← Κύπρος

Μιχάλης Λυσάνδρου ν. Ευγένιος Περδίος, Αρ. Αγωγής: 5906/07, 4/11/2014

Μιχάλης Λυσάνδρου ν. Ευγένιος Περδίος, Αρ. Αγωγής: 5906/07, 4/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A386 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5906/07 Μεταξύ: Μιχάλης Λυσάνδρου, από την Λευκωσία Ενάγων και Ευγένιος Περδίος, από την Λεμεσό Εναγόμενος Ημερομηνία: 4.11.14 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Ι. Θεοδοσίου για κκ. Γ. Χαραλαμπίδη & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κα Δ. Κωνσταντίνου για κ. Ν. Καλλή .............. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές και σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη συνεπεία επίθεσης που δέχθηκε από τον Εναγόμενο στις 10.3.03 στην οδό Ιφιγένειας στην Λεμεσό. Συγκεκριμένα αξιώνει γενικές, επαυξημένες (aggravated) και τιμωρητικές αποζημιώσεις καθώς και το ποσό των Ευρώ 5.522,68 σεντ ως ειδικές αποζημιώσεις. Αξιώνει, επίσης, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος δέχεται μόνο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοικος Λεμεσού και ασκούσε το επάγγελμα του φρουρού ασφαλείας (παράγραφος 2 της Έκθεσης Απαίτησης). Αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Ενάγοντα οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του και, ειδικότερα, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: ουδέποτε επιτέθηκε ή άσκησε οποιασδήποτε μορφής βία εναντίον του Ενάγοντα αρνείται τις σωματικές βλάβες και τις ζημίες που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη αν ο Ενάγων υπέφερε τις σωματικές βλάβες ή την ψυχική ή σωματική ταλαιπωρία που ισχυρίζεται ότι υπέστη δεν είναι ο Εναγόμενος που του τις προκάλεσε είτε με οποιαδήποτε πράξη, είτε με οποιαδήποτε παράλειψή του οι υπό του Ενάγοντα ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες είναι υπερβολικές. Ο Εναγόμενος ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ του και εναντίον του Ενάγοντα. Με την Απάντησή του ο Ενάγων συνενώνει τα επίδικα θέματα και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Υπεράσπιση εκτός από αυτούς που συνάδουν και συμφωνούν με την Έκθεση Απαίτησής του. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν η Μαρία Ιωαννίδου, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (ΜΕ 1), ο Αστ. 4509, Πέτρος Γεωργιάδης (ΜΕ 2), ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ 3) και ο Αστ. 2229, Νεόφυτος Ελισαίου (ΜΕ 4). Για την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος και η Διαμάντω Αμβροσίου (ΜΥ 2). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτη μάρτυρας κατέθεσε η κυρία Μαρία Ιωαννίδου, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος. Ως εκ της πιο πάνω ιδιότητάς της η μάρτυρας έχει στην κατοχή της τους φακέλους των ποινικών υποθέσεων και μεταξύ αυτών τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 15328/
  1. Σύμφωνα με την μάρτυρα η πιο πάνω υπόθεση σχηματίσθηκε από την Αστυνομία εναντίον κάποιου Ευγένιου Περδίου και αφορούσε στο ποινικό αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Η μάρτυρας κατέθεσε από τον πιο πάνω φάκελο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα έγγραφα χωρίς ένσταση από την Υπεράσπιση τα οποία και σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια: πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην πιο πάνω υπόθεση με αριθμό 15328/05 - Τεκμήριο 1 πιστό αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην πιο πάνω υπόθεση ημερομηνίας 4.7.07 και πιστό αντίγραφο της ποινής που δόθηκε την ίδια ημέρα ως δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 2 πιστό αντίγραφο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ποινικές Εφέσεις με αριθμούς 151/07 και 151Α/07 ημερομηνίας 25.2.08 - Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας υποστήριξε ότι δεν είχε προσωπική γνώση για το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της. Η μαρτυρία της μάρτυρος περιορίσθηκε στην κατάθεση εγγράφων από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 15328/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ο εν λόγω φάκελος βρίσκεται στην κατοχή της μάρτυρος και είναι υπό αυτή της την ιδιότητα που η μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει και να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα έγγραφα τα οποία και κατέθεσε. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την ιδιότητα της μάρτυρος, ούτε και ότι τα πιο πάνω έγγραφα βρίσκονταν εντός του φακέλου της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης. Δέχομαι ότι η μάρτυρας υπό την ιδιότητα της Πρωτοκολλητού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και υπεύθυνης του Ποινικού Τμήματος έχει στην κατοχή της τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 15328/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ότι τα έγγραφα τα οποία η μάρτυρας κατέθεσε βρίσκονταν εντός του εν λόγω φακέλου. Όσον αφορά την αποδεικτική αξία των Τεκμηρίων 1-3 έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Το Τεκμήριο 1 είναι το κατηγορητήριο που σχηματίσθηκε εναντίον του Εναγόμενου στην ποινική υπόθεση με αριθμό 15328/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το Τεκμήριο 2 είναι η καταδικαστική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και η ποινή που επιβλήθηκε στον Εναγόμενο, τότε κατηγορούμενο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Το Τεκμήριο 3 είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.2.08 στην έφεση που καταχώρησε ο Εναγόμενος εναντίον της καταδικαστικής απόφασης και της έφεσης που καταχώρησε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον της επιβληθείσας ποινής ως έκδηλα ανεπαρκούς. Προκύπτει ευκρινώς από το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων ότι αυτά αφορούν στο επίδικο περιστατικό. Άλλωστε, αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Στην υπόθεση Αναστασία Στυλιανού ν. Ρούλας Νικολάου
(2000)1 ΑΑΔ 434 η ενάγουσα/εφεσείουσα πρόβαλε ως λόγο έφεσης ότι κακώς το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε απόδειξη του γεγονότος ότι η εναγόμενη/εφεσίβλητη είχε καταδικασθεί μετά από ακρόαση σε ποινική υπόθεση για το αδίκημα της επίθεσης εναντίον της. Το Εφετείο έκρινε ότι ο πιο πάνω λόγος έφεσης δεν ευσταθούσε. Με αναφορά δε στην Αγγλική υπόθεση Hollington v. Hewthorn [1943] 2 All E.R. 35 αποφάσισε ότι ενώ μαρτυρία για καταδίκη μετά από παραδοχή είναι αποδεκτή σε πολιτική διαδικασία, το ίδιο δεν ισχύει σε περίπτωση που η καταδίκη είναι αποτέλεσμα απόφασης του Δικαστηρίου μετά από ακρόαση. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι τα Τεκμήρια 1-3 αποκλείονται ως μαρτυρία ενοχής (evidence of guilt). Δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Αστ. 4509, Πέτρος Γεωργιάδης. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο μάρτυρας υπηρετούσε στην Άμεση Επέμβαση Λεμεσού όπου είναι τοποθετημένος μέχρι και σήμερα. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 ως την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 10.3.03 για το επεισόδιο που έλαβε χώρα την ίδια ημέρα και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Σημειώνεται ότι η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε από την ΜΕ 1 από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 15328/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τα νευραλγικά σημεία της κατάθεσης του μάρτυρα είναι τα εξής. Όταν ο μάρτυρας έφθασε στην σκηνή ο Ενάγων βρισκόταν έξω από το ξενοδοχείο Metropol και αιμορραγούσε από το στόμα. Ισχυριζόταν ότι είχε κτυπηθεί από φρουρό ασφαλείας του κέντρου «West Metropol». Στο μέρος εμφανίσθηκε κάποιος με το όνομα Ευγένιος Περδίου τον οποίο ο Ενάγων στην παρουσία του μάρτυρα αναγνώρισε ως το πρόσωπο που τον είχε κτυπήσει. Ακολούθως, ο Ενάγων μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η μαρτυρία του μάρτυρα περιορίσθηκε στις διαπιστώσεις του από την σκηνή, στην οποία και προσέτρεξε μόλις έλαβε σχετικό μήνυμα με το οποίο κλήθηκε να σπεύσει εν' όψει του ότι εκεί υπήρχε πρόσωπο τραυματισμένο, στις οποίες και προέβη στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του και τις οποίες την ίδια ημέρα κατέγραψε στην κατάθεσή του - Τεκμήριο 4. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως ανεξάρτητος μάρτυρας και δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο να μην εκθέσει την αλήθεια στην κατάθεσή του. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, δεν διεφάνη μέσα από την μαρτυρία του. Είναι, επίσης, σημαντικό να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, στα κοινά της δε σημεία αυτή συνάδει και με την μαρτυρία του Ενάγοντα. Η μαρτυρία του μάρτυρα κρίνεται, επομένως αποδεκτή στην ολότητά της. Τρίτος μάρτυρας κατέθεσε ο Ενάγων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 6 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε, επίσης, αριθμό εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου. Κρίνω σκόπιμο ευθύς εξ' αρχής να σχολιάσω τους ακόλουθους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Κατά την αντεξέτασή του ο Ενάγων υποστήριξε ότι ο αστυνομικός στον οποίο ο Ενάγων είχε υποδείξει τον Εναγόμενο στην σκηνή ανέφερε στον Ενάγοντα ότι γνώριζε τον Εναγόμενο προσωπικά καθότι ο τελευταίος ήταν γνωστός στην Αστυνομία από παρόμοιες υποθέσεις που αντιμετώπιζε και που αφορούσαν σε ξυλοδαρμούς και παρόμοια επεισόδια. Υποστήριξε, επίσης, ότι το ίδιο είχε αναφερθεί σε αυτόν από τον αστυνομικό που διερευνούσε την υπόθεση στο ΤΑΕ Λεμεσού στο οποίο πήγε για να δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Εκεί του λέχθηκε ότι ο Εναγόμενος είναι γνωστότατος στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού από ποινικές υποθέσεις εναντίον του. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Ενάγοντα υποβάλλοντας στον Ενάγοντα ότι κανένας αστυνομικός δεν ανέφερε σε αυτόν οτιδήποτε από αυτά που ο Ενάγων υποστήριξε ως ανωτέρω υποδείχθηκαν. Κατ' αρχή, ο ισχυρισμός του Ενάγοντα αναφορικά με την ύπαρξη ποινικών υποθέσεων εναντίον του Εναγόμενου υπήρξε γενικόλογος και αόριστος. Καμία αναφορά δεν έγινε και καμία μαρτυρία δεν δόθηκε αναφορικά με το ποιες ήταν αυτές οι υποθέσεις, οι αριθμοί τους, δηλαδή, και σε ποια ακριβώς ποινικά αδικήματα αυτές αφορούσαν. Σημειώνεται, επίσης, ότι ο Ενάγων δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο για να καταθέσει αναφορικά με τέτοιες λεπτομέρειες. Υπό το φως των πιο πάνω καμία βαρύτητα δεν θα προσδώσω στον υπό συζήτηση ισχυρισμό. Αλλά και αν ακόμα δεχόμουν ότι εναντίον του Εναγόμενου υπήρχαν ποινικές υποθέσεις για επιθέσεις ή άλλα συναφή ποινικά αδικήματα, είτε σε εκκρεμότητα, είτε αποπερατωθείσες, μια τέτοια μαρτυρία δεν θα συνιστούσε αποδεκτή μαρτυρία. Το γεγονός αυτό και μόνο δεν θα ήταν σχετικό για την εξαγωγή συμπεράσματος ότι ο Εναγόμενος διέπραξε και την επίδικη επίθεση και, επομένως, θα αποκλειόταν ως άσχετη και, κατ' επέκταση, απαράδεκτη μαρτυρία. Στο Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 4η έκδοση, σελίδα 19 αναφέρεται ότι ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας (relevance) περιέχεται στο άρθρο 1 του Stephen's Digest of the Law of Evidence, 12η έκδοση σύμφωνα με το οποίο ο πιο πάνω όρος σημαίνει ότι: «any two facts to which it is applied are so related to each other that according to the common course of events one either taken by itself or in connection with other facts proves or renders probable the past, present or future existence or non- existence of the other». Απλούστερος ορισμός του όρου δόθηκε από τον Λόρδο Simon of Glaisdale στην υπόθεση DPP v. Kilbourne
(1973)AC
  1. Λέχθηκε ότι μαρτυρία είναι σχετική αν λογικά τείνει να αποδείξει (prove) ή να αναιρέσει (disprove) κάποιο ζήτημα το οποίο χρειάζεται απόδειξη. Είναι η μαρτυρία που καθιστά το ζήτημα που χρειάζεται απόδειξη περισσότερο ή λιγότερο πιθανό. Υπό το φως όλων των πιο πάνω οι υπό συζήτηση ισχυρισμοί του Ενάγοντα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Τα υπό του Ενάγοντα κατατεθέντα έγγραφα είναι τα ακόλουθα: Βεβαίωση ημερομηνίας 22.2.13 - Τεκμήριο
  2. Το εν λόγω έγγραφο υπογράφεται εκ μέρους της εταιρείας στην οποία σύμφωνα με αυτό ο Ενάγων εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και σε αυτό αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο Ενάγων εργαζόταν ως επαγγελματίας οδηγός στην εταιρεία ταξί VIPS με καθαρές μηνιαίες απολαβές ύψους Λ.Κ.900 (Ευρώ 1.537,74 σεντ). Συνεπεία τραυματισμού του που οφειλόταν σε επίθεση τρίτου ατόμου και η οποία έλαβε χώρα στις 10.3.03 ο Ενάγων απουσίασε από την εργασία του από τις 10.3.03 μέχρι τις 25.3.
  3. Κατά την πιο πάνω περίοδο δεν του καταβλήθηκε ο μισθός του και ως εκ τούτου απώλεσε το ποσό των Λ.Κ.450,00 σεντ (Ευρώ 768,87 σεντ) Ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού το οποίο υπογράφεται από τον ιατρό Μ. Χ΄΄Κώστα, γενικό χειρουργό, ημερομηνίας 7.1.09 - Τεκμήριο 8 Απόδειξη είσπραξης της Κυπριακής Δημοκρατίας με αριθμό 386240 ημερομηνίας 19.1.09 για το ποσό των Ευρώ 47,84 σεντ - Τεκμήριο 9 Ιατρικό Πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας - Τμήμα Γναθοπροσωπικής χειρουργικής - το οποίο υπογράφεται από τον ιατρό Γεώργιο Παντέλα, γναθοπροσωπικό χειρουργό, ημερομηνίας 10.11.08 - Τεκμήριο 10 Βεβαίωση του Βίκτωρος Γιακούμπιβ, χειρουργού οδοντιάτρου - στοματολόγου - ημερομηνίας 8.2.08 - Τεκμήριο 11 και, τέλος, Απόδειξη πληρωμής της Popa Eusefina με αριθμό 7127 ημερομηνίας 2.1.08 για το ποσό των Ευρώ 600,00 σεντ - Τεκμήριο
  4. Κατατέθηκε, επίσης, βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (Τμήμα Ατυχημάτων & Επειγόντων Περιστατικών) ημερομηνίας 10.3.03 η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 για Αναγνώριση. Κανένας, όμως, μάρτυρας δεν κλήθηκε για να αναγνωρίσει το πιο πάνω έγγραφο. Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με τις νομολογημένες αρχές αυτό παρέμεινε χωρίς αποδεικτική αξία. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ο Ενάγων μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Στα ουσιώδη σημεία ήταν θετικός και σταθερός και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη από την Υπεράσπιση. Δεν μου διαφεύγει ότι αναφορικά με κάποια σημεία επί των οποίων ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση δεν ήταν σε θέση να απαντήσει επικαλούμενος ως δικαιολογία για το γεγονός αυτό τον χρόνο που παρήλθε από το επίδικο περιστατικό. Για παράδειγμα, δεν ήταν σε θέση να πει (α) πού βρίσκονταν ο Εναγόμενος και η μια κοπέλα την οποία συνόδευε ο πρώτος κατά την στιγμή που η δεύτερη κοπέλα του είχε στραβώσει τον πισινό υαλοκαθαριστήρα του αυτοκινήτου του, (β) το όνομα και τον αριθμό του αστυνομικού του ΤΑΕ Λεμεσού που του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος ήταν γνωστός στην Αστυνομία από ποινικές υποθέσεις εναντίον του καθώς και το όνομα του αστυνομικού στον οποίο υπέδειξε τον Εναγόμενο στην σκηνή και ο οποίος του ανέφερε ότι γνώριζε τον Εναγόμενο προσωπικά καθότι ο τελευταίος ήταν γνωστός στην Αστυνομία από παρόμοιες υποθέσεις που αφορούσαν σε ξυλοδαρμούς και παρόμοια επεισόδια, (γ) να δώσει εξωτερική περιγραφή του προσώπου που του συστήθηκε ως ο ιδιοκτήτης του κλαμπ «West» στην σκηνή και (δ) να δώσει περιγραφή του προσώπου που του συστήθηκε στην σκηνή ως ο υπεύθυνος υποδοχής του ξενοδοχείου Metropol καθώς και των άλλων 3 με 4 προσώπων που, επίσης, προσέτρεξαν κοντά του για να του παρέχουν βοήθεια μετά την επίθεση που δέχθηκε και πριν φθάσει στην σκηνή το ασθενοφόρο, ως ισχυρίσθηκε. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω σημεία δεν αποτελούν ουσιώδη σημεία για τα οποία η έλλειψη μνήμης να μπορεί να θεωρηθεί ικανή ότι κλονίζει την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Με την πάροδο δε 10 ολόκληρων χρόνων που μεσολάβησε μεταξύ του επίδικου περιστατικού και της κατάθεσης του Ενάγοντα στο Δικαστήριο θεωρώ δικαιολογημένο το γεγονός ότι ο Ενάγων δεν μπορούσε να θυμάται λεπτομέρειες όπως τις πιο πάνω και να δώσει απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα που του υποβλήθηκαν. Η προσπάθεια δε της Υπεράσπισης να κλονίσει την εν γένει θέση του Ενάγοντα ότι κατά τον επίδικο χρόνο δέχθηκε επίθεση από τον Εναγόμενο απέτυχε. Ο Ενάγων ήταν θετικός ως προς τον ισχυρισμό του ότι το πρόσωπο που του επιτέθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Εναγόμενος, τον οποίο και σύμφωνα με την μαρτυρία του, η οποία επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΕ 2, αναγνώρισε κατά την πρώτη δυνατή ευκαιρία και, συγκεκριμένα, λίγα λεπτά μετά το επίδικο περιστατικό όταν ο Εναγόμενος πέρασε από τον δρόμο επί του οποίου έλαβε η χώρα η επίδικη επίθεση και, ακολούθως, κατέβηκε από το αυτοκίνητο του οποίου επέβαινε για να μάθει τι είχε συμβεί. Τότε, ο Ενάγων τον υπέδειξε στην Αστυνομία η οποία είχε από προηγουμένως ειδοποιηθεί και φθάσει στο μέρος. Η Υπεράσπιση προσπάθησε να κλονίσει την μαρτυρία του Ενάγοντα, μεταξύ άλλων, στην βάση του ότι ο Ενάγων από την επίθεση που δέχθηκε - από τρίτο πρόσωπο - τελούσε υπό πνευματική σύγχυση και η αναγνώριση που έκανε στην σκηνή δεν ήταν ορθή. Ο Ενάγων ήταν θετικός επί το ότι μετά την επίθεση που δέχθηκε διατηρούσε τις αισθήσεις του, είχε διαύγεια, δεν τελούσε υπό πνευματική σύγχυση και ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το πρόσωπο που του επιτέθηκε αφού συν τοις άλλοις η οδός επί της οποίας επισυνέβη το επίδικο περιστατικό φωτιζόταν επαρκώς από τους ηλεκτρικούς πασσάλους της Αρχής Ηλεκτρισμού. Και ότι το πρόσωπο που του επιτέθηκε ήταν αυτό που αναγνώρισε στην σκηνή λίγα λεπτά μετά την επίθεση. Δεν μου διαφεύγει ότι στο Τεκμήριο 8 αναφέρεται ότι όταν ο Ενάγων έφθασε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού παραπονείτο για ζάλη. Τούτο, όμως, δεν αναιρεί τα όσα ο Ενάγων ανέφερε για την πνευματική κατάσταση υπό την οποία τελούσε μετά την επίθεση και κατά την αναγνώριση. Η ζάλη δεν αναιρεί την πνευματική διαύγεια και την διατήρηση των αισθήσεων. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, αποδεικνύεται περίτρανα από το Τεκμήριο 8 σύμφωνα με το οποίο ενώ ο Εναγόμενος παραπονείτο για ζάλη διαπιστώθηκε ιατρικά ότι «επικοινωνούσε πλήρως με το περιβάλλον, είχε γνώση τόπου, χρόνου και εαυτού». Η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης με την αγόρευσή της εισηγήθηκε ότι αποτελεί δικαστική γνώση ότι μετά από μια επίθεση στο κεφάλι και δη μετά από την επίθεση που ο Ενάγων περιέγραψε ότι δέχθηκε στο κεφάλι επέρχεται ζάλη με αποτέλεσμα το θύμα να μην έχει ξεκάθαρη εικόνα του τι συμβαίνει γύρω του. Διαφωνώ ότι αυτό είναι κάτι που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής γνώσης. Υποστήριξε, επίσης, ότι ο Ενάγων με την μαρτυρία του υποστήριξε ότι μετά την επίθεση ζαλίσθηκε. Ούτε αυτό ευσταθεί. Ένα τέτοιο ισχυρισμό ο Ενάγων σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν πρόβαλε. Σημειώνεται ότι και αν ακόμα κάποιος ζαλισθεί μετά από επίθεση που δέχεται στο κεφάλι, αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα και δίχως άλλο εμπόδιο για να αντιληφθεί, τουλάχιστον, το πρόσωπο που τον κτύπησε. Δεν μου διαφεύγει ότι στα ακόλουθα σημεία της μαρτυρίας του ο Ενάγων δεν ήταν θετικός. Πρώτο, κατά την αντεξέτασή του, αρχικά, υποστήριξε ότι ο δρόμος επί του οποίου έλαβε χώρα η επίδικη επίθεση ήταν κεντρική λεωφόρος και φωτιζόταν από τους ηλεκτρικούς πασσάλους της Αρχής Ηλεκτρισμού. Εν τέλει δέχθηκε και συμφώνησε με την Υπεράσπιση ότι ο δρόμος αυτός δεν ήταν κεντρική λεωφόρος, αλλά μια στενή πάροδος του παραλιακού δρόμου της πόλης. Δεύτερο, κατά την αντεξέταση, αρχικά, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος μαζί με τις δύο κοπέλες που συνόδευε ήταν αριστερά μπροστά του όταν έβγαιναν από το κλαμπ και τους αντιλήφθηκε για πρώτη φορά. Ακολούθως και όταν του υπεβλήθη από την Υπεράσπιση ότι το κλαμπ αυτό δεν ήταν στα αριστερά σύμφωνα με την βόρεια πορεία που ακολουθούσε το αυτοκίνητό του, αλλά στα δεξιά, υποστήριξε ότι ουδέποτε είχε ισχυρισθεί ότι το εν λόγω κλαμπ βρισκόταν στα αριστερά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε το αυτοκίνητό του και δέχθηκε ότι αυτό βρισκόταν στα δεξιά. Με αφορμή τις δύο πιο πάνω απαντήσεις του η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης υπέβαλε στον Ενάγοντα ότι οι δύο πιο πάνω θέσεις του ήταν αντιφατικές και ότι αυτό καταδείκνυε ότι δεν είχε δει τα τρία προαναφερθέντα άτομα να βγαίνουν από οπουδήποτε. Ο Ενάγων, τότε, διασαφήνισε ότι αρχικά είδε τα τρία πιο πάνω πρόσωπα να βγαίνουν από το κλαμπ από τα δεξιά του και, ακολούθως, να κατευθύνονται προς τα αριστερά του. Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό δεν μπορώ να θεωρήσω ότι αυτός ήταν εντελώς αθώος ή ότι δεν υπήρχε κάποιο στοιχείο πονηριάς κατά την προβολή του. Προδήλως, ο Ενάγων θεώρησε ότι με το να ισχυρισθεί, αρχικά, ότι ο δρόμος ήταν κεντρική λεωφόρος θα ήταν πιο πειστικός στον ισχυρισμό του ότι μπορούσε να αναγνωρίσει τον Εναγόμενο μετά το επίδικο περιστατικό εν' όψει του ότι σε μια κεντρική λεωφόρο ο οδικός φωτισμός στις πλείστες περιπτώσεις είναι αρκετός. Η εκ των υστέρων, όμως, διαφοροποίηση της θέσης του Ενάγοντα δεν θα μπορούσε εύλογα να αποτελέσει στοιχείο ικανό να δημιουργήσει ρήγμα στην μαρτυρία του. Ούτε και οι άλλοι ισχυρισμοί του που πιο πάνω αναφέρθηκαν είναι ικανοί να κλονίσουν την αξιοπιστία του και την καλή εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα. Προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ότι ο αρχικά προβληθείς ισχυρισμός του ότι βγαίνοντας από το κλαμπ ο Εναγόμενος βρέθηκε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του Ενάγοντα παραγνώριζε χωρίς, όμως, να υποβόσκει οποιαδήποτε σκοπιμότητα σε αυτόν το ακριβές χρονικό σημείο που αποτελούσε την βάση της ερώτησης. Προδήλως, ο Ενάγων δεν έδωσε σημασία στο σημείο αυτό, γι' αυτό και έδωσε την απάντηση που έδωσε. Δεν αναλογίσθηκε ότι αυτό για το οποίο ερωτείτο δεν ήταν πού εν τέλει βρέθηκαν ο Εναγόμενος μαζί με τις δύο κοπέλες που συνόδευε, αλλά πού βρίσκονταν τα τρία προαναφερόμενα πρόσωπα μόλις είχαν βγει από το κλαμπ. Γι' αυτό και σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασής του υποστήριξε ότι ουδέποτε είχε ισχυρισθεί ότι το κλαμπ βρισκόταν στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου του, αλλά στα δεξιά, για να διασαφηνίσει εν τέλει ότι βγαίνοντας από το κλαμπ ο Εναγόμενος βρισκόταν στα δεξιά του και, ακολούθως, κατευθύνθηκε προς τα αριστερά του αυτοκινήτου του. Σύγχυση επικρατούσε, επίσης, στο μυαλό του Ενάγοντα αναφορικά με το όνομα του νυκτερινού κέντρου έξω από το οποίο έλαβε χώρα η επίδικη επίθεση. Και συγκεκριμένα αν αυτό έφερε την ονομασία «West Metropol» ή «West». Στην γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι πριν την επίθεση ο Εναγόμενος είχε βγει από το κέντρο «Club West». Έκανε, όμως, αναφορά και στην ύπαρξη κέντρου με την ονομασία «West Metropol» υποδηλώνοντας ότι πρόκειται περί δεύτερου κέντρου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του και ύστερα από διακυμάνσεις υποστήριξε ως τελική του θέση ότι η επίθεση έλαβε χώρα έξω από το κλαμπ «West Metropol» υποδηλώνοντας και πάλι ότι τα δύο πιο πάνω κέντρα ήταν δύο διαφορετικά κέντρα. Ανέφερε, μάλιστα, ρητά ότι βρίσκονταν στην ίδια πλευρά με το ξενοδοχείο Metropol και κατά σειρά. Στην αντεξέταση διαφοροποίησε την θέση του υποστηρίζοντας ότι το «West Metropol» και το «West» είναι το ίδιο και το αυτό κέντρο και ότι ο Εναγόμενος μαζί με τις δύο κοπέλες που συνόδευε δεν είχαν βγει από το κλαμπ «West Metropol», αλλά από το κλαμπ «West». Αυτή δε ήταν η θέση που υιοθέτησε μέχρι και το τέλος της μαρτυρίας του όσον αφορά την ονομασία του κλαμπ. Σημειώνεται ότι ένα τέτοιο ισχυρισμό ο Ενάγων πρόβαλε και στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο
  5. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι σύμφωνα με τον Ενάγοντα το κλαμπ από το οποίο τα τρία πιο πάνω πρόσωπα είχαν βγει έφερε την ονομασία «West» και ότι δεύτερο κέντρο δεν υπήρχε πλησίον του ξενοδοχείου Metropol, όπου, σύμφωνα με τον Ενάγοντα είχαν διαδραματισθεί τα επίδικα γεγονότα. Πάντως και η Υπεράσπιση ήταν της θέσης ότι επί της οδού Ιφιγενείας υπήρχε κλαμπ το οποίο βρισκόταν στην δεξιά με βόρεια κατεύθυνση, την οποία και ο Ενάγων με την μαρτυρία του ισχυρίσθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ακολουθούσε, πλευρά του δρόμου. Θέση, επίσης, της Υπεράσπισης, όπως ευκρινώς προκύπτει από την αντεξέταση του Ενάγοντα, ήταν ότι ένα ήταν το κλαμπ στην περιοχή και πλησίον του ξενοδοχείου Metropol. Και όχι δύο. Το αντίθετο δεν υποβλήθηκε στον Ενάγοντα, ούτε και υποστηρίχθηκε από οιονδήποτε εκ των μαρτύρων Υπεράσπισης. Άλλοτε δε η Υπεράσπιση υπεδείκνυε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα ότι το κλαμπ αυτό έφερε την ονομασία «West» και άλλοτε ότι αυτό έφερε την ονομασία «West Metropol». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ούτε και η Υπεράσπιση ήταν βεβαία για την ακριβή ονομασία του κλαμπ. Ούτε οι πιο πάνω διακυμάνσεις και αντιφάσεις στην μαρτυρία του Ενάγοντα είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο Ενάγων μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Θεωρώ δε ότι οι πιο πάνω διακυμάνσεις και αντιφάσεις στην μαρτυρία του επί του προκειμένου οφείλονται, όπως και ο ίδιος ο Ενάγων ισχυρίσθηκε, στον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ του επίδικου περιστατικού και της κατάθεσής του στο Δικαστήριο και που είναι 10 ολόκληρα χρόνια. Καθώς και, εύλογα, ενδεχομένως, στο ότι (α) οι δύο ονομασίες είχαν ως κοινή λέξη την λέξη «West» και (β) το κλαμπ βρισκόταν πλησίον του ξενοδοχείου με την ονομασία «Metropol». Δέχομαι ότι επί της πιο πάνω οδού υπήρχε νυκτερινό κέντρο. Δέχομαι, επίσης, ότι ο Ενάγων δέχθηκε την επίθεση έξω στο δρόμο και πλησίον του εν λόγω κλαμπ. Τώρα αν το κέντρο αυτό έφερε την ονομασία «Club West Metropol» ή την ονομασία «Club West», αυτό καμία σημασία δεν έχει για την εξαγωγή των ευρημάτων ή συμπερασμάτων μου. Πάντως, σύμφωνα με τον Εναγόμενο το περί ου ο λόγος κλαμπ στο οποίο και εργαζόταν, σύμφωνα με τον ίδιο, κατά τον ουσιώδη χρόνο έφερε την ονομασία «West Metropol». Κρίνω ασφαλές να αποδεχθώ τον πιο πάνω ισχυρισμό του Εναγόμενου αφ' ης στιγμής εφόσον εργαζόταν στο πιο πάνω κλαμπ λογικό είναι να γνώριζε την ονομασία του. Σημειώνεται ότι προς την ίδια κατεύθυνση ήταν και η γραπτή κατάθεση του ΜΕ 2 - Τεκμήριο
  6. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο όταν ο ΜΕ 2 έφθασε στην σκηνή ο Ενάγων ανέφερε σε αυτόν ότι είχε κτυπηθεί από φρουρό ασφαλείας του κέντρου «West Metropol». Δέχομαι, επομένως, ότι το κλαμπ από το οποίο ο Ενάγων αμέσως πριν την επίδικη επίθεση είδε τον Εναγόμενο μαζί με τις δύο κοπέλες να βγαίνουν και πλησίον του οποίου διαδραματίσθηκαν τα επίδικα γεγονότα έφερε την ονομασία «West Metropol». Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι κατά την αντεξέτασή του ο Ενάγων ισχυρίσθηκε ότι ο Εναγόμενος είχε ύψος 1,90 μέτρα. Δέχθηκε, επίσης, ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία το απόγευμα της ίδιας ημέρας ανέφερε ότι ο Εναγόμενος είχε ύψος 1,95 μέτρα. Η εν λόγω κατάθεση παρουσιάσθηκε και κατατέθηκε ως τεκμήριο - Τεκμήριο
  7. Κατατέθηκε, όμως, ελλιπής. Συγκεκριμένα παρουσιάσθηκαν και κατατέθηκαν η πρώτη και η τρίτη σελίδα αυτής και όχι και η δεύτερη. Πάντως, σε καμία από τις δύο σελίδες που κατατέθηκαν δεν αναφέρεται ότι ο Ενάγων υπέδειξε στην Αστυνομία ότι ο Εναγόμενος είχε ύψος 1,95 μέτρα. Προδήλως, ο ισχυρισμός αυτός καταγράφηκε στην δεύτερη σελίδα της αρχικής του κατάθεσης του η οποία δεν παρουσιάσθηκε ή στην συμπληρωματική κατάθεση η οποία του λήφθηκε σύμφωνα με τον ίδιο αφού κατά την αντεξέταση του ο Ενάγων δέχθηκε ότι στην κατάθεσή του στην Αστυνομία έκανε αναφορά στο ύψος του Εναγόμενου λέγοντας ότι ο Εναγόμενος είχε ύψος 1,95 μέτρα. Δέχομαι, λοιπόν, ότι σε γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από τον Ενάγοντα από την Αστυνομία ο Ενάγων ανέφερε ότι το πρόσωπο που τον κτύπησε είχε ύψος 1,95 μέτρα. Ο Εναγόμενος κατέθεσε ως μάρτυρας και το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τον δει και παρατηρήσει. Αναμφίβολα, ο Εναγόμενος δεν είναι τόσο ψηλός ως ο Ενάγων ανέφερε διά ζώσης. Τουναντίον, μάλλον μέτριο προς κανονικό, θα έλεγα, ότι είναι το ύψος του. Ο ίδιος δε με την μαρτυρία του υποστήριξε ότι το ύψος του, το οποίο μετρήθηκε κατά την υπηρεσία του ως φαντάρος στην Εθνική Φρουρά, δεν ξεπερνά τα 1,73 μέτρα. Σε μια τέτοια περίπτωση ένα από δύο ενδεχόμενα μπορεί να συμβαίνουν. Πρώτο, ότι ο Εναγόμενος είναι το πρόσωπο που επιτέθηκε στον Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και ορθά ο Ενάγων τον αναγνώρισε στη σκηνή λίγη ώρα μετά το επίδικο συμβάν αλλά για κάποιο λόγο αδιευκρίνιστο ο Ενάγων έσφαλε για το ύψος του προσώπου αυτού ή ότι το πρόσωπο που ο Ενάγων αναγνώρισε ως το πρόσωπο από το οποίο δέχθηκε την επίθεση δεν είναι ο Εναγόμενος αφού αυτός δεν είχε ύψος 1,90 ή 1,95 μέτρα. Θα πρέπει, επίσης, ακριβοδικαίως να λεχθεί ότι αναφορά στο ύψος του Εναγόμενου δεν έκανε ο Ενάγων για πρώτη φορά κατά την κατάθεσή του στην παρούσα ακροαματική διαδικασία, η οποία έλαβε χώρα 10 χρόνια μετά, αλλά από την ίδια ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν στα πλαίσια, σύμφωνα με τον ίδιο, λήψης κατάθεσής του από την Αστυνομία. Δεν διατηρώ αμφιβολία για το ότι η αναγνώριση στην οποία προέβη ο Ενάγων στην σκηνή ήταν ορθή. Ο Ενάγων ήταν θετικότατος γι' αυτό του τον ισχυρισμό κατά την διά ζώσης μαρτυρία του, σταθερός και ουδόλως κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Μέσα δε από την μαρτυρία του έχω πεισθεί για το αληθές του πιο πάνω ισχυρισμού του. Συγκεκριμένα ο Ενάγων είχε την δυνατότητα να δει τον δράστη από πολύ κοντινή απόσταση αφού ο τελευταίος κατέφερε γροθιά στο πρόσωπο του Ενάγοντα και επανειλημμένα κτυπήματα στο κεφάλι. Τον είχε δει, επίσης, και προηγουμένως και, συγκεκριμένα, μέσα από το αυτοκίνητό του την στιγμή που ο Εναγόμενος έβγαινε από το κλαμπ και από κοντινή απόσταση, αφού την στιγμή εκείνη ο Ενάγων βρισκόταν πλησίον του κλαμπ. Κανείς, επίσης, δεν παρενέβη κατά την διάρκεια της επίθεσης ανάμεσα στον Ενάγοντα και τον δράστη. Στην σκηνή, επίσης, υπήρχε οδικός φωτισμός. Ο δράστης, είχε επίσης, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ήταν σωματώδης με μαύρα μακριά μαλλιά δεμένα σε κοτσίδα. Επίσης, η αναγνώριση στην σκηνή έγινε λίγα λεπτά μετά το επίδικο περιστατικό και όταν τα γεγονότα, η όψη και η σιλουέτα του δράστη ήταν ακόμα φρέσκα στο μυαλό του Ενάγοντα. Σύμφωνα με την γραπτή δήλωση του Ενάγοντα το επίδικο περιστατικό επισυνέβη η ώρα 4:45 π.μ. και σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 η αναγνώριση έλαβε χώρα στις 5:10 π.μ.. Το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την επίθεση μέχρι την αναγνώριση ήταν, δηλαδή, μόνο 25 λεπτά της ώρας. Τέλος, το άλλοθι που πρόβαλε ο Εναγόμενος με την μαρτυρία του για τους λόγους που επεξηγούνται στα πλαίσια αξιολόγησης της κρίνεται ψεύτικο. Δεν έχω, επίσης, αμφιβολία ότι ο δράστης ήταν ο Εναγόμενος. Αναφορικά με το τελευταίο σημειώνεται ότι εναντίον του δράστη σχηματίσθηκε η ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 15328/
  8. Από το Τεκμήριο 2 προκύπτει ευκρινώς ότι το επίδικο περιστατικό στην πιο πάνω ποινική υπόθεση είναι το ίδιο με το επίδικο περιστατικό της παρούσης αγωγής. Άλλωστε, αυτό ήταν κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση είτε κατά την ακροαματική διαδικασία, είτε με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγόμενου. Συναφώς συνάγεται από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγόμενου ότι κάτι τέτοιο είναι αποδεκτό, αφ' ης στιγμής ήταν εισήγηση της ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται, από την μια, και δεν πρέπει να λάβει υπόψη, από την άλλη, την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην ποινική υπόθεση με αριθμό 15328/05 - Τεκμήριο 2 - αλλά ούτε και την απόφαση του Εφετείου - Τεκμήριο 3 - και κάλεσε το Δικαστήριο να αποφασίσει στην βάση της μαρτυρίας και μόνο που δόθηκε εξαιρουμένων των πιο πάνω Τεκμηρίων. Επίσης, ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι εναντίον του σχηματίσθηκε ποινική υπόθεση και ότι στα πλαίσια αυτής παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο ως κατηγορούμενος. Ο Ενάγων στην μαρτυρία του υποστήριξε ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης ως το πρόσωπο που τον κτύπησε χωρίς επ' αυτού να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε, επίσης, ότι το πρόσωπο που ο Ενάγων αναγνώρισε στα πλαίσια της δίκης στην πιο πάνω ποινική υπόθεση ήταν το πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε η παρούσα αγωγή, ούτε και πρόβαλε ως θέση της ότι το πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή ήταν πρόσωπο άλλο από τον κατηγορούμενο στην προαναφερθείσα ποινική υπόθεση αλλά με το ίδιο όνομα. Ούτε και αμφισβήτησε ότι το όνομα του κατηγορούμενου που αναφέρεται στο κατηγορητήριο - Τεκμήριο 1 - και την απόφαση - Τεκμήριο 2 - ανήκει σε πρόσωπο άλλο από το πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή, δηλαδή, στον Εναγόμενο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Εναγόμενος ήταν ο κατηγορούμενος στην προαναφερθείσα ποινική υπόθεση και στην οποία ο Ενάγων τον αναγνώρισε. Και ότι ο Εναγόμενος ήταν ο δράστης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί και δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το πρόσωπο που επιτέθηκε στον Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν το πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή και, επομένως, ο Εναγόμενος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι κατά την προβολή του ισχυρισμού του περί ύψους του Εναγόμενου ο Ενάγων έσφαλε. Προκύπτει, όμως, ότι το σφάλμα αυτό είναι χωρίς ιδιαίτερη σημειολογία και, επομένως, δεν είναι ικανό να κλονίσει την μαρτυρία του Ενάγοντα, την πάγιά του θέση και, κατ' επέκταση, την αξιοπιστία του. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε, επίσης, από την μαρτυρία του Ενάγοντα, μεταξύ άλλων, το Τεκμήριο
  9. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγων υποστήριξε ότι το εν λόγω τεκμήριο υπογράφεται από ένα εκ των ιδιοκτητών της εταιρείας στην οποία εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ονόματι Κυριάκος Κεραμιδάς. Δεν ήταν σε θέση να πει αν στο τέλος της επωνυμίας της εταιρείας υπάρχει η λέξη «Ltd» ή αν το πιο πάνω πρόσωπο είναι διευθύνων σύμβουλος ή μέτοχος της. Εξ' όσων γνώριζε η εταιρεία στην οποία εργαζόταν είχε τρεις ιδιοκτήτες κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο Κυριάκος Κεραμιδάς ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν την εταιρεία. Ερωτηθείς αν η εταιρεία του κατέβαλε κοινωνικές ασφαλίσεις απάντησε ότι δεν είναι λογιστής ούτε και είχε πρόσβαση στα βιβλία της εταιρείας για να γνωρίζει. Στην εταιρεία εργαζόταν συστηματικά και επί καθημερινής βάσεως. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ο Ενάγων δεν εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι το πρόσωπο του οποίου η υπογραφή φαίνεται επί του Τεκμηρίου 7 δεν ήταν ο εργοδότης του. Επίσης, με αφορμή τα υπό του Ενάγοντα κατατεθέντα ιατρικά πιστοποιητικά η Υπεράσπιση αμφισβήτησε, επίσης, ότι δόθηκε στον Ενάγοντα αναρρωτική άδεια. Σημειώνεται ότι σε κανένα από τα Τεκμήρια 8, 10 και 11 δεν αναφέρεται ότι δόθηκε στον Ενάγοντα αναρρωτική άδεια. Θέση του Ενάγοντα ήταν ότι του δόθηκε αναρρωτική άδεια γραπτώς από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με την έξοδό του από αυτό. Ο λόγος που δεν παρουσίασε την γραπτή αυτή άδεια είναι γιατί αυτή απωλέσθηκε από τον προηγούμενο δικηγόρο του στον οποίο και την είχε παραδώσει μαζί με άλλα σημαντικά για την υπόθεση έγγραφα. Τέλος, η Υπεράσπιση αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι αμέσως μετά την επίθεση προσέλαβε νοσοκόμα επί ιδιωτικής βάσεως για να τον φροντίζει. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ο Ενάγων ουδεμία βοήθεια χρειάσθηκε από νοσοκόμο. Από το Τεκμήριο 7 δέχομαι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων εργαζόταν ως οδηγός ταξί σε εταιρεία ταξί και ότι μετά την επίδικη επίθεση και λόγω των τραυμάτων που υπέστη συνεπεία αυτής απουσίασε από την εργασία του μέχρι την 25.3.
  10. Οι πιο πάνω δηλώσεις από το Τεκμήριο 7 συνάδουν με την μαρτυρία του Ενάγοντα. Επίσης, από την διά ζώσης μαρτυρία του Ενάγοντα δέχομαι ότι αυτός εργαζόταν στην εταιρεία ταξί που αναφέρεται στο Τεκμήριο 7 συστηματικά και επί καθημερινής βάσεως. Το γεγονός ότι κατά παραδοχή του ο Ενάγων δεν γνώριζε αν ο εργοδότης του του κατέβαλε κοινωνικές ασφαλίσεις δεν αποτελεί σημείο που από μόνο του θα ήταν ικανό να κλονίσει τον εν γένει ισχυρισμό του. Δέχομαι, επίσης, ότι το Τεκμήριο 7 υπεγράφη από τον Κυριάκο Κεραμιδά και ότι ο τελευταίος ασχολείτο με τα της διαχείρισης της εταιρείας, κάτι για το οποίο ο Ενάγων ένεκα του ότι εργαζόταν στην πιο πάνω εταιρεία μπορούσε να έχει θετική γνώση. Άλλωστε, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ούτε ότι το Τεκμήριο 7 υπεγράφη από το πρόσωπο που φέρεται να το υπέγραψε, ούτε την υπό του Ενάγοντα ισχυριζόμενη ιδιότητα του εν λόγω προσώπου ως «διαχειριστή» της εταιρείας. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ ότι ο πιο πάνω αναφερόμενος Κυριάκος Κεραμιδάς ήταν ένας εκ των «ιδιοκτητών» της εταιρείας. Ο πιο πάνω ισχυρισμός προβλήθηκε γενικόλογα, αόριστα και χωρίς τεκμηρίωση, αφού συν τοις άλλοις ο Ενάγων δεν προσδιόρισε καν πώς γνώριζε για τον πιο πάνω προβληθέντα ισχυρισμό του. Επίσης, η λέξη «ιδιοκτήτης» υποδηλοί κατοχή μετοχών, κάτι για το οποίο ο Ενάγων σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του δήλωσε ρητά ότι δεν είχε γνώση καθότι δεν είναι ο Έφορος Εταιρειών για να το γνωρίζει όπως ισχυρίσθηκε. Δέχομαι, επίσης, ότι από την έξοδό του από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού δόθηκε στον Ενάγοντα γραπτή αναρρωτική άδεια, κάτι το οποίο δικαιολογείται και είναι εύλογο εν' όψει της φύσης, της έκτασης και της σοβαρότητας των τραυμάτων του όπως αυτά περιγράφονται από τον ίδιο στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 6 - καθώς και στα Τεκμήρια 8 και 9, το περιεχόμενο των οποίων, θα πρέπει να σημειωθεί, έγινε από κοινού παραδεκτό. Δέχομαι, επίσης, ότι αυτή παραδόθηκε από τον Ενάγοντα στον πρώην δικηγόρο του ο οποίος και δεν την παρέδωσε στον Ενάγοντα, γι' αυτό και δεν παρουσιάσθηκε. Εν' όψει των τραυματισμών που ο Ενάγων υπέστη από την επίδικη επίθεση δέχομαι, ακόμα, ότι η απουσία 15 ημερών από την εργασία του ήταν δικαιολογημένη. Ο πιο πάνω αριθμός δεν θεωρείται υπερβολικός εν' όψει της φύσης, της έκτασης και της σοβαρότητας των τραυμάτων που ο Ενάγων υπέστη από την επίδικη επίθεση και δη ως απόρροια της λογικής. Τέλος, δέχομαι ότι ένεκα των δυσκολιών που αντιμετώπιζε από το επίδικο περιστατικό αμέσως μετά από αυτό προσέλαβε ιδιωτική νοσοκόμα για περίοδο 20 ημερών. Κρίνω, επίσης, δικαιολογημένη την πρόσληψη ιδιωτικής νοσοκόμας κατά την διάρκεια της ημέρας αφού η βοήθειά της ήταν απαραίτητη στον Ενάγοντα σύμφωνα με τον ίδιο. Συγκεκριμένα υπέφερε από πόνο σε όλο του το πρόσωπο το οποίο ως εκ της επίθεσης ήταν μελανιασμένο και παραμορφωμένο. Αισθανόταν, επίσης, ζάλη και χρειαζόταν βοήθεια για να μπορεί να περπατά μέσα στο σπίτι, να κάθεται στο τραπέζι ή να πηγαίνει στην τουαλέτα καθώς και κάποιον για να του αλλάζει τις πληγές του. Επίσης, για να σιτίζεται αφού, όπως συγκεκριμένα υπέδειξε με την μαρτυρία του, για περίοδο δύο εβδομάδων περίπου αμέσως μετά την επίθεση και εξ' αιτίας του ότι ήταν τα ούλη του ήταν πρησμένα και γεμάτα πληγές δεν μπορούσε να μασήσει φαγητό και για το λόγο αυτό τρεφόταν μόνο με υγρή ή μαλακή τροφή. Δέχομαι, επίσης, τους τραυματισμούς που υπέστη από την επίδικη επίθεση όπως αυτοί περιγράφονται από τον ίδιο στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο
  11. Η περιγραφή τους ταυτίζεται απόλυτα με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 8 και 10 το οποίο, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, έγινε από κοινού παραδεκτό. Σημειώνεται ότι στο Τεκμήριο 10 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων υπέστη κακώσεις οδόντων στην περιοχή προσθίων της άνω γνάθου και κάταγμα της μύλης του 22ου δοντιού. Έγινε, επίσης, από κοινού παραδεκτό ότι τα πρόσθια δόντια της άνω γνάθου που αναφέρονται στο Τεκμήριο 10 ως να υπέστησαν ζημία είναι το 11ο και το 21ο δόντι, ήτοι ο άνω δεξιός κεντρικός κοπτήρας και ο άνω αριστερός κεντρικός κοπτήρας αντίστοιχα. Και ότι το 22ο δόντι, η μύλη του οποίου υπέστη κάταγμα, είναι το δόντι δίπλα από το 21ο δόντι, ήτοι τον προαναφερόμενο άνω αριστερό κεντρικό κοπτήρα. Δέχομαι, επίσης, ότι συνεστήθη στον Ενάγοντα από τον χειρούργο οδοντίατρο - στοματολόγο Βίκτωρα Γιακούμπιβ απονεύρωση των δοντιών Ν 11, 12 και 23 και τοποθέτηση μεταλλο-κεραμικής γέφυρας στα δόντια Ν 11, 12, 21, 22 και
  12. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντα επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο
  13. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του πιο πάνω τεκμηρίου κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα, ούτε και ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για να κληθεί ο υπογράφων το εν λόγω τεκμήριο για σκοπούς αντεξέτασης επί του περιεχομένου του. Δέχομαι, επίσης, ότι ο Ενάγων επισκέφθηκε τον πιο πάνω οδοντίατρο και ότι υπεβλήθη από αυτόν σε επώδυνες θεραπείες όπως χαρακτηριστικά ανέφερε προς αποκατάσταση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τα δόντια του. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ ότι υπεβλήθη στις συγκεκριμένες θεραπείες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 11 ως ήταν η θέση του, έστω και αν και αυτός του ο ισχυρισμός δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Κατά πρώτο, στο Τεκμήριο 11 αναφέρεται μόνο ότι οι πιο πάνω θεραπείες συνεστήθησαν. Όχι ότι ο Ενάγων υπεβλήθη σε αυτές. Στην πραγματικότητα καμία ιατρική μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Κατά δεύτερο, ο Ενάγων δεν μπορεί να έχει προσωπική γνώση σε τι ακριβώς θεραπείες υπεβλήθη από τον πιο πάνω οδοντίατρο. Ό,τι δε αναφέρει σε σχέση με αυτές είναι αυτό που, προδήλως, αναφέρεται στο Τεκμήριο 11 ή του ανέφερε ο εν λόγω οδοντίατρος, ο οποίος, όμως, δεν κλήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα να καταθέσει. Τέλος, δεν σημαίνει ότι επειδή με το Τεκμήριο 11 συστήνονται οι πιο πάνω θεραπείες απαραίτητα και δίχως άλλο ο Ενάγων υπεβλήθη σε αυτές. Το ενδεχόμενο για κάποιο λόγο να έλαβε χώρα κάποια άλλη θεραπεία δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι από την εργασία του κέρδιζε το ποσό των Λ.Κ.900,00 σεντ μηνιαίως σημειώνεται ότι αυτή δεν κρίνεται επαρκής για σκοπούς απόδειξης του κονδυλίου που αφορά στην απώλεια των απολαβών του. Είναι σαφώς νομολογημένη αρχή ότι οι ειδικές ζημίες πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Αποδοχή της μαρτυρίας του Ενάγοντα επί του προκειμένου θα σήμαινε ότι το ζήτημα της απόδειξης των ειδικών ζημιών θα περιοριζόταν σε θέμα αξιοπιστίας και μόνο, πράγμα που δεν συνάδει με την νομολογιακή επιταγή για αυστηρή απόδειξη. Το ίδιο ισχύει και για τους ακόλουθους ισχυρισμούς του Ενάγοντα: (α) περί καταβολής του ποσού των Ευρώ 1.950,00 σεντ στον οδοντίατρο Βίκτωρα Γιακούμπιβ για τις θεραπείες στις οποίες υπεβλήθη από τον εν λόγω ιατρό, (β) περί καταβολής του ποσού των Λ.Κ.550,00 σεντ στην ιδιωτική νοσοκόμα που προσέλαβε και (γ) περί καταβολής του ποσού των Λ.Κ.48,74 σεντ για έκδοση του ιατρικού πιστοποιητικού του ιατρού Γεώργιου Παντέλα ημερομηνίας 10.11.
  14. Για τους λόγους δε που επεξηγούνται στο μέρος της απόφασης μου που πραγματεύεται το ζήτημα της επιδίκασης των υπό του Ενάγοντα αξιωμένων ειδικών ζημιών δεν δέχομαι, επίσης, τα ακόλουθα: τα όσα στο Τεκμήριο 7 αναφέρονται σε σχέση με τις μηνιαίες απολαβές του Ενάγοντα και, κατ' επέκταση, τα όσα σε αυτό αναφέρονται σε σχέση με την απώλεια των απολαβών του για την περίοδο που αξιώνει με την Έκθεση Απαίτησής του τα όσα στο Τεκμήριο 12 αναφέρονται σε σχέση με το ποσό των Ευρώ 600,00 σεντ ως ποσό που φέρεται να πληρώθηκε από τον Ενάγοντα στο πρόσωπο που φέρεται να υπέγραψε το εν λόγω τεκμήριο. Αν και εν όψει της καλής εντύπωσης που μου έκανε ο Ενάγων δέχομαι ότι το εν λόγω τεκμήριο εκδόθηκε από το πρόσωπο που φέρεται να το υπέγραψε. Συν τοις άλλοις η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την έκδοση ή το γνήσιο του πιο πάνω εγγράφου τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 11 σε σχέση με το ποσό των Ευρώ 1.950,00 σεντ που σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο θα στοίχιζαν οι θεραπείες που με αυτό συστήνονται. Δέχομαι, όμως, ότι ο Ενάγων κατέβαλε το ποσό των Ευρώ 47,84 σεντ ως έξοδα για την έκδοση του πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 7.1.09 - Τεκμήριο
  15. Προς απόδειξη της καταβολής του πιο πάνω ποσού ο Ενάγων παρουσίασε σχετική απόδειξη - Τεκμήριο
  16. Η εν λόγω απόδειξη φέρει αριθμό
  17. Εκδόθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία στις 19.1.09 και σε αυτήν αναφέρεται ότι λήφθηκε από τον Ενάγοντα σε επιταγή το ποσό των Ευρώ 47,84 σεντ για την έκδοση ιατρικής έκθεσης του ιατρού Χ΄΄ Κώστα. Παρουσιάσθηκε, επίσης, από τον Ενάγοντα το περί ου ο λόγος ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  18. Επίσης, με το Τεκμήριο 8 επιβεβαιώνεται από τον πιο πάνω ιατρό η πληρωμή του τέλους των Ευρώ 47,84 σεντ διά της έκδοσης της απόδειξης που αναφέρεται πιο πάνω και που φέρει τα ίδια ακριβώς στοιχεία, ήτοι τον ίδιο αριθμό και την ίδια ημερομηνία. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την έκδοση του πιο πάνω τεκμηρίου, ούτε και την γνησιότητά του. Ούτε και το περιεχόμενό του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ασφαλές να δεχθώ και δέχομαι ότι ο Ενάγων κατέβαλε στην Κυπριακή Δημοκρατία το ποσό των Ευρώ 47,84 σεντ για την έκδοση του ιατρικού πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 7.1.09 - Τεκμήριο
  19. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία του Ενάγοντα που δεν αποδέχθηκα και που πιο πάνω αναφέρθηκαν όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Τέταρτος μάρτυρας κατέθεσε ο Αστ. 2229, Νεόφυτος Ελισαίου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λεμεσού και σήμερα στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία - Τεκμήριο 13 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου. Στο Τεκμήριο 13 καταγράφονται οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο μάρτυρας κατά την διερεύνηση της υπόθεσης και στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα και η αντεξέταση περιορίσθηκε σε ερωτήσεις διευκρινιστικής φύσεως. Η μαρτυρία του μάρτυρα γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Ο Εναγόμενος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 14 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Διά ζώσης του υπεβλήθη μόνο μια ερώτηση από την ευπαίδευτη συνήγορό του και συγκεκριμένα πόσο ήταν το ύψος του. Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι είχε ύψος 1,73 μέτρα. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος έδωσε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα από ότι ο Ενάγων. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα. Κατά την 10.3.03 εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας στο νυκτερινό κέντρο «Club West Metropol» το οποίο βρίσκεται στην οδό Ιφιγενείας στη Λεμεσό. Την νύκτα εκείνη βρισκόταν στην είσοδο του κέντρου από τις 23:00 μέχρι η ώρα 3:00 το πρωί. Στις 3:00 η ώρα εισήλθε εντός του κέντρου όπου και παρέμεινε μέχρι τις 4:30 π.μ. στο μπαρ κοντά στο ταμείο. Περίμενε μαζί με άλλους υπαλλήλους να φύγει ο κόσμος και να καταμετρηθούν τα λεφτά του ταμείου για να κλείσει το κέντρο και να σχολάσει. Κατά η ώρα 4:30 π.μ. εισήλθε εντός του κέντρου κάποιος Άρης Αριστοδήμου ο οποίος τους ενημέρωσε ότι κάποιος είχε κτυπηθεί έξω στο δρόμο. Τον Άρη ακολουθούσε ο Ενάγων ο οποίος ήταν τραυματισμένος. Ο Εναγόμενος και άλλοι δύο υπάλληλοι του κέντρου βοήθησαν τον Ενάγοντα να εισέλθει εντός της τουαλέτας του κέντρου. Εκεί περιέθαλψαν τον Ενάγοντα, ήτοι του έπλυναν και του σκούπισαν το πρόσωπο. Ο Ενάγων δυσκολευόταν να μιλήσει, πονούσε και ήταν ζαλισμένος. Τους ανέφερε μόνο ότι ήθελε ασθενοφόρο και να έρθει η Αστυνομία. Κατά τις 5:00 π.μ. έβγαλαν τον Ενάγοντα έξω από το κέντρο. Τότε ήταν που έφυγε και ο Εναγόμενος από το κέντρο για να πάει στο σπίτι του. Ενώ ο Εναγόμενος οδηγούσε καθ' οδό προς το σπίτι του του τηλεφώνησε ο διευθυντής του κέντρου για να του πει ότι τον έψαχνε η Αστυνομία επειδή το όνομά του είχε αναφερθεί στην υπόθεση ξυλοδαρμού του Ενάγοντα. Επέστρεψε τότε στο κέντρο την ώρα που οι νοσηλευτές έβαζαν τον Ενάγοντα μέσα στο ασθενοφόρο. Εκεί βρισκόταν και το περιπολικό της Αστυνομίας. Ένας αστυνομικός του ζήτησε τα στοιχεία του και του είπε ότι ο Ενάγων του είχε πει ότι το πρόσωπο που τον είχε κτυπήσει ήταν ο Εναγόμενος. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε κάθε εμπλοκή και, ακολούθως, εγκατέλειψε την σκηνή χωρίς να συλληφθεί. Ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του περιλαμβανομένων των ουκ ολίγων αντιφάσεων στην μαρτυρία του ο Εναγόμενος δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κάποιες δε εκ των αντιφάσεων στην μαρτυρία του - οι σημαντικότερες κατά την κρίση μου για σκοπούς αξιοπιστίας- υποδεικνύονται πιο κάτω: στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμήριο 14 - ο Εναγόμενος ανέφερε ότι για το ότι ο Ενάγων είχε κτυπηθεί πληροφορήθηκε από τον Άρη Αριστοδήμου, ο οποίος είχε εισέλθει εντός του κέντρου ακολουθούμενος από τον Ενάγοντα. Με αφορμή την δήλωση του Εναγόμενου που περιέχεται στην γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία - Τεκμήριο 15 - ότι αυτός που του είπε ότι έξω από το κέντρο υπήρχε φασαρία ήταν ο Μάριος και που, σύμφωνα με τον Ενάγοντα είναι αδελφός του Άρη και οι δύο συνιδιοκτήτες του κέντρου, η ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα έθεσε στον Εναγόμενο το ερώτημα πού εν τέλει βρισκόταν η αλήθεια. Ο Εναγόμενος απάντησε, αναιρώντας, ουσιαστικά, την προηγούμενη του δήλωση, παρά την περί του αντιθέτου θέση του επί του προκειμένου, ότι αυτός που τον ενημέρωσε ήταν ο Μάριος και όχι ο Άρης και ότι ο Μάριος είχε ενημερωθεί για το συμβάν από τον Άρη ενώ στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 14 - ανέφερε ότι μαζί με δύο άλλους υπαλλήλους του κέντρου βοήθησαν τον Ενάγοντα να πάει στην τουαλέτα, στην διά ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε ως θέση του κάτι που δεν συνηγορεί με την πιο πάνω δήλωση και συγκεκριμένα ότι τον Ενάγοντα τον συνάντησε για πρώτη φορά στα αποχωρητήρια όπου και κατευθύνθηκε μαζί με δύο άλλους φρουρούς ασφαλείας όταν πληροφορήθηκε από τον Μάριο το γεγονός του ξυλοδαρμού του. Ο Εναγόμενος κατά την επανεξέταση προσπάθησε να γεφυρώσει την αντίφαση αυτή που παρατηρείται ανάμεσα στην γραπτή του δήλωση και την διά ζώσης μαρτυρία του υποστηρίζοντας ότι όταν στην γραπτή του δήλωση έλεγε για αποχωρητήρια εννοούσε τον προθάλαμο των αποχωρητηρίων. Ώστε, προδήλως, να εκληφθεί ότι στην γραπτή του δήλωση όταν έλεγε ότι βοήθησε τον Ενάγοντα να πάει στην τουαλέτα ουσιαστικά εννοούσε ότι τον βοήθησε να μεταφερθεί στην τουαλέτα από τον προθάλαμο των αποχωρητηρίων και όχι από την είσοδο του κλαμπ. Δεν κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου στις παραγράφους 5 και 6 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμήριο 14 - μπορούν να εκληφθούν ότι αυτό είναι που σημαίνουν. Αυτό δε που κατά την κρίση μου αναδύεται από τις πιο πάνω παραγράφους είναι ότι ο Εναγόμενος βοήθησε τον Ενάγοντα να μεταφερθεί στην τουαλέτα όταν αυτός εισήλθε εντός του κλαμπ μαζί με τον Άρη και ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Εναγόμενος είχε συναντήσει τον Ενάγοντα. Δεν μπορεί να εκληφθούν ότι σημαίνουν αυτό που διά ζώσης υποστήριξε ο Εναγόμενος, ότι, δηλαδή, ο Ενάγων είχε βρεθεί στον προθάλαμο των αποχωρητηρίων χωρίς προηγουμένως ο Εναγόμενος να τον αντιληφθεί, ότι ο Ενάγων συνάντησε τον Εναγόμενο για πρώτη φορά στον προθάλαμο των αποχωρητηρίων και ότι η βοήθεια που του προσέφερε σε πρώτο στάδιο ήταν να τον μεταφέρει από τον προθάλαμο των αποχωρητηρίων στο αποχωρητήριο. Σημειώνεται η διαφορετική θέση που τέθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι μετά την επίθεση που δέχθηκε ο Ενάγων τόσο ο ιδιοκτήτης του πιο πάνω αναφερόμενου κλαμπ όσο και ο Εναγόμενος τον μετέφεραν εντός του κλαμπ και συγκεκριμένα στην τουαλέτα για να τον βοηθήσουν. Ήταν, λοιπόν, θέση της Υπεράσπισης σε αντίθεση με ό,τι επί του προκειμένου πρόβαλε ο Εναγόμενος ότι ο Ενάγων μεταφέρθηκε στις τουαλέτες από τον Εναγόμενο. Και όχι μόνο. Αλλά και ότι μεταφέρθηκε από τον Εναγόμενο και εντός του κλαμπ, προφανώς, από τον δρόμο. ενώ από την γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 14 - προκύπτει ευκρινώς ότι τον Ενάγοντα τον είδε για πρώτη φορά όταν μαζί με τον Άρη ο Ενάγων εισήλθε εντός κλαμπ οπότε και τον βοήθησε να μεταφερθεί στα αποχωρητήρια, στην διά ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε ότι τον Ενάγοντα τον συνάντησε για πρώτη φορά στα αποχωρητήρια του κέντρου αφού και ο Άρης του είχε πει ότι ο Ενάγων βρισκόταν εκεί. Πώς συνάδει ο τελευταίος ισχυρισμός του Εναγόμενου από τον οποίο προκύπτει ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι ο Ενάγων βρισκόταν στα αποχωρητήρια ή στον προθάλαμο, όπως διόρθωσε στην διά ζώσης μαρτυρία του, από τον Άρη την στιγμή που στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι τον Ενάγοντα τον είδε όταν εισήλθε εντός του κλαμπ ο Άρης ακολουθούμενος από τον Ενάγοντα; ενώ, αρχικά, διά ζώσης υποστήριξε ότι τον Ενάγοντα τον είδε για πρώτη φορά εντός των αποχωρητηρίων, σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι τον Ενάγοντα τον είδε για πρώτη φορά στον προθάλαμο των αποχωρητηρίων ενώ, αρχικά, στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι τον Ενάγοντα «τον βάλανε μέσα στα αποχωρητήρια» οι άλλοι φρουροί ασφαλείας βοηθώντας τον να περπατήσει, σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι κι' αυτός βοήθησε τον Ενάγοντα να εισέλθει εντός του αποχωρητηρίου μαζί με τους άλλους δύο φρουρούς ασφαλείας ενώ στην γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία - Τεκμήριο 15 - η οποία λήφθηκε από τον ίδιο την ίδια ημέρα του συμβάντος ανέφερε ότι ο Ενάγων εξέφρασε την επιθυμία να καλέσουν ασθενοφόρο και την Αστυνομία έξω από το κέντρο, όπου και τον οδήγησαν μετά την περίθαλψη που, όπως υποστήριξε, του παρείχαν, στην διά ζώσης μαρτυρία του, η οποία δόθηκε 10 χρόνια μετά το επίδικο περιστατικό, ανέφερε και επέμενε ότι αυτό έλαβε χώρα εντός των αποχωρητηρίων ενώ στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 16 - ανέφερε ότι ο Ενάγων «μας ανέφερε μόνο ότι ήθελε ασθενοφόρο και την Αστυνομία» υποδηλώνοντας ότι από μόνος του και φωναχτά ο Ενάγων ζήτησε τα πιο πάνω διά ζώσης υποστήριξε ότι δεν είναι από μόνος του ο Ενάγων που ζήτησε Αστυνομία και ασθενοφόρο, αλλά κατόπιν ερώτησης προς την πιο πάνω κατεύθυνση από τον Εναγόμενο στην οποία ο Ενάγων απάντησε καταφατικά γνέφοντας. Επίσης, ενώ ενδιαφέρθηκε, όπως και ρητά παραδέχθηκε, να ρωτήσει τον Ενάγοντα αν χρειαζόταν ασθενοφόρο και την Αστυνομία την ίδια στιγμή παραδέχθηκε ότι δεν ενδιαφέρθηκε να καλέσει ο ίδιος είτε την Αστυνομία, είτε ασθενοφόρο. Δέχθηκε, επίσης, ότι φεύγοντας από το κέντρο δεν γνώριζε αν είχε κληθεί από οποιονδήποτε είτε η Αστυνομία, είτε ασθενοφόρο στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 14 - ανέφερε ότι μαζί με άλλους βοήθησε να μεταφερθεί ο Ενάγων έξω στον δρόμο, κάτι το οποίο αποτέλεσε και την τελική του θέση κατά την αντεξέτασή του. Αρχικά, όμως, κατά την αντεξέτασή του υποστήριξε ότι μόνος του είχε μεταφέρει τον Ενάγοντα έξω στον δρόμο ενώ στην γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία ανέφερε ότι όταν επέστρεψε στην σκηνή κανένας δεν του ανέφερε ότι υπήρχε ισχυρισμός από οποιοδήποτε ότι αυτός είχε κτυπήσει τον Ενάγοντα, τόσο στην γραπτή του δήλωση όσο και στην διά ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε το αντίθετο και συγκεκριμένα ότι ένας εκ των αστυνομικών που ήταν στο μέρος του ανέφερε ότι ο Ενάγων είχε πει ότι είχε κτυπηθεί από τον Εναγόμενο. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι τότε είπε στον αστυνομικό εκείνο την φράση «εν πελλός τούτος». στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 16 - ανέφερε ότι ο Ενάγων κτυπήθηκε από ένα τρίτο πρόσωπο γιατί είχε ενοχλήσει την κοπέλα που το πρόσωπο αυτό συνόδευε. Στην διά ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε ότι τα πιο πάνω ήρθαν εις γνώση του από την ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του. Στην διά ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε, επίσης, κάτι το οποίο ανέφερε και στην γραπτή του δήλωση, ότι η κοπέλα αυτή έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία ταυτίζοντας, έτσι, την κοπέλα αυτή με την ΜΥ 2, αφού και η ΜΥ 2 στην γραπτή κατάθεση που της λήφθηκε από την Αστυνομία ισχυρίσθηκε ότι είχε δεχθεί ενόχληση από τον Ενάγοντα. Η ΜΥ 2 τόσο με την γραπτή της κατάθεση στην Αστυνομία όσο και με την διά ζώσης μαρτυρία της υποστήριξε, μεν, ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο άγνωστος τρίτος συνόδευε μια κοπέλα, δεν υποστήριξε, όμως, ότι ο Ενάγων είχε ενοχλήσει την κοπέλα αυτή. Ό,τι, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ήταν ότι ο Ενάγων είχε ενοχλήσει την ίδια και ότι ο άγνωστος τρίτος επιτέθηκε στον Ενάγοντα για να υπερασπισθεί αυτή και όχι την κοπέλα που συνόδευε. Σημειώνεται, επίσης, ότι όπως από το Τεκμήριο 2 ευκρινώς προκύπτει η ΜΥ 2 στην ποινική υπόθεση δεν ισχυρίσθηκε αυτά που ο Εναγόμενος πιο πάνω υποστήριξε αναφορικά με το πρόσωπο που ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο ενόχλησε. Θέση της ΜΥ 2 και στην ποινική διαδικασία ήταν ότι το πρόσωπο που ο Ενάγων ενόχλησε ήταν την ίδια και όχι την κοπέλα που συνόδευε ο άγνωστος τρίτος. Κρίνω πως οι αντιφάσεις που πιο πάνω υποδείχθηκαν στην μαρτυρία του Εναγόμενου είναι ουσιώδεις με αποτέλεσμα αυτές να δημιουργούν ρήγμα στην μαρτυρία του. Την ίδια στιγμή αναδεικνύουν ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου και δικαιολογούν την εξαγωγή από το Δικαστήριο ευρήματος αναξιοπιστίας. Μέσα από την μαρτυρία του Εναγόμενου καθίσταται έκδηλο ότι στην προσπάθειά του να αποποιηθεί της ευθύνης για την επίδικη επίθεση ο Εναγόμενος κατασκεύασε μια ιστορία την οποία και προώθησε χωρίς, όμως, να γίνει πιστευτός. Απορρίπτω την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Από αυτή δέχομαι μόνο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος εργαζόταν στο κλαμπ «West Metropol» το οποίο βρίσκεται στην οδό Ιφιγενείας στην Λεμεσό. Δέχομαι, επίσης, ότι μετά την επίθεση επέστρεψε στην σκηνή όπου αυτή έλαβε χώρα καθώς και ότι εκεί του αναφέρθηκε από αστυνομικό ότι ο Ενάγων τον είχε υποδείξει ως το πρόσωπο που είχε επιτεθεί στον Ενάγοντα. Ο πρώτος ισχυρισμός του συνάδει με την μαρτυρία του Ενάγοντα και την μαρτυρία του ΜΕ 2 και ο δεύτερος με την μαρτυρία του ΜΕ
  20. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί το εξής κατά την κρίση μου σημαντικό. Κρίνω επιλήψιμο για την υπεράσπιση του Εναγόμενου το γεγονός ότι η Υπεράσπιση έκανε παραδεκτό το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 8 και
  21. Φρονώ πως θα μπορούσε να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό και χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο περί εκ προοιμίου εξαγωγής συμπεράσματος από το Δικαστήριο περί αναξιοπιστίας των δικογραφημένων θέσεών της, αν θέση της ήταν ότι ο Εναγόμενος είχε εμπλακεί στην επίδικη επίθεση. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα διέτρεχε τον πιο πάνω κίνδυνο. Αφ' ης στιγμής θα ήταν θέση της ότι ο Εναγόμενος ήταν που επιτέθηκε στον Ενάγοντα θα γνώριζε τις σωματικές βλάβες τις οποίες ο Ενάγων θα πάθαινε αφού αυτός θα τις προκαλούσε. Στην υπό εξέταση, όμως, περίπτωση δεν ήταν θέση της Υπεράσπισης ότι την επίδικη επίθεση την διενήργησε ο Εναγόμενος. Θέση της ήταν ότι δεν ήταν ο Εναγόμενος που επιτέθηκε στον Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πώς τότε η Υπεράσπιση γνώριζε ότι τα όσα αναφέρονται στα Τεκμήρια 8 και 10 αντανακλούν την πραγματικότητα και τα έκανε παραδεκτά; Και επομένως, ποια έννοια θα μπορούσε να έχει η πιο πάνω ενέργεια της Υπεράσπισης, άλλη από το ότι είναι ο Εναγόμενος που διενήργησε την επίδικη επίθεση; Συναφώς η Υπεράσπιση δεν προέβη στα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα δηλώνοντας ότι αυτά έγιναν παραδεκτά άνευ αποδοχής ευθύνης από μέρους του Εναγόμενου. Στο ίδιο πνεύμα φρονώ είναι και ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι οι υπό του Ενάγοντα ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες είναι υπερβολικές. Πώς θα μπορούσε να γνωρίζει ο Εναγόμενος ότι οι πιο πάνω βλάβες είναι υπερβολικές αν ο Εναγόμενος δεν είναι αυτός που τις προκάλεσε και, κατ' επέκταση, δεν είναι αυτός που διέπραξε την επίδικη επίθεση; Τα πιο πάνω κρίνω πως επενεργούν καταλυτικά στο βάσιμο των δικογραφημένων θέσεων του Εναγόμενου. Την ίδια στιγμή δικαιολογούν απόρριψη της μαρτυρίας του Εναγόμενου καθώς και αυτής της ΜΥ
  22. Δεύτερη μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε η Διαμάντω Αμβροσίου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο 16 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής της σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Ενάγοντα. Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να παραθέσω την εκδοχή της μάρτυρος. Επιγραμματικά είναι η θέση της ότι το επίδικο βράδυ και περί ώρα 4:45 π.μ. βγήκε έξω από το κλαμπ «West» και κατευθύνθηκε νότια προς το αυτοκίνητό της το οποίο ήταν σταθμευμένο κάποια μέτρα μακριά από το εν λόγω κλαμπ για να το πάρει και να πάει στο σπίτι της. Την ίδια στιγμή ο Ενάγων περνούσε δίπλα της με το αυτοκίνητό του. Αφού σταμάτησε το αυτοκίνητό του ο Ενάγων της είπε κάτι που η μάρτυρας δεν αντιλήφθηκε τι ήταν, αλλά που η ίδια εξέλαβε ως ανήθικη δήλωση. Η μάρτυρας, τότε, εκνευρίσθηκε και ύβρισε τον Ενάγοντα. Ακολούθως, προχώρησε προς το αυτοκίνητό της αποφεύγοντάς τον. Τότε, ο Ενάγων κατέβηκε από το αυτοκίνητό του, ακολούθησε την μάρτυρα, την άρπαξε από πίσω με τα χέρια του και την ύβρισε και αυτός. Από αντίδραση, τότε, η μάρτυρας άρπαξε τον πισινό υαλοκαθαριστήρα του αυτοκινήτου του Ενάγοντα και τον στράβωσε, αφού την στιγμή εκείνη βρισκόταν παρά το πισινό μέρος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα. Την ίδια στιγμή κατευθύνθηκε προς την μάρτυρα και τον Ενάγοντα ένα νεαρό ζευγάρι. Ο Ενάγων άφησε την μάρτυρα ενώ τον προσέγγιζε ο νεαρός άγνωστος άντρας ο οποίος στην συνέχεια με το χέρι του κτύπησε τον Ενάγοντα μια φορά στο πρόσωπο. Μετά το κτύπημα ο Ενάγων άρχισε να τρέχει με βόρεια κατεύθυνση, ενώ η μάρτυρας προχώρησε πεζή με νότια κατεύθυνση. Ακολούθως εισήλθε εντός του αυτοκινήτου της και έφυγε. Ο Ενάγων κτυπήθηκε από τον άγνωστο νεαρό άντρα και όχι από τον Εναγόμενο, ο οποίος την ώρα που η μάρτυρας είχε φύγει από το κλαμπ βρισκόταν εντός αυτού. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η μάρτυρας γνώριζε τον Εναγόμενο μόνο εξ' όψεως από τις επισκέψεις της στο προαναφερόμενο κλαμπ στο οποίο ο Εναγόμενος εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας για σκοπούς διασκέδασης. Κρίνω σκόπιμο ευθύς εξ' αρχής να σημειώσω το εξής κατά την κρίση μου σημαντικό. Ο ισχυρισμός της μάρτυρος ότι ο Ενάγων δέχθηκε την επίθεση από τον άγνωστο τρίτο δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις του Εναγόμενου. Στην Υπεράσπιση γίνεται μια γενική άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα. Ό,τι μόνο προβάλλεται ως θέση του Εναγόμενου στην Υπεράσπιση είναι ότι αυτός δεν επιτέθηκε στον Ενάγοντα. Κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται προς την κατεύθυνση ότι ο Ενάγων υπήρξε θύμα επίθεσης και ότι αυτός που επιτέθηκε στον Ενάγοντα ήταν ένα άγνωστο τρίτο πρόσωπο. Θεωρώ ότι αναφορά στον άγνωστο τρίτο που σύμφωνα με την μάρτυρα διενήργησε την εν λόγω επίθεση δεν αποτελεί θέμα μαρτυρίας, αλλά ουσιώδους γεγονότος και ως τέτοιο όφειλε να δικογραφηθεί στην Υπεράσπιση για να μπορεί να προβληθεί υπό μορφή μαρτυρίας. Κρίνω δε πως εκτός των έγγραφων προτάσεων του Εναγόμενου είναι και το τι σύμφωνα με την μάρτυρα οδήγησε τον άγνωστο τρίτο σύμφωνα με την μάρτυρα να επιτεθεί στον Ενάγοντα και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός της μάρτυρος ότι ο Ενάγων την άρπαξε από την μέση με τα χέρια του. Αφ' ης στιγμής ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του δεν δικογραφεί ότι η επίθεση έγινε από κάποιο τρίτο δεν εμπίπτει εντός των έγγραφων προτάσεων του Εναγόμενου τι προκάλεσε το πρόσωπο αυτό να επιτεθεί στον Ενάγοντα. Στο στάδιο αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να σημειώσω την ανεξήγητη στάση που παρατηρείται από μέρους της Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, ενώ η Υπεράσπιση δεν υπέβαλε τις πιο πάνω θέσεις της μάρτυρος στον Ενάγοντα, ότι, δηλαδή, ο Ενάγων δέχθηκε επίθεση από άγνωστο τρίτο πρόσωπο και υπό τις συνθήκες που η μάρτυρας περίγραψε στην μαρτυρία της, εντούτοις, κάλεσε την μάρτυρα για να υποστηρίξει τα όσα ανωτέρω ως επιλήψιμα χαρακτηρίσθηκαν. Για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν οι θέσεις της μάρτυρος δεν εμπίπτουν εντός των έγγραφων προτάσεων του Εναγόμενου. Και ορθά για τον λόγο αυτό δεν υπεβλήθησαν στον Ενάγοντα. Η Υπεράσπιση δεν δίστασε, όμως, να τις προβάλει μέσω της μαρτυρίας της μάρτυρος. Εξ' ου και το ανεξήγητο στην στάση της Υπεράσπισης. Επίσης, η εκδοχή της μάρτυρος διαψεύδεται από τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο Ενάγων. Με την μαρτυρία της η μάρτυρας υποστήριξε ότι το κτύπημα που ο Ενάγων δέχθηκε από τον άγνωστο άντρα ήταν μόνο ένα, κι' αυτό στο πρόσωπο. Δεν θα υπεισέλθω σε εξέταση του τύπου αν με ένα και μόνο κτύπημα στο πρόσωπο δικαιολογούνται οι σωματικές βλάβες που ο Ενάγων υπέστη από την επίδικη επίθεση. Κάτι τέτοιο θα ήταν άστοχο καθότι η εξέταση ενός τέτοιου ζητήματος μόνο με την προσκόμιση ιατρικής μαρτυρίας θα ήταν επιτρεπτή. Το Δικαστήριο μπορεί, όμως, να λάβει υπόψη ότι ως εκ της επίθεσης ο Ενάγων υπέστη σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός, και μώλωπες ινιακής περιοχής. Σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, 3η έκδοση, σελίδα 780 «ινιακός» σημαίνει αυτόν που σχετίζεται με το ινίο. Στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι στην Ανατομία η λέξη «ινίο» σημαίνει το πίσω και κάτω μέρος του κεφαλιού. Αυτό καθίσταται μοιραίο για την εκδοχή της μάρτυρος. Καθότι ως απόρροια της κοινής λογικής με ένα κτύπημα στο πρόσωπο, είτε αυτό γίνεται με ανοικτή την παλάμη, είτε με γροθιά - η μάρτυρας δεν είδε σύμφωνα με την μαρτυρία της με ποιο από τους δύο τρόπους έγινε το κτύπημα - δεν μπορούν να προκληθούν μώλωπες στο πίσω και κάτω μέρος του κεφαλιού. Το σημείο αυτό αναδεικνύει την αναλήθεια της εκδοχής της. Και αν ακόμα οι κρίσεις μου που πιο πάνω σημειώθηκαν ήθελε θεωρηθούν εσφαλμένες κρίνω ότι συντρέχει επιπρόσθετος λόγος για να μην αποδεχθώ την μαρτυρία της μάρτυρος. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της η μάρτυρας δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι ήταν ειλικρινής. Κρίνω δε ότι στην προσπάθειά της να βοηθήσει τον Εναγόμενο και να τον απαλλάξει από οποιαδήποτε ευθύνη η μάρτυρας στρέβλωσε τα γεγονότα και δεν κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο με αποκορύφωμα την θέση της ότι ο Ενάγων δέχθηκε την επίθεση από τον άγνωστο τρίτο. Η μαρτυρία της δεν συνάδει με την μαρτυρία του Ενάγοντα η οποία έγινε αποδεκτή. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον Ενάγοντα η μάρτυρας κατά τον ουσιώδη χρόνο συνοδευόταν από τον Εναγόμενο. Και δεν έφυγε μόνη της από το κλαμπ όπως ισχυρίσθηκε. Βγαίνοντας από το κλαμπ η μάρτυρας μαζί με τον Εναγόμενο και μια άλλη κοπέλα είπε κάτι στον Ενάγοντα που ο τελευταίος δεν αντιλήφθηκε τι ήταν και, ακολούθως, στράβωσε τον πισινό υαλοκαθαριστήρα του αυτοκινήτου του εντός του οποίου ο Ενάγων επέβαινε. Ο Ενάγων αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και είδε την ζημιά που του προκάλεσε η μάρτυρας της είπε να μείνει στο μέρος και να μην φύγει γιατί θα καλούσε την Αστυνομία. Τότε, ο Εναγόμενος τον πλησίασε και του κατέφερε δυνατή γροθιά στο πρόσωπο και επανειλημμένα κτυπήματα στο κεφάλι. Ακολούθως, ο Εναγόμενος απομακρύνθηκε από το μέρος και μαζί του η μάρτυρας καθώς και η δεύτερη κοπέλα που συνόδευε. Ο Ενάγων έμεινε στην σκηνή. Λίγα λεπτά μετά το πιο πάνω περιστατικό ο Εναγόμενος πέρασε με το αυτοκίνητό του από το μέρος όπου έλαβε χώρα η επίθεση και ακόμα βρισκόταν ο Ενάγων αναμένοντας το ασθενοφόρο για να τον μεταφέρει στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Σταμάτησε διερωτούμενος τι είχε συμβεί. Τότε, ο Ενάγων τον αναγνώρισε υποδεικνύοντάς τον στην Αστυνομία που στο μεταξύ είχε φθάσει στο μέρος. Ενδεικτική, επίσης, της εν γένει αναξιοπιστίας της είναι και η προσπάθεια της μάρτυρος να πείσει το Δικαστήριο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν γνώριζε τον Εναγόμενο παρά μόνο εξ' όψεως και ούτε καν το όνομά του. Ο Ενάγων ήταν σαφής και θετικός στην μαρτυρία του ότι κατά την στιγμή της επίθεσης η μάρτυρας φώναζε στον Εναγόμενο με το όνομά του να σταματήσει να κτυπά τον Ενάγοντα. Συγκεκριμένα τα λόγια της ήταν τα εξής: «κανεί ρε Ευγένιε τζιαι εν να τον σκοτώσεις». Πράγμα που παραπέμπει, αντίθετα προς ό,τι η μάρτυρας ισχυρίσθηκε, και σε συνδυασμό με το ότι κατά την έξοδό της από το κλαμπ συνοδευόταν από τον Εναγόμενο στο ότι αυτή γνώριζε τον Εναγόμενο και γνώριζε και το όνομά του. Σημειώνεται, επίσης, ότι ανεξαρτήτως των πιο πάνω την εκδοχή της μάρτυρος διέπει μια παραδοξότητα η οποία από μόνη της δημιουργεί εύλογες υπόνοιες ως προς την αλήθεια της. Το παράδοξο έγκειται στο ότι η μάρτυρας ενέπλεξε στο επίδικο συμβάν τρίτο πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με την μάρτυρα, όχι μόνο προσέτρεξε προς βοήθειά της, αλλά και επιτέθηκε στον Ενάγοντα την στιγμή που το άγνωστο αυτό πρόσωπο, όπως ευκρινώς προκύπτει από την μαρτυρία της μάρτυρος, δεν γνώριζε την μάρτυρα και χωρίς αυτό προηγουμένως να προσπαθήσει τουλάχιστον να ηρεμήσει τα πράγματα χρησιμοποιώντας μια ηπιότερη στάση παρά την δραστική στάση της χειροδικίας. Είναι παράδοξο ένας άγνωστος να κτυπήσει κάποιο άλλο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, τον Ενάγοντα, για να υπερασπισθεί την μάρτυρα την στιγμή που (α) δεν γνώριζε την μάρτυρα, (β) δεν γνώριζε τι είχε διαμειφθεί μεταξύ αυτής και του Ενάγοντα, (γ) δεν γνώριζε την οποιαδήποτε τυχόν σχέση μεταξύ των δύο και (δ) χωρίς προηγουμένως να δοκιμάσει μια λιγότερο δραστική ή ηπιότερη λύση, αν ενδιαφερόταν να αναμειχθεί στην διένεξη των δύο. Όπως, για παράδειγμα, την υιοθέτηση μιας λεκτικής προσέγγισης και όχι της χειροδικίας. Ο ισχυρισμός της μάρτυρος ότι με το που είδε τον Ενάγοντα να κρατά την μάρτυρα με τα χέρια του το τρίτο άγνωστο πρόσωπο δίχως άλλο επιτέθηκε σε αυτόν αναδεικνύει κατά την κρίση μου το αναληθές της εκδοχής της ως προς τα διαδραματισθέντα. Δεν έχω αμφιβολία ότι η θέση της μάρτυρος ότι ο Ενάγων δέχθηκε την επίθεση από τον άγνωστο τρίτο και υπό τις συνθήκες που η μάρτυρας περίγραψε στην μαρτυρία της πρόκειται για ένα εκ των υστέρων κατασκεύασμα της μάρτυρος στην προσπάθειά της να απαλλάξει τον Εναγόμενο από την ευθύνη για την επίδικη επίθεση . Η μάρτυρας υποστήριξε, επίσης, ότι ο Ενάγων της είχε φανεί μεθυσμένος. Αυτό το συμπέρανε, όπως ισχυρίσθηκε, από τον τρόπο με τον οποίο ο Ενάγων απευθύνθηκε σε αυτήν όταν για πρώτη φορά την είδε μέσα στον δρόμο. Περιορίσθηκε να πει ότι όταν την στιγμή εκείνη ο Ενάγων της μίλησε η ομιλία του έμοιαζε με ομιλία μεθυσμένου. Χαρακτηριστικά είπε ότι «μιλούσε μεθυσμένα». Η αδυναμία της μάρτυρος να δώσει απτή περιγραφή του τρόπου ομιλίας του Ενάγοντα δεν μπορεί εκ προοιμίου να με πείσει για το βάσιμο της γνώμης της. Σημειώνεται δε ότι σε υποβολή ότι ο Ενάγων δεν ήταν μεθυσμένος η μάρτυρας δεν επέμεινε στην αρχική της θέση. Ανέφερε ότι δεν γνώριζε καθότι δεν είχε υποβάλει τον Ενάγοντα σε έλεγχο αλκοόλ. Παράδοξος κρίνεται, επίσης, ο ισχυρισμός της αναφορικά με το τι η ίδια έπραξε μετά το περιστατικό που περίγραψε. Είναι παράδοξο μετά την επίθεση που ο Ενάγων δέχθηκε από τον άγνωστο άντρα, σύμφωνα με την μαρτυρία της, αυτή να φύγει αμέσως από το μέρος με αποτέλεσμα και να μην δει προς τα πού είχαν πάει ο άντρας αυτός και η κοπέλα που συνόδευε. Και να μην μιλήσει με τον άνθρωπο που υποτίθεται την είχε υπερασπισθεί και που είχε κτυπήσει έναν άλλο άνθρωπο για χάρη της. Η δικαιολογία που πρόβαλε, ότι, δηλαδή, ήταν φοβισμένη, γι' αυτό και τίποτα από τα πιο πάνω δεν έπραξε δεν με πείθει. Η μάρτυρας έφυγε από το μέρος, προδήλως, γιατί και ο Εναγόμενος έφυγε αμέσως ύστερα από την επίθεση που διενήργησε στον Ενάγοντα, προδήλως, για να αποφύγει ενδεχόμενη σύλληψή του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η μάρτυρας δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο, κρίνω δε ότι δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν δε ανειλικρινής και αναληθής σε ουσιωδέστατα σημεία της υπόθεσης, πράγμα που δικαιολογεί κατά την κρίση μου να την κηρύξω αναξιόπιστη. Αναπόφευκτα η μαρτυρία της απορρίπτεται στην ολότητά της. Ό,τι μόνο από την μαρτυρία της δέχομαι είναι ότι ξημερώματα της 10.3.03 βρισκόταν στο κλαμπ «West Metropol» το οποίο βρίσκεται στην οδό Ιφιγενείας στην Λεμεσό και στο οποίο εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος, ότι περί τις 4:45 π.μ. βγήκε έξω από αυτό, ότι την στιγμή εκείνη ο Ενάγων περνούσε έξω στον δρόμο με το αυτοκίνητό του και ότι αφότου η μάρτυρας βγήκε από το κλαμπ, ακολούθως, στράβωσε τον πισινό υαλοκαθαριστήρα του αυτοκινήτου του Ενάγοντα το οποίο κατά τον χρόνο αυτό βρισκόταν επί της οδού Ιφιγενείας. Τα πιο πάνω σημεία από την μαρτυρία της συνάδουν με την μαρτυρία του Ενάγοντα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων ήταν ένας νέος άντρας ηλικίας 27 ετών. Στις 10.3.03 και περί η ώρα 04.45 ο Ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής ΕΥΥ 131 επί της οδού Ιφιγενείας στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. Ενώ περνούσε έξω από το ξενοδοχείο Metropol, το οποίο βρισκόταν δίπλα από το νυκτερινό κέντρο «West Metropol», είδε μια κοπέλα ονόματι Διαμάντω Αμβροσίου, από τώρα και στο εξής «η Αμβροσίου», να βγαίνει έξω από το πιο πάνω κέντρο μαζί με τον Εναγόμενο και μια άλλη κοπέλα. Καθώς περπατούσε μέσα στον δρόμο η Αμβροσίου απευθύνθηκε στον Ενάγοντα λέγοντας σε αυτόν κάτι το οποίο ο Ενάγων δεν αντιλήφθηκε. Ο Ενάγων σταμάτησε, τότε, το αυτοκίνητο του με σκοπό να κατέβει για να εξακριβώσει τι ήθελε η Αμβροσίου. Κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητό του διαπίστωσε ότι η Αμβροσίου είχε στραβώσει τον πισινό υαλοκαθαριστήρα του αυτοκινήτου του, οπότε και ζήτησε από την Αμβροσίου να μην φύγει από το μέρος γιατί προτίθετο να καλέσει την Αστυνομία. Τότε, ο Εναγόμενος δίχως άλλο πλησίασε τον Ενάγοντα και του κατέφερε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο και επανειλημμένα κτυπήματα στο κεφάλι σπάζοντας τα χείλη και δύο μπροστινά δόντια. Ο Εναγόμενος συνέχιζε να κτυπά τον Ενάγοντα παρά την παράκληση της Αμβροσίου να σταματήσει. Όταν σταμάτησε να κτυπά τον Ενάγοντα απομακρύνθηκε αμέσως από το μέρος μαζί με τις δύο κοπέλες που συνόδευε. Από την επίθεση που δέχθηκε ο Ενάγων αιμορραγούσε στο πρόσωπο, συγκεκριμένα, στα δόντια και τα χείλη. Φώναξε προς βοήθεια οπότε και κοντά του μαζεύτηκαν αρκετά πρόσωπα, όπως ένα πρόσωπο που του συστήθηκε ως ο ιδιοκτήτης του κλαμπ «West Metropol», ένα άλλο πρόσωπο που του συστήθηκε ως ο υπεύθυνος της υποδοχής του ξενοδοχείου Metropol» καθώς επίσης και τρία με τέσσερα άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν εντός του κλαμπ. Στο μέρος κατέφθασε και η Αστυνομία. Μετά την άφιξη της Αστυνομίας πέρασε από το μέρος ο Εναγόμενος με το αυτοκίνητο και σταμάτησε. Ο Ενάγων τον υπέδειξε στην Αστυνομία ως το πρόσωπο που τον είχε κτυπήσει. Τότε ο Εναγόμενος τον πλησίασε και τον απείλησε ότι θα είχε κακά ξεμπερδέματα αν προέβαινε σε καταγγελία εναντίον του. Ακολούθως, έφθασε στο μέρος το ασθενοφόρο το οποίο μετέφερε τον Ενάγοντα στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Φθάνοντας στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ο Ενάγων υπέφερε από ζάλη, πονοκέφαλο, έντονο πόνο και αιμορραγία στο πρόσωπο. Υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο και, ακολούθως, εισήχθη στο Χειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για παρακολούθηση. Κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού μεταφέρθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Λευκωσίας για γναθοπροσωποχειρουργική εκτίμηση. Εξετάσθηκε από γναθοπροσωπικό χειρουργό και μικρολόγο. Από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας παραπέμφθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με σύσταση όπως υποβληθεί σε οδοντιατρική εκτίμηση. Εξήλθε από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού στις 11.3.
  23. Από την επίθεση ο Ενάγων υπέστη οίδημα στο άνω και κάτω χείλος και εκχυμώσεις, μώλωπες στην ινιακή περιοχή, κακώσεις οδόντων στη περιοχή προσθίων άνω γνάθου, ήτοι του 21ου και του 11ου, κάταγμα της μύλης του 22ου οδόντος και απόπτωση κρεμαστιαίας γέφυρας του 21ου οδόντος. Το 11ο και 21ο δόντι είναι ο άνω δεξιός κεντρικός κοπτήρας και ο άνω αριστερός κεντρικός κοπτήρας αντίστοιχα. Το 22ο δόντι, η μύλη του οποίου υπέστη κάταγμα, είναι το δόντι δίπλα από το 21ο δόντι, ήτοι τον προαναφερόμενο άνω αριστερό κεντρικό κοπτήρα. Συνεπεία της επίθεσης ο Ενάγων έχασε δύο μπροστινά δόντια. Λόγω των τραυματισμών που υπέστη από την επίδικη επίθεση ο Ενάγων υπέστη μεγάλη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία και πόνο με επηρεασμό της προσωπικής του ζωής και των απολαύσεων της. Συγκεκριμένα για περίοδο δύο εβδομάδων περίπου αμέσως μετά την επίθεση και εξ' αιτίας του ότι ήταν τα ούλη του ήταν πρησμένα και γεμάτα πληγές δεν μπορούσε να μασήσει φαγητό και για το λόγο αυτό τρεφόταν μόνο με υγρή ή μαλακή τροφή. Αισθανόταν, επίσης, πόνο σε όλο του το πρόσωπο το οποίο ως εκ της επίθεσης ήταν μελανιασμένο και παραμορφωμένο. Υπέφερε, επίσης, από ζάλη ως αποτέλεσμα της οποίας αδυνατούσε να φροντίζει μόνος του τον εαυτό του. Συγκεκριμένα και ένεκα της ζάλης που τον ταλαιπωρούσε χρειαζόταν βοήθεια για να περπατήσει μέσα στο σπίτι, να καθίσει στο τραπέζι να φάει και να πάει στην τουαλέτα. Επίσης, χρειαζόταν κάποιον να του αλλάζει τις πληγές. Γι' αυτό και προσέλαβε ιδιωτική νοσοκόμα η οποία τον επισκεπτόταν κατά την διάρκεια της ημέρας και τον φρόντιζε και τον περιέθαλπε για τις πρώτες 20 ημέρες αμέσως μετά την επίθεση. Επίσης, για περίοδο δύο μηνών μετά την έξοδο του από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ο Ενάγων επισκεπτόταν τα Εξωτερικά Ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για περίθαλψη και εκτίμηση της κατάστασης του. Το γεγονός ότι του έλειπαν δύο μπροστινά του δόντια επηρέασε τον Ενάγοντα ψυχολογικά. Αισθανόταν αμηχανία όταν μιλούσε ή όταν γελούσε, αφού συν τοις άλλοις οι τριγύρω του τον ρωτούσαν τι του είχε συμβεί. Για τον λόγο αυτό και επειδή ντρεπόταν και αισθανόταν μειονεκτικά από την όλη παρουσία του απέφευγε τον κόσμο, μείωσε τις κοινωνικές του σχέσεις και περιόρισε τις κοινωνικές του εξόδους. Άρχισε δε να βγαίνει από το σπίτι ένα μήνα μετά την επίθεση. Αρχές του 2008, ήτοι 5 χρόνια μετά την επίδικη επίθεση, ο Ενάγων επισκέφθηκε τον ιδιώτη οδοντίατρο Δρ. Βίκτωρ Γιακούμπιβ ο οποίος του συνέστησε να υποβληθεί σε απονεύρωση των δοντιών Ν 11, 12 και 23 και σε προσθήκη μεταλλο-κεραμικής γέφυρας στα δόντια Ν11, 12, 21, 22,
  24. Τα δόντια του Ενάγοντα αποκαταστάθηκαν τον Μάρτιο του 2008 και αφού ο Ενάγων υπεβλήθη σε επώδυνες θεραπείες από τον εν λόγω οδοντίατρο. Ενωρίτερα αδυνατούσε να υποβληθεί σε θεραπείες λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε. Για πέντε χρόνια δεν μιλούσε και δεν χαμογελούσε ελεύθερα, κάτι το οποίο του επηρέασε την ψυχολογία του. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων εργαζόταν ως επαγγελματίας οδηγός στο ΤΑΞΙ VIPS. Λόγω του τραυματισμού του από την επίδικη επίθεση απουσίασε από την εργασία του από τις 10.3.03 μέχρι τις 25.3.
  25. Για το πιο πάνω χρονικό διάστημα δεν πληρώθηκε το μισθό του. Ο λόγος που επέστρεψε στην εργασία του ενωρίτερα από ότι στην κοινωνική του ζωή ήταν γιατί ήταν αναγκασμένος έτσι να πράξει για βιοποριστικούς κυρίως λόγους. Για την έκδοση ιατρικού πιστοποιητικού από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ο Ενάγων κατέβαλε το ποσό των Ευρώ 48,74 σεντ. Το άρθρο 26
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(1)Επίθεση συνίσταται στην εκ προθέσεως χρήση κάθε είδους βίας κατά του προσώπου άλλου, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συναίνεσή του, ή με τη συναίνεσή του αν η συναίνεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπιν απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρονομία χρήσης τέτοιας βίας κατά του προσώπου άλλου αν το πρόσωπο που αποπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας προκαλεί στον άλλο πεποίθηση η οποία εδραιώνεται σε εύλογη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τον εν λόγω χρόνο την πρόθεση και την ικανότητα για πραγμάτωση του σκοπού του.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η έκφραση "χρήση βίας" περιλαμβάνει και τη χρήση θερμότητας, φωτός, ηλεκτρικής ενέργειας, αερίου, οσμής ή οποιασδήποτε άλλης ουσίας ή πράγματος, αν χρησιμοποιούνται σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκαλείται ζημιά. Με απλούστερα λόγια επίθεση συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην εκ προθέσεως χρήση κάθε είδους βίας κατά του προσώπου άλλου, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, χωρίς την συναίνεσή του. Τα συστατικά του αδικήματος είναι η χρήση βίας, η ύπαρξη πρόθεσης και η έλλειψη συναίνεσης. Είναι αδίκημα αγώγιμο per se, πράγμα που σημαίνει ότι δεν απαιτείται η πρόκληση ζημίας. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό, η επαφή πρέπει να είναι άμεση, είτε με το σώμα του εναγόμενου, είτε μέσω κάποιου οργάνου. Στην Αγγλική υπόθεση Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E R 442 επιβεβαιώθηκε ότι η βία μπορεί να ασκηθεί, είτε κατ' ευθεία από το σώμα του παραβάτη, είτε διά μέσου κάποιου οργάνου, το οποίο ελέγχεται από τις πράξεις του. Έτσι, είναι επίθεση είτε είναι το χέρι του παραβάτη, που έρχεται σε επαφή με το σώμα του παραπονούμενου, είτε είναι ένα όργανο, το οποίο ο παραβάτης κρατά στο χέρι του και χρησιμοποιεί για να ασκήσει βία. Η πρόθεση είναι αυτή που ξεχωρίζει το αδίκημα της επίθεσης από το αδίκημα της αμέλειας. Απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης άσκησης βίας κατά του προσώπου άλλου. Όπου, όμως, η χρήση βίας είναι αποτέλεσμα αμελούς πράξης, τότε η βάση αγωγής θα πρέπει να είναι αμέλεια και όχι επίθεση (Βλ., επίσης, Wilson v. Pringle
(1982)2 All E R 440 και Rasid v. Braybrook
(1972)8 JSC 1082). Στην Αγγλική υπόθεση Letang v. Cooper
(1964)2 All E R 929 υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or, . in trespass to the person. The least touching of another in anger is a battery. If he does not inflict injury intentionally, but only unintentionally, the plaintiff has no cause of action today in trespass. His only cause of action is in negligence, and then only on proof of want of reasonable care». Σε μετάφραση: «Αν κάποιος εκ προθέσεως ασκήσει βία ευθέως πάνω σε άλλον, τότε ο ενάγων έχει αγώγιμο δικαίωμα για επίθεση και βιαιοπραγία ή . επέμβαση στο πρόσωπο. Το παραμικρό άγγιγμα από κάποιο με θυμό συνιστά βιαιοπραγία. Αν, όμως, αυτός δεν προξενήσει βλάβη με πρόθεση, αλλά άνευ προθέσεως, ο ενάγων δεν έχει σήμερα αγώγιμο δικαίωμα για επέμβαση στο πρόσωπο. Έχει μόνο αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια και μόνο κατόπιν απόδειξης παράλειψης επίδειξης εύλογης φροντίδας». Τέλος, το αδίκημα διαπράττεται μόνο όπου δεν υπάρχει συναίνεση για την εφαρμογή της βίας. Η ύπαρξη συναίνεσης, εκτός αν λήφθηκε με απάτη, εμποδίζει την πράξη από του να είναι παράνομη. Η πρόθεση εμπεριέχει την συνειδητοποίηση (advertence) στο μυαλό του εναγόμενου για την συμπεριφορά του και τις συνέπειές της μαζί με επιθυμία για την έλευση των συνεπειών αυτών. Βέβαια, η ερμηνεία αυτού του ορισμού είναι περισσότερο τεχνική, παρά ουσιαστική. Οι συγγραφείς του συγγράμματος Winfield on Torts, 7η έκδοση, αναφέρουν στην σελίδα 17: «Then, again, although intention always implies desire for the consequences of an act or omission, many a wrongdoer has found himself responsible in law for consequences which he not only did not desire in the layman's sense of the term but to which he did not even advert». Σε μετάφραση: «Και, πάλι, παρόλο που η πρόθεση προϋποθέτει πάντοτε επιθυμία για τις συνέπειες μιας πράξης ή παράλειψης, πολλοί παραβάτες έχουν βρεθεί υπόλογοι κατά τον νόμο για συνέπειες, τις οποίες όχι μόνο δεν επιθυμούσαν με την έννοια που ο όρος αυτός είναι αντιληπτός στο ευρύ κοινό, αλλά και δεν είχαν καν αναλογιστεί». Στην υπόθεση DPP v. Smith
(1961)AC 290 αποφασίστηκε ότι ένας διάδικος θα πρέπει να θεωρείται ότι είχε την πρόθεση αν αυτό που απορρέει από την πράξη του είναι η αναγκαία ή φυσική συνέπεια αυτού που πράττει. Τέλος, στην Κυπριακή υπόθεση Georghios Protopapas v. The Police
(1962)CLR 27 λέχθηκαν τα εξής: «. αν η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει μια πράξη η φυσική απόρροια της οποίας είναι ένα βέβαιο γεγονός και καμία μαρτυρία ή εξήγηση δεν δίδεται, τότε, οι ένορκοι δύνανται, με την κατάλληλη καθοδήγηση, να βρουν ότι ο παραβάτης διέπραξε την πράξη αυτή με την ισχυριζόμενη πρόθεση». Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Εναγόμενος καταφέροντας γροθιά στο πρόσωπο του Ενάγοντα και επανειλημμένα κτυπήματα στο κεφάλι άσκησε βία κατά του προσώπου του χωρίς την συναίνεσή του. Ως προς το ζήτημα της απαιτούμενης από τον Νόμο πρόθεσης σημειώνονται τα ακόλουθα. Ο Εναγόμενος συνέχιζε να κτυπά τον Ενάγοντα παρά την παράκληση της ΜΥ 2 να σταματήσει. Από την χρήση δε της βίας που άσκησε κατά του προσώπου του ο Ενάγων τραυματίσθηκε στο πρόσωπο και το κεφάλι. Συγκεκριμένα, υπέστη αιμορραγία στο πρόσωπο, οίδημα και εκχυμώσεις στο άνω και κάτω χείλος, κακώσεις οδόντων στην πρόσθια περιοχή της άνω γνάθου, περιλαμβανομένου και κατάγματος της μύλης του 22ου οδόντος, και μώλωπες στην ινιακή περιοχή. Οι πιο πάνω περιγραφείσες συνέπειες από την παράνομη πράξη του Εναγόμενου ήταν η αναγκαία ή φυσική συνέπεια των πράξεών του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως ο Εναγόμενος διέπραξε την επίθεση με πρόθεση. Είναι, επομένως, ένοχος του αστικού αδικήματος της επίθεσης. Το δικαίωμα αστικής αγωγής για αποζημιώσεις για επίθεση έχει αναγνωριστεί από πολύ παλιά στην υπόθεση Vassiliou v. Vassiliou XVI CLR 70. Η πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε λίγο μετά την θέσπιση του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στον οποίο καμία πρόνοια δεν γινόταν ακόμα τότε για το αδίκημα της επίθεσης. Επειδή, όμως, τύγχανε εφαρμογής το κοινό δίκαιο με βάση το οποίο αναγνωριζόταν δικαίωμα πολιτικής αγωγής για αποζημιώσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση αποφάσισε, ότι ορθά είχαν επιδικαστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες που το θύμα υπέστη συνεπεία της επίθεσης. Μέχρι την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Rookes v. Barnard
(1964)1 All E R 367 η άποψη που επικρατούσε ήταν ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων ήταν επιτρεπτή όταν η συμπεριφορά ενός εναγόμενου ήταν τέτοια που να αξίζει τιμωρίας ως μέτρο παραδειγματισμού. Με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, ουσιαστικά, επιδικάζονταν αποζημιώσεις δυσανάλογες με την ζημιά την οποία υπέστη ένας ενάγων, ώστε να τιμωρηθεί ο εναγόμενος για την συμπεριφορά του και να αποκατασταθεί η δραστικότητα του νόμου. Στην πιο πάνω υπόθεση ο Λόρδος Diplock, ο οποίος έδωσε την απόφαση της Βουλής των Λόρδων, μείωσε δραστικά το πεδίο εφαρμογής τους, αφού, όπως ενδεικτικά ανέφερε, αποτελούν εξαίρεση στον πιο πάνω κανόνα, και όπως κάθε εξαίρεση, έτσι και αυτή, θα πρέπει να περιοριστεί. Αποφάσισε δε, ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις θα πρέπει να επιδικάζονται σε τρεις μόνο περιπτώσεις, τις οποίες και προσδιόρισε. Αυτές οι περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: (α) η περίπτωση αστικών αδικημάτων τα οποία προκύπτουν από την χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από λειτουργούς του δημοσίου, (β) η περίπτωση αστικών αδικημάτων τα οποία διαπράττονται με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους και τα οποία διενεργούνται κάτω από συνθήκες που αποβλέπουν στον προσπορισμό κέρδους από τον αδικοπραγούντα και (γ) όπου ο νόμος ρητά επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Η ορθότητα της απόφασης στην Rookes επιβεβαιώθηκε από την μεταγενέστερη Αγγλική υπόθεση Cassell & Co v. Broome
(1972)1 All E R 801 με την επισήμανση ότι οι τρεις κατηγορίες που τέθηκαν από τον Λόρδο Diplock θα πρέπει να τύχουν ευρείας εφαρμογής. Όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και σε άλλες χώρες, όπου εφαρμόζεται το κοινοδίκαιο, η προσέγγιση των Δικαστηρίων υπήρξε διαφορετική και ήταν κατά του περιορισμού που εκφράστηκε στην Rookes. Στην σημαντική για το υπό συζήτηση θέμα υπόθεση Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έκανε εκτενή αναφορά τόσο σε Κυπριακή όσο και Αγγλική, αλλά και Κοινοπολιτειακή νομολογία, εξέφρασε ρητά την προτίμησή του για μια πιο ευρεία προσέγγιση του θέματος κατά τρόπο που να επιτρέπει στα Κυπριακά Δικαστήρια να επιδικάζουν παραδειγματικές αποζημιώσεις για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα, οποτεδήποτε αυτή η συμπεριφορά είναι τόσο αξιοκατάκριτη ή στοχεύει να γελοιοποιήσει το θύμα, έτσι που να του αξίζει η τιμωρία από πολιτικό Δικαστήριο. Αναφορικά με την ακριβή αντιμετώπιση που έτυχε το θέμα αυτό από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου: «. Τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν κατά το κοινοδίκαιο. Ο καθορισμός της πολιτικής των δικαστηρίων στην κάθε χώρα ποικίλει ανάλογα με τις ηθικές αρχές και την ανάγκη που πηγάζει για προκήρυξη της δραστικότητας του νόμου έξω από τα όρια του ποινικού δικαίου. Στην Κύπρο δεν υπάρχει αυθεντία που να αποφασίζει για την εφαρμογή των αρχών που διακηρύχθηκαν στην Rookes. Όμως, στην Savva Paraskevas v. Despina Mouzoura
(1973)1 CLR 78 γίνεται εισήγηση, ότι δεν είναι απαραίτητο οι τιμωρητικές αποζημιώσεις να περιορίζονται στα όρια που έθεσε η Rookes. Η υπόθεση London v. Ryder
(1953)1 All E R 741 ακολουθήθηκε σε δύο περιπτώσεις από Επαρχιακό Δικαστήριο ως αυθεντία για την αρχή ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν σε κάθε περίπτωση που ο εναγόμενος είναι ένοχος συμπεριφοράς η οποία αξίζει τιμωρίας (Βλ. I.C.P. Cyprus Ltd v. Times Newspapers Ltd and Others
(1972)4 JSC 455 και Toumba v. Loutsios
(1975)1 JSC 115). Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Λόρδος Devlin δεν έκρινε, ότι η υπόθεση London v. Ryder έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές στην Rookes ή ότι είναι ασυμβίβαστη με αυτές. Μάλιστα, στην Rookes έγινε ειδική αναφορά στην πιο πάνω απόφαση ως αυθεντία για την αρχή ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν οποτεδήποτε ένα αστικό αδίκημα πηγάζει από αθέμιτο κίνητρο ή κακή πρόθεση (malice), θρασύτητα (insolence) ή αλαζονεία (arrogance), συμπεριφορά, η οποία συνήθως συναντάται σε υποθέσεις επίθεσης. ................................. Είναι γεγονός, ότι συμπεριφορά, η οποία συνοδεύεται από το στοιχείο της αλαζονείας, της θρασύτητας ή του αθέμιτου κίνητρου δυνατόν να δικαιολογεί επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, ειδικά αν τείνει να εξευτελίσει το θύμα. Κατ' επέκταση, δεν υπάρχει καμία σύγκρουση μεταξύ των αποφάσεων, από την μια, του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Gregoriades v. Kyriakides
(1971)1 CLR 120 και Eliades v. Lyssarides
(1979)1 CLR 254 και την απόφαση στην Rookes, από την άλλη. .............................. Δεν είναι απαραίτητο να εκφράσουμε τελική άποψη αναφορικά με τα ακριβή όρια των τιμωρητικών αποζημιώσεων σε αυτήν την διαδικασία, ούτε και να πάρομε τελική θέση ως προς την εφαρμογή στην Κύπρο των αρχών που διακηρύχτηκαν στην Rookes, καθότι από όποια άποψη δει κανείς το δίκαιο ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Αν ήμασταν υποχρεωμένοι να επιλέξομε μεταξύ των δύο αυθεντιών κλείνομε να ακολουθήσομε την ευρεία προσέγγιση, η οποία επιτρέπει την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα, οποτεδήποτε αυτή η συμπεριφορά είναι πραγματικά τόσο αξιοκατάκριτη ώστε να αξίζει τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Με τον τρόπο αυτό το αστικό δίκαιο αποκτά ένα αποτελεσματικό όπλο για την καταστολή συμπεριφοράς, που είναι προσβλητική». Υπάρχει, λοιπόν, μια διαφοροποίηση της Κυπριακής από την Αγγλική νομολογία πάνω σε αυτό το ζήτημα, η οποία είχε εκδηλωθεί πολύ πιο πριν την πιο πάνω απόφαση. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Stavros Gregoriades v. Evangelos Kyriakides
(1970)1 CLR 120, η οποία είχε αποφασιστεί μετά την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην Rookes, το Ανώτατο Δικαστήριο επιδοκίμασε την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων σε εφεσείοντα, ένα νεαρό ιατρό, ο οποίος είχε δεχτεί επίθεση από τον πρώην πεθερό του και εφεσίβλητο σε διάδρομο του Δικαστηρίου κατά την διάρκεια δικαστικής διαδικασίας, που σχετιζόταν με το παιδί που ο εφεσείων είχε αποκτήσει με την κόρη του εφεσίβλητου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι επρόκειτο περί σοβαρής επίθεσης, η οποία έλαβε χώρα απρόκλητα και εντός του χώρου του Δικαστηρίου και η οποία δικαιολογούσε την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Στην υπόθεση Γιαννάκη Ερωτοκρίτου ν. Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 1800 ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, κ. Πικής, όπως ήταν τότε, επιβεβαίωσε την δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων. Τέλος, στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 ΑΑΔ 1836 επιβεβαιώθηκε η προσέγγιση που ακολουθήθηκε από την αρχή από τα Κυπριακά Δικαστήρια, ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη, ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος (Βλ., επίσης, Αντώνης Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντος Λούη Αιμίλιου
(2009)1 ΑΑΔ 1339 και Ελενίτσα Α. Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Habib Said El Hissin (Hosson)
(2007)1 ΑΑΔ 1140). Στην υπόθεση Χαράλαμπος Χάμπου κ.α. ν. Christoforou & Avraam (Catering Services) Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 524 λέχθηκε ότι το ορθό είναι όπως οι παραδειγματικές αποζημιώσεις ζητούνται ειδικά στην Έκθεση Απαίτησης (Βλ. Πιριλλής κ.ά. ν. Κουή
(2004)1 ΑΑΔ 136) ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει το είδος και το μέγεθος της εναντίον του απαίτησης, παρόλο που σύμφωνα με την υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400 η δικογράφησή τους δεν είναι αναγκαία, νοουμένου ότι τα γεγονότα της αγωγής είναι τέτοια που δικαιολογούν την απόδοση της υπό συζήτηση θεραπείας. Στην υπό εξέταση περίπτωση υπάρχει η αναγκαία δικογράφηση στην Έκθεση Απαίτησης. Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 428 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων: «Το ύψος της επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων μπορεί πράγματι να επηρεαστεί από το ύψος της συνήθους αποζημίωσης. Έτσι, ο Lord Devlin στην Rookes v. Barnard
(1964)A.C. 1129 υπέδειξε, ότι σε μια υπόθεση όπου οι παραδειγματικές αποζημιώσεις αποτελούν το ορθό μέτρο ¨οι ένορκοι πρέπει να καθοδηγούνται, ότι, αν και μόνο αν, το ποσό το οποίο έχουν υπόψη τους να επιδικάσουν ως αποζημίωση (το οποίο, βεβαίως, μπορεί να είναι ένα ποσό επαυξημένο λόγω του τρόπου με τον οποίο ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί στον ενάγοντα) είναι ανεπαρκές για να τον τιμωρήσει για την αποτρόπαιά του συμπεριφορά, να σημειώσουν την απαρέσκειά τους για την συμπεριφορά του και να τον αποτρέψουν από του να την επαναλάβει και τότε μπορεί να επιδικάσουν κάποιο μεγαλύτερο ποσό¨ και δεν υπάρχει λόγος γιατί η ίδια αρχή να μην εφαρμόζεται από Δικαστές που συνεδριάζουν χωρίς ενόρκους. Αυτή η αρχή έχει τύχει της πλήρους επιδοκιμασίας και των επτά Δικαστών στην Cassell & Co v. Broome
(1972)A.C. 1027, 1089 και η εφαρμογή της επεξηγείται καλώς στην Drane v. Evangelou
(1978)1 WLR 455). Το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Devlin και ειδικά η φράση «αν και μόνο αν» επεξηγήθηκε από τον Λόρδο Reid στην Broome στην σελίδα 1089: « . η διαφορά μεταξύ των συνήθων αποζημιώσεων και των τιμωρητικών είναι ότι κατά τον καθορισμό των πρώτων οι ένορκοι ή το δικαστήριο πρέπει να εξετάσουν πόσα θα πρέπει να λάβει ο ενάγων ενώ κατά τον καθορισμό των τελευταίων πόσα θα πρέπει να πληρώσει ο εναγόμενος . Ο μόνος πρακτικός τρόπος είναι πρώτα να εξετάσουν την υπόθεση από την άποψη της αποζημίωσης του ενάγοντα. Δεν πρέπει μόνο να αποζημιωθεί για την αποδειχθείσα πραγματική απώλεια, αλλά, επίσης, για οποιαδήποτε βλάβη στα αισθήματά του και επειδή έχει υποστεί ύβρεις, ταπεινώσεις και άλλα παρόμοια. Και όπου ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί με τρόπο αποτρόπαιο μια πλήρης αποζημίωση θα είναι το ορθό μέτρο. Έτσι, το Δικαστήριο θα καθορίσει στο μυαλό του το ποσό που θα ήταν το ορθό ως συνήθης αποζημίωση. Τότε, αν έχει αποφασίσει ότι η υπόθεση είναι η πρέπουσα για τιμωρητικές αποζημιώσεις, το Δικαστήριο πρέπει να στρέψει την προσοχή του στον εναγόμενο και να διερωτηθεί κατά πόσο το ποσό το οποίο έχει ήδη ορίσει ως συνήθεις αποζημιώσεις είναι ή δεν είναι επαρκές για να εξυπηρετήσει το δεύτερο σκοπό, της τιμωρίας ή αποτροπής. Αν το ποσό αυτό είναι επαρκές για το δεύτερο σκοπό καθώς και για τον πρώτο δεν πρέπει να προσθέσουν οτιδήποτε σε αυτό. Είναι αρκετό τόσο ως συνήθεις όσο και ως τιμωρητικές αποζημιώσεις. Πλην, όμως, αν νομίζουν ότι το ποσό είναι ανεπαρκές ως τιμωρία τότε πρέπει να προσθέσουν σε αυτό αρκετά για να το καταστήσουν ως ποσό επαρκές για τιμωρία. Ένα πράγμα που δεν πρέπει να κάμουν είναι να καθορίσουν ένα ποσό ως συνήθεις και ως τιμωρητικές αποζημιώσεις και να τα προσθέσουν. Πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι οι συνήθεις αποζημιώσεις είναι πάντοτε μέρος της συνολικής τιμωρίας». Αναφορικά με το τελευταίο έχει υποδειχτεί στην Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther, πιο πάνω, ότι όταν επιδικάζονται τιμωρητικές αποζημιώσεις είναι λάθος να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ των αποζημιώσεων αυτών από τις συνήθεις αποζημιώσεις ή καλύτερα τις αποζημιώσεις αποκατάστασης. Το Δικαστήριο οφείλει, αν επιδικάσει τιμωρητικές αποζημιώσεις, να επιδικάσει αποζημιώσεις μια φορά και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων πρέπει να βασίζεται σε μια σφαιρική άποψη των γεγονότων της υπόθεσης. Στην υπόθεση Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther
(1982)1 CLR 65 αναφέρθηκε, ότι η αρχή που διέπει το υπολογισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα είναι ότι οι αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν θα πρέπει να είναι εκείνο το ποσό, το οποίο θα θέσει τον ενάγοντα στην θέση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν διαπραττόταν το αδίκημα. Το ποσό που θα επιδικαστεί θα πρέπει να είναι δίκαιο και εύλογο και τα Δικαστήρια θα πρέπει να αποφεύγουν να επιδικάζουν την τέλεια αποζημίωση σε χρήμα (Βλ. Michalakis Paraskevopoulos v. Georghios Georghiou
(1970)1 CLR 116). Στον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τάση της Νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 C.L.R. 789), τάση που αντανακλά την μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματισθέντα. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi, πιο πάνω). Δεν πρέπει, όμως, οι αποζημιώσεις να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού ή να αφήνεται η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66). Στην υπόθεση Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66 υπογραμμίζεται η σταθερή άνοδος του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Παράλληλα τονίζεται ότι σταθερή είναι η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση. Η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Όπως σε κάθε αστικό αδίκημα έτσι και στο αδίκημα της επίθεσης, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό χαρακτήρα (compensatory) και σκοπό έχουν την αποκατάσταση του θύματος. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται και επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις, οι οποίες μέσα στα πλαίσια των συνηθισμένων αποζημιώσεων αποσκοπούν στην επίτευξη του στόχου της αποκατάστασης του θύματος στην θέση που βρισκόταν πριν την διάπραξη του αδικήματος. Με την επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων παρέχεται η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων όχι σαν μέτρο τιμωρίας του εναγόμενου, αλλά σε τέτοιο μέγεθος που να αντικατοπτρίζεται το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η αξιοπρέπεια του ενάγοντα λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου. Είναι αποζημιώσεις αποκατάστασης, εφόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της πληγείσας αξιοπρέπειας και περηφάνιας του θύματος και για τον λόγο αυτό διακρίνονται από τις τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην τιμωρία του παραβάτη και την αποτροπή (Βλ. Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 CLR 254). Αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα τα ευρήματα μου συνοψίζονται ως ακολούθως. Συνεπεία της επίδικης επίθεσης ο Ενάγων υπέστη οίδημα στο άνω και κάτω χείλος, μώλωπες στην ινιακή περιοχή, κακώσεις οδόντων στη περιοχή προσθίων άνω γνάθου, ήτοι του 21ου και του 11ου οδόντος, κάταγμα της μύλης του 22ου οδόντος και απόπτωση κρεμαστιαίας γέφυρας του 21ου οδόντος. Ως αποτέλεσμα ο Ενάγων έχασε δύο μπροστινά δόντια. Τα δόντια που υπέστησαν κακώσεις είναι ο άνω δεξιός κεντρικός κοπτήρας και ο άνω αριστερός κεντρικός κοπτήρας. Κάταγμα της μύλης υπέστη το δόντι που βρίσκεται δίπλα από τον προαναφερόμενο άνω αριστερό κεντρικό κοπτήρα. Οι πιο πάνω τραυματισμοί του προκάλεσαν πόνο και ταλαιπωρία. Για τις πρώτες δύο εβδομάδες μετά την επίθεση τα ούλα του ήταν πρησμένα και γεμάτα πληγές και δεν μπορούσε να μασήσει το φαί. Έτσι, τρεφόταν μόνο με υγρή ή μαλακή τροφή. Αισθανόταν, επίσης, πόνο σε όλο του το πρόσωπο το οποίο ως εκ της επίθεσης είχε μελανιάσει και παραμορφωθεί. Υπέφερε, επίσης, από ζάλη ως αποτέλεσμα της οποίας αδυνατούσε να φροντίζει μόνος του τον εαυτό του. Συγκεκριμένα χρειαζόταν βοήθεια για να περπατήσει μέσα στο σπίτι, να καθίσει στο τραπέζι να φάει και να πάει στην τουαλέτα. Επίσης, χρειαζόταν κάποιον να του αλλάζει τις πληγές. Εξ' ου και προσέλαβε ιδιωτική νοσοκόμα η οποία τον επισκεπτόταν κατά την διάρκεια της ημέρας και τον φρόντιζε και τον περιέθαλπε για τις πρώτες 20 ημέρες αμέσως μετά την επίθεση. Τα πιο πάνω προκάλεσαν μεγάλη σωματική ταλαιπωρία και δυσχέρεια στον Ενάγοντα. Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ότι για περίοδο δύο μηνών μετά την έξοδο του από το Νοσοκομείο ο Ενάγων επισκεπτόταν τα Εξωτερικά Ιατρεία για περίθαλψη και εκτίμηση της κατάστασης του, πράγμα που συνέβαλε στην επαύξηση της ταλαιπωρίας του. Το γεγονός ότι του έλειπαν τα δύο μπροστινά του δόντια επηρέασε τον Ενάγοντα και ψυχολογικά. Όταν μιλούσε ή γελούσε αισθανόταν αμηχανία αφού συν τοις άλλοις οι άνθρωποι που ήταν τριγύρω του τον ρωτούσαν τι του είχε συμβεί, πράγμα που επαύξανε την ψυχική του ταλαιπωρία. Αισθανόταν αμηχανία όταν μιλούσε ή όταν γελούσε, αφού συν τοις άλλοις οι τριγύρω του τον ρωτούσαν τι του είχε συμβεί. Ένεκα αυτής της κατάστασης ντρεπόταν για τον εαυτό του και αισθανόταν μειονεκτικά. Για ένα ολόκληρο μήνα μετά την επίθεση απέφευγε τον κόσμο, μείωσε τις κοινωνικές του σχέσεις και περιόρισε τις κοινωνικές του εξόδους. Η αποκατάσταση των δοντιών του Ενάγοντα επήλθε 5 χρόνια αργότερα με θεραπείες στις οποίες τον υπέβαλε χειρούργος οδοντίατρος-στοματολόγος. Ενωρίτερα αδυνατούσε να υποβληθεί στις θεραπείες αυτές καθότι στερείτο των αναγκαίων οικονομικών πόρων. Έτσι, για 5 ολόκληρα χρόνια δεν μιλούσε και δεν χαμογελούσε ελεύθερα με επίπτωση στην ψυχολογία του. Στον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ότι με την επίδικη επίθεση πλήγηκαν και υπέστησαν βλάβη η αξιοπρέπεια και τα αισθήματα του Ενάγοντα. Γενικά η επίθεση, όπως και ανωτέρω λέχθηκε, και ειδικά η επίθεση που ο Ενάγων δέχθηκε από τον Εναγόμενο, προκάλεσαν τον εξευτελισμό του Ενάγοντα και επέφεραν την ταπείνωσή του. Η επίδικη επίθεση ήταν μια σφοδρή επίθεση. Ο Εναγόμενος κατέφερε γροθιά στο πρόσωπο του Ενάγοντα και επανειλημμένα κτυπήματα στο κεφάλι. Άλλωστε, αυτό καταμαρτυρείται και από τις προξενηθείσες σωματικές βλάβες. Υπό το φως των πιο πάνω και σύμφωνα με την Νομολογία δικαιούται στην επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων. Κρίνω ότι για σκοπούς αποκατάστασης δικαιολογείται ένα ποσό της τάξης των Ευρώ 17.000,00 σεντ. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται αποζημιώσεις για πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια απολαύσεων της ζωής καθώς και αποζημιώσεις για την βλάβη που ο Ενάγων υπέστη στα αισθήματά του και το πλήγμα που επήλθε στην αξιοπρέπειά του ένεκα της αποτρόπαιης συμπεριφοράς που επέδειξε ο Εναγόμενος. Θεωρώ, όμως, ότι το ποσό αυτό δεν εξυπηρετεί και τον δεύτερο σκοπό, ήτοι τον σκοπό της τιμωρίας ή της αποτροπής. Το Δικαστήριο δηλώνει την απαρέσκειά του για την συμπεριφορά του Εναγόμενου και είναι της άποψης ότι θα πρέπει να επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό, ώστε το ποσό που κρίθηκε ως δίκαιο και εύλογο για σκοπούς αποκατάστασης να καταστεί επαρκές και για σκοπούς τιμωρίας. Δεύτερο, η συμπεριφορά του Εναγόμενου ήταν πραγματικά αξιοκατάκριτη. Η ασφάλεια του προσώπου είναι ένα από τα πιο στοιχειώδη πολιτικά δικαιώματα του ανθρώπου. Και, όμως, ο Εναγόμενος την παρέβη αναφορικά με τον Ενάγοντα με τρόπο αξιόμεμπτο και αξιοκατάκριτο και που ενέχει τα στοιχεία της αλαζονείας και της θρασύτητας, αφού απρόκλητα, βάναυσα και με ανεξήγητο μένος επιτέθηκε στον Ενάγοντα τραυματίζοντάς τον σοβαρά μέσα σε δημόσιο δρόμο στον οποίο, όπως καταδείχθηκε, κυκλοφορούσε ακόμα κόσμος, έστω και λίγος ένεκα του ότι ήταν ξημερώματα. Απόδειξη τούτου ήταν ότι το κλαμπ δεν είχε κλείσει ακόμα καθώς και ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι αμέσως μετά την επίθεση προσέτρεξαν προς βοήθειά του ο ιδιοκτήτης του κλαμπ, ο υπεύθυνος υποδοχής του ξενοδοχείου Metropol καθώς και άλλα 3 με 4 άτομα. Με την ανάρμοστη συμπεριφορά του ο Εναγόμενος εξευτέλισε τον Ενάγοντα επιδεικνύοντας σε αυτόν όλη την δύναμή του και καθηλώνοντάς τον. Ούτε η παράκληση της ΜΥ 2 δεν στάθηκε ικανή να σταματήσει τον Εναγόμενο από του να κτυπά τον Ενάγοντα και να βάλει φραγμό στο ανεξήγητο και απρόκλητο μένος του. Ο Εναγόμενος κτύπησε και επιτέθηκε στον Ενάγοντα αλύπητα με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χρειασθεί ιατρική βοήθεια, να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, να παραμείνει μια ημέρα ως εσωτερικός ασθενής και να παραπεμφθεί ακόμα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσία για εκτίμηση και αξιολόγηση από ειδικό γναθοπροσωπικό χειρουργό. Χώρια που όταν μετά το επίδικο περιστατικό αναγνωρίσθηκε από τον Ενάγοντα απείλησε τον τελευταίο λέγοντας του ότι θα είχε κακά ξεμπερδέματα μαζί του αν προέβαινε σε καταγγελία εναντίον του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η συμπεριφορά του ήταν αξιοκατάκριτη. Αν θεωρούσα ότι η υπό εξέταση περίπτωση είναι κατάλληλη για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων θα έκρινα ως ορθό και δίκαιο όπως επιδικάσω στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 σεντ. Θα επιδικάσω, όμως, μόνο το ποσό των Ευρώ 17.000,00 σεντ. Και αυτό γιατί η υπό εξέταση περίπτωση δεν κρίνεται κατάλληλη για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων για τον εξής λόγο. Δεν παρουσιάσθηκε ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία για την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου. Στην υπόθεση Λούκας Κωνσταντίνου ή Λούκας Κ. Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λίμιτεδ
(2003)1 ΑΑΔ 1952 λέχθηκε με αναφορά στην υπόθεση Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65 ότι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αναφορικά με το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων είναι η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του εναγόμενου και η οικονομική του κατάσταση (Βλ., επίσης, McGregor on Damages, 13η έκδοση, παράγραφος 317). Στην Μήτα ένας από τους λόγους που το Εφετείο έκρινε εσφαλμένη την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων εναντίον του εναγόμενου και την παραμέρισε ήταν το ότι ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι ο εναγόμενος ζούσε με μια σύνταξη προχώρησε στην επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων ενώ δεν είχε ενώπιον του οποιαδήποτε στοιχεία για το ύψος της σύνταξης του εναγόμενου και τις ανάγκες διαβίωσης του. Λέχθηκε ότι είχε λειτουργήσει με τρόπο αντίθετο προς τις αρχές που διέπουν την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Δεν μου διαφεύγει ότι το ποσό που επιδίκασα ως γενικές αποζημιώσεις εκφεύγει της κλίμακας της αγωγής Λ.Κ.1.000 - Λ.Κ.5.000 όπως αυτή αρχικά καθορίσθηκε από τον Ενάγοντα και στην συνέχεια σε €.2.000 - €.10.000 με την έλευση πλέον του Ευρώ στον τόπο μας. Η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί κατά την κρίση μου εμπόδιο στην επιδίκαση αποζημιώσεων από το Δικαστήριο για ποσό μεγαλύτερο από αυτό που καθορίζει η κλίμακα της αγωγής. Διαφορετική προσέγγιση θα απέληγε σε αδικία εις βάρος του Ενάγοντα, αφού συν τοις άλλοις ο καθορισμός της κλίμακας της αγωγής δεν αντανακλά παρά μόνο την αποτίμηση από τον ενάγοντα σε χρήμα των βλαβών για τις οποίες ζητά θεραπεία και για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να εκληφθεί ότι επιβάλλει οποιουσδήποτε περιορισμούς στο Δικαστήριο αναφορικά με το ύψος των επιδικασθεισομένων αποζημιώσεων, νοουμένου πάντα ότι το επιδικασθέν υπό του Δικαστηρίου ποσό δεν υπερβαίνει τα όρια της δικαιοδοσίας του όπως αυτή καθορίζεται από τον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Προκύπτει ότι στην υπό εξέταση περίπτωση ο Ενάγων δεν αποτίμησε ορθά σε χρήμα τις σωματικές του βλάβες, γι' αυτό και καθόρισε την κλίμακα της αγωγής όπως την καθόρισε. Κάτι το οποίο προκύπτει ως έκδηλο και μέσα από την Έκθεση Απαίτησης από το περιεχόμενο της οποίας είναι αντιληπτό ότι η επιδίκαση ποσού μεγαλύτερου από αυτό που καθορίζεται με την κλίμακα της αγωγής είναι ένα σοβαρότατο ενδεχόμενο. Σημειώνεται, άλλωστε, ότι υπάρχει η ευχέρεια και η δυνατότητα στον ενάγοντα να αυξήσει την κλίμακα της αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και χωρίς την συναίνεση του αντιδίκου του νοουμένου ότι καταβάλει στον Πρωτοκολλητή τα πρόσθετα τέλη. Αν ο ενάγων έχει αυτή την δυνατότητα, πόσο μάλλον, το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημιώσεις για ποσό μεγαλύτερο από αυτό που καθορίζεται από την κλίμακα της αγωγής, πάντοτε, στα πλαίσια άσκησης του καθήκοντός του να διασφαλίσει τα συμφέροντα του ενάγοντα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Στην Αίτηση του Ανδρέα Χριστοφόρου, Αρ. 20/00
(2000)1 ΑΑΔ 1041 καθορίσθηκε η σημασία της κλίμακα της αγωγής: «Ο καθορισμός της κλίμακας της διαφοράς δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της απαίτησης αλλά επιβάλλεται για λόγους πρακτικής. Οι λόγοι αυτοί συναρτώνται με την καταβολή των προβλεπομένων τελών, την πολιτική δικαιοδοσία των Δικαστών του Επαρχιακού Δικαστηρίου και τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής». Στην σελίδα 1046 της ίδια απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εύλογα συνάγεται ότι ο πρωτόδικος Δικαστής θεώρησε την οριοθέτηση της υλικής αποτίμησης της απαίτησης ως συστατικό στοιχείο της στοιχειοθέτησης της απαίτησης, προσδιοριστικό του δικαιώματος του εναγομένου να εμφανιστεί. Η θέση αυτή δεν ανευρίσκει έρεισμα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ο καθορισμός της κλίμακας της διαφοράς δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της απαίτησης. Όπως διασαφηνίζεται στη Βασιλειάδης κ.ά. ν. Πετρολίνα Λτδ.
(1994)1 Α.Α.Δ. 16: «Η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί μέρος της γραπτής πρότασης αλλά συνέπειά της. (Βλ. Thoma v. Chambou
(1986)1 C.L.R. 68).» Υπό το φως της πιο πάνω Νομολογίας και δη των σκοπών για τους οποίους καθορίζεται σε μια αγωγή η κλίμακα της από τον ενάγοντα δεν έχω τον παραμικρό δισταγμό για την ορθότητα της απόφασής μου να επιδικάσω το ποσό των Ευρώ 17.000,00 σεντ στον Ενάγοντα ως γενικές αποζημιώσεις. Αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις αναφέρονται τα ακόλουθα. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Στην υπόθεση Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2126 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Goddard στην Αγγλική υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 TLR 177, 178: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "this is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οι ενάγοντες πρέπει να αντιληφθούν, ότι όταν κινούν αγωγές για αποζημιώσεις εναπόκειται σε αυτούς να αποδεικνύουν την ζημία τους. Δεν είναι αρκετό να εκθέτουν (στα δικόγραφά τους) τις λεπτομέρειες (ζημιών) και να ρίχνουν το βάρος, ας το πούμε έτσι, στο Δικαστήριο λέγοντας "αυτό είναι που έχω ζημιωθεί, ζητώ να μου επιδικάσεις αυτές τις ζημίες". Οφείλουν να τις αποδεικνύουν». Με την Έκθεση Απαίτησής του ο Ενάγων αξιώνει ως ειδικές αποζημιώσεις τα ακόλουθα ποσά για τα πιο κάτω κονδύλια: Ευρώ 47,84 σεντ για έξοδα πιστοποιητικού Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού Ευρώ 47,84 σεντ για έξοδα πιστοποιητικού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας Ευρώ 500,00 σεντ για μεταφορικά Ευρώ 500,00 σεντ για αγορά φαρμάκων Ευρώ 1.537,00 σεντ για απώλεια εισοδημάτων Ευρώ 940,00 σεντ για έξοδα για κατ' οίκον ιατρική φροντίδα και, τέλος, Ευρώ 1.950,00 σεντ για έξοδα οδοντιατρικής κλινικής. Αναφορικά με τα κονδύλια υπό παραγράφους
(3)και
(4), ήτοι έξοδα για μεταφορικά και για αγορά φαρμάκων, κανένα ποσό δεν θα επιδικάσω καθότι όχι μόνο καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα προς απόδειξη των πιο πάνω αξιωμένων ποσών, αλλά και καμία μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι ο Ενάγων χρειάσθηκε καν φάρμακα ή ότι υπεβλήθη καν σε έξοδα για την αγορά φαρμάκων ή για μεταφορές του. Αναφορικά με το κονδύλι υπό παράγραφο
(5), ήτοι απώλεια απολαβών, έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, η μαρτυρία και μόνο του Ενάγοντα ότι από την εργασία του ως οδηγός ταξί κέρδιζε το ποσό των Λ.Κ.900,00 σεντ (Ευρώ 1.537,74 σεντ) τον μήνα δεν είναι επαρκής για σκοπούς απόδειξης του υπό συζήτηση κονδυλίου. Η μαρτυρία του Ενάγοντα ως προς το ύψος των μηνιαίων απολαβών του δεν ήταν, όμως, η μόνη που παρουσιάσθηκε προς απόδειξη. Παρουσιάσθηκε και το Τεκμήριο 7. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε σε αυτό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων από την εργασία του ως οδηγός ταξί κέρδιζε το ποσό των Λ.Κ.900,00 σεντ μηνιαίως. Ότι απουσίασε από την εργασία του μεταξύ των ημερομηνιών 10.3.03 και 25.3.03 και, κατά συνέπεια, ο αναλογούν για την πιο πάνω περίοδο μισθός του, ήτοι το ποσό των Λ.Κ.450,00 σεντ, δεν του καταβλήθηκε. Υπενθυμίζεται ότι η Υπεράσπιση αμφισβήτησε το ύψος των απολαβών του Ενάγοντα. Το περιεχόμενο του πιο πάνω τεκμηρίου αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μου διαφεύγει ότι το γεγονός και μόνο ότι μαρτυρία είναι εξ' ακοής δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της. Εναπόκειται, όμως, στο Δικαστήριο να προσδώσει σε αυτήν τέτοια βαρύτητα που το σύνολο των περιστάσεων, όπως και το άρθρο 27
(1)του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί, δικαιολογεί. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(1)του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση εξ' ακοής μαρτυρίας λαμβάνει υπόψη, το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Στο εδάφιο
(2)παρατίθενται παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση του πιο πάνω έργου. Μεταξύ άλλων, κατά πόσο θα ήταν εφικτό ο διάδικος που έχει προσαγάγει την εξ' ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο έκανε την αρχική δήλωση (εδάφιο 2(α)) και το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται (εδάφιο 2(β)). Τέλος, σύμφωνα με το εδάφιο 3 το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Η πλευρά του Ενάγοντα δεν κατέδειξε προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν εφικτό να κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που υπέγραψε το Τεκμήριο
  1. Καμία μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση δεν παρουσιάσθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα. Δεν καταδείχθηκε, επίσης, ότι ήταν αδύνατο να προσκομισθεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία, όπως η μαρτυρία του αρμοδίου προσώπου από την εταιρεία που ήταν επιφορτισμένο με το καθήκον να καταβάλλει τους μισθούς στο προσωπικό ή η μαρτυρία του υπεύθυνου λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων στο οποίο η εταιρεία κατέβαλε εισφορές προς όφελος του Ενάγοντα. Κρίνω ότι τα πιο πάνω είναι καταλυτικά για να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου σε σχέση με το εξετασθέν ζήτημα. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω σημειώνονται, επίσης, και τα ακόλουθα επιλήψιμα σημεία. Ενώπιόν μου δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι ο υπογράφων είχε θετική γνώση για το ύψος των απολαβών του Ενάγοντα. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι ο υπογράφων ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν την εταιρεία δεν σημαίνει απαραίτητα και δίχως άλλο ότι ο υπογράφων το Τεκμήριο 7 ήταν και το πρόσωπο που επιλαμβανόταν ή γνώριζε για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων της εταιρείας καθώς και του ύψους τους. Αξιοσημείωτο, πάντως, είναι ότι ο Ενάγων κάτι τέτοιο δεν ισχυρίσθηκε ρητά για τον υπογράφοντα του Τεκμηρίου
  2. Επίσης, το Τεκμήριο 7 εκδόθηκε στις 22.2.13 και μετά πάροδο 10 σχεδόν ετών από το επίδικο περιστατικό. Και αν ακόμα η κρίση μου αναφορικά με την γνώση του υπογράφοντος για το υπό συζήτηση ζήτημα είναι εσφαλμένη σημειώνεται ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιόν μου που να καταδεικνύει ότι ο υπογράφων 10 χρόνια μετά ήταν σε θέση να βεβαιώνει για την αλήθεια και την ακρίβεια της υπό συζήτηση δήλωσής του, αλλά ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι το εν λόγω πρόσωπο βεβαιώθηκε περί τούτου με οποιοδήποτε τρόπο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν κρίνω ασφαλές να δεχθώ το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 στην έκταση που αυτό αναφέρεται στο ύψος των μηνιαίων απολαβών του Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει με την αυστηρότητα που επιβάλλει η Νομολογία το ύψος των μηνιαίων απολαβών του και, κατ' επέκταση, την απώλεια απολαβών του για την περίοδο που έμεινε εκτός εργασίας. Συνακόλουθα κανένα ποσό δεν θα επιδικάσω για το πιο πάνω κονδύλι. Αναφορικά με το κονδύλι υπό παράγραφο
(6), ήτοι έξοδα για κατ' οίκον ιατρική φροντίδα, έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Τονίζεται και πάλι ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα ότι πλήρωσε στην Popa Eusefina το συνολικό ποσό των Λ.Κ.550,00 σεντ (Ευρώ 939,73 σεντ) για τις νοσοκομειακές υπηρεσίες που η τελευταία του προσέφερε αμέσως μετά την επίθεση δεν είναι επαρκής για σκοπούς απόδειξης του υπό συζήτηση κονδυλίου. Κατά συνέπεια, στην βάση της μαρτυρίας του Ενάγοντα δεν μπορώ να επιδικάσω το ποσό των Ευρώ 939,73 σεντ που σύμφωνα με το Ενάγοντα αντιστοιχεί στο ποσό των Λ.Κ.550,00 σεντ. Το Τεκμήριο 12 παρουσιάσθηκε προς απόδειξη μέρους του πιο πάνω κονδυλίου. Σε αυτό αναφέρεται ότι η προαναφερόμενη Popa Eusefina έλαβε από τον Ενάγοντα το ποσό των Ευρώ 600,00 σεντ για κατ' οίκον ιατρική φροντίδα. Το εν λόγω τεκμήριο φέρει ημερομηνία 2.1.
  1. Ο Ενάγων κατά την αντεξέτασή του διασαφήνισε ότι δεν είχε ζητήσει από την πιο πάνω γυναίκα το έτος 2003 απόδειξη για την πληρωμή του ποσού που με την Έκθεση Απαίτησής του αξιώνει για το πιο πάνω κονδύλι. Ζήτησε, όμως, το έτος 2008 κατόπιν προτροπής του πρώην δικηγόρου του προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Η προαναφερόμενη την ίδια ημέρα του εξέδωσε δύο αποδείξεις, την μια εκ των οποίων ο Ενάγων απώλεσε. Το Τεκμήριο 12 είναι η μια εκ των δύο αποδείξεων. Και πάλι η πλευρά του Ενάγοντα δεν κατέδειξε προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν εφικτό να κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που υπέγραψε το Τεκμήριο
  2. Καμία μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση δεν παρουσιάσθηκε. Δέχομαι ότι το πιο πάνω έγγραφο εκδόθηκε από το πρόσωπο που φέρεται να το υπέγραψε και εξέδωσε. Όμως, όπως και σε σχέση με το Τεκμήριο 7 αναφέρθηκε, τα πιο πάνω δεν επιτρέπουν να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου σε σχέση με το εξετασθέν ζήτημα. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι το Τεκμήριο 12 εκδόθηκε 5 σχεδόν χρόνια μετά το επίδικο περιστατικό. Και ενώπιόν μου δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η υπογράφουσα 5 χρόνια μετά ήταν σε θέση να βεβαιώσει για την αλήθεια και την ακρίβεια της υπό συζήτηση δήλωσής της, αλλά ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι το εν λόγω πρόσωπο βεβαιώθηκε περί τούτου με οποιοδήποτε τρόπο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  3. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει με την αυστηρότητα που επιβάλλει η Νομολογία το ύψος του ποσού που κατέβαλε για κατ' οίκον νοσοκομεια

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.