← Κύπρος

ΝΙΤΣΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 5934/13, 5/12/2014

ΝΙΤΣΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 5934/13, 5/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A411 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5934/13 Αίτηση ημερ. 18/12/13 Μεταξύ: ΝΙΤΣΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και 1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λευκωσία 2. Άντρης Αντωνιάδου, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, από τη Λευκωσία 3. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, από τη Λευκωσία 4. ΚεντρικήςΤράπεζας της Κύπρου, από τη Λευκωσία 5. Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου 6. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, από τη Λευκωσία Εναγομένων ---------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 5/12/2014 Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Χαραλάμπους για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση: κα Αχιλλέως (για να ακούσει απόφαση κ. Α. Χριστοφίδης) Για την Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Μαστορούδης (για να ακούσει απόφαση κα Σάββα) Για τους Εναγόμενους 4 και 5/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Ευαγγέλου (για να ακούσει απόφαση κ. Α. Γεωργίου) Για την Εναγόμενη 6/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Μ. Ευαγγέλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στο επίκεντρο της αγωγής της Ενάγουσας βρίσκονται τέσσερις καταθετικοί λογαριασμοί οι οποίοι περιγράφονται λεπτομερώς πιο κάτω, τους οποίους διατηρούσε με την Εναγόμενη 1. Με την αγωγή της ζητά, μεταξύ άλλων θεραπειών, την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να επεμβαίνουν παράνομα στους κατωτέρω περιγραφόμενους λογαριασμούς ή/και να κατακρατούν παράνομα ή/και να ιδιοποιούνται τους υπό αναφορά λογαριασμούς, διαζευκτικά δε αξιώνει αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων οι οποίοι, όπως διατείνεται, ενήργησαν με δόλο και/ή απάτη και/ή βαριά αμέλεια και/ή κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, και/ή των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με την υπό εξέταση αίτηση της, την οποία καταχώρισε μονομερώς, ζητά από το Δικαστήριο τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Παρεμπίπτον απαγορευτικό Διάταγμα, με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς και/ή ν' απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6, όπως από κοινού και/ή κεχωρισμένως και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς, προβαίνουν στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης και/ή στη συνέχιση οποιουδήποτε υφιστάμενου μέτρου και/ή στη λήψη οποιουδήποτε περαιτέρω μέτρου, μέσω του οποίου και/ή συνεπεία του οποίου, θα προκύπτει και/ή θα συνεπάγεται οποιαδήποτε μείωση και/ή μηδενισμός και/ή εξάλειψη και/ή μεταφορά και/ή αποξένωση και/ή μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση, ολικώς ή μερικώς και/ή ανταλλαγή και/ή συμψηφισμός ολικώς ή μερικώς και/ή οιασδήποτε μορφής άλλη παρέμβαση επί του οιουδήποτε πιστωτικού υπολοίπου των λογαριασμών και/ή καταθέσεων τακτής προθεσμίας και καταθέσεων για το συνολικό ποσό που εμφαίνεται κατωτέρω, που διατηρεί επί της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Εναγόμενης 1 και/ή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - Εναγόμενης 3 χωρίς την προηγούμενη απόδοση δίκαιης αποζημίωσης και/ή χωρίς να προηγηθεί ο καθορισμός εύλογης αποζημίωσης σε ταχύ χρόνο από αρμόδιο Δικαστήριο ασκών Αστική Δικαιοδοσία, στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι την πλήρη περάτωση της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας αγωγής του Δικαστηρίου:
  2. i)με αρ. λογαριασμού υπ' αρ. 08131026809 για το συνολικό ποσό των €10.873,95,
  3. ii)με αρ. λογαριασμού 08109035653 για το συνολικό ποσό των €354.134,79, iii) με αρ. λογαριασμού 08111015410 για το συνολικό ποσό των €31.213,75,
  4. iv)με αρ. λογαριασμού 08109021237 για το συνολικό ποσό των €51.384,42. Β. Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και/ή οποιοδήποτε από αυτούς και/ή ν' απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6, όπως από κοινού και/ή κεχωρισμένως και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς από του να προβαίνουν στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης και/ή στη συνέχιση οποιουδήποτε υφιστάμενου μέτρου και/ή στη λήψη οποιουδήποτε περαιτέρω μέτρου, μέσω του οποίου και/ή συνεπεία του οποίου θα προβαίνουν σε μηδενισμό και/ή μείωση και/ή εξάλειψη και/ή επιβάρυνση ολικώς ή μερικώς και/ή μεταφορά και/ή μεταβίβαση και/ή αποξένωση και/ή ανταλλαγή και/ή συμψηφισμό ολικώς ή μερικώς, των λογαριασμών και καταθέσεων τακτής προθεσμίας και/ή καταθέσεων για το συνολικό ποσό που εμφαίνεται ανωτέρω, που διατηρεί επί της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Εναγόμενης 1 και/ή επί της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - Εναγόμενης 3, προς το σκοπό αποφυγής άμεσου αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και/ή οποιουδήποτε από αυτούς, μέχρι τελικής περατώσεως της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Παρεμπίπτον Απαγορευτικό Διάταγμα, με το οποίο ν' απαγορεύεται στους Καθ' ων η Αίτησις 1 και/ή στους Καθ' ων η Αίτησις 3 από κοινού και/ή στον καθένα ξεχωριστά και/ή στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή ειδικούς διαχειριστές της περιουσίας τους και/ή τους υπηρέτες τους και/ή τους εκδοχείς τους, όπως αποξενώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν, πωλήσουν, διαθέσουν μερικώς και/ή ολικώς την πιο κάτω περιγραφόμενη περιουσία, η οποία τους ανήκει ιδιοκτησιακά και/ή είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι τους και/ή της οποίας είναι δικαιούμενοι σε ιδιοκτησία, μερικώς και/ή ολικώς, μέχρι πλήρους περατώσεως της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου: (α) Γερμασόγεια, Π. Γερμασόγειας, Εγγραφή 20349, Τμήμα 4, Τεμ. 241, Μερίδιο Όλο, Οικόπεδο.» Στην ένορκη δήλωση της, η οποία στηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, περιλαμβάνονται γεγονότα αλλά και νομικά επιχειρήματα, τα οποία όμως θα σχολιαστούν εκτενώς από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης. Στο στάδιο αυτό θα αρκεστώ σε σύνοψη των γεγονότων της ενόρκου δηλώσεως: Με απόφαση του Eurogroup, ημερομηνίας 25/3/2013 αποφασίστηκε, ανάμεσα σε άλλα, με την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η λεγόμενη εξυγίανση της Εναγόμενης 1, προς τον σκοπό αποφυγής, σύμφωνα με το λεκτικό της σχετικής απόφασης, άτακτης χρεοκοπίας της, αλλά και προς τον σκοπό εξυγίανσης, σμίκρυνσης και αναδιάρθρωσης του Τραπεζικού τομέα της Κύπρου. Στις 22/3/2013 ψηφίστηκαν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και δημοσιεύτηκαν στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, σειρά Νόμων, μεταξύ των οποίων και ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος, αρ. 17

(1)/2013. Σκοπός της ως άνω νομοθεσίας ήταν και είναι η αναδιάρθρωση, σμίκρυνση και εξυγίανση, όπως κατ' ευφημισμό υπάρχει ισχυρισμός, του Τραπεζικού Τομέα της Κύπρου. Στην πραγματικότητα, με βάση τον ως άνω Νόμο και τα δυνάμει αυτού εκδοθέντα διατάγματα υπό των Εναγομένων 4 και 5, με τη συνέργεια της Εναγόμενης 6, μέσω του Υπουργού Οικονομικών, προς βλάβη των συμφερόντων της Ενάγουσας, πουλήθηκαν ή μεταβιβάστηκαν με άγνωστο αντίτιμο οι εργασίες της Εναγόμενης 1 προς την Εναγόμενη 3, συμπεριλαμβανομένων και των καταθέσεων της Ενάγουσας που περιγράφονται λεπτομερώς πιο πάνω, χωρίς οποιαδήποτε πληρωμή και απόδοση δίκαιης αποζημίωσης. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 9 του πιο πάνω αναφερομένου Νόμου, στις 25/3/2012 εκδόθηκαν από τους Εναγόμενους 4 και 5, με τη συνέργεια της Εναγόμενης 6, το διάταγμα Κ.Δ.Π. που αναφέρεται ως «το περί της πώλησης ορισμένων εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, διάταγμα του 2013», και το διάταγμα Κ.Δ.Π. 104/2013, ημερομηνίας 29/3/2013, το οποίο αναφέρεται ως "Το περί της πώλησης ορισμένων εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, διάταγμα του 2013". Στα διατάγματα αυτά μεταβιβάζονται προς την Εναγόμενη 3 την 29/3/2013 όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, δηλαδή τίτλοι ιδιοκτησίας και δικαιώματα. Με βάση το άρθρο 3
(1)του ιδίου Νόμου, η Εναγόμενη 4, υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης, δύναται να αποφασίζει από κοινού με την Εναγόμενη 2, την οποία έχει διορίσει ως την ειδική διαχειρίστρια για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στην Εναγόμενη 1, τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, μέτρα τα οποία έλαβαν με την διενεργηθείσα πώληση ή και μεταβίβαση των εργασιών της Εναγόμενης 1 στην Εναγόμενη 3. Τα πιο πάνω μέτρα εξυγίανσης, που είχαν ως συνέπεια την απώλεια των καταθέσεων της Ενάγουσας στην Εναγόμενη 1, αλλά και κάθε μέτρο εξυγίανσης, ως μέτρο επέμβασης επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, δηλαδή των καταθέσεων των πιστωτών στην Εναγόμενη 1, τελούν ρητά και κατηγορηματικά, με βάση το άρθρο 3
(2)(ζ) του ως άνω Νόμου, υπό την προστασία των προνοιών του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με την έκδοση των πιο πάνω περιγραφόμενων Κ.Δ.Π. καταπατήθηκε και καταστρατηγήθηκε απροκάλυπτα το άρθρο 3
(2)(ζ) του ως άνω Νόμου. Με βάση τα ως άνω αναφερόμενα διατάγματα, ως ποσό προστατευμένης κατάθεσης καθορίστηκε αυτό των €100.000, το οποίο μεταβιβάζεται με την πώληση της Εναγόμενης 1, ως περιουσιακό της στοιχείο, στην Εναγόμενη 3, οποιοδήποτε δε ποσό επιπλέον των €100.000 παραμένει στην Εναγόμενη 1, η οποία αποκαλείτο από την Εναγόμενη 4 ως η «κακή» τράπεζα, και θα ετύγχανε όλων των μέτρων εξυγίανσης, εξικνουμένων μέχρι και της τελικής εκκαθάρισης. Ξαφνικά, στις 30/4/2013 έπαυσε να υφίσταται ο διαχωρισμός «καλής» και «κακής» τράπεζας, χωρίς οποιαδήποτε δημόσια εξήγηση ή άλλο νομοθετικό διάβημα και όλες οι υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, προφανώς με εντολή των Εναγομένων 4 ή και 5, μεταβιβάστηκαν, άγνωστο με ποιο αντίτιμο, στην Εναγόμενη 3, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται με ολόκληρο το ποσό που οφείλει η Εναγόμενη 1 στον E.L.A., ύψους €11.000.000.000 περίπου, πλέον όλα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια κάθε φύσης. Ως αποτέλεσμα, όλοι οι πελάτες της Εναγόμενης 1 θεωρούνται και είναι από 30/4/2013 πελάτες της Εναγόμενης 3, με όλες τις συνέπειες που αυτό έχει όταν υποκαθίστανται όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που υπέχει η Εναγόμενη 1 προς τους πελάτες της. Με τα όσα έπραξαν οι Εναγόμενοι 4 και 5, όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω, επιχειρούν να οδηγήσουν την Εναγόμενη 1 σε εκκαθάριση, προς πλήρη καταδολίευση των πιστωτών/καταθετών της, μεταξύ των οποίων είναι και η Ενάγουσα. Όλες οι ως άνω περιγραφόμενες πράξεις ή και παραλείψεις των Εναγόμενων 1 - 6, εις βάρος της περιουσίας της Ενάγουσας, γίνονται με κακή πίστη, είναι έκδηλα παράνομες και επιπλέον είναι αποτέλεσμα δόλου ή και βαριάς αμέλειας εκ μέρους τους. Με βάση τα πιο πάνω καθίσταται ξεκάθαρο ότι οι Εναγόμενες 1 και 3 κατέστησαν αφερέγγυες, με συνέπεια, εάν επιτραπεί η μεταβίβαση ή και αποξένωση των πιο πάνω αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πέραν των Εναγόμενων 1, 2 και 3, είναι δυνατό η απόφαση του Δικαστηρίου, που δυνατό να εκδοθεί προς όφελος της Ενάγουσας, να μείνει ανικανοποίητη. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης. Όλοι οι Εναγόμενοι παρουσιάστηκαν στη διαδικασία και εναντιώθηκαν στα αιτούμενα διατάγματα. Με τις ειδοποιήσεις πρόθεσης ένστασης, τις οποίες καταχώρισαν, προβάλλουν σειρά λόγων ένστασης, οι οποίοι κατά το μεγαλύτερο τους μέρος είναι ταυτόσημοι. Οι βασικοί, από τους λόγους ένστασης, είναι οι ακόλουθοι:
(1)Τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να παραχωρηθούν για το λόγο ότι με αυτά επιζητείται άμεσα ή έμμεσα η παραβίαση και/ή η αναστολή των σχετικών Νόμων και/ή Κανονισμών, βάσει των οποίων έχουν ληφθεί τα μέτρα εξυγίανσης. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας.
(2)Ο αναφερόμενος τραπεζικός λογαριασμός της Αιτήτριας δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα σε συγκεκριμένο ποσό χρημάτων αλλά καταγεγραμμένη κατάσταση της συμβατικής σχέσης του καταθέτη και της τράπεζας ως πιστωτή και οφειλέτη αντίστοιχα.
(3)Η θεραπεία που ζητά η Αιτήτρια είναι πρόωρη για το λόγο ότι για την παροχή τέτοιας θεραπείας θα πρέπει να προηγηθεί δικαστική απόφαση που να κηρύσσει αντισυνταγματικά και/ή παράνομα τα διατάγματα Κ.Δ.Π. 94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013 και/ή οποιοδήποτε άλλο διάταγμα έχει εκδοθεί από τον Εναγόμενο 5.
(4)Η Ενάγουσα δεν έχει αποκαλύψει αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα.
(5)Η αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση διαταγμάτων αυτής της φύσης.
(6)Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου για το λόγο ότι τα ως άνω αναφερόμενα διατάγματα έχουν ήδη εκτελεστεί και τα μέτρα διάσωσης έχουν ήδη ληφθεί, ο δε Νόμος 17
(1)/2013 και τα δυνάμει αυτού εκδοθέντα διατάγματα βρίσκονται σε ισχύ και είναι δεσμευτικά τόσο για τα θιγόμενα μέρη όσο και για το Δικαστήριο.
(7)Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), είναι με το μέρος των Εναγομένων. Πρόσθετα των ως άνω λόγων, η Εναγόμενη 3 στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της προβάλλει τον ακόλουθο λόγο ένστασης: Η υπό εξέταση απαίτηση της Ενάγουσας δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Εναγόμενη 3 από την Εναγόμενη 1, ως εμφαίνεται και από τους ρητούς όρους της Κ.Δ.Π. 104/2013 και ως εκ τούτου η Εναγόμενη 3 ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα αίτηση. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Εναγόμενων 1 και 2 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μάριου Αρίστου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των Εναγόμενων 1 και 2, η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της Εναγόμενης 3 από την ένορκη δήλωση της υπαλλήλου της, Μαρίας Μιχαήλ, η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Εναγόμενων 4 και 5 από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού, υπαλλήλου στην Κεντρική Τράπεζα και η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της Εναγόμενης 6 από την ένορκη δήλωση του Γιώργου Σκλάβου, οικονομικού λειτουργού στο Υπουργείο Οικονομικών. Στις ένορκες δηλώσεις των Εναγόμενων 1, 2, 4, 5 και 6 γίνεται μια αναδρομή στην οικονομική κατάσταση των Εναγουσών 1 και 3, στην κατάσταση της Κυπριακής οικονομίας πριν το Μάρτιο του 2013 καθώς και στους λόγους που οδήγησαν στη θέσπιση του Νόμου 17
(1)/2013 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων διαταγμάτων. Η υπό εξέταση ένσταση βασίζεται στα άρθρα 23
(8)(δ), 25, 26, 28, 118, 119, 146, 183 του Συντάγματος, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 Άρθρα 29, 30, 31 και 32, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, Άρθρα 4, 5, 7 και 9, επί του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου - Κεφ. 149, Άρθρα 36, 37, 39, 44, 51, επί των Αρχών της Καλής Πίστης, επί των Αρχών Απαγόρευσης του Αδικαιολόγητου και/ή Αθέμιτου Πλουτισμού, επί των Αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης, επί του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013, Άρθρα 3
(1),
(2)(β)(δ)(ζ), 5
(12)(α), 6
(1), 7
(1)και 9 επί της Κ.Δ.Π. 94/2013 ημερ. 25.03.2013, φέρων τον τίτλο, «το Περί της Πώλησης των Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2013», επί της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερ. 29.03.2013, φέρουσας τον τίτλο «το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2013», επί των Άρθρων 6
(2)(δ) και 20
(1)(α)(β) του Περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου του 2002 Ν.138(Ι)/2002, επί του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν. 66(Ι)/997 ως ετροποποιήθη από τον Ν. 14(Ι)/2013, Άρθρο 2
(1), επί του Περί της Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμου 16(Ι)/2013 Άρθρο 2(α), ως επίσης και των Συναφών Κανονισμών που απορρέουν από τον εν λόγω Νόμο και συγκεκριμένα την παρα. 8, επί του Άρθρου 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2007/C303/01, επί του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επί της υπόθεσης Folley v Hill
(1848)2. H.L P.28, της υπόθεσης Midland Bank Ltd v. Conway Corp.
(1965)2 All E.R. 972 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, θ.θ 1, 2, Δ.48 θ.θ 1,2, Δ.64, θ.θ 1,2, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, Άρθρα 29-31, κατά παράβαση των Αρχών του Κράτους Δικαίου, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και της Συμφύτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Θα προχωρήσω στην εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
  1. Αυτό το οποίο προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο από μια αντιπαραβολή των ισχυρισμών οι οποίοι περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που υπάρχουν ενώπιον μου, είναι ότι η Ενάγουσα ήταν η δικαιούχος των τεσσάρων πιο πάνω περιγραφόμενων τραπεζιτικών λογαριασμών στην Εναγόμενη
  2. Με τα υπό Α και Β αιτούμενα διατάγματα ζητά κατ' ουσίαν να απαγορευθεί στους Εναγόμενους να επεμβαίνουν στους ως άνω λογαριασμούς - καταθέσεις της. Με το υπό Γ αιτούμενο διάταγμα επιδιώκει τη δέσμευση του ακινήτου που περιγράφεται στην αίτηση. Όπως αναφέρει η Ενάγουσα στην ένορκη δήλωση της, η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, οι ως άνω περιγραφόμενοι λογαριασμοί - καταθέσεις της μεταβιβάστηκαν, μαζί με όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, στην Εναγόμενη 3, χωρίς καμιά πληρωμή και δίκαιη αποζημίωση. Τα μέτρα εξυγίανσης που εφαρμόστηκαν επί της Εναγόμενης 1, δυνάμει των Κ.Δ.Π. 94/2013 και 104/2013, ως μέτρο επέμβασης επί των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων, συγκεκριμένα επί των ως άνω περιγραφόμενων καταθέσεων της τελούν, με βάση το άρθρο 3
(2)(ζ) του Νόμου 17
(1)/2013 υπό την προστασία των προνοιών του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 6 με έκδηλα παράνομο τρόπο, ως ισχυρίζεται, οικειοποιούνται την περιουσία της χωρίς κανένα νομικό έρεισμα, χωρίς να προσφέρεται οποιοδήποτε αντάλλαγμα και προς το σκοπό αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων και ιδιαίτερα χωρίς καμιά πληρωμή το ταχύτερο δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης για την απώλεια της, μετατρέποντας την, παράνομα και αντισυνταγματικά, από πιστωτή - καταθέτη της τράπεζας σε πιστωτή μιας υπό εκκαθάριση τράπεζας, ήτοι της Εναγόμενης
  1. Είμαι της άποψης ότι την απάντηση στα ως άνω εγειρόμενα ζητήματα της Ενάγουσας δίνει η θεμελιακή υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., υπόθεση αρ.551/2013, ημερ. 7/6/
  2. Θεωρώ ορθό να μεταφέρω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης. «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα.» Περαιτέρω, σε άλλο απόσπασμα της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ως προς τούτο δε, είναι σημαντικό να τονισθεί και η θεμελιακή διάσταση του άρθρου 3
(2)(δ) του Νόμου ότι οι πιστωτές (και τούτο αναφέρεται σε όλους τους πιστωτές, περιλαμβανομένων των καταθετών) του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος (εδώ της Λαϊκής) «δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση». Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ' επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Αυτό το οποίο προκύπτει, αβίαστα, ως συμπέρασμα, με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα είναι ότι οι ως άνω περιγραφόμενοι λογαριασμοί - καταθέσεις δεν αποτελούν περιουσιακό στοιχείο της Ενάγουσας. Κατ' επέκταση, η Ενάγουσα δεν έχει οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί των ως άνω περιγραφόμενων καταθέσεων. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, δεν δικαιούται να παραπονείται για επέμβαση επί των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων, συγκεκριμένα επί των ως άνω καταθέσεων, ούτε να ζητά την απαγόρευση επέμβασης σ' αυτούς από τους Εναγόμενους. Δεν δικαιούται επίσης να προβάλλει ισχυρισμούς περί οικειοποίησης, ιδιοποίησης ή παράνομης επέμβασης επί της κατ' ισχυρισμόν περιουσίας της. Επιπλέον, ενόψει των όσων επεξηγούνται πιο πάνω, δεν έχει καταδειχθεί η παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. Το δικαίωμα της Ενάγουσας, ως καταθέτη, όπως οριοθετείται από το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου 17
(1)/2013 περιορίζεται στη διεκδίκηση αποζημιώσεων για την πρόκληση ζημιάς, την οποία τυχόν υπέστη, η έκταση της οποίας συνίσταται στο κατά πόσο έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Η έκταση δε της ζημιάς την οποία υπέστη δεν είναι ζήτημα το οποίο μπορεί να καθοριστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, αλλά στα πλαίσια της αγωγής της. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της περί απάτης, δόλου και αμέλειας των Εναγομένων, αναμφιβόλως είναι ζητήματα που μπορούν να προβληθούν στα πλαίσια της αγωγής της, σε συνάρτηση με τις αποζημιώσεις τις οποίες τυχόν δικαιούται, οι οποίες όμως δεν μπορούν να εκφεύγουν του πλαισίου, το οποίο έχει προδιαγραφεί από το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου 17
(1)/
  1. Αναφορικά με τη θέση της ότι οι ως άνω καταθέσεις έχουν μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου, στην Εναγόμενη 3 δηλαδή, θα πρέπει να γίνει και πάλι μνεία στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω), στην οποία αναφέρεται ότι η φύση της σχέσης των καταθετών της Τράπεζας Κύπρου με την Τράπεζα Κύπρου είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη που έχει εξηγηθεί ως προς τη σχέση των καταθετών της Λαϊκής με τη Λαϊκή. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι η Ενάγουσα δεν έχει ικανοποιήσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, με αποτέλεσμα τα υπό Α και Β αιτούμενα διατάγματα να μην μπορούν να εκδοθούν. Όσον αφορά το υπό Γ αίτημα το οποίο αφορά δέσμευση του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου, αναμφιβόλως αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής της Ενάγουσας. Η αιτούμενη δέσμευση του συνδέεται με την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
  2. Επισημαίνω ότι στην παράγραφο 34 της ενόρκου δηλώσεως της προβάλλει ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο στην παράγραφο Γ διάταγμα είναι δυνατόν να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση που τυχόν εκδοθεί προς όφελος της. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, παρά το ότι, όπως διαφαίνεται από τη νομολογία μας περιττεύει η εξέταση της, στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι δεν συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980), εντούτοις θεωρώ ορθό όπως σχολιάσω τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας οι οποίοι περιέχονται στην παράγραφο 34 της ενόρκου δηλώσεως της. Αυτό το οποίο συγκεκριμένα ισχυρίζεται η Ενάγουσα είναι ότι μετά το διορισμό της Εναγόμενης 2, η Εναγόμενη 1 αλλά και η Εναγόμενη 3, για την οποία επίσης έχουν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης, κατέστησαν αφερέγγυες, με συνέπεια εάν επιτραπεί η μεταβίβαση ή η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, πέραν των Εναγόμενων 1, 2 και 3 είναι δυνατόν η απόφαση του Δικαστηρίου που θα εκδοθεί προς όφελος της να μείνει ανικανοποίητη. Πέραν του ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί αφερεγγυότητας των Εναγόμενων 1, 2 και 3 παρέμεινε γενικός και αόριστος, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων που θα μπορούσαν να τον τεκμηριώσουν, θα πρέπει να γίνει μνεία στα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 37 της ενόρκου δηλώσεως του Μιχάλη Στυλιανού, η οποία συνοδεύει την ένσταση των Εναγόμενων 4 και
  1. Όπως αναφέρεται συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 4 είναι αυτόνομη, έχει το δικό της προϋπολογισμό και είναι θεσμικά ανεξάρτητο όργανο, εντεταλμένη στο Ευροσύστημα, κατέχει περιουσία κινητή και ακίνητη, σε περίπτωση δε επιτυχίας της αγωγής θα μπορεί η Ενάγουσα να αποζημιωθεί πλήρως. Ας σημειωθεί ότι παρόμοιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και στην παράγραφο 62 της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Σκλάβου, η οποία συνοδεύει την ένσταση της Εναγόμενης
  2. Επισημαίνω ότι οι ως άνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν αντικρούστηκαν από πλευράς Ενάγουσας. Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν έχει ικανοποιηθεί. Μεταξύ των λόγων ένστασης που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 1,2, 3 και 6 είναι και το ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθότι τα επίδικα διατάγματα Κ.Δ.Π. 103/2013 και 104/2013 έχουν ήδη εκτελεστεί και τα μέτρα εξυγίανσης έχουν ήδη ληφθεί, ο δε επίδικος Νόμος 17
(1)/2013 και τα δυνάμει αυτού εκδοθέντα διατάγματα βρίσκονται σε ισχύ και είναι δεσμευτικά τόσο για τα θιγόμενα μέρη, όσο και το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα, σε σχέση με το υπό συζήτηση ζήτημα: «Ούτε θα διέφερε καθόλου η κατάληξη αυτή από την κατάληξη που θα είχαν οι προσφυγές, αν το Δικαστήριο ανελάμβανε δικαιοδοσία, σε περίπτωση επιτυχίας τους. Δεδομένου ότι, όπως ετόνισε ιδιαιτέρως ο Γενικός Εισαγγελέας, οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη το μόνο που θα μπορούσαν οι καταθέτες Αιτητές να είχαν ως μέτρο ικανοποίησής τους θα ήταν, σύμφωνα με το Άρθρο 146 και τη νομολογία, το δικαίωμα αγωγής ως προς τη ζημία που θα είχαν υποστεί λόγω των Διαταγμάτων που θα ακυρώνοντο. Και η αποτίμηση της ζημίας αυτής δεν θα μπορούσε παρά να αναδείκνυε, ως το ζητούμενο, και πάλι το κατά πόσο, με την έκδοση των Διαταγμάτων, οι καταθέτες Αιτητές ευρέθησαν σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη που θα ευρίσκοντο αν τα Διατάγματα δεν είχαν ακυρωθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους.» Στο άρθρο 5
(1)της Κ.Δ.Π. 104/2013 αναφέρεται ότι η Λαϊκή Τράπεζα (Εναγόμενη 1) μεταβιβάζει στο αποκτών μέρος, δηλαδή στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Εναγόμενη 3) όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ως άνω διατάγματος. Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του ιδίου διατάγματος ως «ημερομηνία μεταβίβασης» καθορίζεται η 29η Μαρτίου 2013 και ώρα 06:10 π.μ. Υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι τα μέτρα εξυγίανσης που περιγράφονται στην Κ.Δ.Π. 104/2013 έχουν ήδη συντελεστεί από τις 29/3/2013 με αποτέλεσμα η αιτούμενη από την Ενάγουσα θεραπεία να έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Η ήδη συντελεσθείσα εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης συναρτάται άμεσα κατά την άποψη μου και με το ζήτημα της διατήρησης της κατάστασης πραγμάτων (status quo). Όπως αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των Εναγομένων 1 και 2, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων όχι μόνο δεν είναι αναγκαία για τη διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής αλλά ουσιαστικά θα την ανέτρεπε. Η θέση αυτή των Εναγομένων 1 και 2 με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο καθότι, πέραν των άλλων επιπτώσεων που θα είχε η τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα ανέτρεπε και την κατάσταση η οποία είχε διαμορφωθεί πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με την εφαρμογή των προνοιών του διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/2013. Επιπλέον και στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας η πλάστιγγα κλείνει προς την πλευρά των Εναγόμενων. Είμαι της άποψης ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ανέτρεπε τη δρομολογηθείσα εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, με ορατούς πλέον τους κινδύνους κατάρρευσης ολόκληρου του τραπεζιτικού συστήματος αλλά και της Κυπριακής οικονομίας γενικότερα. Αντίθετα, για τους λόγους που έχουν ήδη επεξηγηθεί, δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε απώλεια στην Ενάγουσα από τη μη έκδοση των διαταγμάτων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Ενάγουσα προβάλλει έκδηλη παρανομία των ληφθέντων μέτρων εξυγίανσης καθότι παραβιάζουν, ως εισηγείται, συνταγματικές διατάξεις, ως επίσης και αρχές του Ευρωπαϊκού δικαίου. Εισηγείται ακόμα ότι υπάρχει έκδηλη παρανομία στο Νόμο 17
(1)/2013 για το λόγο ότι υπάρχει ταύτιση στο ίδιο πρόσωπο της αρμόδιας εποπτικής αρχής για τις τράπεζες και της αρμόδιας αρχής εξυγίανσης. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, επενεργεί τεκμήριο συνταγματικότητας το οποίο ανατρέπεται μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι ο νόμος είναι αναπόδραστα αντισυνταγματικός. Οι διατάξεις του παραμένουν ισχυρές εκτός εάν κηρυχθούν αντισυνταγματικές από το Δικαστήριο. Θεώρηση της συνταγματικότητας νόμου μπορεί να επιτευχθεί μέσα στα πλαίσια των αρχών και της διαδικασίας που προβλέπουν οι κείμενοι νόμοι και κανονισμοί (A. Efthymiou Enterprises Ltd κ.ά. ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1596 και The Board for the Registration of Architects & Civil Engineers v. Chr. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640). Η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρι να κηρυχθεί αντισυνταγματικός. Το Δικαστήριο, στο προδικαστικό αυτό στάδιο, αναμφίβολα δεν θα μπορούσε να εξετάσει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Νόμου 117
(1)/2013 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων διαταγμάτων. Ο ως άνω νόμος και τα διατάγματα θωρακίζονται με το τεκμήριο της συνταγματικότητας. Όσον αφορά τη θέση της Ενάγουσας ότι υπάρχει ταύτιση της αρμόδιας εποπτικής αρχής για τις τράπεζες με την αρμόδια αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να επισημάνω ότι, όπως η ίδια η Ενάγουσα δέχεται στην παράγραφο 18 της ενόρκου δηλώσεως της, η αμφισβήτηση της νομιμότητας των πράξεων της Κεντρικής Τράπεζας (Εναγόμενης 4) στην οποία έχουν ανατεθεί και οι δύο ως άνω εξουσίες, εμπίπτουν στην σφαίρα του Διοικητικού Δικαίου και αφορά προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος. Οι Εναγόμενοι στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα για το λόγο ότι με αυτά επιζητείται άμεσα ή έμμεσα η παραβίαση και/ή η αναστολή των σχετικών Νόμων και/ή κανονισμών, βάσει των οποίων έχουν ληφθεί τα μέτρα εξυγίανσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τόσο ο Νόμος 17
(1)/2013, όσο και τα δυνάμει αυτού εκδοθέντα διατάγματα είναι θωρακισμένα με το τεκμήριο της συνταγματικότητας, δεν έχουν ακυρωθεί ή ανακληθεί και εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ. Είμαι της άποψης ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με παράκαμψη της ισχύος των υπό αναφορά διαταγμάτων. Η τυχόν έκδοση τους θα οδηγούσε στο ανεπίτρεπτο αποτέλεσμα το ίδιο το Δικαστήριο να μη συμμορφώνεται με Νόμους και κανονισμούς που εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ. Όπως προκύπτει δε από την απόφαση Χριστοδούλου (ανωτέρω), με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, η ανάγκη η οποία οδήγησε στην άμεση θέσπιση του Νόμου 17
(1)/2013 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων διαταγμάτων ήταν η αποφυγή του κινδύνου της άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψη τους, δυνάμει των σχετικών σχεδίων προστασίας καταθέσεων. Εν πολλοίς θα το θεωρούσα ανεπίτρεπτο το ίδιο το Δικαστήριο να παραβιάζει, με την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας, τα μέτρα εξυγίανσης που εφαρμόστηκαν δυνάμει των ως άνω αναφερομένων διαταγμάτων, η θέσπιση των οποίων ως απώτερο σκοπό είχε τη διάσωση της Κυπριακής οικονομίας. Όσον αφορά το λόγο ένστασης της Εναγομένης 3 ότι η απαίτηση της Ενάγουσας δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε από την Εναγομένη 1, είμαι της άποψης ότι η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του άρθρου 5
(1)της Κ.Δ.Π.104/2013, στο οποίο περιγράφεται τι ακριβώς μεταβιβάζεται στην Εναγομένη 3, αντίθετα, καταρρίπτεται από αυτό. Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι όπου υπάρχει κοινή εκπροσώπηση Εναγομένων από τον ίδιο δικηγόρο, ένα σετ εξόδων θα επιδικαστεί. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον διάταγμα - κούρεμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.