← Κύπρος

LOVE ISLAND TRAVEL & TOURS LIMITED ν. ΑΝΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3030/08, 5/11/2014

LOVE ISLAND TRAVEL & TOURS LIMITED ν. ΑΝΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3030/08, 5/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευ

να - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A388 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3030/08 Μεταξύ: LOVE ISLAND TRAVEL & TOURS LIMITED Εναγόντων και

  1. ΑΝΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ και
  2. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Κωνσταντινίδη
  3. COZACO TRADING & SERVICES LIMITED Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------- (Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 4.12.13) Μεταξύ: LOVE ISLAND TRAVEL & TOURS LIMITED Εναγόντων και
  4. ΑΝΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ και
  5. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Κωνσταντινίδη
  6. COZACO TRADING & SERVICES LIMITED Εναγομένων --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 5.11.
  7. Για Ενάγοντες: κ. Σαβεριάδης με κα Μαρκουλλή για Κυρ. Κ. Σαβεριάδης & Σια. Για Εναγόμενες 1 και 2: κ. Χαραλάμπους με κ. Νικολάου για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €26.819,31, ως χρεωστικό υπόλοιπο για την πώληση ταξιδιωτικών πακέτων και/ή υπηρεσιών, πλέον τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λεμεσό και μεταξύ άλλων ασχολούνται με την παροχή τουριστικών υπηρεσιών και/ή παροχή τουριστικών πακέτων. Οι Εναγόμενες 1 και 2 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Κωνσταντινίδη (στο εξής ο αποβιώσας), δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 11.5.06, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης με αριθμό 144/2006 και ακολούθως δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 20.3.13 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ίδιας Αίτησης. Σε διάφορες ημερομηνίες με τελευταία την 9.2.06 οι Ενάγοντες πώλησαν στον αποβιώσαντα και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτού και/ή στην Εναγόμενη 3 εταιρεία και/ή στους υπαλλήλους και/ή αvτιπρoσώπoυς αυτής και/ή ο αποβιώσας και/ή η Εναγόμενη 3 εταιρεία αγόρασε από τους Ενάγοντες διάφορα ταξιδιωτικά πακέτα και/ή εισιτήρια και/ή ταξιδιωτικές υπηρεσίες. Για τις πιο πάνω πωλήσεις και/ή υπηρεσίες οι Ενάγοντες χρέωσαν τον απoβιώσαvτα και/ή την Εναγόμενη 3 εταιρεία με το συνολικό συμφωνηθέν και/ή λογικό και/ή σύνηθες ποσό των €228.832,12 πληρωτέο σε διάφορες ημερομηνίες με τελευταία την 9.2.
  8. Ήταν ρητός όρος των πιο πάνω αγοραπωλησιών ότι οιαδήποτε των ανωτέρω δόσεων και/ή πληρωμών θα ήταν τοκοφόρος σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο τραπεζικό τόκο από της ημερομηνίας κατά την οποία κατέστη πληρωτέα και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, εάν η δόση αυτή ή μέρος αυτής παρέμενε απλήρωτη πέραν των τριάντα ημερών από της ημερομηνίας κατά την οποίαν ήταν πληρωτέα. Για τις εν λόγω αγοραπωλησίες και/ή υπηρεσίες, οι Ενάγοντες σε διάφορες ημερομηνίες εξέδωσαν παράλληλα τιμολόγια τα οποία υπεγράφησαν και/ή παραλήφθηκαν από τον αποβιώσαντα και/ή από υπαλλήλους και/ή από αντιπροσώπους αυτού και/ή την Εναγομένη 3 εταιρεία και/ή από υπαλλήλους και/ή από αντιπροσώπους αυτής. Τα εν λόγω τιμολόγια περιελάμβαναν τον όρο ότι εάν ο αποβιώσας και/ή η Εναγομένη 3 εταιρεία δεν πλήρωναν στους Ενάγοντες τα πιο πάνω ποσά εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης εκάστου τιμολογίου θα καταβαλλόταν ο εκάστοτε ισχύον νόμιμος τραπεζικός τόκος επί του ποσού εκάστου τιμολογίου από την ημερομηνία έκδοσης του και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Περαιτέρω για τις πιο πάνω αγοραπωλησίες και/ή παροχές υπηρεσιών και/ή για τα τιμολόγια οι Ενάγοντες διατηρούσαν και συνεχίζουν να διατηρούν κατάσταση λογαριασμού. Ο αποβιώσας και/ή η Εναγομένη 3 εταιρεία, σε διάφορες ημερομηνίες έκαναν πληρωμές προς τους Ενάγοντες έναντι των ως άνω πωλήσεων και/ή άνω τιμολογίων και/ή της κατάστασης λογαριασμού, μειώνοντας έτσι το χρεωστικό τους υπόλοιπο, το οποίο κατά ή περί την 9.2.06 και μέχρι σήμερα ανέρχεται σε €26.819,31, ποσό το οποίο, πλέον τόκους, ο αποβιώσας και/ή η Εναγόμενη 3 εταιρεία όφειλαν και εξακολουθούν να οφείλουν στους Ενάγοντες. Ο αποβιώσας μεταξύ των ημερομηνιών 1.8.05 μέχρι και 31.10.05 εξέδωσε 14 επιταγές για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.7.144 ή το ισόποσο των €12.206,25 ως έναντι του ως άνω χρεωστικού υπολοίπου, οι οποίες όμως δεν εξαργυρώθηκαν ένεκα του θανάτου του εκδότη τους στις 12.2.
  9. Οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένως τις Εναγόμενες 1 και 2 και/ή την Εναγόμενη 3 εταιρεία όπως εξοφλήσουν το ως άνω ποσό πλην όμως αυτοί αμελούν και/ή αρνούνται να πράξουν τούτο. Η Εναγόμενη 1 καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης στην οποία ουσιαστικά αρνείται καθένα ξεχωριστά και όλους μαζί τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Ειδικότερα αρνείται ότι οι Ενάγοντες πώλησαν στον αποβιώσαντα ή στους υπαλλήλους ή αντιπροσώπους του και/ή ότι ο αποβιώσας αγόρασε από τους Ενάγοντες οποιαδήποτε ταξιδιωτικά πακέτα και/ή εισιτήρια. Περαιτέρω αρνείται ότι οι Ενάγοντες χρέωσαν τον αποβιώσαντα µε το ποσό των €228.832,12 και/ή οποιοδήποτε ποσό και ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε συναλλαγή και/ή χρέωση, την οποία εν πάση περιπτώσει αρνείται, αφορά αποκλειστικά την Εναγόμενη
  10. Άνευ βλάβης των ανωτέρω αρνείται επίσης ότι υπήρξε ρητός και/ή οποιοσδήποτε όρος καταβολής τραπεζικού τόκου επί οποιουδήποτε τυχόν οφειλομένου υπολοίπου. Τέλος αρνείται ότι ο αποβιώσας προέβη σε οποιεσδήποτε πληρωµές για προσωπικές του οφειλές και ότι οφείλει το ποσό των €26.819,31 και/ή οποιοδήποτε ποσό και ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Ξεχωριστή έκθεση υπεράσπισης καταχώρησε η Εναγόμενη 2, η οποία επίσης αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Ειδικότερα αρνείται ότι οι Ενάγοντες πώλησαν στον αποβιώσαντα ή στους υπαλλήλους ή αντιπροσώπους του και/ή ότι ο αποβιώσας αγόρασε από τους Ενάγοντες οποιαδήποτε ταξιδιωτικά πακέτα και/ή εισιτήρια καθώς και ότι οι Ενάγοντες χρέωσαν τον αποβιώσαντα µε το ποσό των €228.832,
  11. Ισχυρίζεται δε ότι οποιαδήποτε συναλλαγή και/ή χρέωση αφορά αποκλειστικά την Εναγόμενη 3 και/ή ότι τυχόν χρέωση του αποβιώσαντα είναι εσφαλμένη και/ή αδικαιολόγητη και/ή ότι έγινε χωρίς προηγούμενη συνεννόηση µε τον αποβιώσαντα και/ή τη συγκατάθεση αυτού. Επίσης άνευ βλάβης των ανωτέρω αρνείται ότι υπήρξε ρητός και/ή οποιοσδήποτε όρος καταβολής τραπεζικού τόκου επί οποιουδήποτε τυχόν οφειλόμενου υπολοίπου. Ισχυρίζεται δε ότι τυχόν εκδοθέντα και/ή παραληφθέντα τιµολόγια αναφέρονται σε χρεώσεις και/ή συναλλαγές οι οποίες αφορούν την Εναγόμενη 3 αποκλειστικά και/ή σε κάθε περίπτωση δεν αφορούν συναλλαγές του αποβιώσαντα υπό την προσωπική του ιδιότητα. Όσον αφορά την κατάσταση λογαριασμού που επικαλούνται οι Ενάγοντες αναφέρει ότι τυχόν τέτοια στο όνοµα του αποβιώσαντα διατηρείτο χωρίς οιανδήποτε εύλογη αιτία και/ή κακώς και/ή εσφαλµένα και/ή ο αποβιώσας δεν υπέγραψε τέτοια κατάσταση λογαριασμού και/ή ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε και/ή παραδέχτηκε και/ή υιοθέτησε και/ή απεδέχθη το περιεχόµενο αυτής και/ή σε κάθε περίπτωση αυτή αναφέρεται σε χρεώσεις και/ή συναλλαγές που δεν αφορούν τον αποβιώσαντα και/ή αφορούν την Εναγόµενη 3 αποκλειστικά. Περαιτέρω αρνείται ότι ο αποβιώσας προέβη σε οποιεσδήποτε πληρωµές για προσωπικές του οφειλές. Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης αναφέρει ότι το αξιούµενο ποσό είναι λανθασµένο και/ή υπερβολικό και/ή διογκωµένο. Εν τέλει αρνείται ότι ο αποβιώσας υπέχει οιανδήποτε υποχρέωση εξόφλησης και/ή ότι όφειλε και/ή οφείλει να καταβάλει στους Ενάγοντες το ποσό των €26.819,31 και/ή οποιοδήποτε ποσό και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Στις απαντήσεις τους στις δύο υπερασπίσεις οι Ενάγοντες αρνούνται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και 2, στο μέτρο που αυτοί είναι αντίθετοι με τους ισχυρισμούς τους στην έκθεση απαίτησης, τους οποίους και επαναλαμβάνουν. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι αμέσως πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο συνήγορος των Εναγόντων, ζήτησε άδεια να αποσύρει την αγωγή άνευ βλάβης, όσον αφορά την Εναγόμενη 3 εταιρεία, καθότι, ως δήλωσε, δεν είχε άλλη επιλογή εφόσον δεν κατέστη δυνατό να επιδοθούν σε αυτήν τα δικόγραφα της αγωγής, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, παρά τις προς τον σκοπό αυτό υπεράνθρωπες προσπάθειες των Εναγόντων να εντοπίσουν οποιοδήποτε εγγεγραμμένο γραφείο ή εμπορικό γραφείο ή οποιονδήποτε αξιωματούχο της εταιρείας, ως φαίνονται στον φάκελο του Εφόρου Εταιρειών. Ως εκ των άνω δόθηκε άδεια και η αγωγή όσον αφορά την Εναγόμενη 3 αποσύρθηκε άνευ βλάβης και απορρίφθηκε χωρίς έξοδα. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Από την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 κατέθεσαν η Εναγόμενη 1 και άλλος ένας μάρτυρας. Κατατέθηκαν δε συνολικά 8 τεκμήρια. Κατά την ακροαματική διαδικασίας δηλώθηκαν επίσης, ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:
  12. Ο αποβιώσας Κώστας Κωνσταντινίδης είχε κατά την ημερομηνία έκδοσης της ταυτότητας του δηλαδή στις 17.5.01, την ταυτότητα με αριθμό
  13. Η υπογραφή στη θέση του εκδότη σε όλες τις επιταγές του τεκμηρίου 5 είναι η υπογραφή του Κώστα Κωνσταντινίδη.
  14. Η εταιρεία COZACO TRADING & SERVICES LIMITED ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 20.11.
  15. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Αλέξανδρος Παπάς, ο οποίος ανέφερε ουσιαστικά τα εξής: Είναι ιδιοκτήτης και γενικός διευθυντής της εταιρείας των Εναγόντων (κατέθεσε σχετικά τα τεκμήρια 1-3), η οποία εδρεύει στην Λεμεσό. Γνώριζε τον αποβιώσαντα Κώστα Κωνσταντινίδη από τον Πύργο, καθότι εκτός από πελάτης των Εναγόντων είχαν και προσωπική σχέση εφόσον ήταν κουμπάροι. Ο αποβιώσας αγόραζε από τους Ενάγοντες αεροπορικά εισιτήρια για τον εαυτό του, για τη γυναίκα, για τα παιδιά του, για τους υπαλλήλους του και για διάφορους εργάτες που έφερνε από το εξωτερικό. Ήταν πελάτης των Εναγόντων από το 2000 μέχρι που απεβίωσε. Οι πληρωμές που έκανε ο αποβιώσας μέχρι το 2002 συνήθως ήταν τοις μετρητοίς και χωρίς πίστωση. Μετά το 2002 που είχε δημιουργήσει και μια φιλική σχέση με τον μάρτυρα ο τελευταίος αποδέχτηκε μια σχετική πίστωση και ο αποβιώσας τον πλήρωνε συνήθως με προσωπικές επιταγές. Πολλές φορές οι επιταγές είχαν ορισμένα προβλήματα και ο αποβιώσας του έπαιρνε λεφτά τοις μετρητοίς και ο μάρτυρας του έδινε πίσω τις επιταγές. Στο θέμα της πίστωσης είχαν ορίσει ένα αρχικό ποσό και ο αποβιώσας του είχε δώσει ως εγγύηση για την πίστωση μια λευκή επιταγή. Περαιτέρω κατά τον χρόνο του θανάτου του αποβιώσαντα ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του άλλες 14 επιταγές με εκδότη των αποβιώσαντα και δικαιούχο τους Ενάγοντες (τις κατάθεσε ως τεκμήριο 5 και φέρουν ημερ. 1.8.05, 8.8.05, 15.8.05, 22.8.05, 29.8.05, 5.9.05, 12.9.05, 19.9.05, 26.9.05, 3.10.05, 10.10.05, 17.10.05, 24.10.05 και 31.10.05). Ο αποβιώσας πέθανε τον Φεβρουάριο του
  16. Μέχρι τις 31.12.05 όφειλε προς τους Ενάγοντες €26.047,
  17. Μέσα στο 2006 υπάρχουν 3 εισιτήρια εκ των οποίων πληρώθηκαν μόνο τα δύο. Συνεπώς το ολικό οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες είναι €26.819,31 (κατέθεσε ως τεκμήριο 4 σχετική κατάσταση λογαριασμού). Η συμφωνία για την έκδοση εισιτηρίων επί πιστώσει έγινε με τον αποβιώσαντα προσωπικά. Εξήγησε σε σχέση με το τεκμήριο 4 (παραπέμποντας και σε κάποιες συγκεκριμένες ημερομηνίες) ότι σε αυτό φαίνονται τα τιμολόγια που εκδίδονταν επί πίστωση στον αποβιώσαντα, οι ημερομηνίες έκδοσης των εισιτηρίων και των τιμολογίων, η αξία των εισιτηρίων, ο αριθμός του εισιτηρίου, το όνομα στο οποίο αυτό εκδόθηκε και οι πληρωμές που έγιναν. Από τη μέρα που απεβίωσε ο αποβιώσας, έναντι του πιο πάνω υπολοίπου οι Ενάγοντες δεν έχουν λάβει κανένα ποσό. Οι επιταγές τεκμήριο 5 δεν έχουν κατατεθεί στην τράπεζα. Προς εξήγηση αυτού είπε ότι έναντι κάθε αεροπορικού εισιτηρίου που έκδιδαν οι Ενάγοντες για το κάθε τιμολόγιο ή τιμολόγια, ο αποβιώσας εξέδιδε επιταγές και έλεγε στον μάρτυρα, την μέρα που θα κατατίθεντο οι επιταγές να του τηλεφωνά και εάν μπορούν να περάσουν από την τράπεζα να τις καταθέσεις αλλιώς να τις αφήνει εκεί και θα πήγαινε ο αποβιώσας να του πάρει μετρητά. Όμως ο αποβιώσας δεν μπορούσε να ανταποκριθεί διότι τελευταίως λόγω προβλήματος υγείας που είχε, είχε και αρκετά οικονομικά προβλήματα, οπότε λόγω και των σχέσεων με τον μάρτυρα ο τελευταίος είχε προσπαθήσει να τον βοηθήσει κάπως και έτσι του είχαν μείνει αυτές οι επιταγές, την αξία των οποίων ο αποβιώσας δεν μπορούσε να του πληρώσει. Γι' αυτό το λόγο πριν πεθάνει ο αποβιώσας πήγε στο γραφείο του μάρτυρα και του είπε ότι είχε κάποιο οικόπεδο στον Άγιο Τύχωνα, το οποίο θα πουλούσε και ότι πρώτιστο μέλημα του ήταν να εξοφλήσει το υπόλοιπο του χρέους που είχε στους Ενάγοντες. Ρώτησε τον μάρτυρα εάν τον ενδιαφέρει να πάνε να το δούνε. Πήγαν και το είδαν και συμφώνησαν ως αντάλλαγμα μια τιμή στην οποία θα εξοφλείτο το χρέος προς τους Ενάγοντες και το υπόλοιπο θα το άφηναν μέσα, θα το είχαν σαν «on account» για να αγοράζει ο αποβιώσας από τους Ενάγοντες αεροπορικά εισιτήρια. Αυτό έγινε την Πέμπτη προτού πεθάνει ο αποβιώσας και είχαν συμφωνήσει τη Δευτέρα το πρωί να πάνε στο Κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση αλλά την Κυριακή το πρωί απεβίωσε ο αποβιώσας και έτσι έμεινε το υπόλοιπο. Ανέφερε δε ότι είχε και αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του εν λόγω οικοπέδου στο γραφείο του αλλά πέρασαν τόσα πολλά χρόνια και όταν το έψαξε δεν το βρήκε. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε η Λένια Ιορδάνου Χριστοδούλου, η οποία ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες διατηρούν τουριστικό γραφείο στην Λεμεσό. Η μάρτυρας είναι υπάλληλος αυτών από το
  18. Συγκεκριμένα εργάζεται στο Τμήμα Κρατήσεων και Έκδοσης Αεροπορικών Εισιτηρίων με καθήκοντα κυρίως την εξυπηρέτηση πελατών κατ' ιδίαν και τηλεφωνικώς. Γνωρίζει ότι η Εναγόµενη 1 ήταν η γυναίκα του αποβιώσαντα Κώστα Κωνσταντινίδη γιατί εκείνη πήγαινε κάποιες φορές στο γραφείο των Εναγόντων με το σύζυγο της. Η μάρτυρας γνώριζε προσωπικά τον αποβιώσαντα αφού ήταν πελάτης των Εναγόντων από το 1997 μέχρι το 2006 που απεβίωσε. Ο αποβιώσας ήταν ιμπρεσάριος, ιδιοκτήτης νυκτερινού κέντρου στη Λεµεσό και είχε εταιρεία που έφερνε άτοµα από το εξωτερικό στη Κύπρο για εργασία. Γνωρίζει για την εταιρεία γιατί πάνω στις βίζες που τους έπαιρνε ο αποβιώσας αναγραφόταν και το όνομα της εταιρείας «Cozaco». Όταν ρωτήθηκε πως γνωρίζει ότι η εταιρεία αυτή ήταν του αποβιώσαντα είπε ότι ο ίδιος τους έλεγε ότι ήταν η εταιρεία του και ότι η εταιρεία που έκδιδε τις βίζες ήταν η συγκεκριμένη (αναγραφόταν πάνω το όνομα της), ότι γνωρίζει τον αποβιώσαντα και ότι η εταιρεία και ο αποβιώσας ήταν το ίδιο άτομο. Δεν θυμόταν όμως να πει πότε τους έπαιρνε ο αποβιώσας βίζες. Είπε ότι αυτόν τον γνωρίζει από το 1997 και πρόσθεσε ότι ίσως να ήταν βίζες κάποιων άλλων. Δεν θυμόταν όμως εάν τους έπαιρνε το 1997 βίζες και πότε άρχισε να το κάνει αυτό και πρόσθεσε ότι ίσως να πήγαινε για προσωπικά της οικογένειας του. Δεν γνωρίζει επίσης ποια ήταν η ιδιότητα του αποβιώσαντα στην πιο πάνω εταιρεία τότε. Αρχικά η συνεργασία που ο αποβιώσας είχε με τους Ενάγοντες ήταν περιορισμένη και σταδιακά αυξήθηκε. Όσον αφορά τη συχνότητα των εισιτηρίων το 1997 είπε ότι ο αποβιώσας μπορεί να πήγαινε στους Ενάγοντες 2-3 φορές την εβδομάδα. Κάποιες φορές για δουλειές του αποβιώσαντα πήγαιναν στο γραφείο των Εναγόντων τα παιδιά αυτού δηλ. ο Ευγένιος, η Σόνια και πιο σπάνια ο Ζαχαρίας. Εκτός από την μάρτυρα τον αποβιώσαντα γνώριζε και όλο το προσωπικό του γραφείου αφού επισκεπτόταν συχνά το γραφείο λόγω της συνεργασίας που είχαν ενώ περαιτέρω ήταν κουµπάρος µε τον διευθυντή τους δηλ. τον Μ.Ε.
  19. Ο αποβιώσας τις πιο πολλές φορές πήγαινε στην μάρτυρα για να τον εξυπηρετήσει αφού αυτή είναι από τις πιο παλιές υπαλλήλους των Εναγόντων. Της έστελνε τις βίζες και αυτή έκανε κρατήσεις εισιτηρίων και έκδοση εισιτηρίων. Κάθε φορά που τον εξυπηρετούσε έστελνε πιστωτική σηµείωση στο λογιστήριο των Εναγόντων για τις οφειλές του, χωρίς να τη δείξει στον αποβιώσαντα. Οι εν λόγω πιστωτικές σημειώσεις αφορούσαν τον ίδιο τον αποβιώσαντα. Η μάρτυρας έπαιρνε χρήματα μόνο όταν ήταν μετρητά οπόταν μπορεί να έβγαζε απόδειξη. Όταν το έκανε αυτό έκδιδε τις αποδείξεις στο όνομα του αποβιώσαντα και όταν κάποιες φορές το ζητούσε ο αποβιώσαντας, τις έκδιδε στο όνομα του αποβιώσαντα και της εταιρείας Cozaco. Όταν ρωτήθηκε γιατί έβαζε και τα δύο ονόματα στις αποδείξεις είπε ότι το έκανε γιατί το ζητούσε ο αποβιώσας, ίσως για φορολογικούς λόγους. Τις αποδείξεις τεκμήριο 7 δεν τις έκδωσε η μάρτυρας. Εξ όσων η μάρτυρας γνωρίζει ο αποβιώσας διευθετούσε τις οφειλές του προς τους Ενάγοντες κατόπιν συνεννόησης µε τον Μ.Ε.
  20. Το γνωρίζει αυτό από εντολές του Μ.Ε.
  21. Πρόσθεσε δε ότι ο αποβιώσας για τα περαιτέρω ανέβαινε στον Μ.Ε.1 ή στο λογιστήριο. Δέχθηκε δε ότι η ίδια δεν μπορεί να ξέρει τι διαμειβόταν μεταξύ του Μ.Ε.1 και του αποβιώσαντα. Επέμενε όμως ότι οι οφειλές ήταν προσωπικές του αποβιώσαντα. Τα εισιτήρια που εκδίδονταν δεν ήταν πάντα με πίστωση. Κάποιες φορές πληρώνονταν μετρητά, κάποιες φορές εκείνος έπαιρνε προσωπικές του επιταγές και κάποιες άλλες φορές επιταγές πελατών του υπογραμμένες στο πίσω μέρος από τον ίδιο. Είπε δε ότι αρχικά συνήθως πλήρωνε σε μετρητά, μετά έφερνε και προσωπικές του επιταγές και μετά έφερνε επιταγές πελατών του. Λίγες μέρες μετά που απεβίωσε ο Κωνσταντινίδης, η μάρτυρας είδε την Εναγόμενη 1, η οποία πήγε στο γραφείο των Εναγόντων και ανέβηκε στο πάνω όροφο, όπου βρίσκεται το γραφείο του Μ.Ε.1 και το Λογιστήριο. Η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα στην συνάντηση της Εναγόμενης 1 με τον Μ.Ε.
  22. Όπως πληροφορήθηκε αργότερα από τον Μ.Ε.1, η Εναγόμενη 1 πήγε εκεί για να ενημερωθεί για τις οφειλές του συζύγου της, οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί μέχρι σήμερα. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η Εναγόμενη 1, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Ο αποβιώσας Κώστας Κωνσταντινίδης ήταν ο σύζυγος της. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο καθ' όλο το χρόνο που ήταν με τον αποβιώσαντα εκείνος της ανάφερε ποτέ για προσωπικά του χρέη προς τους Ενάγοντες είπε ότι ποτέ δεν συζητούσε δουλειές μαζί της. Κατέθεσε ως τεκμήριο 7, το τεκμήριο Α προς αναγνώριση, ήτοι σετ εγγράφων αποτελούμενο από 14 αποδείξεις (οι οποίες αναφέρουν: «Έλαβα από την COZACO TRADING LTD» το ποσό «on account» και αντιστοιχούν στις επιταγές του τεκμηρίου 5), το οποίο, ως ανέφερε, το βρήκε στην τσάντα του συζύγου της μετά τον θάνατο του και το είχε έκτοτε στην κατοχή της. Αναφορικά με το όνομα COZACO TRADING LTD, στις εν λόγω αποδείξεις, είπε ότι γνωρίζει ότι αυτή ήταν η εταιρεία του συζύγου της όταν ήταν ακόμα εν ζωή και νομίζει ότι ήταν και διευθυντής αυτής. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει με τι ασχολείτο η εταιρεία απάντησε ότι ο σύζυγος της έφερνε καλλιτέχνες στην Κύπρο από άλλες χώρες ενώ στην συνέχεια όταν ουσιαστικά της επαναλήφθηκε η ερώτηση είπε ότι ήταν η εταιρεία που ασχολείτο με καλλιτέχνες για νυχτερινά κέντρα. Γνώρισε το σύζυγο της το 1996 και παντρεύτηκαν αρχές του
  23. Το 1996 ο σύζυγος της δούλευε σε άλλους ιμπρεσάριους, δηλ. ανθρώπους που έφερναν κόσμο για εργασία από το εξωτερικό και κυρίως καλλιτέχνες. Η ίδια γνωρίζει τον Μ.Ε.1, ο οποίος ήταν κουμπάρος στο γάμο της με τον αποβιώσαντα. Πήγε στο γραφείο του Μ.Ε.1, όπου πωλούσε εισιτήρια, με τον σύζυγο της. Στην περίοδο 1996 με 2006 έκανε ταξίδια και προς τη χώρα της και προς άλλους προορισμούς με το σύζυγο της. Μαζί τους ταξίδεψε δύο φορές και το ένα από τα παιδιά τους. Τα εισιτήρια τα έπαιρναν από το γραφείο του Μ.Ε.
  24. Ο σύζυγος της είχε και οικογένεια από προηγούμενο γάμο και τρία παιδιά, τον Ζαχαρία, τον Ευγένιο και τη Σόνια, η οποία σπούδαζε στο εξωτερικό. Όσον αφορά τα εισιτήρια για ταξίδια των παιδιών του γνώριζε και μπορούσε να πει μόνο για την Σόνια ότι δηλ. αυτή αγόραζε τα εισητήρια από τον Μ.Ε.
  25. Όλα τα πιο πάνω εισητήρια τα πλήρωνε ο αποβιώσας. Δεν έχει αποδείξεις όμως ότι τα πλήρωσε. Δεν της είπε ποτέ ο σύζυγος της ότι διατηρούσε με τους Ενάγοντες ανοιχτό λογαριασμό. Όταν ρωτήθηκε εάν γνωρίζει τι αφορούν οι αποδείξεις του τεκμηρίου 7 απάντησε ότι από ότι διαβάζει είναι απόδειξη από τους Ενάγοντες προς την Cozaco Trading Ltd. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 5 ως επιταγές του συζύγου της. Όταν ρωτήθηκε εάν έχει υπόψην της αυτές τις επιταγές και για ποιο σκοπό εκδόθηκαν είπε ότι δεν γνωρίζει γιατί ποτέ δεν συζητούσαν για επιχειρήσεις και δουλειές και για το τεκμήριο 7 το μόνο που ξέρει είναι ότι τις βρήκε στην τσάντα του συζύγου της. Δέχθηκε ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι ο σύζυγος της συχνά αγόραζε εισιτήρια από τον Μ.Ε.1 για τους καλλιτέχνες και για την οικογένεια του. Είναι διαχειρίστρια της περιουσίας του συζύγου της εδώ και 8 χρόνια. Δεν έκανε έρευνα κατά πόσο εταιρεία η Cozaco Trading Ltd είναι ή όχι περιουσιακό στοιχείο του συζύγου της. Γνώριζε όμως ότι αυτή η εταιρεία είχε άδεια να φέρνει καλλιτέχνιδες, χωρίς να είναι βέβαιη, ένα‑ενάμιση χρόνο μετά που παντρεύτηκαν με τον αποβιώσαντα. Δεν βρήκε λογιστικά βιβλία για αυτή την εταιρεία. Σε ερώτηση εάν η εν λόγω εταιρεία λειτουργούσε και συγκεκριμένο νυχτερινό κέντρο απάντησε ότι ήταν ο σύζυγος της που ενοικίαζε ένα τέτοιο κέντρο. Δεν γνωρίζει όμως κατά πόσο το ενοίκιο για αυτό το κέντρο το πλήρωνε ο σύζυγος της ή η εν λόγω εταιρεία. Το μόνο που γνωρίζει είναι ότι εργάζονταν εκεί κάποιες καλλιτέχνιδες. Τα εισητήρια για όσες από αυτές τις καλλιτέχνιδες έφερνε ο σύζυγος της εκδίδονταν από τους Ενάγοντες και όλες έρχονταν μέσω της εταιρείας του συζύγου της και μπορούσαν να εργαστούν ακόμα και σε άλλα κέντρα. Σε υποβολή ότι κατά την ημερομηνία του θανάτου του ο σύζυγος της, στα πλαίσια των επαγγελματικών και επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, όφειλε στους ενάγοντες το αξιούμενο στην παρούσα αγωγή ποσό, απάντησε ουσιαστικά ότι δεν γνωρίζει και ότι ο σύζυγος της δεν της είπε ποτέ κάτι τέτοιο. Μετά το θάνατο του συζύγου της δεν θυμάται να πήγε στα γραφεία των Εναγόντων. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Χαράλαμπος Στυλιανού, υπεύθυνος του Κλάδου Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 4.6.14 τους ζητήθηκε να κάνουν έρευνα αναφορικά με το ιστορικό των εγγεγραμμένων κτημάτων στο όνομα του αποβιώσαντα Κώστα Κωνσταντινίδη με αριθμό ταυτότητας 469168 ή στο όνομα Κώστα Ζαχαρία Κωνσταντινίδη ή Κώστα Ζαχαρία Χ'Θεοχάρους ή και τυχόν σχετικές μεταβιβάσεις που έγιναν από το 1970 μέχρι σήμερα στο χωριό Άγιος Τύχωνας. Αναφορικά με τον τρόπο έρευνας εξήγησε ότι το χωρίο Άγιος Τύχωνας τέθηκε μηχανογραφικά σε λειτουργία στις 22.5.08 και ότι οποιαδήποτε πληροφορία μετά την ημερομηνία αυτή μπορεί να δοθεί μηχανογραφικά (είτε με την ταυτότητα είτε με το όνομα) ενώ πριν από αυτήν η έρευνα γίνεται από τα βιβλία που τηρούν στο Κτηματολόγιο (υπάρχει ευρετήριο ονομάτων των ιδιοκτητών με αλφαβητική σειρά ξεχωριστά για κάθε όνομα). Η έρευνα στην προκειμένη έγινε και με τα τρία ονόματα που δηλώθηκαν, τόσο από τα βιβλία όσο και στο μηχανογραφημένο σύστημα. Το αποτέλεσμα της έρευνας είναι ότι δεν υπάρχει σήμερα κανένα εγγεγραμμένο κτήμα στο όνομα Κώστα Κωνσταντινίδη στον Αγ. Τύχωνα και υπάρχει μια μεταβίβαση διαμερίσματος που έγινε στο γιο αυτού, Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, μετά θάνατο, δυνάμει κληρονομιάς (κατέθεσε ως τεκμήριο 8 το έγγραφο με τα αποτελέσματα της έρευνας). Άρα από το 1970 και μετά το μόνο ακίνητο που βρέθηκε να είναι στην ιδιοκτησία του πιο πάνω προσώπου στον Αγ. Τύχωνα είναι το προαναφερόμενο διαμέρισμα. Η καταχώρηση διαμέρισμα δεν μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο από διαμέρισμα. Εάν δεν τους διδόταν ο αριθμός ταυτότητας θα κατέληγαν και πάλι στα ίδια αποτελέσματα γιατί θα έβρισκαν το όνομα. Δεν προέκυψαν από την έρευνα στην παρούσα συνωνυμίες με το όνομα Κώστας Κωνσταντινίδης, που να του προκαλέσουν αμφιβολία αναφορικά με το συγκεκριμένο όνομα. Δεν γνωρίζει από την έρευνα εάν υπήρξαν τυχόν αγοραπωλητήρια συμβόλαια που αφορούν τον Κώστα Κωνσταντινίδη και δεν ολοκληρώθηκαν. Εκτός από την έρευνα που ανέφερε δεν έκανε έρευνα για τη σύζυγο ή τα παιδιά του πιο πάνω προσώπου. Είπε επίσης ότι δεν υπάρχει περίπτωση για άλλα συμφέροντα ή μερίδια για κληρονομιές που αφορούσαν τον Κωνσταντινίδη τα οποία να εκκρεμούν ακόμη δηλαδή να μην έχουν εγγραφεί γιατί, ως εξήγησε, θα γινόταν αναφορά να είναι εγγεγραμμένα στο όνομα αυτού. Δεν γνωρίζει επίσης, εφόσον δεν αφορά το Τμήμα του κατά πόσο ο αποβιώσας υπέβαλε αίτημα για ανέγερση κατοικίας στον Άγιο Τύχωνα είτε επ' ονόματι του είτε επ' ονόματι της συζύγου του. Η περιοχή του Αγίου Τύχωνα γειτνιάζει με την Παρεκκλησιά, το Πεντάκωμο και το Μοναγρούλλι. Εξήγησε ότι από τη στιγμή που αυτές οι περιοχές γειτνιάζουν, χωρίζονται από μια νοητή γραμμή, καθορίζεται γεωγραφική περιοχή και εάν ένα κτήμα βρίσκεται στα σύνορα της γεωγραφικής περιοχής του ενός χωριού με το άλλο, τότε συνορεύει. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Ε.1 πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Για να πείσει ως προς την αξίωση των Εναγόντων προσπάθησε να παρουσιάσει ότι η όλη η συνεργασία και οι συναλλαγές έγιναν από τον αποβιώσαντα υπό την προσωπική του ιδιότητα και ότι αυτός πλήρωνε και ανέλαβε να πληρώσει κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο που δημιουργήθηκε από την εν λόγω συνεργασία και ποτέ η Εναγόμενη 3 εταιρεία (στο εξής η COZACO). Οι θέσεις του όμως δεν ήταν σταθερές και συνεπείς, σε κάποια σημεία η εκδοχή του δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική ενώ σε κάποια άλλα διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία. Περαιτέρω περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η μαρτυρία του εστερείτο πειστικότητας. Όσον δε αφορά την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 4, η οποία ήταν ουσιαστικά η μόνη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από πλευράς Εναγόντων για να αποδείξει το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο και πως αυτό διαμορφώθηκε, ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική, θετική και ολοκληρωμένη γνώση των συναλλαγών που καταγράφονται εκεί και δεν μπορούσε να απαντήσει τεκμηριωμένα και με την απαιτούμενη βεβαιότητα σε σχέση με αρκετά θέματα για τα οποία ρωτήθηκε. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ήταν ο αποβιώσας που αγόραζε αεροπορικά εισιτήρια για τον εαυτό του, για τη γυναίκα, για τα παιδιά του, για τους υπαλλήλους του και για διάφορους εργάτες που έφερνε από το εξωτερικό. Πουθενά δε εκεί δεν ανέφερε ότι ο αποβιώσας αγόραζε εισιτήρια για την COZACO ή ότι αυτή αγόραζε εισιτήρια και ότι ο αποβιώσας αναλάμβανε προσωπικά την εξόφληση αυτών. Μόνο στην αντεξέταση του για πρώτη φορά και μετά που ρωτήθηκε είπε ότι οι Ενάγοντες παρείχαν τέτοιες τουριστικές υπηρεσίες και στην COZACO, μέσω του αποβιώσαντα, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης αυτής. Είπε δε σχετικά ότι γνώρισε τον αποβιώσαντα πολύ πριν το 2002 και ότι πριν το 2002 συνεργαζόταν αποκλειστικά με τον αποβιώσαντα για έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων για τον ίδιο, την οικογένεια του και ορισμένους άλλους, όπως κοπέλες που έφερνε από το εξωτερικό και εργάτες και μετά ίδρυσε την COZACO, η οποία ασχολείτο με εργατικό προσωπικό από το εξωτερικό. Μέχρι τότε η κίνηση στα εισιτήρια που είχε ο αποβιώσαντας ήταν πολύ λίγη. Το 2002 ο αποβιώσας τον πληροφόρησε ότι ίδρυσε την COZACO, ότι ήταν διευθυντής της και ότι πήρε άδεια να φέρνει προσωπικό από το εξωτερικό. Δεν γνωρίζει όμως πότε ιδρύθηκε η εν λόγω εταιρεία. Τότε ο αποβιώσας τον πληροφόρησε ότι λόγω της άδειας που πήρε από το Τμήμα Μετανάστευσης η εν λόγω εταιρεία, θα μεγάλωνε αρκετά η δουλειά του και ήθελε να του δώσει πίστωση του ιδίου προσωπικά. Έτσι άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα του αποβιώσαντα προσωπικά και ο μάρτυρας του ανάφερε ότι δεν ξέρει την εταιρεία και ο αποβιώσας του είπε στα τιμολόγια να βάζει, τόσο το όνομα της εταιρείας όσο και το δικό του. Εξ ου και η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε στο Δικαστήριο (τεκμήριο 4) αναγράφει και τα δύο ονόματα. Εδώ θα πρέπει όμως κατ' αρχήν να λεχθεί ότι είναι αντιφατική η θέση του μάρτυρα εφόσον κατ' αρχήν ανέφερε ότι ο λογαριασμός ανοίχθηκε στο όνομα του αποβιώσαντα προσωπικά ενώ συνέχισε να πει ότι ο λογαριασμός αυτός αναγράφει και τα δύο ονόματα. Πέραν όμως τούτου δεν εξήγησε και δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική γιατί ενώ αυτός ανέφερε στον αποβιώσαντα ότι δεν ήξερε την εταιρεία, άνοιξε το λογαριασμό στο όνομα και αυτής και γιατί δέχθηκε στα τιμολόγια να βάζει και τα δύο ονόματα. Από άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του διαφάνηκε ότι κάποια στιγμή είχε ανοιχθεί λογαριασμός στο όνομα της COZACO, για τον οποίο, παρά το ότι είναι ουσιώδες για την υπόθεση, δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις ιδιαίτερα ως προς το λόγο που ανοίχθηκε. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε σε σχέση με την αναφορά στην καταχώρηση ημερομηνίας 16.3.04 «TRANSFER TO COZA 5099 ACC» στο τεκμήριο 4, εάν το «ACC» είναι account, απάντησε ότι δεν γνωρίζει πώς έκανε την καταχώρηση το λογιστήριο πριν 10 χρόνια. Όταν του υποδείχθηκε η καταχώρηση στην ημερομηνία 16.2.05 όπου αναφέρεται «TRANSFER TO COZACO OLD ACC» και ρωτήθηκε τι αφορούσε ο εν λόγω παλιός λογαριασμός, είπε ότι στο ξεκίνημα της συνεργασίας τους, είχαν αρχίσει με τον αποβιώσαντα συνεργασία ως Cozaco, με την εγγύηση εκείνου. Όμως σε περίοδο τριών με ως πέντε μηνών, υπήρξαν προβλήματα στην αποπληρωμή των εισιτηρίων, και έτσι ανοίχτηκε ο λογαριασμός τεκμήριο 4, σε προσωπική βάση. Αυτά όμως έρχονται σε πλήρη αντίθεση και διαψεύδουν τα όσα ανέφερε σε σχέση με το ότι εξ αρχής έγινε συμφωνία με τον αποβιώσαντα προσωπικά και ότι ο λογαριασμός ανοίχθηκε στο όνομα και των δύο. Στην αντεξέταση του ανέφερε δε ότι ο τίτλος στο τεκμήριο 4 δηλ. «COSTAS CONSTANTINIDES & OR COZACO TRADING & SERVICES LTD» τέθηκε από το λογιστήριο των Εναγόντων όταν ξεκίνησαν τη συνεργασία με τον αποβιώσαντα και ότι αυτό έγινε σε συμφωνία του ιδίου με τον αποβιώσαντα. Όταν όμως του τέθηκε πολύ εύλογα η ερώτηση εάν όταν δόθηκε η εντολή δεν γνώριζαν με ποιο συμβάλλονταν και χρειαζόταν ένας διαζευκτικός τίτλος, ενώ είπε ότι συμβάλλονταν με τον αποβιώσαντα ανέφερε ότι βεβαίως και χρειαζόταν ο εν λόγω τίτλος. Για να εξηγήσει δε αυτό είπε ότι δόθηκε και «ο άλλος τίτλος» γιατί όλες οι βίζες εισόδου του προσωπικού και των καλλιτέχνιδων που έφερνε ο αποβιώσας, έβγαιναν στο όνομα της COZACO, η οποία ήταν του αποβιώσαντα και ότι το ότι αναγράφηκε ένας διαζευκτικός τίτλος δεν επηρέαζε τους Ενάγοντες. Πρόκειται κατά την κρίση μου για μη πειστική θέση εφόσον δεν εξηγήθηκε τι σημασία είχε για τον εν λόγω λογαριασμό το ότι οι βίζες έβγαιναν στο όνομα της COZACO από τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος ο μάρτυρας είπε ότι ο τίτλος δεν επηρέαζε τους Ενάγοντες. Εξήγησε δε στην αντεξέταση του ότι η προαναφερόμενη συνεργασία ξεκίνησε το 2002 και τις πρώτες φορές ο αποβιώσας τον πλήρωνε με επιταγές της COZACO, οι οποίες όμως δεν εξαργυρώνονταν και για αυτό είπε στον αποβιώσαντα ότι δεν θα αποδεχόταν πλέον επιταγές της εταιρείας, ήξερε μόνο τον ίδιο και ότι εάν ήθελε να συνεχίσουν την πίστωση, θα έπρεπε ο αποβιώσας να του δίνει προσωπικές επιταγές. Σε σχέση δε με αυτό προκύπτει κατ' αρχήν το εύλογο ερώτημα γιατί ενώ οι Ενάγοντες θεωρούσαν ότι ο αντισυμβαλλόμενος τους και οφειλέτης αυτών ήταν ο αποβιώσας και δεν συναλλάσσονταν με την εταιρεία, δέχονταν να παίρνουν επιταγές αυτής. Εν πάση δε περιπτώσει ο μάρτυρας στη συνέχεια ανέφερε ότι σταμάτησε να αποδέχεται τέτοιες επιταγές στις αρχές της προαναφερόμενης συνεργασίας, ένα με δυο μήνες μετά τις πρώτες επιταγές που του δόθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες, δηλαδή το
  26. Όταν όμως του υποδείχθηκε στη σελίδα 4 της κατάστασης λογαριασμού τεκμηρίου 4, η καταχώρηση ημερομηνίας 14.9.05, όπου αναφέρεται «CHQ RET COZACO», έδωσε τη μη πειστική και στερούμενη βεβαιότητας απάντηση ότι ο λογαριασμός είναι στο όνομα του αποβιώσαντα και της εταιρείας και η καταχώρηση δεν σημαίνει ότι η επιταγή ήταν εκδομένη από την εταιρεία αλλά μπορεί να ήταν εκδομένη από άλλον, επ' ονόματι της εταιρείας και υπογραμμένη από πίσω. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η πιο πάνω θέση του διαψεύδεται και από το ότι ενώ η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 4 αρχίζει στις 28.2.02 παρόμοια καταχώρηση «CHQ RET COZACO» υπάρχει όχι μόνο στους 2-3 επόμενους μήνες αλλά και στις 29.7.02, 3.10.02, 15.10.02 και στις 14.1.
  27. Ενώ δε επέμενε ότι, για την πληρωμή όλων των εισιτηρίων και κατ' επέκταση ολόκληρης της αξιούμενης οφειλής, υπεύθυνος κατόπιν συμφωνίας μαζί του ήταν προσωπικά ο αποβιώσας και μόνο και ότι η οφειλή δεν αφορά αποκλειστικά την COZACO, όταν πολύ εύλογα ρωτήθηκε γιατί τότε κίνησαν την παρούσα αγωγή και εναντίον της COZACO, την οποία στο τέλος απέσυραν, για να δώσει κάποια δικαιολογία για την ασυνέπεια αυτή, έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι η κατάσταση λογαριασμού είναι στο όνομα του αποβιώσαντα και ή της εταιρείας και για αυτό κινήθηκε η αγωγή εναντίον και των δύο. Ως όμως προαναφέρθηκε ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι Ενάγοντες συμβάλλονταν με τον αποβιώσαντα ως είχε συμφωνηθεί και όχι με την COZACO και το ότι αναγράφηκε ένας διαζευκτικός τίτλος δεν επηρέαζε τους Ενάγοντες. Θα πρέπει δε στο σημείο αυτό να υπομνησθεί ότι η παρούσα αγωγή εναντίον της COZACO ως Εναγόμενης 3, αποσύρθηκε άνευ βλάβης κατόπιν άδειας, ακριβώς πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας όχι γιατί σύμφωνα με τους Ενάγοντες η COZACO δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση για την επίδικη αξίωση αλλά γιατί δεν ήταν δυνατή η επίδοση της αγωγής σε αυτήν. Αυτό όμως οδηγεί εύλογα στο ερώτημα γιατί ενώ σύμφωνα με την εκδοχή που οι Ενάγοντες προώθησαν κατά τη μαρτυρία τους, ο μόνος υπεύθυνος για την οφειλή είναι ο αποβιώσας, κίνησαν αγωγή και εναντίον της COZACO, την οποία απέσυραν άνευ βλάβης για λόγο που δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Ε.1 είπε ότι για εγγύηση της οφειλής ο αποβιώσας είχε δώσει στους Ενάγοντες 14 προσωπικές του επιταγές (τεκμήριο 5). Εδώ πρέπει κατ' αρχήν να αναφερθεί ότι στην έκθεση απαίτησης δεν γίνεται αναφορά σε εγγύηση αλλά ότι οι επιταγές εκδόθηκαν έναντι του χρεωστικού υπολοίπου. Εν πάση δε περιπτώσει στην αντεξέταση του ο μάρτυρας είπε ότι οι αποδείξεις πληρωμών εκδίδονταν στο όνομα του αποβιώσαντα και ότι στην αρχή της συνεργασίας ορισμένες ήταν στο όνομα της COZACO. Όμως στην συνέχεια του υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 (που ως προαναφέρθηκε πρόκειται για 14 αποδείξεις των Εναγόντων εκδομένες στο όνομα της COZACO με ημερομηνίες για την περίοδο από 25.7.05 μέχρι 31.10.05) όπου αναγνώρισε την υπογραφή της λογίστριας των Εναγόντων. Οι εν λόγω αποδείξεις είπε αντιστοιχούν σε όλες τις επιταγές του τεκμηρίου
  28. Ανάφερε περαιτέρω ότι ο αποβιώσας τους ζήτησε για αυτές τις επιταγές που ήταν προσωπικές του, να εκδοθούν αποδείξεις στην εταιρεία του για φορολογικούς λόγους, όπως και έκανε. Στην συνέχεια όταν ρωτήθηκε ουσιαστικά εάν όλες οι αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα του αποβιώσαντα, είπε ότι δεν μπορεί να ξέρει ακριβώς για κάθε απόδειξη από μια κατάσταση λογαριασμού 10 σελίδων (τεκμήριο 4). Είπε δε ότι δεν γνώριζε ότι οι αποδείξεις του τεκμηρίου 7 θα εκδίδονταν στο όνομα της COZACO για φορολογικούς λόγους. Όταν όμως του υποδείχθηκε ότι πριν ανέφερε ότι αυτό τους το ζήτησε ο αποβιώσας, υπεκφεύγοντας είπε ότι το ανάφερε αυτό αλλά ο λογαριασμός εκεί είναι και στο όνομα της COZACO και είτε αυτές οι αποδείξεις έβγαιναν στο όνομα του αποβιώσαντα, είτε στο όνομα της εταιρείας δεν είχε καμία σχέση. Δεν απέκλεισε δε να υπήρχαν και άλλες αποδείξεις στο όνομα της εταιρείας, πέρα από τις πιο πάνω κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το ότι αρχικά ανέφερε ότι πλην της αρχής της εν λόγω συνεργασίας όλες οι αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα του αποβιώσαντα. Τα πιο πάνω όμως εγείρουν εύλογα ερωτηματικά που άπτονται και της αξιοπιστίας του μάρτυρα αλλά και της όλης εκδοχής των Εναγόντων. Και εξηγώ. Οι Ενάγοντες παρουσίασαν τις επιταγές τεκμήριο 5, οι οποίες είναι προσωπικές του αποβιώσαντα για να πείσουν και να αποδείξουν ότι ήταν ο αποβιώσας που είναι ο υπόχρεος για πληρωμή της αξιούμενης οφειλής. Δεν έδωσαν όμως μια πειστική εξήγηση, που να συνάδει με την εκδοχή τους αυτή, γιατί για τις μόνες προσωπικές επιταγές του αποβιώσαντα που είχαν στην κατοχή τους και μάλιστα σαν εγγύηση για την οφειλή, έκδοσαν αποδείξεις στο όνομα της COZACO και όχι στο όνομα του αποβιώσαντα. Ως έχει προαναφερθεί η δικαιολογία που αρχικά έδωσε ο Μ.Ε.1 ότι αυτό έγινε για φορολογικούς σκοπούς επειδή το ζήτησε ο αποβιώσας δεν είναι πειστική με δεδομένο ότι στη συνέχεια είπε ότι δεν το γνώριζε αυτό. Ως έχει δε προαναφερθεί ο Μ.Ε.1 δεν είχε προσωπική, θετική και ολοκληρωμένη γνώση των συναλλαγών που καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 4 και δεν μπορούσε να απαντήσει τεκμηριωμένα και με την απαιτούμενη βεβαιότητα σε σχέση με αρκετά θέματα για τα οποία ρωτήθηκε. Αυτό πέραν από τα όσα προαναφέρθηκαν σχετικά ανωτέρω προκύπτει και από τα ακόλουθα: · Στην κυρίως εξέταση του περιορίσθηκε να εξηγήσει παραπέμποντας και σε κάποιες συγκεκριμένες ημερομηνίες ότι στο τεκμήριο 4 φαίνονται τα τιμολόγια που εκδίδονταν επί πίστωση στον αποβιώσαντα, οι ημερομηνίες έκδοσης των εισιτηρίων και των τιμολογίων, η αξία των εισιτηρίων, ο αριθμός του εισιτηρίου, το όνομα στο οποίο αυτό εκδόθηκε και οι πληρωμές που έγιναν. · Το τεκμήριο 4 δεν ετοιμάσθηκε από τον Μ.Ε.1 αλλά από το λογιστήριο των Εναγόντων. Οι καταχωρήσεις σε αυτό έγιναν από το προσωπικό του λογιστηρίου, το οποίο περνούσε τις εγγραφές. Εκείνη την περίοδο στο λογιστήριο εργοδοτούνταν τρία άτομα. Δεν γνωρίζει ο μάρτυρας ποιος έκανε τις εγγραφές. Ήταν η θέση του ότι οι εγγραφές αυτές είναι ορθές μια προς μια. Όταν όμως του τέθηκε ότι προηγουμένως ανάφερε ότι δεν γνωρίζει καν ποιος τις ετοίμασε, είπε ότι όταν συμφωνούν οι μηνιαίες καταστάσεις των εισιτηρίων με τους λογαριασμούς τότε είναι ορθές. Σε ερώτηση εάν έκανε ο ίδιος έλεγχο για να δει ότι την ημερομηνία που έγινε χρονικά, πράγματι έγινε μια χρέωση, είπε ότι οι εγγραφές είναι εκεί και μπορεί να τις ελέγξει οποιοσδήποτε. Όταν ρωτήθηκε εάν έκανε ο ίδιος τέτοια επαλήθευση, αφού αναφέρθηκε γενικά στο τι πράττουν σχετικά οι Ενάγοντες, είπε στο τέλος ότι δεν είναι υπάλληλος του λογιστηρίου για να ελέγχει κάθε συναλλαγή και ότι περιοδικά κάνει αρκετούς τέτοιους ελέγχους. Υπάρχει όμως υπεύθυνο άτομο στο λογιστήριο που τα ελέγχει. · Η πρώτη καταχώρηση στο τεκμήριο 4 ημερομηνίας 28.2.02 αναφέρει «OPENING BALANCE» και χρεώνεται 1623.
  29. Σε ερώτηση τι αντιπροσωπεύει το ποσό αυτό, είπε ότι η μηχανογράφηση έγινε από αυτή την ημερομηνία, νομίζει 1.2.02, αλλά δεν θυμάται. · Σε σχέση με τα τιμολόγια που αναφέρονται στο τεκμήριο 4 στην αντεξέταση του είπε ότι οι Ενάγοντες τα έχουν στην κατοχή τους και όταν ρωτήθηκε γιατί δεν τα παρουσίασαν στο Δικαστήριο είπε ότι δεν του ζητήθηκε κάτι τέτοιο και ότι αυτά βρίσκονται στη μνήμη του λογιστικού τους συστήματος και μπορεί να τα εκδώσει. Είπε δε ότι έχουν και τις αποδείξεις και μπορούν να τις παρουσιάσουν. · Όταν ρωτήθηκε τι σημαίνει η αναφορά «CHQ RET» στην καταχώρηση ημερ. 27.9.05 είπε ότι μπορεί η επιταγή να ήταν προσωπική του αποβιώσαντα ή κάποιου άλλου που του πλήρωνε για τις υπηρεσίες του και ο αποβιώσας να την οπισθογράφησε και η επιταγή να κατατέθηκε. Εξήγησε ότι οι συναλλαγές με τον αποβιώσαντα ήταν είτε τοις μετρητοίς, είτε με επιταγές που αφορούσαν πληρωμές που γίνονταν στον αποβιώσαντα από άλλους, για τις υπηρεσίες που τους προσέφερε και τις οποίες αυτός έπαιρνε στους Ενάγοντες, οι οποίοι τις κατέθεταν στην τράπεζα. Όταν επιστρεφόταν οποιαδήποτε επιταγή, τότε ο αποβιώσας είτε τους έπαιρνε μετρητά, είτε την ξανακατέθετε. Δεν σημαίνει όμως ότι το «CHQ RET» αφορούσε επιταγή εκδομένη από την COZACO. Ανάφερε όμως ότι δεν γνωρίζει για να πει με βεβαιότητα, ότι σε τέτοια περίπτωση η επιταγή δεν ήταν εκδομένη από την εν λόγω εταιρεία γιατί η κατάσταση λογαριασμού αποτελείται από 15 σελίδες και δεν μπορούσε να γνωρίζει την κάθε εγγραφή σε αυτήν. · Σε σχέση με την αναφορά «CHQ RET KAZOULIS SPE AGIAS FYLAS» στην καταχώρηση ημερ. 22.4.02 όταν ρωτήθηκε γιατί ενώ αυτή η καταχώρηση είναι λεπτομερής, το ίδιο δεν ισχύει και για άλλες καταχωρήσεις στο τεκμήριο 4 είπε ότι στο λογιστήριο των Εναγόντων υπάρχουν τρεις κοπέλες και περνούν όλες τις εγγραφές στους λογαριασμούς και παρέπεμψε στην καταχώρηση ημερ. 25.4.02 όπου δεν αναφέρονται πολλές λεπτομέρειες, για να πει ότι έτυχε η υπάλληλος που πέρασε την προαναφερόμενη καταχώρηση, να την αναγράψει λεπτομερώς. Είπε δε ότι στο τεκμήριο 4 φαίνονται πολλές εγγραφές που δεν αναφέρουν αριθμό επιταγής ή εκδότη. · Σε σχέση με τον παλαιότερο λογαριασμό που είχε ανοιχθεί στο όνομα της COZACO, πέραν από τα όσα προαναφέρθηκαν, σε ερώτηση ποια περίοδο αφορούσε ο παλιός λογαριασμός, είπε ότι η μηχανογράφηση του λογιστικού έγινε το 2002 και από τότε ξεκίνησαν οι καταχωρήσεις. Προηγουμένως ανοίχτηκε ένας λογαριασμός, όχι σε μηχανογραφημένη βάση με την COZACO, αλλά λόγω των προβλημάτων οι Ενάγοντες τον έκλεισαν και όλες οι εγγραφές γίνονται στο τεκμήριο
  30. Δεν θυμόταν όμως πότε ανοίχτηκε ο παλιός λογαριασμός. Όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει σε σχέση με τις δύο σχετικές καταχωρήσεις γιατί γίνεται χρέωση στον λογαριασμό τεκμήριο 4 είπε ότι δύο εγγραφές υπάρχουν και υποθέτοντας ουσιαστικά, πρόσθεσε ότι μπορεί ο παλιός λογαριασμός να είχε πιστωτικό υπόλοιπο γιατί ο αποβιώσας τους έλεγε να στείλουν 10 εισιτήρια στο Κίεβο και από αυτά έρχονταν 5 ή 6 πρόσωπα. Όμως από τη στιγμή που έκδιδαν τα εισιτήρια και καταχωρούσαν μέσω του συστήματος πληρωμών της ΙΑΤΑ, έπρεπε στη συνέχεια να κάνουν αίτηση για επιστροφή κάποιας αξίας από εισιτήριο, η οποία με τις αερογραμμές είναι χρονοβόρα, δηλαδή μπορεί να πάρει ένα ή δύο χρόνια να επιστραφούν τα χρήματα. Και ίσως, δεν ήταν σίγουρος, γιατί πρέπει να δει τις εγγραφές οι οποίες είναι παλιές, μπορεί να έδειχνε αυτός ο λογαριασμός πιστωτικός και για να μηδενίσει ο αποβιώσας έκδωσε ορισμένα εισιτήρια σε αντιστάθμισμα των λεφτών που είχε να παίρνει. Όταν του υποδείχθηκε ότι στα συγκεκριμένα προαναφερόμενα σημεία γίνονται χρεώσεις, είπε ότι μπορεί (υποθέτει δηλ. και πάλι) ο παλιός λογαριασμός να πιστώθηκε με ορισμένες επιστροφές εισιτηρίων, στον οποίο λογαριασμό έδειχνε πλέον ένα ποσό, ότι δηλαδή οι Ενάγοντες χρωστούσαν στον λογαριασμό. Γι' αυτό χρεώθηκαν αυτά τα εισιτήρια ως αντίκρισμα από τα λεφτά που είχε να παίρνει ο αποβιώσας από τον εν λόγω λογαριασμό. · Σε σχέση με την καταχώρηση ημερομηνίας 30.3.02, όπου αναφέρεται «TRANSFER FROM MUCAMBO TO COZACO 2», είπε ότι το Mucambo ήταν ένα καμπαρέ με το οποίο συνεργαζόταν ο αποβιώσας. Το τιμολόγιο 42090 ημερομηνίας 30.3.02, αφορούσε εισιτήρια τα οποία χορηγήθηκαν σε αυτό το καμπαρέ, το οποίο συνεργαζόταν και με τους Ενάγοντες. Απ' ότι αντιλαμβάνεται (δηλ. και πάλι έκανε υποθέσεις) το καμπαρέ είχε πληρώσει τα εισιτήρια στον αποβιώσαντα και έτσι μεταφέρθηκαν αυτά τα εισιτήρια από τον λογαριασμό του καμπαρέ στον λογαριασμό του αποβιώσαντα. Σε ερώτηση, εάν πληρώθηκαν τα εισιτήρια στον αποβιώσαντα και μετά χρέωσαν το τεκμήριο 4, είπε και πάλι, ότι αντιλαμβάνεται ότι έτσι έγινε. · Σε σχέση με την καταχώρηση ημερ. 27.9.05 είπε ότι όταν επιστράφηκε η επιταγή χρεώθηκε ο λογαριασμός. Σε ερώτηση πότε πιστώθηκε ο λογαριασμός το ποσό αυτό που στη συνέχεια χρεώθηκε, είπε ότι όταν ανατρέξουμε το τεκμήριο 4, υπάρχουν αποδείξεις συγκεντρωτικές. Όταν ρωτήθηκε εάν αυτό το φαινόμενο, δηλαδή ότι πρόκειται για συγκεντρωτικές αποδείξεις, είναι το ίδιο για όλες τις παρόμοιες καταχωρήσεις, απάντησε ότι πρόκειται για πριν 15 χρόνια, περιλαμβάνονται χιλιάδες καταχωρήσεις και ότι πρέπει να τις ψάξει για να απαντήσει. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε, εάν δηλ. σήμερα δεν είναι σε θέση να δείξει σε ποια συγκεντρωτική απόδειξη βρίσκεται αυτό, είπε ότι στο τεκμήριο 4 υπάρχουν πληρωμές πέρα των χιλίων ευρώ με αποδείξεις και για να εντοπίσει σε ποια συγκεντρωτική απόδειξη είναι η επιταγή των 182 ευρώ πρέπει να τις ελέγξει όλες. Όσον αφορά δε την πρόταση του αποβιώσαντα να πουλήσει στους Ενάγοντες οικόπεδο προς εξόφληση της οφειλής του, στην αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι το οικόπεδο αυτό ήταν στον Άγιο Τύχωνα πάνω σε ένα βουνό προς τα ανατολικά, έξω από το χωριό κάτι που γνώριζε γιατί ο αποβιώσας τον πήρε και του το έδειξε. Είπε επίσης ότι ο αποβιώσας του έδωσε και αντίγραφο του τίτλου και ο μάρτυρας το πήρε σε κάποιον εκτιμητή, τον οποίο ρώτησε για την αξία του, χωρίς να ζητήσει επίσημη εκτίμηση. Ανέφερε επίσης ότι ο ιδιοκτήτης στον τίτλο ήταν ο αποβιώσας. Όμως όταν ρωτήθηκε εάν έχει αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας, είπε ότι έψαξε να το βρει χωρίς αποτέλεσμα και ότι πέρασαν πολλά χρόνια και εφόσον η πράξη δεν τελεσφόρησε, μπορεί να το πέταξε. Ήταν λοιπόν η θέση του μάρτυρα ότι το εν λόγω οικόπεδο βρισκόταν στον Άγιο Τύχωνα και ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του αποβιώσαντα. Αυτό όμως διαψεύδεται από τα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.2 ότι δηλ. ο αποβιώσας από το 1970 και μετά το μόνο ακίνητο που είχε εγγεγραμμένο στο όνομα του στον Άγιο Τύχωνα ήταν ένα διαμέρισμα και όχι οικόπεδο. Περαιτέρω δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική η θέση του ότι ενώ υφίστατο και εξακολουθεί να υφίσταται η επίδικη αξίωση εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντα και ενώ ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας που του έδωσε ο αποβιώσας, στα πλαίσια μιας συμφωνίας προς εξόφληση του υπολοίπου, δεν φρόντισε να το φυλάξει αυτό αλλά ενδεχομένως και να το πέταξε. Σε ερώτηση δε με βάση το ότι στο τεκμήριο 4, φαίνεται ότι προς το τέλος ειδικά το χρέος αυξανόταν, εάν οι Ενάγοντες έστειλαν κάποια επιστολή σε οποιοδήποτε για αυτό, ο Μ.Ε.1 απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι ο αποβιώσας σχεδόν μια φορά κάθε δύο μέρες πήγαινε στο γραφείο του και συζητούσαν αυτό το θέμα και ο μάρτυρας του έδινε και κατάσταση λογαριασμού. Σε υποβολή δε ότι ο αποβιώσας ουδέποτε είχε γνώση του ακριβούς περιεχομένου του τεκμηρίου 4, είπε ότι κάθε μήνα, οπότε τύχαινε να πάει στο γραφείο των Εναγόντων, ο αποβιώσας ζητούσε ανάλυση του λογαριασμού πάντοτε για να μπορεί να γνωρίζει πόσα οφείλει. Σε σχέση όμως με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν δικογραφείται στην παρούσα ως αιτία αγωγής παραδεδεγμένος λογαριασμός και συνεπώς η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να ληφθεί υπόψην. Τέλος σε υποβολή ότι ο αποβιώσας ουδέποτε έδωσε οδηγίες στους Ενάγοντες να αναγράφεται το όνομα του σε τιμολόγια αυτών, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι έδωσε τέτοια γιατί τουλάχιστον το 25 % των εισιτηρίων του τεκμηρίου 4, αφορούσαν προσωπικά τον ίδιο και την οικογένεια του. Το ότι όμως στο τεκμήριο 4 ενδεχομένως να υπάρχουν χρεώσεις για κάτι τέτοιο, το οποίο μπορεί να αποτελεί προσωπική οφειλή του αποβιώσαντα προς τους Ενάγοντες, δεν αποδεικνύει ότι η οφειλή και για τα υπόλοιπα είναι δική του. Για όλους του λόγους που έχουν εξηγηθεί ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν κρίνεται αξιόπιστη και έτσι δεν γίνεται δεκτή. Σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά το ότι εξυπηρετούσε τον αποβιώσαντα, ως υπάλληλος των Εναγόντων, κάνοντας κρατήσεις, εκδίδοντας εισιτήρια και πιστωτικές σημειώσεις, εισπράττοντας μετρητά και εκδίδοντας αποδείξεις με βάση οδηγίες του Μ.Ε.1, δεν έχει αμφισβητηθεί. Εκείνο που αμφισβητήθηκε ουσιαστικά ήταν η θέση της ότι οι οφειλές από την έκδοση των εισιτηρίων ήταν προσωπικές του αποβιώσαντα. Ανέφερε δε σχετικά στην κυρίως εξέταση της ότι εξ όσων γνωρίζει ο αποβιώσας διευθετούσε τις οφειλές του προς τους Ενάγοντες κατόπιν συνεννόησης µε τον Μ.Ε.
  31. Διευκρίνισε δε ότι το γνωρίζει αυτό από εντολές του Μ.Ε.1, προσθέτοντας ότι ο αποβιώσας για τα περαιτέρω ανέβαινε στον Μ.Ε.1 ή στο λογιστήριο. Ενώ όμως δέχθηκε ότι η ίδια δεν μπορεί να ξέρει τι διαμειβόταν μεταξύ του Μ.Ε.1 και του αποβιώσαντα, επέμενε ότι οι οφειλές ήταν προσωπικές του αποβιώσαντα και όχι της COZACO. Όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε εύλογα πως το ξέρει αυτό εφόσον υπήρχε και η εταιρεία, έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι η ίδια γνώριζε τον ίδιο τον αποβιώσαντα, χωρίς να εξηγήσει τι σημαίνει αυτό. Το ότι δεν μπορούσε να στηρίξει την θέση της σε προσωπική της γνώση προκύπτει και από το ότι στην συνέχεια όταν ρωτήθηκε πολύ εύλογα, σε σχέση με άλλες εταιρείες πελάτες, εάν οι οφειλές είναι του ατόμου που πήγαινε κοντά της ή της εταιρείας, απάντησε ότι γνωρίζει το άτομο που έρχεται και όταν της ζητήθηκε να το εξηγήσει είπε ότι εξαρτάται, μπορεί να εκδώσει απόδειξη στο όνομα της εταιρείας ή στο όνομα του ατόμου αυτού. Προηγουμένως δε αναφορικά με τη σχέση της COZACO και του αποβιώσαντα είχε αναφέρει, χωρίς να εξηγήσει και πάλι τι εννοεί, ότι η εταιρεία και ο αποβιώσας ήταν το ίδιο άτομο ενώ στη συνέχεια είπε ότι δεν γνώριζε την ιδιότητα του αποβιώσαντα στην εν λόγω εταιρεία. Παρόλα αυτά δεχόταν, όταν ο αποβιώσας της έπαιρνε μετρητά και της το ζητούσε, να εκδίδει τις αποδείξεις στο όνομα του αποβιώσαντα και της COZACO, χωρίς να μπορεί να πει για ποιο λόγο το ζητούσε ο αποβιώσας, αλλά κάνοντας υποθέσεις. Όσον δε αφορά την επίσκεψη της Εναγόμενης 1 στο γραφείο των Εναγόντων μετά το θάνατο του αποβιώσας και πάλι ο λόγος της επίσκεψης δεν προκύπτει από προσωπική γνώση της μάρτυρος. Ως η ίδια εξήγησε είδε μεν την Εναγόμενη 1 να ανεβαίνει στο γραφείο του Μ.Ε.1 αλλά η ίδια δεν ήταν παρούσα στη συνάντηση και πληροφορήθηκε αργότερα από τον Μ.Ε.1 ότι η Εναγόμενη 1 πήγε εκεί για να ενημερωθεί για τις οφειλές του συζύγου της. Εδώ όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Μ.Ε.1 κατά τη μαρτυρία του δεν ισχυρίσθηκε τίποτε από τα πιο πάνω. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.2 γίνεται δεκτή μόνο στα σημεία που δεν έχει αμφισβητηθεί και για όσα είχε προσωπική γνώση των διαφόρων θεμάτων, κατά την εκτέλεση των επαγγελματικών της καθηκόντων ενώ ως προς τα υπόλοιπα απορρίπτεται. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another

(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. Όσον αφορά την Εναγόμενη 1 είναι εμφανές από το σύνολο της μαρτυρίας της ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες σε σχέση με τις επιχειρήσεις και οικονομικές υποχρεώσεις του συζύγου της εφόσον, ως είπε, ποτέ δεν συζητούσαν για τέτοια πράγματα, ούτε ήταν σε θέση να διακρίνει μεταξύ των εργασιών και δοσοληψιών του συζύγου της και της εταιρείας COZACO. Έτσι δεν γνώριζε να πει με βεβαιότητα κατά πόσο ήταν ο σύζυγος της ή εταιρεία αυτού που έφερνε στην Κύπρο καλλιτέχνες, ούτε για ποιο σκοπό ο σύζυγος της έκδωσε τις προσωπικές του επιταγές του τεκμηρίου 5, οι οποίες αντιστοιχούν στις αποδείξεις του τεκμηρίου 7 (οι οποίες είναι εκδομένες στο όνομα της προαναφερόμενης εταιρείας). Σε σχέση δε με το κατά πόσο ο σύζυγος της πλήρωσε τους Ενάγοντες για τα εισιτήρια που αυτοί έκδιδαν, ανέφερε γενικά και αόριστα ότι τα πλήρωνε, όμως δεν είχε αποδείξεις. Εντούτοις όταν της υποβλήθηκε ότι στο λογαριασμό που ο σύζυγος της διατηρούσε με τους Ενάγοντες ετίθεντο όλα τα εισιτήρια της οικογένειας αλλά και άλλα εισιτήρια που εκδίδονται καθ' υπόδειξη αυτού, ενώ πριν ανέφερε ότι ο σύζυγος της δεν της είπε ποτέ ότι υπήρχε τέτοιος λογαριασμός, απάντησε ότι αυτή ξέρει ότι ο σύζυγος της πλήρωνε για τα εισιτήρια του πάντα. Όταν όμως ρωτήθηκε πως το ξέρει έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι λίγο πριν το θάνατο του συζύγου της η κόρη του πήγε στη Λευκορωσία για σπουδές και μόλις πήγε, πέθανε ο σύζυγος της και όταν η κόρη του επέστρεψε για την κηδεία συγγενείς είπαν ότι με τα λεφτά που θα έπαιρναν θα έπρεπε να πληρώσουν και την κηδεία και για το ταξίδι που έκανε η κόρη του. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι το μόνο μέρος της μαρτυρίας της Εναγόμενης 1, που μπορεί να γίνει δεκτό είναι ότι μετά το θάνατο του αποβιώσαντα βρήκε στην τσάντα αυτού το τεκμήριο 7, ενώ το υπόλοιπο απορρίπτεται. Τέλος ο Μ.Υ.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Παρέθεσε και εξήγησε με σαφήνεια, χωρίς να αμφισβητηθεί, την έρευνα που έκανε και τα αποτελέσματα της σε σχέση με την ύπαρξη και μεταβιβάσεις ακίνητης ιδιοκτησίας εγγεγραμμένης στον όνομα του αποβιώσαντα, στο χωριό Αγ. Τύχωνας από το 1970 μέχρι σήμερα. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Νομική πτυχή Το άρθρο 7 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 προβλέπει ότι : «Αξίωση επί κληρονομιάς, που στηρίζεται σε ισχυρισμό χρέους ή δωρεάς δεν γίνεται δεκτή με μη ενισχυμένη μαρτυρία του προσώπου που αξιώνει, εκτός αν φαίνονται ή αποδεικνύονται περιστατικά που καθιστούν την αξίωση εκ των προτέρων πιθανή, ή που μεταθέτουν το βάρος της αναίρεσης αυτής στους αντιπροσώπους τον αποθανόντα». Για τον σκοπό που απαιτείται ενίσχυσης της μαρτυρίας στην περίπτωση τέτοιων αξιώσεων ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται (σε μετάφραση) στην υπόθεση Miliotis v. Emphietzis and another
(1974)5 JCS 645: «Ανεξάρτητα από την ενίσχυση που απαιτείται από την νομοθετική διάταξη για την απόδειξη απαιτήσεων εναντίον περιουσίας αποβιώσαντος, σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο, η μαρτυρία που προσφέρεται προς υποστήριξη μιας απαίτησης εναντίον της περιουσίας κάποιου αποθανόντος πρέπει ως θέμα αναγκαίας προφύλαξης, να υπόκειται σε εξονυχιστικό έλεγχο και να εξετάζεται με ύποπτο μάτι. Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι ο σκοπός του νόμου είναι σωτήριος και αποσκοπεί στην αποθάρρυνση πλασματικών απαιτήσεων εναντίον περιουσίας αποβιώσαντος που εγείρονται με την ελπίδα της εκμετάλλευσης της μόνιμης απουσίας του αποθανόντος και με αυτό τον τρόπο για να δοθεί η ευκαιρία σε κάποιον να απαιτήσει περιουσία πάνω στην οποία δεν έχει κανένα δικαίωμα.» Τα πιο πάνω ουσιαστικά επαναλήφθηκαν στην πιο πρόσφατη Σωκράτους κ.α. ν. Σιακατίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1390, όπου λέχθηκε ότι η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 7 του Κεφ. 9, επιβάλλεται όταν η αγωγή αφορά ή στρέφεται εναντίον περιουσίας θανόντος, οπότε το Δικαστήριο, στην προσπάθεια μείωσης του κινδύνου πλαστών αξιώσεων, πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό κατά την εξέταση της μαρτυρίας την οποία αντικρίζει με καχυποψία. Η δε ενισχυτική μαρτυρία πρέπει να προέρχεται από άλλο πρόσωπο ή μαρτυρία (βλ. Χατζηφιλίππου κ.α. ν. Weinstock
(1990)1 Α.Α.Δ. 203). Ως προκύπτει δε από την Hjisolomou (No.2) v. Manolis, As the Adimistrator of the Estate of Savvas Christodoulou
(1972)1 C.L.R. 180, μαρτυρία κάποιου προσώπου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενισχυτική της μαρτυρίας εκείνου του προσώπου που χρειάζεται ενίσχυση, με βάση το άρθρο 7 του Κεφ. 9, εάν ούτε η μια ούτε η άλλη κριθούν αξιόπιστες. Από την άλλη, ως προκύπτει σαφώς από το λεκτικό του άρθρου 7 του Κεφ. 9, τέτοια μαρτυρία δεν χρειάζεται ενίσχυση εάν φαίνονται ή αποδεικνύονται περιστατικά που καθιστούν την αξίωση επί κληρονομιάς, που στηρίζεται σε ισχυρισμό χρέους ή δωρεάς, εκ των προτέρων πιθανή (βλ. και Iacovides v. Schiza and another
(1967)1 C.L.R. 323) ή που μεταθέτουν το βάρος της αναίρεσης αυτής στους αντιπροσώπους τον αποθανόντα. Το όλο θέμα της ενισχυτικής μαρτυρίας πραγματεύεται και το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, στις σελ. 170 και επ. Ως δε προκύπτει από τα αναφερόμενα εκεί, όταν η ενισχυτική μαρτυρία απαιτείται με βάση συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες (όπως στην περίπτωση του άρθρου 7 του Κεφ. 9), η μη παρουσίαση τέτοιας αποτελεί λόγο για απόρριψη της αξίωσης, σε αντίθεση δηλ. με τις περιπτώσεις που τέτοια μαρτυρία απαιτείται από την πρακτική οπόταν το Δικαστήριο αφού στρέψει την προσοχή του στους κινδύνους που υπάρχουν, μπορεί να εκδώσει απόφαση έστω και εάν δεν υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία. Συμπεράσματα Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων είναι ότι οι πωλήσεις των εισιτηρίων γίνονταν στον αποβιώσαντα και/ή στην COZACO και ότι για αυτές χρέωναν τον απoβιώσαvτα και/ή την COZACO. Τα σχετικά δε τιμολόγια που έκδοσαν οι Ενάγοντες υπεγράφησαν και/ή παραλήφθηκαν από τον αποβιώσαντα και/ή από υπαλλήλους του και/ή την COZACO. Οι πληρωμές έγιναν από τον αποβιώσαντα και/ή την COZACO και το αξιούμενο ποσό οφείλεται από τον αποβιώσαντα και/ή την COZACO. Οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένως τις Εναγόμενες 1 και 2 και/ή την COZACO όπως εξοφλήσουν το αξιούμενο ποσό χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι Ενάγοντες κατά τη ακρόαση της υπόθεσης προώθησαν την εκδοχή ότι όλη η συνεργασία και οι συναλλαγές τους έγιναν από τον αποβιώσαντα υπό την προσωπική του ιδιότητα και ότι αυτός πλήρωνε και ανέλαβε να πληρώσει κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο που δημιουργήθηκε από την εν λόγω συνεργασία και ποτέ η COZACO. Ως εκ τούτου είναι ουσιαστικά η θέση τους ότι την ευθύνη για την σχετική οφειλή φέρει αποκλειστικά ο αποβιώσας και για αυτό την αξιώνουν από την περιουσία του, μέσω των διαχειριστών αυτής, Εναγομένων 1 και 2. Αντίθετη είναι η θέση των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίες ουσιαστικά αρνούνται τόσο την ύπαρξη της οφειλής-χρέους όσο και το ότι υπεύθυνος για αυτήν ήταν ο αποβιώσας προσωπικά. Συνεπώς δεν υπάρχει παραδοχή του χρέους και ισχυρισμός εξόφλησης του ώστε να δημιουργείται ειδικό βάρος απόδειξης εξόφλησης του, το οποίο θα έφεραν οι Εναγόμενες 1 και 2. Το γενικό βάρος απόδειξης της οφειλής ήταν λοιπόν και παρέμεινε πάντοτε στους ώμους των Εναγόντων, οι οποίοι οφείλουν να αποδείξουν στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είναι αυτοί που παρείχαν συγκεκριμένες υπηρεσίες (πωλήσεις εισιτηρίων κλπ), το κόστος εκάστης αυτών καθώς και το ότι δεν πληρώθηκαν για το σύνολο τους αλλά εξακολουθεί να οφείλεται από τον αποβιώσαντα το αξιούμενο ποσό ως υπόλοιπο (βλ. Ιορδάνου ν. Ζήνωνος
(1998)1Β Α.Α.Δ 652, A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156 και Χρ. Μαρνέρος & Σια Λτδ ν. Χριστοδούλου
(2000)1Β Α.Α.Δ. 743). Ως έχει όμως προαναφερθεί δεν έγινε δεκτή η μαρτυρία των Εναγόντων και συγκεκριμένα των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, και κατ' επέκταση η θέση ότι εάν υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή έναντι των Εναγόντων, υποχρέωση καταβολής της είχε προσωπικά ο αποβιώσας. Από το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε δεν φαίνονται ούτε αποδεικνύονται περιστατικά που καθιστούν την αξίωση επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντα, εκ των προτέρων πιθανή ή που μεταθέτουν το βάρος της αναίρεσης αυτής στους αντιπροσώπους τον αποθανόντα, ώστε να μην χρειάζεται η ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κεφ. 9. Ούτε όμως τέτοια ενισχυτική μαρτυρία υπήρξε. Η μόνη μαρτυρία που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια είναι οι προσωπικές επιταγές του αποβιώσαντα (τεκμήριο 5). Όμως με δεδομένο ότι για αυτές εκδόθηκαν αποδείξεις είσπραξης στο όνομα της COZACO και όχι στο όνομα του αποβιώσαντα, χωρίς να δοθεί κάποια πειστική δικαιολογία, η ύπαρξη αυτών δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι, εάν υπάρχει οφειλή, την υποχρέωση εξόφλησης της φέρει ο αποβιώσας και ότι άρα τέτοια οφειλή αποτελεί αξίωση επί της κληρονομιάς αυτού. Συνεπώς το τεκμήριο 5 δεν αποτελεί κατά την κρίση μου ενισχυτική μαρτυρία. Εν πάση δε περιπτώσει η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να ενισχύσει την σχετική μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 εφόσον αυτή δεν έγινε δεκτή. Όσον δε αφορά την απόδειξη της ύπαρξης της οφειλής και του ύψους αυτής η μαρτυρία που προσκομίσθηκε ήταν βασικά αυτή του Μ.Ε.1, ο οποίος για το σκοπό αυτό κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4). Ως λέχθηκε όμως στην A.I. Mantovani & Sons Ltd ανωτέρω οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν αλλά τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν με μαρτυρία ώστε να αποδειχθεί και η ύπαρξη οφειλής. Με άλλα λόγια, και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα όπου υπήρξε σε μεγάλη έκταση αμφισβήτηση του περιεχομένου του τεκμηρίου 4, οι Ενάγοντες όφειλαν να αποδείξουν με την απαραίτητη μαρτυρία τα γεγονότα που αυτό απεικονίζει και συγκεκριμένα κάθε υπηρεσία που παρείχαν ξεχωριστά και την ύπαρξη της αξιούμενης οφειλής. Πέραν λοιπόν και ανεξάρτητα του ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν έγινε δεκτή, καμία άλλη μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε, η οποία να είναι τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει την ύπαρξη του αξιούμενου υπολοίπου-οφειλής (βλ. Κλεάνθους κ.α. ν. Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 364/2008, ημερ. 20.6.12). Ο Μ.Ε.1 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι οι Ενάγοντες έχουν στην κατοχή τους τόσο τα σχετικά τιμολόγια όσο και τις αποδείξεις και μπορούν να τις παρουσιάσουν, όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε τελικά. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και εάν γινόταν δεκτό ότι ο αποβιώσας αγόραζε εισιτήρια για τον ίδιο και την οικογένεια του και άρα ότι για αυτά είχε προσωπική οφειλή, δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει τις σχετικές αγορές, την αξία τους και εάν υπάρχει και ποίο είναι το συνολικό υπόλοιπο για αυτά. Κατάληξη Ως εκ των άνω κρίνεται ότι οι Ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν την απαίτηση τους στον απαραίτητο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Τελική - Οφειλή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.