών ήταν αναφορικά με το κατά πόσο υπήρχε και ποιας έκτασης βλάβη στον δεξιό ώμο του Ενάγοντα καθώς και κατά πόσο αυτή ήταν αποτέλεσμα του δυστυχήματος. Για να καταλήξουν όμως στις διαφορετικές γνώμες επ' αυτού και οι δύο μάρτυρες έλαβαν ως δεδομένο το περιεχόμενο του τεκμηρίου Α προς αναγνώριση, ήτοι τη συνταχθείσα στην αγγλική γλώσσα έκθεση του ακτινολόγου Δρα Διαμαντή, όπου περιλαμβάνονται τα ευρήματα και η διάγνωση αυτού από την μαγνητική τομογραφία που έγινε στο δεξιό ώμο του Ενάγοντα στις 6.8.08 δηλ. δύο μήνες μετά το επίδικο δυστύχημα. Μάλιστα οι δύο μάρτυρες διαφώνησαν επί του περιεχομένου του τεκμηρίου αυτού, δίδοντας ο καθένας την δική του μετάφραση κάποιων όρων στα ελληνικά, γεγονός που επέδρασε ουσιωδώς στην ερμηνεία που έδωσε ο καθένας στα ευρήματα του εν λόγω ακτινολόγου, με αποτέλεσμα να καταλήξουν σε διαφορετική γνώμη. Έτσι ο μεν Μ.Ε.3 κατέληξε ότι η κατάσταση στο δεξί ώμο του Ενάγοντα και κατ' επέκταση οι μετέπειτα συνέπειες της μέχρι και σήμερα αλλά και το τι ενδεχομένως θα συμβεί στο μέλλον (περιλαμβανομένης της περιόδου αναγκαίας αναρρωτικής άδειας, της ανάγκης χειρουργικής επέμβασης και της εμφάνισης μετατραυματικής αρθρίτιδας) ήταν αποτέλεσμα του τραυματισμού του Ενάγοντα κατά το επίδικο δυστύχημα ενώ ο Μ.Υ.1 ότι ήταν αποτέλεσμα προυπαρχουσών εκφυλιστικών αλλοιώσεων. Ως έχει νομολογηθεί όμως ένα έγγράφο κατατίθεται σαν τεκμήριο προς αναγνώριση όταν δεν μπορεί να κατατεθεί κανονικά από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στην κατοχή του, για να δοθεί η ευχέρεια στους μάρτυρες να ερωτηθούν για το περιεχόμενο του. Η μαρτυρία αυτή καταγράφεται αλλά παραμένει ανενεργή, μέχρις ότου υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση του εγγράφου από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στην κατοχή του για να καταστεί πλέον κανονικό τεκμήριο και η μαρτυρία που έχει προκύψει από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί ως προς το περιεχόμενό του, να καταστεί ενεργή (βλ. Demeco Company Limited v. Beckhoff Gasellchaft MDH
(1989)1 C.L.R. 89 και Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Στην παρούσα το τεκμήριο Α προς αναγνώριση ουδέποτε κατέστη κανονικό τεκμήριο και συνεπώς εξ αυτού και μόνο τόσο το περιεχόμενο του όσο και η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με αυτό δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι ακόμη και εάν η εν λόγω έκθεση γινόταν κανονικό τεκμήριο, χωρίς όμως να έλθει να καταθέσει ο συντάκτης της, και πάλι δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψην, με δεδομένο ότι οι Μ.Ε.3 και Μ.Υ.1 διαφώνησαν σε σχέση με το περιεχόμενο της και ως προς την μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνικά κάποιων ουσιωδών ιατρικών όρων-ευρημάτων που αναγράφονται. Ενόψει του πιο πάνω κρίνεται ότι ο Ενάγοντας (ο οποίος έχει και το σχετικό βάρος απόδειξης) δεν έχει αποδείξει στον απαραίτητο βαθμό ότι, συνεπεία του δυστυχήματος, υπέστη ρήξη των 3 τενόντων του στροφικού πετάλου του δεξιού ώμου. Κατ' επέκταση δεν έχει αποδειχθεί στον δέοντα βαθμό ότι τα όσα διαπίστωσε ο Μ.Ε.3 κατά την εξέταση του Ενάγοντα στις 18.7.08 και στις 20.10.08, σε σχέση με τον δεξιό ώμο του Ενάγοντα και την κινητικότητα αυτού αλλά και η σχετική κατάσταση του μέχρι και σήμερα, περιλαμβανομένης της ανάγκης χειρουργικής επέμβασης και εμφάνισης μετατραυματικής αρθρίτιδα, ήταν απότοκα του δυστυχήματος. Δέχομαι όμως εφόσον αποτελεί ουσιαστικά κοινό έδαφος μεταξύ των Μ.Ε.3 και Μ.Υ.1 ότι ο Ενάγοντας συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη διάστρεμμα οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και εκδορές στο δεξιό βραχίονα και δεξιό αντιβράχιο. Όσον αφορά το εν λόγω διάστρεμμα δεν αμφισβητήθηκε ότι στις 18.7.08 που τον εξέτασε ο Μ.Ε.3 ο Ενάγοντας είχε πόνο, δυσκαμψία, αδυναμία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, ευαισθησία κατά την πίεση στο κάτω μέρος της οσφύος, οι κινήσεις της οσφύος ήταν επώδυνες και πρόσθιος κάμψη ήταν περιορισμένη. Κατά την τελική του εξέταση όμως στις 20.10.08 από τον Μ.Ε.3 δεν διαπιστώθηκε ότι παρέμεινε οποιοδήποτε σύμπτωμα από το εν λόγω διάστρεμμα. Όσον αφορά τον τραυµατισµό στον δεξιό ώµο ο ίδιος ο Μ.Υ.1 έχει αναφέρει ότι αυτός συνίστατο σε τραυµατισµό µαλακών µορίων ενώ πέραν αυτού δεν υπάρχει άλλη σχετική μαρτυρία. Περαιτέρω είναι ουσιαστικά κοινό έδαφος ότι ενόψει των τραυμάτων στο δεξί χέρι του Ενάγοντα παρέμειναν επιφανειακές ουλές 12Χ4 εκ. στον δεξιό πήχη και 8Χ2½ εκ. στον δεξιό βραχίονα. Τέλος δέχομαι, καθότι και ο ίδιος ο Ενάγοντας ανέφερε στον Μ.Υ.1 και δεν το απέκλεισε κατά τη μαρτυρία του, ότι όσον αφορά την περίοδο αναρρωτικής άδειας για τα τραύματα που υπέστη ο Ενάγοντας συνεπεία του δυστυχήματος, αυτός επέστρεψε στην εργασία του στους 3 μήνες. Τέλος η Εναγόμενη θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Παρά το ότι κατά τη μαρτυρία της δέχθηκε ουσιαστικά ότι πριν την σύγκρουση δεν παρατήρησε κατά πόσο και που βρισκόταν το μοτοποδήλατο με τον Ενάγοντα, εντούτοις επέμενε ότι δεν τον χτύπησε στην προσπάθεια της να τον προσπεράσει και ότι όφειλε εκείνος να δει το αυτοκίνητο της και συνεπώς εκείνος ευθύνεται για το δυστύχημα. Η εκδοχή της όμως δεν είναι πειστική, διαψεύδεται από την πραγματική μαρτυρία, δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική ενώ περαιτέρω στερείται της απαραίτητης συνέπειας. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση της αναγνώρισε και υιοθέτησε την δήλωση που έκανε αναφορικά με το δυστύχημα στον Μ.Ε.1 και καταγράφεται στο τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα ότι αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα την στιγμή που αυτό χτυπούσε στο αριστερό εξωτερικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της και ότι δεν το είδε προηγουμένως. Στην ίδια δε δήλωση αναφέρει ότι δεν γνωρίζει από πού ήρθε το μοτοποδήλατο ενώ έθεσε ουσιαστικά ως ενδεχόμενα, χωρίς να μπορεί να πει πιο ισχύει, το μοτοποδήλατο να ήταν μπροστά της και να το προσπερνούσε ή εκείνο να την προσπερνούσε. Στην αντεξέταση της συμφώνησε ότι ο δρόμος εκεί ήταν ευθύς και η ίδια είχε ορατότητα μπροστά της. Ήταν όμως ουσιαστικά αρχικά η θέση της, δείχνοντας πλέον βέβαιη σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ότι το μοτοποδήλατο δεν ήταν μπροστά της εφόσον ως ανέφερε όταν οδηγούσε έβλεπε μπροστά της και εκεί δεν είχε τίποτε. Προσπαθώντας δε να δώσει μια δικαιολογία και να μεταθέσει την ευθύνη στον Ενάγοντα είπε ότι όταν αυτός την χτύπησε εκείνη είχε ορατότητα μπροστά της και ο Ενάγοντας, όπως φαίνεται (δηλ. προβαίνει σε εικασία), επειδή την χτύπησε στο αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της, το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου τον είχε ήδη προσπεράσει και άρα εκείνος δεν κοίταξε και έστριψε πάνω στο καθρεφτάκι της. Με αυτήν της την απάντηση κάνει δηλ. πλέον αναφορά σε προσπέρασμα ή προσπάθεια της να προσπεράσει το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα. Όταν όμως στη συνέχεια ρωτήθηκε κατά πόσο συμφωνεί ότι προσπερνούσε τον Ενάγοντα απάντησε αρνητικά και είπε ότι αυτός δεν ήταν δίπλα της. Παρά ταύτα σε επόμενη υποβολή ότι το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα προπορευόταν του αυτοκινήτου της πριν την σύγκρουση, είπε ότι και να προπορευόταν (δηλ. δεν το απέκλεισε πλέον) αφού αυτή δεν τον χτύπησε με το αυτοκίνητο της, άρα την είδε αφού πέρασε από δίπλα του, δεν ήταν προσεκτικός έστριψε και χτύπησε στο καθρεφτάκι της. Το ότι προσπάθησε να προσπεράσει τον Ενάγοντα προκύπτει και από το ότι σε επόμενη υποβολή ότι ο Ενάγοντας είχε βάλει ένδειξη γνωστοποιώντας την πρόθεση του να στρίψει δεξιά, επέμενε ότι ο Ενάγοντας δεν την είδε και χτύπησε στο καθρεφτάκι της αφού η ίδια είχε ήδη περάσει με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της πιο μπροστά του. Άλλωστε από το τεκμήριο 1 (με το οποίο η Εναγόμενη συμφώνησε υπογράφοντας το) φαίνεται ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στα 3 μ. από την αριστερή άκρη του δρόμου δηλ. σχεδόν στο μέσο αυτού (είχε συνολικά πλάτος 7,80 μέτρα) και σε συνδυασμό με το ότι η σύγκρουση έγινε με το αριστερό εξωτερικό καθρεφτάκι του οχήματος της Εναγόμενης και το ότι σύμφωνα με την ίδια το πλάτος του αυτοκινήτου της ήταν 1.60 μ., προκύπτει ότι εκείνη οδήγησε το αυτοκίνητο της με μέρος αυτού να βρίσκεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ώστε να προσπεράσει τον Ενάγοντα. Όταν δε της υποβλήθηκε ότι το αυτοκίνητο της ήταν στο κέντρο του δρόμου ανάμεσα στις δύο λωρίδες γιατί κατά τη σύγκρουση προσπερνούσε την μοτοσικλέτα του Ενάγοντα υπεκφεύγοντας απάντησε ότι προανέφερε πού ήταν το αυτοκίνητο. Δεν δέχτηκε δε υποβολές ότι χτύπησε τον Ενάγοντα με το αριστερό καθρεφτάκι της γιατί επιχείρησε να τον προσπεράσει ενώ αυτός προπορευόταν χωρίς να αντιληφθεί την πρόθεση του να στρίψει δεξιά και ότι όφειλε να τον δει εφόσον προπορευόταν. Περαιτέρω η Εναγόμενη δεν ήταν ειλικρινής ούτε για την πορεία του μοτοποδηλάτου του Ενάγοντα μετά την σύγκρουση. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση της είπε ότι μετά την επαφή των δύο οχημάτων η ίδια προχώρησε πολύ ελάχιστα μπροστά και σταμάτησε και ότι και το μοτοποδήλατο προχώρησε και εκείνο ελάχιστα από το σημείο της σύγκρουσης και ο Ενάγοντας έγειρε σιγά κάτω στο δρόμο. Στην αντεξέταση της είπε ότι αυτό το είδε η ίδια από το κεντρικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της μετά τη σύγκρουση. Εξήγησε ότι μετά την σύγκρουση το μοτοποδήλατο προχώρησε ελάχιστα με λίγους ελιγμούς και έπεσε και άρα δεν μπορεί να ήταν πολύ μακριά από το σημείο της σύγκρουσης. Το ότι όμως έγειρε σιγά κάτω στο δρόμο διαψεύδεται από το τεκμήριο 1 από το οποίο προκύπτει ότι το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα άφησε εκδορές και άρα σύρθηκε μετά την σύγκρουση για 6.50 μ. και κατέληξε σε απόσταση 7 μ. από το σημείο σύγκρουσης, με πορεία διαγώνια προς τα αριστερά (για την χρησιμότητα της πραγματικής μαρτυρίας σε υποθέσεις δυστυχημάτων βλ. Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1388, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1362, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α Α.Α.Δ 267) και Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Α.Α.Δ 213). Σε ερώτηση δε στην αντεξέταση της εάν αυτή την κίνηση της μοτοσικλέτας την είδε ενώ το αυτοκίνητο της είχε σταματήσει ή ενώ βρισκόταν σε κίνηση είπε ότι δεν προχώρησε πολύ αλλά ελάχιστα μετά τη σύγκρουση και μάλιστα καθόρισε την απόσταση αυτή 1-2 μ. Είπε επίσης ότι όταν αυτή κατέβηκε το μοτοποδήλατο και ο οδηγός του ήταν λίγο πιο πίσω από το αυτοκίνητο της. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι κατά τη μαρτυρία της η ίδια η Εναγόμενη αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες αποστάσεις δικαιολογώντας τους σχετικούς υπολογισμούς της στο ότι ασχολείται με ένα επάγγελμα με το οποίο υπολογίζει μέτρα. Με δεδομένο όμως το ότι, ως προαναφέρθηκε, το μοτοποδήλατο κατέληξε περίπου 7 μ. πιο μπροστά από το σημείο σύγκρουση αποκλείεται η Εναγόμενη να σταμάτησε στα 1-2 μ. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η Εναγόμενη δεν ήταν ειλικρινής και συνεπώς η μαρτυρία της δεν γίνεται δεκτή. Νομική Πτυχή Το θέμα της αμέλειας είναι θέμα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Panagiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). H συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387). O δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 εισάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ήτοι το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Έτσι «το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο στη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους». Το κριτήριο δε της αμέλειας «είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο». Στις περιπτώσεις οδήγησης οχημάτων απαιτείται από ένα οδηγό, ανάμεσα σ' άλλα, η επίδειξη δέουσας, υπό τις περιστάσεις, προσοχής, επιμέλειας και παρατηρητικότητας. Με άλλα λόγια κάθε οδηγός έχει καθήκον να ασκεί τη δέουσα και συνεχή παρατηρητικότητα (proper lookout) σε κάθε στιγμή και προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, υπό το φως όμως των πραγματικών περιστατικών της κάθε περίπτωσης και των οδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες βρίσκεται (βλ. Constantinou v. Katsouris
(1975)1 C.L.R. 188 και Παύλου v. Παπακυπριανού
(2000)1 Α.Α.Δ. 974). Αναφορικά με την προσπέραση μοτοποδηλάτου από αυτοκίνητο στην Poullou v. Constantinou
(1973)1 C.L.R. 177, κρίθηκε ότι η αμέλεια συνίστατο στην οδήγηση πολύ κοντά στο μοτοποδήλατο ώστε να προκληθεί σύγκρουση με το πλευρό του αυτοκινήτου. Το κάτωθι απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση είναι ενδεικτικό του τι αναμένεται από τον οδηγό ενός αυτοκινήτου σε τέτοια περίπτωση: «Indeed, a prudent driver is expected to leave safe berth when overtaking another vehicle, particularly so in the case of a bicycle, and make reasonable allowance for some deviation from a straight course which depends not only on the nature of the steering, but on its combined effect with the balance of the rider, a fact inherent in this type of vehicle. Furthermore, such allowance should be made for safe clearance whilst overtaking the whole length of one's vehicle». Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ένα όχημα που ακολουθεί άλλο προπορευόμενο όχημα έχει παράλληλα και το στοιχειώδες καθήκον της τήρησης απόστασης ασφαλείας και λογικού ορίου ταχύτητας. Θα πρέπει δηλ. να τηρεί, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, ο οποίος θα του επιτρέψει να αντιμετωπίσει με επιτυχία οποιοδήποτε έκτακτο τροχαίο περιστατικό, το οποίο ήταν εύλογα προβλεπτό (Michael v. Katsikides
(1977)1 CLR 346 και Κεζαρίδης ν. Κωνσταντίνου
(2007)1 ΑΑΔ 1373). Αλλά καθήκον για επίδειξη δέουσας προσοχής, επιμέλειας και παρατηρητικότητας, μάλιστα έναντι και των οχημάτων που τον ακολουθούν, έχει και ο οδηγός, ο οποίος επιθυμεί να στρίψει. Σχετική είναι η υπόθεση Katsouris ανωτέρω. Εκεί καθώς ο εφεσίβλητος οδηγούσε το αυτοκίνητο του ελάττωσε ταχύτητα και έδωσε σήμα με το δεξί του χέρι και με τον δείκτη του αυτοκινήτου ότι θα στρίψει δεξιά. Επίσης κοίταξε πίσω με το καθρεφτάκι του και καθώς δεν είδε άλλο όχημα να ακολουθεί, προχώρησε να στρίψει απότομα δεξιά για να αφήσει την γυναίκα του στην είσοδο του σχολείου στην άλλη πλευρά του δρόμου. Ενώ το αυτοκίνητο του βρισκόταν στην μέση του δρόμου το αυτοκίνητο που οδηγείτο από τον εφεσείοντα ήλθε από πίσω και συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και το ότι υπήρχε καλή ορατότητα από την κατεύθυνση από την οποία όδευαν και τα δύο οχήματα, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εάν ο εφεσίβλητος, όταν θα έστριβε δεξιά, είχε καθόλους τους ουσιώδεις χρόνους (και όχι μόνο όταν κοίταξε στιγμιαία από το καθρεφτάκι) τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα σε σχέση με άλλη τροχαία κίνηση που πλησίαζε από πίσω, θα έπρεπε να εντοπίσει έγκαιρα, πριν στρίψει το αυτοκίνητο του εφεσείοντα το οποίο τον ακολουθούσε. Το ότι έκανε σήμα ότι θα έστριβε δεν τον απάλλαττε εξ ολοκλήρου από την ευθύνη. Συνεχίζοντας το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το καθήκον για τήρηση δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας βαρύνει όλους τους οδηγούς σε όλους τους χρόνους και σε όλες τις περιστάσεις, αλλά ήταν ιδιαίτερα βαρύ στην περίπτωση του εφεσίβλητου, ο οποίος θα έστριβε δεξιά. Έγινε δε παραπομπή σε απόσπασμα από το σύγγραμμα Mazengarb on Negligence on the Highway, 4th ed., 333, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται βασικά ότι ένας οδηγός, μετά που δίδει το σύνηθες σήμα, είναι αμελής εκτός εάν έχει τουλάχιστον εύλογη βάση, εκτός από το γεγονός της ειδοποίησης, να πιστεύει ότι μπορεί να στρίψει χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την τροχαία κίνηση που προσεγγίζει. Υπάρχει δε ένα μεγάλο βάρος στον οδηγό που στρίβει να δώσει μια δικαιολογία για την αποτυχία του να δει το άλλο όχημα. Με βάση τα πιο πάνω ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι υπεύθυνος για το δυστύχημα ήταν εξ ολοκλήρου ο εφεσείοντας και αποδόθηκε ευθύνη κατά ένα τρίτο στον εφεσίβλητο (δηλώνοντας ότι εν πάση περιπτώσει κυρίως υπεύθυνος για το δυστύχημα ήταν ο πρώτος). Ως λέχθηκε στην Parmaxi v. Katsiola
(1985)1 C.L.R. 633 η Katsouris ανωτέρω δεν εισήγαγε ούτε καθιέρωσε κάποιο νέο κανόνα για την κρίση αναφορικά με την ευθύνη σε τροχαία δυστυχήματα. Αυτό που αποφασίσθηκε είναι ότι η γνωστοποίηση της πρόθεσης του οδηγού να στρίψει δεν εξαντλεί το καθήκον του έναντι άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Ανάλογα με τις περιβάλλουσες περιστάσεις μπορεί ο οδηγός αυτός να κριθεί αμελής για δυστύχημα το οποίο προκύπτει κατά τη διαδικασία που στρίβει προς την κατεύθυνση που γνωστοποίησε. Πολλά εξαρτώνται από την ειδοποίηση που δίδεται, την πρόθεση να στρίψει σε κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση, την εγγύτητα του οχήματος που ακολουθεί και την δυνατότητα που έχει ο ίδιος οδηγός να αλλάξει την πορεία του με βάση την θέση του άλλου χρήστη του δρόμου. Κανένας γεγονός που περιβάλλει το δυστύχημα δεν πρέπει να εξετάζεται κατ' απομόνωση αλλά πρέπει να εξετάζεται το σύνολο των γεγονότων ώστε να αποφασίζονται τα αντίστοιχα καθήκοντα των εμπλεκομένων οδηγών και η αποτυχία τους να τα εκτελέσουν. Στην Γεωργίου ν. Παναγιωτίδης κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ 80 η εφεσίβλητη 2 οδηγούσε αυτοκίνητο κατά μήκος της οδού Σπύρου Αραούζου στη Λεμεσό, με δυτική κατεύθυνση. Ενώ οδηγούσε στο αριστερό μέρος της δεξιάς λωρίδας ακολουθούμενη από άλλο αυτοκίνητο και βρισκόταν σε απόσταση 20 - 25 μ. από την συμβολή την οδό Δημοσθένη Χατζηπαύλου, έδωσε σήμα με τον σηματοδότη της ότι θα έστριβε δεξιά, ελέγχοντας, κατά την στιγμή εκείνη, τον δρόμο πίσω της, χωρίς να δει το αυτοκίνητο του εφεσείοντα. Όταν πλησίασε στην συμβολή, χωρίς να ελέγξει ξανά πίσω της, μετακινήθηκε στο δεξιό μέρος της δεξιάς λωρίδας για να στρίψει δεξιά στην οδό Δ. Χατζηπαύλου, οπότε συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του εφεσείοντα, που οδηγείτο στο δεξιό μέρος της δεξιάς λωρίδας (στο σημείο εκείνο η οδός Σπύρου Αραούζου είχε την εξής ιδιομορφία: χωριζόταν στην μέση με διαχωριστική νησίδα και η δυτική κατεύθυνση του δρόμου ήταν χωρισμένη σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας από τις οποίες η μεν αριστερή λωρίδα είχε πλάτος 12 πόδια περίπου ενώ η δεξιά λωρίδα είχε πλάτος 22 πόδια περίπου). Πρωτόδικα κρίθηκε ότι η εφεσίβλητη 2 δεν έφερε καμία ευθύνη για το δυστύχημα. Κατ' έφεση όμως κρίθηκε ότι είχε καθήκον να ελέγξει το δρόμο πίσω της προτού στρίψει δεξιά, καθήκον που είχε γίνει εντονότερο λόγω της ιδιομορφίας του δρόμου στο σημείο εκείνο. Ως λέχθηκε αν και είχε ελέγξει τον δρόμο πίσω της αμέσως πριν να δώσει το σήμα ότι θα έστριβε δεξιά, είχε παραλείψει να τον ελέγξει ξανά προτού αρχίσει να στρίβει δεξιά, πράγμα που συνιστούσε αμέλεια που είχε συμβάλει στο ατύχημα. Έτσι της επιμερίστηκε ευθύνη 30%. Στην πολύ πιο πρόσφατη Χαραλάμπους ν. Ξυδά
(2007)1Β Α.Α.Δ 792 συνοψίζοντας την πιο πάνω νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο ουσιαστικά επανέλαβε ότι οδηγός που προηγείται και έχει σκοπό να στρίψει έχει υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι οχήματα που ακολουθούν έχουν αντιληφθεί την πρόθεση του. Σύμφωνα με τη νομολογία λοιπόν όταν δύο μέρη κινούνται με τέτοιο τρόπο σε σχέση ο ένας προς τον άλλο έτσι ώστε να δημιουργείται κίνδυνος σύγκρουσης, ο καθένας από αυτούς οφείλει προς τον άλλο καθήκον να κινείται με την δέουσα προσοχή και φροντίδα και να εξασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα. Το κατά πόσο οι οδηγοί έλαβαν τις κατάλληλες προφυλάξεις για να αποφύγουν τη σύγκρουση ή όχι, αποτελεί πάντοτε θέμα πραγματικών γεγονότων. Στον καταμερισμό της ευθύνης, ως λέχθηκε στην Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, καθοριστικοί παράγοντες είναι: (α) η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη. Όσον αφορά την συντρέχουσα αμέλεια στην Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815 ανωτέρω λέχθηκε ότι αυτή δεν στηρίζεται πάνω στην ύπαρξη καθήκοντος του ζημιωθέντος προς τον εναγόμενο. Εκείνο που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί όταν εγείρεται η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας είναι ότι αυτός που ζημιώθηκε δεν πήρε για το ίδιο του συμφέρον λογικές προφυλάξεις και έτσι συνέβαλε με την έλλειψη φροντίδας στη ζημιά του. Ένας όμως ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εαν όφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ένας ενάγοντας όμως δεν είναι συνήθως υπόχρεος να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές εκτός αν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις. Στα πλαίσια δε εκδίκασης υποθέσεων ως η παρούσα θα πρέπει πρώτα να αποφασισθεί εάν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος της Εναγόμενης και εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξετασθεί εάν ο Ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια και ακολούθως να καθορισθούν τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλ. Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013). Η ευθύνη αποφασίζεται δε στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί ανεξάρτητα εάν είναι μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τον Ενάγοντα ή την Εναγόμενη (βλ. Fabrey and another v. Demetriou
(1976)1 CLR 1). Ευρήματα Με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία που έγινε δεκτή καταλήγω, πέραν των παραδεκτών γεγονότων που αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, στα ακόλουθα: Στις 6.6.08 η ώρα 10:20 περίπου ο Ενάγοντας, φορώντας το κράνος του, οδηγούσε το µοτοποδήλατο του µε αριθµούς εγγραφής KLR074, στην οδό Γεωργίου Νεοφύτου στη Λεµεσό, µε βόρεια κατεύθυνση, από την διασταύρωση µε τις οδούς Γρίβα Διγενή και Κολωνακίου προς τη συµβολή µε την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Πρόθεση του ήταν σε κάποιο σημείο του εν λόγω δρόμου να στρίψει δεξιά για να πάει στο σπίτι του που βρισκόταν εκεί. Περίπου 30 μέτρα πριν φτάσει στο σημείο όπου θα έστριβε, έριξε μια ματιά από το καθρεφτάκι και δεν είδε οποιοδήποτε αυτοκίνητο πίσω του. Όταν έφτασε στο σημείο που θα έστριβε έπιασε το μέσο της λωρίδας του, δεν είδε ξανά από το καθρεφτάκι εάν υπήρχε αυτοκίνητο πίσω του, έδειξε όμως µε τον δείκτη του µοτοποδηλάτου του ότι θα έστριβε δεξιά και ξεκίνησε να στρίβει δεξιά με δεξιόστροφη κλήση (δηλ. με ελαφρώς καμπυλωτή πορεία ως φαίνεται στο τεκμήριο 1 και όχι με απότομη στροφή) προς την είσοδο του χώρου στάθµευσης της οικείας του. Κατά την κίνηση του αυτή, το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγόμενη, με αριθμούς εγγραφής ΚSK137, το οποίο ακολουθούσε το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα, στην προσπάθεια του να προσπεράσει αυτόν από δεξιά, τον χτύπησε στον δεξιό ώµο µε το αριστερό καθρεφτάκι, με αποτέλεσμα το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα και ο ίδιος να ανατραπούν και να πέσουν στον δρόμο. Ο δρόμος στο σημείο του δυστυχήματος ήταν διπλής κατεύθυνσης, ευθύς και επίπεδος και η ορατότητα χωρίς εμπόδια. Το πλάτος του δρόμου ήταν 7,80 μέτρα και της κάθε λωρίδας 3,90 μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης ήταν σε απόσταση 3 μέτρων από την άκρη του πεζοδρομίου στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ως η πορεία των δύο οχημάτων. Ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος καθαρός και στεγνός. Από την πτώση του στο δρόμο το μοτοποδήλατο άφησε εκδορές, οι οποίες ξεκινούσαν περίπου 1,50 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης και 2,80 μέτρα από το αριστερό πεζοδρόμιο και αφού ακολουθούν πορεία ελαφρώς διαγώνια προς τα αριστερά καταλήγουν περίπου 6,50 μέτρα βορειότερα σε απόσταση 0,70 εκατοστών από το πεζοδρόμιο. Από το δυστύχημα το μοτοποδήλατο υπέστη ζημιές στα πλαστικά του στην αριστερή πλευρά ενώ το αυτοκίνητο στο αριστερό εξωτερικό καθρεφτάκι του. Από την πτώση του κατά το δυστύχημα ο Ενάγοντας τραυματίσθηκε. Συγκεκριμένα υπέστη διάστρεμμα οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, τραυµατισµό µαλακών µορίων στον δεξιό ώµο, εκδορές στο δεξιό βραχίονα και δεξιό αντιβράχιο. Λόγω των τραυμάτων του ο Ενάγοντας παρέμεινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για 6 μέρες και εκτός εργασίας για συνολική περίοδο 3 μηνών. Όσον αφορά το εν λόγω διάστρεμμα στις 18.7.08 ο Ενάγοντας είχε πόνο, δυσκαμψία, αδυναμία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, ευαισθησία κατά την πίεση στο κάτω μέρος της οσφύος, οι κινήσεις της οσφύος ήταν επώδυνες και πρόσθιος κάμψη ήταν περιορισμένη. Κατά την τελική του εξέταση από τον Μ.Ε.3 στις 20.10.08 δεν διαπιστώθηκε όμως ότι παρέμεινε οποιοδήποτε σύμπτωμα από το εν λόγω διάστρεμμα. Ενόψει των τραυμάτων του στο δεξί χέρι παρέμειναν μόνιμες επιφανειακές ουλές 12Χ4 εκ. στον δεξιό πήχη και 8Χ2½ εκ. στον δεξιό βραχίονα. Συμπεράσματα Η θέση της Εναγόμενης κατά τη μαρτυρία της δεν ήταν ότι είχε δει το μοτοποδήλατο με τον Ενάγοντα από πριν και ότι όταν επιχείρησε να τον προσπεράσει αυτός έστριψε χωρίς προειδοποίηση δεξιά με αποτέλεσμα τη σύγκρουση. Αντίθετα κατά τη μαρτυρία της παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι δεν αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο με τον Ενάγοντα, παρά μόνο κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Ο δρόμος όμως στο σημείο ήταν ευθύς, επίπεδος, χωρίς εμπόδια και ήταν μέρα. Συνεπώς εάν η Εναγόμενη ασκούσε την δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα θα αντιλαμβανόταν έγκαιρα, πολύ πριν την σύγκρουση, την ύπαρξη του μοτοποδηλάτου με τον Εναγόμενο στο δρόμο μπροστά της. Στη συνέχεια εξακολουθώντας να τηρεί την ίδια παρατηρητικότητα θα αντιλαμβανόταν ότι αυτός θα έστριβε δεξιά εφόσον είχε πάρει το μέσο της λωρίδας του και είχε ανάψει τον δείκτη του δείχνοντας έτσι την πρόθεση του αυτή. Αντίθετα η Εναγόμενη αποτυγχάνοντας να ασκήσει το εν λόγω καθήκον της, επιχείρησε όταν πλέον προφανώς αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο με τον Ενάγοντα μπροστά της, να τον προσπεράσει, ενώ αυτός είχε ήδη αρχίσει την προσπάθεια του να στρίψει ακολουθώντας ελαφρώς καμπυλωτή πορεία προς τα δεξιά και όχι απότομη στροφή, με αποτέλεσμα να χτυπήσει με το αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος της τον Ενάγοντα στον δεξιό του ώμο και να προκαλέσει έτσι την ανατροπή του μοτοποδηλάτου και του Ενάγοντα στον δρόμο. Στοιχειοθετείται λοιπόν αμέλεια της Εναγόμενης. Από την άλλη ο Ενάγοντας προπορευόταν μεν, πήρε την μέση της λωρίδας του και έδειξε με το σήμα του μοτοποδηλάτου του ότι θα έστριβε δεξιά. Ενώ όμως περίπου 30 μέτρα πριν φτάσει στο σημείο όπου θα έστριβε, έριξε μια ματιά από το καθρεφτάκι και δεν είδε οποιοδήποτε όχημα πίσω του, στη συνέχεια όταν έφτασε στο σημείο που θα έστριβε δεν ξανακοίταξε (ως έχει προαναφερθεί η ορατότητα ήταν ανεμπόδιστη), ώστε να βεβαιωθεί ότι εξακολουθούσε να μην τον ακολουθεί οποιοδήποτε όχημα και ότι ήταν ασφαλές να στρίψει χωρίς να θέσει σε κίνδυνο άλλη τροχαία κίνηση. Εάν το έπραττε αυτό θα εντόπιζε έγκαιρα το αυτοκίνητο της Εναγόμενης, την όλη πορεία αυτού και το ότι δεν αντιλήφθηκε την πρόθεση του να στρίψει και θα μπορούσε να λάβει εύλογα μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης, όπως για παράδειγμα να κινηθεί αριστερότερα όταν η Εναγόμενη επιχείρησε να τον προσπεράσει από τα δεξιά. Απέτυχε λοιπόν και ο Ενάγοντας να έχει συνεχώς και σε όλους τους χρόνους την δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα στον δρόμο σε σχέση με άλλη τροχαία κίνηση και συγκεκριμένα σε σχέση με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης που πλησίαζε από πίσω. Συνεπώς το ότι πήρε το μέσο της λωρίδας του και έκανε σήμα ότι θα έστριβε δεν τον απαλλάσσει εξ ολοκλήρου από την ευθύνη. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω και με βάση την σχετική νομολογία κρίνεται ότι η Εναγόμενη φέρει το μεγαλύτερο μέρος αλλά όχι ολόκληρη την ευθύνη για το δυστύχημα. Κρίνεται δε ότι η ευθύνη θα πρέπει να καταμεριστεί κατά 70% στην Εναγόμενη και κατά 30% στον Ενάγοντα. Ειδικές αποζημιώσεις Σύμφωνα με τη νομολογία οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται αυστηρότατα (βλ. Τηλεμάχου ν. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705 και Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Μιχαηλίδη ν. Κακουλλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 673 αναφέρθηκε ότι είναι πρωτίστως καθήκον του Ενάγοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον Εναγόμενο να την αντικρούσει. Όσον αφορά τις ειδικές ζημιές που αξιώνει με την αγωγή του ο Ενάγοντας, ως έχει προαναφερθεί, οι αξιώσεις για απώλεια εισοδήµατος για περίοδο τριών µηνών λόγω µελλοντικής εγχειρήσεως, για φάρµακα και για μεταφορικά (παρ. 8 (ε),(στ),(ζ) έχουν εγκαταλειφθεί. Όσον αφορά τις λοιπές αξιώσεις: Δηλώθηκε ως παραδεκτό ότι, επί πλήρους ευθύνης, οι ζημιές στο μοτοποδήλατο του Ενάγοντα είναι €
  1. Συνεπώς αυτό έχει αποδειχθεί. Αναφορικά με την απώλεια εισοδήματος ο Ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €16,000 για την περίοδο από 6.6.08 µέχρι 21.10.
  2. Σε σχέση με αυτό έχει γίνει παραδεκτό ότι ο Ενάγοντας κατά τον χρόνο του δυστυχήματος εργαζόταν στην εταιρεία COUVAS CARTON INDUSTRIES LΤD, με καθαρό μηνιαίο μισθό €1,184 καθώς και ότι εργαζόταν ως αυτοεργοδοτούμενος ισιωτής αυτοκινήτων με καθαρό μηνιαία εισόδημα €1,
  3. Παρέμεινε δε ως επίδικο το κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται σχετικές αποζημιώσεις για ολόκληρη την αξιούμενη περίοδο, με δεδομένο ότι η υπεράσπιση αμφισβήτησε την διάρκεια της άδειας ασθενείας και το κατά πόσο αυτή ήταν αναγκαία ως προκύπτουσα από το επίδικο δυστύχημα. Αναφορικά με το θέμα αυτό, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας παρέμεινε εκτός της εργασίας του για συνολικό διάστημα 3 μηνών. Συνεπώς απώλεσε μισθούς, οι οποίοι ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €6,
  4. Για τα ιατρικά έξοδα δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό ότι, επί πλήρους ευθύνης, τα έξοδα του Δρ. Κυριάκου Αντρέου είναι €360 και το κόστος της μαγνητικής τομογραφίας ανέρχεται στα €
  5. Όμως παρέμεινε επίδικο το κατά πόσο η αναγκαιότητα υποβολής του Ενάγοντα σε αυτά τα έξοδα ήταν απότοκο του δυστυχήματος ή αν οφειλόταν σε προϋπάρχουσα ανεξάρτητη κατάσταση. Σε σχέση με την μαγνητική τομογραφία επαναλαμβάνεται ότι το τεκμήριο Α προς αναγνώριση και η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με αυτό, για το λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω, δεν θα ληφθούν υπόψην. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι το έξοδο για αυτή την εξέταση δεν έχει αποδειχθεί ότι ήταν απότοκο του δυστυχήματος. Όσον αφορά τα έξοδα του Μ.Ε.3, οι 3 από τις 5 επισκέψεις ήταν μέσα στο χρονικό διάστημα των τριών μηνών από το δυστύχημα, για το οποίο ο Ενάγοντας λόγω του δυστυχήματος δικαιολογημένα βρισκόταν εκτός εργασίας, ενώ οι δύο τελευταίες είναι μεταγενέστερες. Οι συνέπειες δε που αναφέρονται όσον αφορά τον δεξιό ώμο του Ενάγοντα και συνεπώς και η ανάγκη για συνέχιση των επισκέψεων του Ενάγοντα στον Μ.Ε.3 μετά την πάροδο των τριών μηνών από το δυστύχημα δεν έχει αποδειχθεί ότι ήταν απότοκο του δυστυχήματος. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως επιδικασθεί στον Ενάγοντα το ποσό των €240 (υπολογίζοντας δηλ. ότι αυτό περιλαμβάνει τις 3 επισκέψεις και την ετοιμασία της ιατρικής έκθεσης) αντί των €
  6. Τέλος όσον αφορά τα έξοδα για μελλοντική εγχείρηση ο Ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €5,
  7. Η ανάγκη αυτή σύμφωνα με τον Μ.Ε.3 προκύπτει από τα ευρήματα του αναφορικά με την κατάσταση του ώμου του Ενάγοντα, κάτι που ως έχει προαναφερθεί δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι απότοκο του δυστυχήματος. Συνεπώς η αξίωση αυτή δεν έχει στοιχειοθετηθεί και απορρίπτεται. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει ότι συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη ειδικές ζημιές ύψους €7,
  8. Γενικές Αποζημιώσεις Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων και καθοδηγούν το Δικαστήριο ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων στην υπόθεση Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1460, όπου συνοψίζεται η σχετική νομολογία, αναφέρεται ότι «στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό και συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο του Δικαστηρίου ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία του αδικοπραγούντα αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Η νομολογία δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή αύξηση του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξία του χρήματος. (Βλ. επίσης Κουμπαρή κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Paraskevopoullos v. Georgiou
(1970)1 C.L.R. 116, Xenophontos and another v. Anastasiou
(1981)1 C.L.R. 521), Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Μιχαήλ κ.ά. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049 και Ταμπούρα ν. Κολάνη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 384). Από την άλλη έχει επίσης ειπωθεί μέσα από τη νομολογία ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση. Η τάση της ακολουθούμενης ανοδικής πορείας στην επιδίκαση αποζημιώσεων πρέπει να περιορίζεται εντός των σωστών πλαισίων της λογικής και δίκαιης αποζημίωσης (βλ. Μερακλή κ.α. ν. Ταλιώτη
(1997)1 ΑΑΔ 1148). Τέλος η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (βλ. Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Επανερχόμενος δε στα προαναφερόμενα θα πρέπει να λεχθεί οτι από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Περαιτέρω για τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων στη Νικολάου ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει απαραίτητα και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται σε οποιανδήποτε νομολογία για παρόμοια τραύματα ώστε να καθοδηγηθεί επί του ορθού ποσού που θα πρέπει να επιδικάσει. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις ή τραύματα, το Δικαστήριο ενδεχομένως να ανατρέξει σε νομολογία για να αντλήσει καθοδήγηση. Από την μελέτη της νομολογίας σε σχέση με βλάβες όπως αυτές που υπέστη ο Ενάγοντας, η μόνη η υπόθεση με παρόμοιες βλάβες που έχω εντοπίσει είναι η Αδαμίδης ν. Χατζηνικολάου
(2007)1Β Α.Α.Δ 1108. Στην περίπτωση εκείνη επιδικάσθηκε πρωτόδικα σε 17χρονο το ποσό των Λ.Κ.6,000 για τραύματα στο πρόσωπο που δημιούργησαν εκχυμώσεις στον αριστερό οφθαλμό, αιμάτωμα της κάτω ρινικής κόγχης, διάστρεμμα του αυχένα και επώδυνο περιορισμό των κινήσεων του αυχένα, εκδορές και θλάση των μαλακών μορίων του αριστερού ώμου, αγκώνων και αντιβραχίονα και ο οποίος παρέμεινε στο νοσοκομείο για τέσσερις ημέρες, όταν δε εξήλθε υπέφερε από πόνο, ζάλη και πονοκεφάλους. Στην πρόοδο του χρόνου αυτά υποχώρησαν, για να μείνουν όμως δύο μικρές εμφανείς, όχι όμως δύσμορφες ουλές, μία στο μέτωπο και μία πολύ μικρή στο φρύδι. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς τις γενικές αποζημιώσεις εάν και ανέφερε ότι το επιδικασθέν ποσό ήταν μάλλον χαμηλό αλλά όχι έκδηλα ανεπαρκές. Είναι προφανές ότι η πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση δεν αντιστοιχεί πλήρως ως προς τα τραύματα και τις συνέπειες αυτών με την παρούσα. Στα πλαίσια υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων στην παρούσα λαμβάνω υπόψη το είδος και την έκταση των βλαβών που έχει υποστεί ο Ενάγοντας. Λαμβάνω δε ιδιαίτερα υπόψη μου τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη εκ του τραυματισμού του δηλ. διάστρεμμα οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, τραυµατισµό µαλακών µορίων στον δεξιό ώµο, εκδορές στο δεξιό βραχίονα και δεξιό αντιβράχιο, για τα οποία χρειάστηκε να παραμείνει στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για 6 μέρες και εκτός εργασίας για συνολική περίοδο 3 μηνών. Περαιτέρω όσον αφορά το εν λόγω διάστρεμμα ότι στις 18.7.08 δηλ. 1½ περίπου μήνα αργότερα ο Ενάγοντας εξακολουθούσε να έχει πόνο, δυσκαμψία, αδυναμία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, ευαισθησία κατά την πίεση στο κάτω μέρος της οσφύος, οι κινήσεις της οσφύος ήταν επώδυνες και η πρόσθιος κάμψη ήταν περιορισμένη. Όταν εξετάσθηκε ξανά στις 20.10.08 δηλ. μετά από 3 μήνες δεν διαπιστώθηκε ότι παρέμεινε οποιοδήποτε σύμπτωμα από το εν λόγω διάστρεμμα. Τέλος λαμβάνεται υπόψην ότι ενόψει των τραυμάτων στο δεξί χέρι παρέμειναν στον Ενάγοντα μόνιμες επιφανειακές ουλές 12Χ4 εκ. στον δεξιό πήχη και 8Χ2½ εκ. στον δεξιό βραχίονα. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω πως ένα ποσό της τάξης των €10,000 θα ήταν δίκαιο και εύλογο για να αποζημιώσει τον Ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες που υπέστη. Τόκος Όσον αφορά το θέμα του τόκου στη βάση του άρθρου 58(Α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπεται η επιδίκαση του τόκου επί ολόκληρου ή μέρους των επιδικασθεισών αποζημιώσεων για ολόκληρη ή μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης, εκτός εάν το Δικαστήριο «... είναι ικανοποιημένο ότι συντρέχουν ειδικοί περί του αντιθέτου λόγοι ...». Η απόφαση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991), 1 Α.Α.Δ. 475 προέβη σε εκτεταμένη αναθεώρηση του θέματος αυτού, με τελική τοποθέτηση ότι ο προσδιορισμός του επιτοκίου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με δεδομένο ότι ο τόκος δεν επιδικάζεται ως αποζημίωση για τη ζημιά που προκλήθηκε, αλλά για την αποστέρηση χρημάτων που θα έπρεπε να αποδοθούν στον παθόντα. Σημειώνεται δε στην εν λόγω απόφαση με αναφορά σε αντίστοιχη αγγλική νομολογία ότι «ο τραυματισμός δεν προκαλεί διά μιας τον πόνο, την ταλαιπωρία και τα υπόλοιπα για τα οποία τελικά αποζημιώνεται ο ενάγων». Επομένως εκεί όπου παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής, ο Ενάγων θα πρέπει να στερείται των χρημάτων στα οποία δικαιούται, από την άποψη βέβαια της επιδίκασης τόκου επ΄ αυτών, εφόσον η καθυστέρηση προέρχεται από δικό του σφάλμα. Στην παρούσα το δυστύχημα έγινε στις 6.6.08 και το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρήθηκε στις 16.10.08, χωρίς δηλ. ιδιαίτερη καθυστέρηση. Με γνώμονα λοιπόν τα πιο πάνω δεδομένα της υπόθεσης και τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (βλ. και Miller v. Petek
(1999), 1 Α.Α.Δ. 2091, Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134) θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικάσω νόμιμο τόκο από την ηµεροµηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος δηλ. από την ημερομηνία του δυστυχήματος, 6.6.08, τόσο επί των γενικών όσο και επί των ειδικών αποζημιώσεων. Όπως είναι γνωστό ο νόµιµος τόκος µέχρι την τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόµου (Τροποποιητικός Νόµος (Αρ. 2) Ν.81(Ι)/2008)ήταν 8%. Από την ηµέρα δηµοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008 δηλαδή την 15.10.08 ο νόµιµος τόκος µειώθηκε σε 5.5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο τροποποιητικός 82(Ι)/2008 στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικηµάτων Νόµου, Κεφ.
  1. Κατάληξη Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω και το ότι ο Ενάγοντας έχει κριθεί υπεύθυνος για το δυστύχημα σε ποσοστό 30% εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για τα ποσά των:
  2. €4,999.40 ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από τις 6.6.08 μέχρι εξοφλήσεως.
  3. €7,000 ως γενικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από τις 6.6.08 μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης. (Υπ.) ................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Τροχαίο δυστύχημα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.