← Κύπρος

Χάρις Χαρικλή ν. Τεύκρου Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4899/14, 17/12/2014

Χάρις Χαρικλή ν. Τεύκρου Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4899/14, 17/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A426 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 4899/14 Μεταξύ: Χάρις Χαρικλή Ενάγουσα και Τεύκρου Κωνσταντίνου Αναστάσιου Αραμπατζή Έφης Αραμπατζή Εναγομένων Ημερομηνία: 17/12/2014 Εμφανίσεις : Για αιτήτρια/ενάγουσα׃ κα Χαραλάμπους (για την απαγγελία της απόφασης η κα Α. Πολυκάρπου) Για καθ' ων η αίτηση/εναγόμενους 1-3 ׃ κ. Α. Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η οριστικοποίηση ή όχι του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 28/11/2014 μετά από μονομερή αίτηση της ενάγουσας/αιτήτριας αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Με αυτό οι εναγόμενοι 1-3 εμποδίζονται να προσεγγίζουν την ενάγουσα σε απόσταση μικρότερη των 2 μέτρων και να επικοινωνούν με αυτήν. Το διάταγμα αυτό, συνάντησε την ένσταση των τριών εναγομένω/καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση αφού η ευπαίδευτη δικηγόρος της αιτήτριας απλώς υιοθέτησε τα όσα εκτίθενται στην αίτηση και τις ένορκες δηλώσεις που την στηρίζουν. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates

(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρείς προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi, πιο πάνω αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Αποτελεί μεταξύ άλλων, λόγο ένστασης, ότι τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν γιατί η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού όχι μόνο απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, αλλά και παραπλάνησε το Δικαστήριο θέτοντας ενώπιον του ψευδή γεγονότα. Είναι αναγκαίο λοιπόν και πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, να εξετασθεί η εισήγηση αυτή των καθ' ων η αίτηση, αφού η αποδοχή της καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996), 1 Α.Δ.Δ. 597). Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο καθ΄ ου η αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (βλ. το σύγγραμμα «The Mareva Injunction and Related Orders», Mark S.W. Hoyle, 1997, 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001), 1 Α.Α.Δ. 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd πιο πάνω όπου στις σελίδες 601 - 602 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Όπως υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση: «το καθήκον για αποκάλυψη συναρτάται προς τη καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όποτε επιδιώκεται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προυπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598, στις σελίδες 602 - 603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.α.
(1996)1(Α) ΑΑΔ 597, πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ' αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Λτδ κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα. Ό, τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «....γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Στην υπόθεση Βασιλική Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953 κρίθηκε ότι ορθά ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί αφού η Έκθεση Απαίτησης και η ένορκος δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα έδιδαν την εντύπωση ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος εγγεγραμμένου σήματος. Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικρυστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Σε περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of Usa,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1180. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή: «Γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στη απουσία του εναγομένου». Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Όπως είναι νομολογημένο, μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου και Zein κ.α. ν. Καμπανέλλα Λτδ, πιο πάνω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι η ενάγουσα έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Είναι η εισήγηση τους ότι απέκρυψε ότι μεταξύ των διαδίκων εκκρεμεί άλλη δικαστική διαδικασία και συγκεκριμένα η αγωγή 279/14 του Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορά παρόμοια θέματα με την παρούσα και στην οποία καταχωρήθηκαν δύο ενδιάμεσες αιτήσεις, η μία μάλιστα από τις οποίες έχει ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο που την εκδίκασε ενώ η δεύτερη εκκρεμεί. Απέκρυψε επίσης ότι και αιτήτρια και καθ' ων η αίτηση διαμένουν στην ίδια πολυκατοικία. Εκτός από την απόκρυψη των ουσιωδών αυτών γεγονότων την οποία οι καθ' ων η αίτηση αποδίδουν στην αιτήτρια, ισχυρίζονται ακόμα ότι παραπλάνησε το Δικαστήριο εκθέτοντας ψευδή και παραπλανητικά στοιχεία. Αυτό το έπραξε λέγοντας ότι είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος στην πολυκατοικία, κάτι όμως που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Με βάση όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια όπως προστάζουν οι αρχές της επιείκειας, αφού κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης και έκδοσης των διαταγμάτων, δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα, ενώ παράλληλα έγινε από αυτήν προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Το ζήτημα τούτο είναι και όπως προαναφέρεται, ουσιαστικής σημασίας, αφού η επιτυχία αυτής της εισήγησης καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Η εμβέλεια του αξιώματος αυτού, είναι ευρεία και το Δικαστήριο με αναφορά στην προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, μπορεί να τη θεωρήσει τόσο απρεπή που να καθιστά ανάξιο τον αιτητή της βοήθειας του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Duches of Argyll v. Duke of Argyll and others
(1965)1 All ER 611: «A person coming to eguity for relief-and this is equitable relief which the plaintiff seeks- must come with clean hands? But the cleanliness required is to be judged in relation to the relief that is sought». Το ζήτημα, θα πρέπει να κριθεί με βάση μόνο τη δύναμη των ισχυρισμών που περιέχονται στις καταχωρηθείσες εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Και τούτο γιατί η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις χωρίς κανένας από τους ενόρκως δηλούντες να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου των ισχυρισμών που εκτίθενται σε αυτές. Οι καθ' ων η αίτηση επισυνάπτουν ως τεκμήρια στην ειδοποίηση ένστασης τα ακόλουθα έγγραφα. Αντίγραφο της αγωγής 279/14, αντίγραφα των δύο ενδιάμεσων αιτήσεων που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της αγωγής αυτής με ημερομηνίες 28/1/2014 και 10/10/2014, τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις δύο αυτές αιτήσεις, αντίγραφα των ενόρκων δηλώσεων που στηρίζουν την ειδοποίηση ένστασης που οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν στην αίτηση ημερομηνίας 28/1/2014, καθώς επίσης και αντίγραφο της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9/7/
  1. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα αυτά η αιτήτρια ως ενάγουσα καταχώρησε στις 21/1/2014 την αγωγή 279/
  2. Η αγωγή αυτή έχει εγερθεί εναντίον όλων των εναγομένων στην παρούσα αγωγή, καθώς επίσης και εναντίον ενός άλλου προσώπου, της Διαχειριστικής Επιτροπής Mairoza 9, η οποία δεν ενάγεται στην παρούσα υπόθεση. Μέσα στα πλαίσια της αγωγής αυτής, η αιτήτρια, καταχώρησε τις δύο πιο πάνω αναφερόμενες ενδιάμεσες αιτήσεις. Με αυτές και παρόλο που με την πρώτη που ήδη απορρίφθηκε δεν ζητούσε τα ίδια διατάγματα με το υπό κρίση διάταγμα, ούτε το ίδιο διάταγμα δεν ζητά με τη δεύτερη που ακόμα εκκρεμεί, εν τούτοις από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τις δύο αυτές αιτήσεις και ειδικότερα της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 28/1/2014 που στηρίζει την αίτηση της ίδιας ημερομηνίας, προκύπτει περίτρανα ότι η αιτία της διαφοράς και ουσιαστική επιδίωξη της αιτήτριας ήταν να πετύχει πρόσβαση στην οροφή της πολυκατοικίας για να τοποθετήσει ηλιακό θερμοσίφωνα. Ότι ο ίδιος λόγος ήταν η αιτία της διαφοράς που προκάλεσε την ένταση στις σχέσεις των διαδίκων, την πρόκληση των διαφορών και στην έγερση και της παρούσας αγωγής, προκύπτει επίσης από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που στηρίζουν την αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα. Το γεγονός λοιπόν και μόνο ότι τα αιτούμενα στις τρεις αυτές περιπτώσεις διατάγματα δεν είναι τα ίδια, δεν μπορεί να αλλοιώσει το πρίσμα μέσα από το οποίο η υπόθεση πρέπει να ιδωθεί. Και αυτό γιατί η ουσία του πράγματος είναι ότι σε όλες τις περιπτώσεις η αιτία πρόκλησης της διαφοράς είναι η ίδια. Τα όσα δε αφορούν την αγωγή 279/14 και τις διαδικασίες που ακολούθησαν είναι απόλυτα σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και κατ' επέκταση αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία η αιτήτρια όφειλε και είχε υποχρέωση να αποκαλύψει, όταν μονομερώς είχε αποταθεί στο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος. Αυτά ήταν πολύ σημαντικά και σίγουρα θα επενεργούσαν στη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης. Αντί όμως να πράξει ως όφειλε, απέκρυψε παντελώς από το Δικαστήριο ότι ήδη μεταξύ των διαδίκων εκκρεμούσε άλλη δικαστική διαδικασία, η αγωγή 279/14 και οι δύο ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως επίσης και το γεγονός ότι η αίτηση ημερομηνίας 28/1/2014 έχει ήδη απορριφθεί με απόφαση μάλιστα του Δικαστηρίου. Παρόλο που μετά την κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου η τύχη της αίτησης έχει πλέον κριθεί θα προχωρήσω να εξετάσω και την άλλη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου παραπλανητικά στοιχεία σε σχέση κυρίως με την κυριότητα του διαμερίσματος. Προς ενίσχυση του ισχυρισμού τους αυτού επισυνάπτουν στην ειδοποίηση ένστασης αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του επαρχιακού κτηματολογίου Λεμεσού με ημερομηνία 2/12/2014, σύμφωνα με το οποίο η αιτήτρια δεν είναι ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου διαμερίσματος όπως η ίδια προβάλλει στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση. Η ενέργεια αυτή της αιτήτριας να ισχυρισθεί κυριότητα του διαμερίσματος, καταδεικνύει την προσπάθεια της να παραπλανήσει το Δικαστήριο, αφού όχι μόνο απέκρυψε από αυτό ουσιώδη γεγονότα, αλλά έθεσε ενώπιον του ψευδή στοιχεία ως προς την ιδιοκτησία του διαμερίσματος και δημιούργησε την εντύπωση ότι οι καθ' ων η αίτηση όχι μόνο την παρεμποδίζουν να τοποθετήσει ηλιακό στην οροφή της πολυκατοικίας όπως μπορεί να δικαιούται να πράξει ως ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, αλλά την απειλούν και την τρομοκρατούν, δημιουργώντας της προβλήματα και θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια της. Τα γεγονότα όπως τέθηκαν από την αιτήτρια, αναμφίβολα είχαν επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου και συνέτειναν ώστε να σχηματισθούν λανθασμένες εντυπώσεις. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Βασιλική Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α. πιο πάνω, «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Αναφ. με την Αίτηση της Εταιρείας Αρκτίνος Λτδ, κ.α.
(2006)1Β ΑΑΔ 1013, «Ο κ. Χριστοφόρου δεν αντεξετάστηκε πάνω στο περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης και έτσι οι ισχυρισμοί του οι οποίοι παρέμειναν ακλόνητοι δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. (Βλ. Phipson "On Evidence", 12th Edition, para 1593, p. 657, Adrian Keane "The modern law of evidence" 1985 Edition, p.125, P. Murphy "On evidence", Fifth Edition, p.468)». Έτσι λοιπόν και στην παρούσα περίπτωση, οι πιο πάνω, αλλά και άλλοι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση με τους οποίους απορρίπτονται ισχυρισμοί που τέθηκαν από την αιτήτρια, παρέμειναν αναπάντητοι και συνεπώς αναντίλεκτοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. Τα όσα η αιτήτρια έχει επικαλεσθεί, έχουν εξουδετερωθεί από τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση και κατά συνέπεια το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί αφού δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι όντως υπήρξε εκτός της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι μετά την πιο πάνω κατάληξη μου η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος καθίσταται περιττή. Συνακόλουθα το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 28/11/2014 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1-3/καθ' ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας/αιτήτριας και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/interim Subject /interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.