← Κύπρος

Domenico Bravi ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ.: 3347/13, 18/12/2014

Domenico Bravi ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ.: 3347/13, 18/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A428 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3347/13 Αίτηση ημερ. 31/7/13 Μεταξύ: Domenico Bravi, από την Ιταλία Ενάγοντα και

  1. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  2. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, από τη Λευκωσία
  3. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  4. CH & G EMPORIUM CARS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ---------------------------------------------------------------- 18/12/2014 Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Ν. Νικολάου για Ανδρέας Θ. Σοφοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1, 2 & 3/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Κυριακίδης Για τους Εναγόμενους 4/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co LLC (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Χριστοφόρου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή του αξιώνει, μεταξύ άλλων θεραπειών, την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως του παραδώσουν ή/και όπως επανεξάγουν το όχημα μάρκας Ferrari 360 Modena με αρ. πλαισίου ZFFYR51Β000127616 με Ιταλικούς αριθμούς εγγραφής CA333MR (στο εξής θα αναφέρεται ως «το επίδικο αυτοκίνητο») το οποίο, όπως διατείνεται, οι Εναγόμενοι κατακρατούν παράνομα ή/και ιδιοποιούνται ή/και απέκτησαν παράνομα ως προϊόν κλοπής. Διαζευκτικά, αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες και έξοδα που έχει υποστεί συνεπεία της συμπεριφοράς των Εναγομένων. Αυθημερόν με την αγωγή του καταχώρησε μονομερώς και την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητά τις ακόλουθες θεραπείες: Α) Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει τους Εναγόμενους και/ή τους υπαλλήλους τους και/ή τους εκπροσώπους τους και/ή παν πρόσωπον έλκον εξ' αυτών δικαίωμα την πώληση και/ή επιβάρυνση και/ή μεταβίβαση ή με καθ' οποιοδήποτε τρόπο την αποξένωση και/ή διάθεση του αυτοκινήτου μάρκας Ferrari 360 Modena με αρ. πλαισίου ZFFYR51Β000127616 με Ιταλικούς αριθμούς εγγραφής CA333MR μέχρι ακροάσεως και/ή τέλειας αποπερατώσεως της παρούσης αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β) Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης του πιο πάνω, προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει τους Εναγόμενους και/ή τους υπαλλήλους τους και/ή τους εκπροσώπους τους και/ή παν πρόσωπον έλκον εξ' αυτών δικαίωμα να χρησιμοποιούν και/ή ιδιοποιούνται το αυτοκίνητο μάρκας Ferrari 360 Modena με αρ. πλαισίου ZFFYR51Β000127616 με Ιταλικούς αριθμούς εγγραφής CA333MR μέχρι ακροάσεως και/ή τέλειας αποπερατώσεως της παρούσης αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ) Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα των πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση και/ή να τους εμποδίζει από του να προβούν σε καταχώρηση ή και συνέχιση οιασδήποτε διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή αίτησης για την δήμευση του αυτοκινήτου μάρκας Ferrari 360 Modena με αρ. πλαισίου ZFFYR51Β000127616 με Ιταλικούς αριθμούς εγγραφής CA333MR, δυνάμει του σχετικού Παραρτήματος του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος του 2004 (Ν. 94(Ι)/2004)αναφορικά με την διαδικασία δήμευσης, μέχρι ακροάσεως και/ή τέλειας αποπερατώσεως της παρούσης αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ) Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα των πιο πάνω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να παραδώσουν και/ή να εκτελωνίσουν το όχημα μάρκας Ferrari 360 Modena με αρ. πλαισίου ZFFYR51Β000127616 με Ιταλικούς αριθμούς εγγραφής CA333MR, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή και εταιρεία μέχρι ακροάσεως και/ή τέλειας αποπερατώσεως της παρούσης αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση του υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Θ. Σοφοκλέους, δικηγόρου της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Συνοψίζω τα βασικά σημεία της ενόρκου δηλώσεως του: Ο Ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος της Ιταλίας και κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ο νόμιμος ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος του επίδικου αυτοκινήτου, το οποίο είχε αγοράσει στις 28/7/2003 στη τιμή των €109.
  5. Την 1/8/2005 ο Ενάγοντας κατάγγειλε στην Ιταλική Αστυνομία ότι διαπράχθηκε κλοπή στην κατοικία του και μεταξύ των κλαπέντων ήταν και το επίδικο αυτοκίνητο. Σε ανύποπτο για τον Ενάγοντα χρόνο η Εναγόμενη 4, η οποία ασχολείται με το εμπόριο αυτοκινήτων, εισήγαγε το επίδικο αυτοκίνητο στην Κύπρο με σκοπό την εκτελώνιση και πώληση του στην Κυπριακή αγορά, χωρίς να ενημερώσει προηγουμένως τον Ενάγοντα και ενώ η διερεύνηση της υπόθεσης από τις Ιταλικές αρχές βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο Ενάγοντας ουδέποτε έλαβε γνώση για τις ενέργειες της Εναγόμενης 4 και ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιονδήποτε για να διεκπεραιώσει οποιαδήποτε συναλλαγή με το επίδικο αυτοκίνητο. Την 7/11/2012 η Ιταλική Αστυνομία ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι το όχημα του εντοπίστηκε από την Αστυνομία και για να το παραλάβει θα έπρεπε να αποταθεί στο C.I.D. της Κύπρου. Στη συνέχεια ο Ενάγοντας διόρισε δικηγόρους στην Ιταλία για να τον συμβουλεύσουν σε σχέση με τη διαδικασία που θα έπρεπε να τροχιοδρομηθεί για την επιστροφή του επίδικου αυτοκινήτου. Οι δικηγόροι του τον πληροφόρησαν ότι δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια και ως εκ τούτου διόρισε δικηγόρους στην Κύπρο για να προβούν σε νομικά διαβήματα για ανάκτηση της κατοχής του επίδικου αυτοκινήτου. Στις 19/3/2013 απέστειλε επιστολή, μέσω των δικηγόρων του, στον Αρχηγό της Αστυνομίας με την οποία ζητούσε περαιτέρω στοιχεία για την υπόθεση, έτσι ώστε να μπορέσει να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες για να το παραλάβει. Στις 3/4/2013 η Αστυνομία απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους του με την οποία τους ενημέρωνε ότι το επίδικο αυτοκίνητο έχει καταγγελθεί ως κλοπιμαίο, ότι η υπόθεση τελούσε υπό διερεύνηση, ως επίσης ότι βρίσκεται στην κατοχή και φύλαξη του Τμήματος Τελωνείων. Στις 13/6/2013 οι δικηγόροι του Ενάγοντα απέστειλαν επιστολή προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και προς τον διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων με την οποία τους ενημέρωναν ότι το όχημα ανήκει στον Ενάγοντα και ζητούσαν όπως ενημερωθούν για την τύχη του, ως επίσης εάν έχουν ξεκινήσει οποιεσδήποτε νομικές ή δικαστικές διαδικασίες για κατακράτησή του, με σκοπό να παρέμβουν σε οποιαδήποτε διαδικασία για να διαφυλάξουν τα δικαιώματα του Ενάγοντα. Μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής η μόνη απάντηση που λήφθηκε από τους δικηγόρους του Ενάγοντα ήταν μια επιστολή του Τμήματος Τελωνείων, η οποία δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το αν είχε ξεκινήσει οποιαδήποτε νομική διαδικασία. Ο Ενάγοντας κάλεσε επανειλημμένα τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 να τον ενημερώσουν για την τύχη του επίδικου αυτοκινήτου και να του το παραδώσουν, πλην όμως αυτοί αμελούσαν και/ή αρνούνταν να το πράξουν. Η υπερβολική καθυστέρηση των ως άνω Εναγόμενων έχει ως αποτέλεσμα το επίδικο αυτοκίνητο να βρίσκεται καθηλωμένο και ακινητοποιημένο για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα τη φυσική φθορά του και τη μείωση της αξίας του. Πέραν από τη χρηματική του αξία αυτό έχει συλλεκτική ή/και συναισθηματική αξία για τον Ενάγοντα και ως αποτέλεσμα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εάν η επιστροφή του καταστεί αδύνατη συνεπεία του αποτελέσματος οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας και/ή αίτησης για δήμευσή του. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς και ζήτησε την επίδοση της αίτησης στους Εναγόμενους. Στις 19/8/2013 το Δικαστήριο εξέδωσε εναντίον της Εναγόμενης 4 διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β και Δ της αιτήσεως, συνεπεία παράλειψης της να εμφανιστεί στη διαδικασία. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρουσιάστηκαν στη διαδικασία και ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν την ένσταση τους. Την 31/1/2014 το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του, κατόπιν γραπτής αιτήσεως της Εναγόμενης 4, προέβηκε στην ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής καθώς και της υπό εξέταση αίτησης προς την Εναγόμενη 4, λόγω μη νομότυπης επίδοσης. Η ακύρωση της επίδοσης της υπό εξέταση αίτησης συμπαρέσυρε και το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί εναντίον της Εναγόμενης
  6. Οι Εναγόμενοι με τις ειδοποιήσεις πρόθεσης ένστασής τους, τις οποίες καταχώρησαν, προβάλλουν σειρά λόγων ένστασης. Οι βασικοί από αυτούς είναι οι ακόλουθοι:
  7. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι άνευ αντικειμένου.
  8. Δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  9. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
  10. Ο Ενάγοντας δεν έχει δικαιολογήσει το λόγο που καθυστέρησε στο να προβεί σε οποιεσδήποτε νομικές ενέργειες εναντίον των Εναγόμενων.
  11. Ο Ενάγοντας παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο σημαντικά στοιχεία.
  12. Δεν στοιχειοθετείται εναντίον της Εναγόμενης 4 οποιαδήποτε αξίωση και/ή αγώγιμο δικαίωμα που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση των Εναγόμενων 1, 2 και 3 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αντώνη Μελά, δικηγόρου στο Επαρχιακό Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας, στη Λεμεσό. Η βασική θέση της ενόρκου δηλώσεως του είναι ότι το επίδικο αυτοκίνητο βρίσκεται στην κατοχή του Εναγόμενου 2 καθότι αυτό έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο σε δήμευση, με βάση τον περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο, αρ. 94

(1)/2004 για διάπραξη τελωνειακών αδικημάτων. Ο Εναγόμενος 2, για σκοπούς έκδοσης δικαστικής απόφασης αναφορικά με τη δήμευση του επίδικου αυτοκινήτου, καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή με αριθμό 5272/2012 εναντίον της Εναγόμενης
  1. Η ένσταση της Εναγόμενης 4 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της, Ανδρέα Αντωνίου. Συνοψίζω τα βασικά σημεία της ενόρκου δηλώσεώς του: Η Εναγόμενη εταιρεία ασχολείται με το εμπόριο αυτοκινήτων, τα οποία εισάγει από διάφορες χώρες του εξωτερικού. Το επίδικο αυτοκίνητο ήταν ένα από τα αυτοκίνητα που η εταιρεία εισήγαγε στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, αυτό είχε αγοραστεί από κάποιο Αδάμο Σοφοκλέους μέσω της εταιρείας GK Motors, από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στις 19/12/2005, για το ποσό των $45.
  2. Η κατάσταση του, κατά την εισαγωγή του, ήταν ως ολικά κατεστραμμένο από νερό. Στη συνέχεια, επισκευάστηκε και πωλήθηκε στην Εναγόμενη εταιρεία στις 12/12/2011 για το ποσό των €35.
  3. Το επίδικο αυτοκίνητο εισήχθη στην Κύπρο από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, κατόπιν σχετικής άδειας για εξαγωγή του στην Κύπρο. Η Εναγόμενη εταιρεία δεν μπορούσε να γνωρίζει και ούτε γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε προϊόν κλοπής. Καμιά ποινική διαδικασία καταχωρήθηκε εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας ή του ιδίου προσωπικά ή έστω εναντίον του κ. Σοφοκλέους, με την κατηγορία της κλεπταποδοχής ή της κλοπής του επίδικου αυτοκινήτου. Περί τον Φεβρουάριο του 2012 κλιμάκιο του Αρχηγείου Αστυνομίας, του Αρχιτελωνείου και του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, ερεύνησαν τον χώρο πώλησης αυτοκινήτων της Εναγόμενης εταιρείας και κατάσχεσαν διάφορα οχήματα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο αυτοκίνητο, με σκοπό τη διερεύνηση ισχυριζόμενης υπόθεσης κλοπής και κλεπταποδοχής του. Στις 28/2/2012 η Εναγόμενη εταιρεία κατέβαλε στο Τμήμα Τελωνείων το ποσό των €25.000 για συμβιβασμό όλων των τελωνειακών αδικημάτων που διαπράχθηκαν αυτήν και να επιστραφούν - αποδεσμευτούν όλα τα οχήματα που κατασχέθηκαν από το Τελωνείο, με εξαίρεση το επίδικο αυτοκίνητο για το οποίο η Αστυνομία είχε εξασφαλίσει διάταγμα κατακράτησής του στα πλαίσια της αίτησης αρ. 50/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Μετά από αίτηση της Εναγόμενης εταιρείας για ακύρωση του ως άνω διατάγματος κατακράτησης, το Δικαστήριο έδωσε μια τελευταία ευκαιρία στην Αστυνομία να κατακρατήσει το επίδικο αυτοκίνητο μέχρι την 13/7/
  4. Στις 11/7/2012 το Τελωνείο ενημέρωσε την Αστυνομία ότι προτίθετο να κατάσχει το επίδικο αυτοκίνητο ως υποκείμενο σε δήμευση, κάτι που έπραξε στις 13/7/
  5. Η Εναγόμενη εταιρεία, μέσω του δικηγόρου της, αμφισβήτησε την εκ νέου κατάσχεση του επίδικου αυτοκινήτου και προχώρησε στην καταχώρηση της αγωγής υπ' αρ. 4414/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ακολούθως, η πλευρά του Εναγόμενου 2 καταχώρησε την αγωγή αρ. 5272/2012 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Από τις 13/7/2012 το επίδικο αυτοκίνητο τελεί υπό την κατάσχεση του Εναγόμενου 2, ως υποκείμενο σε δήμευση, διαδικασία η οποία αμφισβητείται από την Εναγόμενη εταιρεία. Ο Ενάγοντας, εσφαλμένα καταχώρησε την παρούσα αγωγή γιατί όφειλε να προβεί σε άλλα δικαστικά διαβήματα, κατά τρόπο ώστε να προστεθεί ως διάδικος στις ως άνω αναφερόμενες αγωγές. Ο Ενάγοντας είχε ενημερωθεί για την καταχώρηση των ως άνω αγωγών στα γραφεία των δικηγόρων της Εναγόμενης εταιρείας, στις 22/11/2012, στην παρουσία της τότε δικηγόρου του, Rozitas Minischetti, όταν είχε έλθει στην Κύπρο από ενδιαφέρον για το επίδικο αυτοκίνητο, το οποίο μάλιστα επιθεώρησε προσωπικά στο χώρο όπου κρατείτο από το Τελωνείο. Κατά την ως άνω συνάντηση είχαν καταλήξει σε εξώδικη διευθέτηση της απαίτησης, με βάση την οποία η Εναγόμενη εταιρεία αποδέχτηκε να πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των €5.000, χωρίς αναγνώριση ευθύνης, με αντάλλαγμα την απόσυρση οποιασδήποτε απαίτησης του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας και με δέσμευση του να μεταβιβάσει τον Ιταλικό τίτλο εγγραφής του επίδικου αυτοκινήτου στην Εναγόμενη εταιρεία. Ο λόγος που τελικά δεν ολοκληρώθηκε ο ως άνω συμβιβασμός ήταν γιατί ο δικηγόρος της Εναγόμενης εταιρείας ζήτησε από το δικηγόρο του Ενάγοντα να αποσύρει το παράπονο του από την Ιταλική Αστυνομία για την ισχυριζόμενη κλοπή του, κάτι το οποίο ο Ενάγοντας αρνήθηκε να πράξει για άγνωστους λόγους. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 23, 25, 33, 30 και 35 του Συντάγματος, στο περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/60)άρθρα 21, 29, 31 και 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. 1 - 4, 8 και 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στα άρθρα 3 και 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, στα άρθρα 103, 104 και σχετικά Παραρτήματα του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 Ν. 94(Ι)/2004, στο Κοινοδίκαιο, στον Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμο 10(Ι)/94 άρθρο 14 και 27, στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου (General practice of the Court) στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου (Inherent powers of the Court) στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Θα προχωρήσω στην εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Εναγόμενης 4, ο διευθυντής της προβάλλει ότι το επίδικο αυτοκίνητο πωλήθηκε στην Εναγόμενη 4 στις 12/12/2011 από κάποιον Αδάμο Σοφοκλέους, ο οποίος το εισήγαγε από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Δεν μπορούσε να γνωρίζει και ούτε γνώριζε ότι αποτελούσε προϊόν κλοπής. Η θέση του Ενάγοντα, όπως προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, είναι ότι η Εναγόμενη 4 ενήργησε κακόπιστα, παράνομα και παράτυπα καθότι γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι το επίδικο αυτοκίνητο αποτελούσε προϊόν κλοπής και κατ' επέκταση παράνομα το ιδιοποιήθηκε και/ή το κατακράτησε και/ή συνωμότησε για την κλοπή του. Της αποδίδει επίσης ότι ενήργησε αμελώς καθότι παρέλειψε να ενεργήσει ώστε να διαπιστώσει ότι αυτό δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας και/ή νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι έστω κι αν ήταν καλή τη πίστη αγοραστής, δεν μπορούσε να αποκτήσει καλύτερο τίτλο από τον πωλητή, επειδή ο τελευταίος δεν πώλησε το επίδικο αυτοκίνητο στην Εναγόμενη 4 με τη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση του Ενάγοντα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι ίδιοι ισχυρισμοί αποτελούν μέρος της βάσης της αγωγής του Ενάγοντα. Από το μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον μου, δεν έχει διαφανεί κατά πόσο υπήρχε νόμιμος τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου αυτοκινήτου, πιο συγκεκριμένα πιστοποιητικό εγγραφής του ή οποιαδήποτε άλλα επίσημα έγγραφα των αρμόδιων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, όταν αυτό αγοράστηκε από την Εναγόμενη 4, από τα οποία θα μπορούσε να διαπιστωθεί ποιος ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου. Επισημαίνω ότι τα μόνα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εναγόμενης 4 είναι ένα τιμολόγιο πώλησης (sale invoice) προς τον Αδάμο Σοφοκλέους και δύο πανομοιότυπα τιμολόγια πώλησης του στην Εναγόμενη 4 (Τεκμήρια 1 και 2). Επιπλέον, δεν έχει διαφανεί μέσα από το μαρτυρικό υλικό κατά πόσο είχε γίνει εγγραφή του επ' ονόματι της Εναγόμενης 4, όπως προνοούν οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί. Αν δεν υπήρχε νόμιμος τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου αυτοκινήτου όταν αυτό αγοράστηκε από την Εναγόμενη 4, δεν θα μπορούσε ούτε η ίδια να αποκτήσει νόμιμα την ιδιοκτησία του. Σχετικό με τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης είναι και το άρθρο 27 του περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου αρ. 10
(1)/1994, το οποίο αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης και το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε εν ισχύι νόμου, όταν αγαθά πωλούνται από πρόσωπο που δεν είναι ο ιδιοκτήτης τους και ο οποίος δεν τα πωλεί με την εξουσιοδότηση ή τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο αγοραστής δεν αποκτά καλύτερο τίτλο για τα αγαθά από τον τίτλο του πωλητή, εκτός αν ο ιδιοκτήτης των αγαθών με τη συμπεριφορά του εμποδίζεται να αρνηθεί την εξουσιοδότηση του πωλητή για πώληση.» Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποκαλυφθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης 4. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 4 στη γραπτή του αγόρευση, προς ενίσχυση της θέσης του ότι δεν έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του Ενάγοντα, παρέθεσε αποσπάσματα από την υπόθεση A. A. Pilottos Limited κ.ά. ν. Houghton κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 783, την οποία παραλλήλησε με τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Δεν θα συμφωνούσα όμως ότι τα γεγονότα των δύο υποθέσεων είναι παρόμοια μεταξύ τους. Αυτό το οποίο αξίζει να επισημανθεί είναι ότι στην υπόθεση Pilottos (ανωτέρω), η πώληση του οχήματος στους Εφεσίβλητους έγινε μετά την εξέταση και παράδοση του οχήματος σ' αυτούς με όλα τα σχετικά έγγραφα που κατείχε η πωλήτρια εταιρεία. Μετά την εξέταση του οχήματος αποφάσισαν να προχωρήσουν στην αγορά του και στη μεταφορά του στην Αγγλία. Η πώληση του στους Εφεσίβλητους βασίστηκε πάνω στα έγγραφα που είχαν παρουσιάσει οι Εφεσείοντες στο Τελωνείο, κατά την άφιξη του οχήματος στη Λάρνακα. Αντίθετα, στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχει διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία, ποια ήταν τα επίσημα έγγραφα ή πιστοποιητικά τα οποία εξέτασε η Εναγόμενη 4, εκτός από το ως άνω αναφερόμενο τιμολόγιο, πριν αποφασίσει να προβεί στην αγορά του επίδικου αυτοκινήτου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο Ενάγοντας, με την υπό εξέταση αίτηση του, αξιώνει την έκδοση διαταγμάτων που να απαγορεύουν στους Εναγόμενους να πωλήσουν ή να μεταβιβάσουν ή χρησιμοποιούν ή να εκτελωνίσουν το επίδικο αυτοκίνητο. Αυτό το οποίο αναδύεται ως αδιαμφισβήτητο γεγονός από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό είναι ότι το επίδικο αυτοκίνητο κατασχέθηκε αρχικά από τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων (Εναγόμενο 2) κατά τον Φεβρουάριο του 2012, ενώ αυτό βρισκόταν σε χώρο πώλησης αυτοκινήτων της Εναγόμενης 4, προς διερεύνηση υπόθεσης ισχυριζόμενης κλοπής και κλεπταποδοχής και, στη συνέχεια, κατασχέθηκε ως υποκείμενο σε δήμευση, με βάση τις διατάξεις του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94
(1)/
  1. Στις 19/11/2012 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή υπ' αρ. 5272/12 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος δήμευσης αριθμού αυτοκινήτων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι και η Εναγόμενη 4 καταχώρησε εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 στο ίδιο Δικαστήριο, στις 3/10/2012, την αγωγή υπ' αρ. 4414/12 με την οποία επιζητά, μεταξύ άλλων θεραπειών, αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παράνομη κατάσχεση του επίδικου καθώς και άλλων αυτοκινήτων. Καθίσταται λοιπόν φανερό, ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ότι το επίδικο αυτοκίνητο δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή της Εναγόμενης 4, καθότι αυτό κατασχέθηκε από τoν Εναγόμενo 2, πολύ πριν καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί o Ενάγοντας να αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 4 τις αιτούμενες με την υπό εξέταση αίτηση του θεραπείες. Ειδικά δε, όσον αφορά το αιτητικό της παραγράφου Γ της αίτησης, με το οποίο ζητείται η έκδοση διατάγματος για απαγόρευση καταχώρησης ή/και συνέχιση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας για δήμευση του επίδικου αυτοκινήτου, αυτό το οποίο θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι, κατ' ουσίαν, η θεραπεία αυτή αφορά αποκλειστικά τον Εναγόμενο 2 ως τον κατά νόμο αρμόδιο να ζητήσει τη δήμευση του επίδικου αυτοκινήτου. Η Εναγόμενη 4 αναμφίβολα δεν έχει οποιαδήποτε νόμιμη εξουσία που να σχετίζεται με τη δήμευση του. Είναι λοιπόν φανερό ότι, ακόμα και στην περίπτωση που οι υπόλοιπες θεραπείες εναντίον της Εναγόμενης 4 πετύχαιναν, η υπό Γ αιτούμενη θεραπεία δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί. Στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του Ενάγοντα, για να καταδειχθεί ο κίνδυνος αποξένωσης του επίδικου αυτοκινήτου από την κατοχή του Εναγόμενου 2 και επιστροφής του στην Εναγόμενη 4 γίνεται αναφορά στις παραγράφους 16 και 17 της ενόρκου δηλώσεως του Γιώργου Ζαμπά, ημερομηνίας 6/9/2013, η οποία υποστηρίζει την αίτηση της Εναγόμενης 4, της ιδίας ημερομηνίας, για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και της υπό εξέταση αίτησης προς την Εναγόμενη
  2. Αφού μελέτησα με προσοχή τα όσα προβάλλονται από τους συνηγόρους του Ενάγοντα, τα οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου, έχω καταλήξει ότι η εισήγηση των συνηγόρων του Ενάγοντα δεν είναι βάσιμη. Δεν έχω διαπιστώσει ότι η πρόθεση του Εναγόμενου 2 είναι να άρει την κατάσχεση του επίδικου αυτοκινήτου και να προχωρήσει με την επιστροφή του στην Εναγόμενη
  3. Ούτε και από τα ίδια τα αποσπάσματα της ως άνω ενόρκου δηλώσεως, τα οποία παρατίθενται στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του Ενάγοντα, προκύπτει τέτοιος κίνδυνος. Κατά συνέπεια, η υπό εξέταση εισήγηση τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η θεραπεία την οποία, κατά την άποψη μου, μπορεί να προωθήσει ο Ενάγοντας εναντίον της Εναγόμενης 4 είναι η διεκδίκηση αποζημιώσεων για τις ζημιές τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία των ενεργειών της Εναγόμενης
  4. Οι οποιεσδήποτε ζημιές όμως, τις οποίες τυχόν υπέστη, είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής του. Δεν προσφέρεται για εξέταση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Όσον αφορά τις αιτούμενες εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 θεραπείες, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το επίδικο αυτοκίνητο έχει κατασχεθεί από το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων στις 11/7/2012, ως υποκείμενο σε δήμευση. Σχετική είναι η επιστολή του Τμήματος Τελωνείων, της ίδιας ημερομηνίας, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Διευθυντή της Εναγόμενης 4, η οποία υποστηρίζει την ένσταση της στην παρούσα αίτηση. Όπως είναι νομολογημένο, η κατάσχεση και η δήμευση αυτοκινήτου δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, με αποτέλεσμα η νομιμότητα της να μην υπόκειται στον αναθεωρητικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος (Ανδρέας Αριστοτέλους κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Οικονομικών κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 279). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Παραρτήματος (Διατάξεις σχετικές με τη δήμευση) του Νόμου 94
(1)/2004 η διαδικασία για δικαστική κήρυξη εις δήμευση εμπορεύματος που έχει κατασχεθεί, ως υποκείμενο σε δήμευση, είναι αστική. Όπως επίσης έχει αναφερθεί, ο Εναγόμενος 2 ήγειρε εναντίον της Εναγόμενης 4 την αγωγή υπ' αρ. 5272/12 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος δήμευσης του επίδικου αυτοκινήτου. Τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Εναγόμενων 1, 2 και 3, όσο και στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου τους, γίνεται αναφορά στο άρθρο 12 του Παραρτήματος (Διατάξεις σχετικές με τη δήμευση) του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94
(1)/2004, το οποίο προνοεί ότι σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία που αφορά δήμευση εμπορεύματος, το γεγονός της κατάσχεσης, ο τύπος και ο τρόπος διενέργειας της λογίζονται, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, ότι έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με το Νόμο, χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω απόδειξη. Αυτό το οποίο θα πρέπει να αναφερθεί είναι ότι το άρθρο αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση, η οποία αναμφίβολα δεν αφορά διαδικασία δήμευσης του επίδικου αυτοκινήτου. Έχοντας κατά νουν ότι η κατάσχεση του επίδικου αυτοκινήτου από τον Εναγόμενο 2 ουδέποτε ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε, καθίσταται φανερό ότι αυτή εξακολουθεί να είναι δεσμευτική. Κατά συνέπεια, η κατοχή του επίδικου αυτοκινήτου από τον Εναγόμενο 2 τεκμαίρεται, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ως καθ' όλα νόμιμη. Είμαι της άποψης ότι η οποιαδήποτε αμφισβήτηση της νομιμότητας της κατάσχεσης του επίδικου αυτοκινήτου είναι ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί και θα αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 5272/12 και όχι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Σοφοκλέους, ημερομηνίας 7/8/2013 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το παρόν Δικαστήριο δεν καλείται με την παρούσα αίτηση να εξετάσει τη νομιμότητα οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης διοικητικού οργάνου αλλά να κρίνει κατά πόσο ο Ενάγοντας υφίσταται συνέπειες από τη διαδικασία δήμευσης. Αυτό το οποίο θα πρέπει να αναφερθεί σε απάντηση της ως άνω θέσης είναι ότι οι συνέπειες τις οποίες τυχόν υφίσταται ο Ενάγοντας από την καταχώρηση της διαδικασίας δήμευσης είναι ζήτημα που δεν προσφέρεται για εξέταση στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Οι τυχόν συνέπειες που υφίσταται θα εξεταστούν κατά την ακρόαση της αγωγής του, ως ζήτημα συναρτώμενο με τις αποζημιώσεις τις οποίες τυχόν δικαιούται. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 κατακρατούν παράνομα το επίδικο αυτοκίνητο, δεν έχουν βάση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, με την παράγραφο Γ της αίτησης του ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι από του να προβούν σε καταχώρηση ή/και συνέχιση οποιασδήποτε διαδικασίας για δήμευση του επίδικου αυτοκινήτου. Έχει ήδη αναφερθεί ότι ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε στις 19/11/12 εναντίον της Εναγόμενης 4 την αγωγή υπ' αρ. 5272/12, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία ζητά τη δήμευση του επίδικου αυτοκινήτου. Είμαι της άποψης ότι δεν παρέχεται στο παρόν Δικαστήριο η εξουσία να εκδώσει διάταγμα, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, το οποίο θα ισοδυναμούσε με αναστολή ή/και απαγόρευση συνέχισης της διαδικασίας στην αγωγή υπ' αρ. 5272/12. Μόνο στην αγωγή εκείνη θα μπορούσε, κατά την άποψη μου, να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, έχοντας κατά νουν ότι η θεραπεία την οποία δικαιούται να αξιώνει εναντίον όλων των Εναγόμενων είναι η διεκδίκηση αποζημιώσεων για τη ζημιά την οποία τυχόν υπέστη από πράξεις ή παραλείψεις των Εναγόμενων, αυτό το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο οι Εναγόμενοι δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί προς όφελος του Ενάγοντα. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν έχει παρουσιαστεί ίχνος μαρτυρίας από πλευράς Ενάγοντα για μη φερεγγυότητα των Εναγόμενων. Αναφορικά με τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους, αναφέρεται ότι δεν προκύπτει θέμα δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αφού ο Ενάγοντας καθορίζει με την αγωγή του τις ισχυριζόμενες ζημιές του. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, έχοντας κατά νουν ότι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 κατ' ουσίαν θα στρέφεται εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν τίθεται ζήτημα μη ικανοποίησης της από τα κρατικά ταμεία. Όσον αφορά τη φερεγγυότητα της Εναγόμενης 4, στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην είναι σε θέση να μην πληρώσει το ποσό που ο Ενάγοντας αξιώνει με την αγωγή του σε περίπτωση που πετύχει στην έκδοση απόφασης. Παρατίθενται μάλιστα οικονομικά στοιχεία σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της εταιρείας για το έτος 2011 τα οποία, όπως αναφέρεται, είναι παρόμοια και για τα επόμενα χρόνια. Οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αντικρούστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο από πλευράς Ενάγοντα. Αντίθετα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν παρουσιάστηκε ίχνος μαρτυρίας από την πλευρά του για τη μη φερεγγυότητα οποιουδήποτε Εναγόμενου. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν έχει ικανοποιηθεί. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης προβάλλονται ως λόγοι ένστασης η καθυστέρηση από πλευράς Ενάγοντα αλλά και η απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων. Η νομολογία μας καταδεικνύει ότι τόσο το κατεπείγον του αιτήματος, όσο και η αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την παραχώρηση θεραπείας μονομερώς (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Στην υπό εξέταση υπόθεση, όπως έχω ήδη αναφέρει, το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα αλλά ζήτησε την επίδοση της αίτησης. Γι' αυτό και οι ως άνω προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης δεν θα εξεταστούν με βάση τα όσα έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία μας, αφού η αιτούμενη θεραπεία δεν έχει παραχωρηθεί μονομερώς. Θα εξεταστούν μεν αλλά για διαφορετικούς λόγους. Ο Ενάγοντας, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, διατείνεται ότι, μετά το διορισμό των δικηγόρων του στην Κύπρο, απέστειλε στις 19/3/2013 επιστολή, μέσω των δικηγόρων του, στον Αρχηγό Αστυνομίας με την οποία ζητούσε περαιτέρω στοιχεία για την υπόθεση. Μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν ήταν ενήμερος αν είχαν ξεκινήσει οποιεσδήποτε δικαστικές διαδικασίες για κατακράτηση του επίδικου αυτοκινήτου έτσι ώστε να παρέμβει σ' αυτές. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Σοφοκλέους, ημερομηνίας 7/8/2013, υπάρχει ισχυρισμός ότι για πρώτη φορά οι δικηγόροι του Ενάγοντα ενημερώθηκαν ότι εκκρεμεί η αγωγή υπ' αρ. 5272/12 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μετά την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, όταν παρέλαβαν την επιστολή του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/6/2013. Από πλευράς του ο διευθυντής της Εναγόμενης 4 στη δική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας είχε ενημερωθεί τόσο για την καταχώρηση της αγωγής 5272/13, όσο και της αγωγής 4414/13 από τις 22/11/2012, όταν είχε έρθει στην Κύπρο από ενδιαφέρον για το επίδικο αυτοκίνητο, το οποίο μάλιστα επιθεώρησε στο χώρο όπου κρατείτο. Η ως άνω ενημέρωση είχε γίνει στα γραφεία των δικηγόρων της Εναγόμενης 4, στην παρουσία της τότε δικηγόρου του. Στην ένορκη δήλωση του κάνει ακόμα αναφορά σε κάποια εξώδικη διευθέτηση η οποία είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, την οποία εκ των υστέρων απέρριψε ο Ενάγοντας. Ας σημειωθεί ότι όλα όσα έχουν παραταθεί αμέσως πιο πάνω, δεν αντικρούστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο από πλευράς Ενάγοντα, με αποτέλεσμα να παραμείνουν αναντίλεκτα (Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013). Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι ο Ενάγοντας ήταν ενήμερος από το Νοέμβριο του 2012 για την καταχώρηση της αγωγής υπ' αρ. 5272/12 από το διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων. Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου να παρέμβει στην ως άνω αγωγή. Αντ' αυτού όμως προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής οχτώ και πλέον μήνες μετά που ενημερώθηκε για την ύπαρξη της ως άνω αγωγής, προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της μετά την καταχώρηση της παρούσας. Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι οι υπό εξέταση λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, αναμφίβολα η πλάστιγγα γέρνει σαφώς προς όφελος των Εναγομένων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το επίδικο αυτοκίνητο κατασχέθηκε από το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων ο οποίος, πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, καταχώρησε την αγωγή υπ' αρ. 5272/12 με την οποία ζητά τη δήμευση του. Είμαι της άποψης ότι δεν θα ήταν πρόσφορο ούτε και επιτρεπτό να εκδοθεί διάταγμα στην παρούσα αγωγή με το οποίο εμμέσως να δεσμεύεται ή να αναστέλλεται η διαδικασία της αγωγής υπ' αρ. 5272/12. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι στην περίπτωση των Εναγόμενων 1, 2 και 3 που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο και η ένσταση τους ήταν κοινή, ένα σετ εξόδων θα επιδικαστεί. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα - κατάσχεση αυτοκινήτου από Τελωνείο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.