USB BANK PLC ν. ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής 4034/2010, 17/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A427 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4034/2010 Μεταξύ: USB BANK PLC, εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και-
- ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, εκ Λεμεσού
- ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΦΟΙΤΙΔΗ, εκ Πάφου
- ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------------- 17 Δεκεμβρίου, 2014 Για τους Ενάγοντες: κ. Π. Ευσταθίου (για την εκφώνηση της απόφασης η κα Α. Ευσταθίου) Για τον Εναγόμενο 1: κ. Α. Μαθηκολώνης (για την εκφώνηση της απόφασης η κα Μ. Σωκράτους) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η δικογραφία και η αξίωση των Εναγόντων Οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός, δεόντως εγγεγραμμένος στη Κύπρο. Είναι δεκτό ότι σε προηγούμενο χρόνο είχε άλλα ονόματα, ως περιγράφονται στη παράγραφο 1(β) της αγωγής. Η παρούσα αγωγή αφορά στην απαίτηση των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου 1 για διάφορες τραπεζικές διευκολύνσεις που του δόθηκαν σε διάφορες μορφές με χρονική αφετηρία στις 23.6.
- Οι τραπεζικές αυτές διευκολύνσεις μπορούν να ταξινομηθούν ως εξής: Α. Τρεχούμενος λογαριασμός δυνάμει έγκρισης απόφασης και/ή συμφωνίας που έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων στις 23.6.1997 (βλ. κυρίως Τ.Α8). Β. Κατόπιν νέων εντολών και/ή παρακλήσεων και/ή αιτήσεων του Εναγόμενου 1 κατά ή περί την 27.3.1998, 24.12.1998, 17.3.1999 και 27.6.2000 ανανέωση των παραχωρηθείσων τραπεζικών διευκολύνσεων με αύξηση του ορίου του πιο πάνω λογαριασμού σταδιακά μέχρι €22.211,82 (βλ. κυρίως Τ.Α9 και επόμενα). Γ. Κατόπιν νέων εντολών και/ή παρακλήσεων και/ή αιτήσεων του Εναγόμενου 1 κατά ή περί την 30.5.2001 και 30.4.2002 ανανέωση και/ή έγκριση τραπεζικών διευκολύνσεων με αύξηση του ορίου του ως άνω τρεχουμένου λογαριασμού σταδιακά μέχρι και €34.172,
- Δ. Περαιτέρω οι Ενάγοντες κατά ή περί την 11.9.2002 κατόπιν υποβληθέντος νέου αιτήματος του Εναγομένου 1 και δυνάμει απόφασης έγκρισης υπό των Εναγόντων αποδεκτής από τον Εναγόμενο 1 κατά ή περί την 12.9.2002, παραχώρησαν σ' αυτόν τα κάτωθι: (Βλ. Τ.Α15 και επόμενα). (α) Δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €153.774,12 (σε λίρες τότε £90.000, Τεκ.Α16). (β) Δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €170.860,14 (σε λίρες τότε £100.000, Τεκ.Α17). Προς εξασφάλιση των πιο πάνω προσθέτων τραπεζικών διευκολύνσεων, ο Εναγόμενος 1, ανέλαβε να παράσχει στους Ενάγοντες εκτός των ήδη υφισταμένων εξασφαλίσεων πρώτη υποθήκη επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 9804 ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 2, για ποσό €389.561,12, εκχωρήσεις δυο ασφαλειών ζωής, προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 ως και εκχώρηση εισπρακτέων ενοικίων. Ε. Κατά ή περί τις 12.9.2002 δυνάμει δύο συμφωνιών δανείου δόθηκαν στον Εναγόμενο τραπεζικές διευκολύνσεις, δυνάμει του πρώτου δανείου με όριο €153.774,12 και δυνάμει του δεύτερου δανείου με όριο €170.860,
- ΣΤ. Κατόπιν νέας απόφασης έγκρισης των Εναγόντων, ημερομηνίας 4.1.2006 η οποία έγινε αποδεκτή από τον Εναγόμενο 1 κατά ή περί τις 23.1.2006, οι Ενάγοντες ενέκριναν, μεταξύ άλλων, την παράταση αποπληρωμής των καθυστερήσεων που υπήρχαν στους εν λόγω λογαριασμούς του Εναγομένου, μέχρι 30.3.
- Ζ. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου 1, με απόφαση έγκρισης τους ημερομηνίας 28.8.2007, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Εναγόμενο 1 κατά ή περί την 12.9.2007, ενέκριναν και παραχώρησαν αύξηση του ορίου παρατραβήγματος του ως άνω τρεχουμένου λογαριασμού του Εναγόμενου 1 από €34.172,03 (Λ.Κ.20.000,00) σε €51.258,04 (Λ.Κ.30.000,00). Η. Παράλληλα των ανωτέρω, κατά ή περί την 12.9.2007 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων, οι Ενάγοντες συμφώνησαν όπως παρέχουν και/ή συνεχίσουν να παρέχουν στον Εναγόμενο 1 δάνεια σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό και/ή άλλες τραπεζικές πιστωτικές διευκολύνσεις. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις πιο πάνω τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον Εναγόμενο
- Περαιτέρω, για εξασφάλιση των πιο πάνω υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 δόθηκαν και υπογράφηκαν δυο έγγραφα υποθήκης, με τα οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 υποθήκευσαν προς όφελος των Εναγόντων, η υπ' αρ. Υ1072/2006 και Υ2536/02, των Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Λεμεσού και Πάφου, αντίστοιχα, με ημερομηνίες 8.2.2006 και 16.9.2002 για τα ποσά των €85.430,07 (ΛΚ50.000,00) και €389.561,12 (ΛΚ228.000,00) επιπλέον τόκου και σχετικών εξόδων, τα ακόλουθα ακίνητα: (α) Αρ. Εγγραφής 8119, Φύλλο/Σχέδιο LVIII/6, τεμάχιο 717, ευρισκόμενο στο χωριό Κολόσσι της Επαρχίας Λεμεσού, είδος ακινήτου - χωράφι, εμβαδού 1 δεκάριο και 673 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο όλο. (β) Αρ. Εγγραφής 9804, Φύλλο/Σχέδιο 45/59, τεμάχιο 295, ευρισκόμενο στο χωριό Έμπα της Επαρχίας Πάφου, είδος ακινήτου - οικόπεδο, εμβαδού 528 τ.μ. εγγεγραμμένο μερίδιο όλο. Οι πρόσθετες πιο πάνω εξασφαλίσεις, περιγράφονται λεπτομερώς στις παραγράφους 22 έως 25 και συνοπτικά μπορούν να αποδοθούν σε εκχώρηση ενοικιαστηρίων εγγράφων της μίας οικοδομής που αφορά στην υποθήκη στο πιο πάνω ακίνητο στην Πάφο. Είναι η κατάληξη της Έκθεσης Απαίτησης ότι οι Ενάγοντες λόγω της μη συμμορφώσεως του Εναγομένου 1 (και όλων των Εναγομένων) προς τους όρους των άνω συμφωνιών και/ή λόγω μη τήρησης εκ μέρους του Εναγομένου 1 των όρων λειτουργίας των ως άνω αναφερομένων λογαριασμών και/ή της μη πληρωμής των συμφωνηθέντων δόσεων και/ή της μη τηρήσεως των όρων αποπληρωμής και/ή λόγω παραβάσεως ρητών όρων των ρηθέντων συμφωνιών μεταξύ των μερών και εξασκώντας τα δικαιώματα των δυνάμει όλων των στην παρούσα αγωγή αναφερομένων εν λόγω συμφωνιών, με επιστολές τους με ημερομηνίες 4.11.2008, 19.8.2009, 9.9.2009 και 5.2.2010, προς τον Εναγόμενο 1, οι οποίες κοινοποιήθηκαν και προς τους Εναγόμενους 2 και 3, κάλεσαν τον Εναγόμενο 1 και/ή όλους τους Εναγόμενους όπως προβούν στην τακτοποίηση της υπέρβασης του τρεχούμενου λογαριασμού του Εναγόμενου 1 και πληρωμής των καθυστερημένων δόσεων βάσει των ρηθέντων συμφωνιών δανείων, πλην όμως ο Εναγόμενος 1 και/ή όλοι οι Εναγόμενοι αρνήθησαν και/ή αμέλησαν να πράξουν τούτο μέχρι σήμερα. Επίσης, οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνία 9.9.2009, πληροφόρησαν όλους τους Εναγομένους, ότι το επιτόκιο θα μεταβληθεί μετά την πάροδο 21 ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής σε 12,25% για τον τρεχούμενο λογαριασμό και σε 8% για τα δάνεια και ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται δύο φορές τον χρόνο σύμφωνα με τον Νόμο περί Ελευθεροποίησης των επιτοκίων. Ο Εναγόμενος 1 διά της επιστολής του προς τους Ενάγοντες με ημερομηνία 17.9.2009, απευθύνθηκε προς τους Ενάγοντες με θέμα τους προβληματικούς λογαριασμούς του και ζήτησε και υποσχέθηκε άμεση κατάθεση ποσών, έκδοση επιταγών και βελτίωση της εικόνας των χρεωστικών υπολοίπων του, πράγμα, το οποίο δυστυχώς δεν έπραξε μέχρι σήμερα (Τεκμήριο Α40 επιστολή ημερ. 17.9.2009). Οι Ενάγοντες, σε συνέχεια των ανωτέρω, κατά ή περί την 19.5.2010 διά επιστολής τους προς τον Εναγόμενο 1, τερμάτισαν την ισχύ της Συμφωνίας Παροχής Τραπεζικών Διευκολύνσεων, ημερομηνίας 12.9.2007 και/ή του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 155-1-0570910-12021 και/ή των συμφωνιών δανείων με αριθμούς MG0800100778 και MG0800101429 και/ή των ρηθέντων πιστώσεων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή άλλως και διά επιστολών τους ιδίας ημερομηνίας πληροφόρησαν όλους τους Εναγόμενους περί τούτου και απαίτησαν από όλους τους Εναγόμενους όπως προβούν σε πλήρη και τελική τακτοποίηση και εξόφληση των υπολοίπων όλων των εν λόγω λογαριασμών με τους αναλογούντες τόκους, επίσης διά των ως άνω επιστολών τους πληροφόρησαν τους Εναγόμενους ότι από 19.5.2010 το επιτόκιο επί των χρεωστικών υπολοίπων των ως άνω λογαριασμών του Εναγομένου 1 αυξάνεται στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο με βάση τις ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή τραπεζική πρακτική σε 13,25% για τον τρεχούμενο λογαριασμό και 9% για τους λογαριασμούς των δανείων. Σημειώνεται ότι στη δικογραφία, γίνεται εκτενής αναφορά στους επιμέρους όρους των συμφωνιών και ιδιαίτερα στην επιβολή τόκου επί των υπολοίπων, πλην όμως όλα αυτά τα στοιχεία θα μας απασχολήσουν εφόσον χρειασθεί κατά τη παράθεση και την ανάλυση της μαρτυρίας. Η αξίωση των Εναγόντων, όπως προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα, εναντίον του Εναγόμενου 1, έχει ως εξής: Α. €1.644.19 χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες δυνάμει της ως άνω εγγράφου συμφωνίας παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων, ημερομηνίας 12/09/2007 και/ή του τρεχούμενου λογαριασμού υπ' αριθμόν 155-1-0570910-12021 και/ή βάσει καταστάσεως λογαριασμού και/ή βάσει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως. (To Παρακλητικό αυτό αποσύρθηκε με δήλωση των δικηγόρων ημερομηνίας 27.5.2014 και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο την ίδια ημερομηνία). Β. €311.252,19, υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες δυνάμει εγγράφου συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12/9/2002, υπ' αριθμό ΜG0800100778 (προηγούμενοι αριθμοί δανείου ΜG0301000009 και LD0226100001) και/ή βάσει καταστάσεως λογαριασμού και/ή βάσει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως. Γ. €337.944,85 χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες δυνάμει εγγράφου συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12/9/2002, υπ' αριθμό ΜG0800101429 (προηγούμενος αριθμός ΜG0226100006) και/ή βάσει καταστάσεως λογαριασμού και/ή βάσει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως. Δ. Τόκους προς 13,25% ετησίως επί ποσού €1.644,19 από 1/7/2010 μέχρι εξοφλήσεως, προς 9% ετησίως επί ποσού €311.252,19 από 7/7/2010 μέχρι εξοφλήσεως και τόκους προς 9% ετησίως επί ποσού €337.944,85, από 7/7/2010 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενους δύο
(2)φορές τον χρόνον την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ1072/2006 και την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου με αρ. Εγγραφής 8119, Φύλλον/Σχέδιον LVIII/6, τεμάχιο 717, ευρισκόμενο εις το χωριό Koλόσσι, της Επαρχίας Λεμεσού, είδος ακινήτου - χωράφι, εμβαδού 1 δεκάριο και 673 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο όλο, -που καλύπτεται από την πιο πάνω υποθήκη και τη διάθεση του προϊόντος αυτής της πώλησης μετά την αφαίρεση των εξόδων της πώλησης, προς ικανοποίηση και/ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων εις την παρούσα αγωγή και τυχόν δέ πλεόνασμα να επιστραφεί στον Εναγόμενο 1. Η Έκθεση Υπεράσπισης και η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης είναι ιδιαίτερα πολυσέλιδη και υπάρχουν αρκετά στοιχεία τα οποία προβάλλει ο Εναγόμενος 1 αναφορικά με ισχυριζόμενη ακυρότητα των συμφωνιών και θα γίνει προσπάθεια σύνοψης αυτών, ως πιο κάτω. ● Είναι η θέση του ότι ο όρος με βάση τον οποίο δίδεται το δικαίωμα στους Ενάγοντες χωρίς ειδοποίηση να αυξάνουν το επιτόκιο μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθεσίες ή κανονισμούς ή τραπεζική πρακτική, είναι όρος παράνομος, καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος. Το ίδιο ισχύει και για αρκετούς άλλους όρους, ως εκτίθεται στις παραγράφους 5
(2)και
(3). ● Ως προς τα προβαλλόμενα προς αυτόν γεγονότα, είναι η θέση του ότι οι Ενάγοντες είχαν ως πελάτιδα την εταιρεία Χρυσαετός Λτδ, ιδιοκτήτρια και/ή διαχειρίστρια αριθμού περιπτέρων παγκυπρίως, η οποία εταιρεία διακινούσε μέσω λογαριασμών της στους Ενάγοντες πολύ μεγάλα ποσά με μεγάλο κύκλο εργασιών, με όφελος στα συμφέροντα των Εναγόντων. Κατά τον επίδικο χρόνο, η εταιρεία αυτή όμως αντιμετώπιζε προσωρινά προβλήματα ρευστότητας και σύμφωνα με παραστάσεις που έγιναν προς τον Εναγόμενο 1, η εταιρεία απευθύνθηκε προς τους Ενάγοντες ζητώντας τους χρηματοδότηση. Οι Ενάγοντες δήλωσαν στους Διοικητικούς Συμβούλους της εν λόγω εταιρείας - μεταξύ των οποίων ήταν και ο Εναγόμενος 3 - ότι, ενόψει των υφισταμένων υποχρεώσεων της Εταιρείας προς αυτούς, δεν μπορούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο με βάση τη πολιτική και τους κανονισμούς τους να δικαιολογήσουν τη περαιτέρω παραχώρηση δανείου χρηματοδότησης στην Εταιρεία, συμβουλεύοντας παράλληλα τους Διοικητικούς Συμβούλους ότι ο μόνος τρόπος για να βοηθηθούν από την Τράπεζα ήταν να εξεύρουν τρίτο πρόσωπο, στο οποίο να παραχωρηθεί δάνειο, το οποίο θα διατίθετο για τους σκοπούς και εργασίες της Εταιρείας. Τότε, προσεγγίστηκε ο Εναγόμενος 1 από τους Διοικητικούς Συμβούλους και ιδιαίτερα τον Εναγόμενο 3, ακολούθησαν συναντήσεις με πρόσωπα εκ των Εναγόντων, ως περιγράφονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και σύμφωνα με τις παραστάσεις, που αναλυτικά καταγράφονται σ' αυτή, ο Εναγόμενος 1 βασιζόμενος σε αυτές, ότι δηλαδή κυρίως επρόκειτο «περί προσωρινού ή και τυπικού ή και ενδιάμεσου δανεισμού», πείστηκε από τους Ενάγοντες να αποδεχτεί την παραχώρηση σ' αυτόν των επιδίκων δανείων που χωρίς τις εν λόγω παραστάσεις ο Εναγόμενος 1 δεν θα αποδέχετο τον εν λόγω δανεισμό. Σύμφωνα δε πάντα με την Υπεράσπιση «πράγματι το προϊόν των ως άνω δανείων, διατέθηκε ως ανωτέρω». Οι κατ' ισχυρισμό δόλιες και/ή ψευδείς παραστάσεις των Εναγόντων αλλά και του Εναγόμενου 3 και άλλων Διοικητικών Συμβούλων της Εταιρείας Χρυσαετός Λτδ, από τον Εναγόμενο 1 καταγράφονται λεπτομερώς στις παραγράφους 7
(9)-7
(11). ● Εκτός επίσης τις θέσεις της Υπεράσπισης ότι οι συγκεκριμένοι όροι είναι αόριστοι και ασαφείς, καταχρηστικοί, άκυροι και ανεφάρμοστοι, διατυπώνεται επιπρόσθετη θέση περί ακυρότητας των επιδίκων υποθηκών, όπως εξηγείται στη παράγραφο 20 και επόμενα του δικογράφου. Παραπλήσιες θέσεις εκφράζονται και για άλλες μορφές εξασφαλίσεων, που επικαλούνται οι Ενάγοντες (βλ. παράγραφος 22, ειδικά ως προς το θέμα της εκχώρησης ενοικίων). Ακόμη, γίνεται ισχυρισμός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τα ενοίκια που εισπράττοντο ή και που θα έπρεπε να εισπράττονται δυνάμει των 5 ενοικιαστηρίων εγγράφων, ανέρχετο ή υπολογίζετο σε €3.417,20 μηνιαίως. Ως εκ της αδιαφορίας των Εναγόντων, κατ' ισχυρισμό πάντα του Εναγομένου 1, ο τελευταίος υπέστη ζημία €553.586,40 που οι Ενάγοντες απέτυχαν να εισπράξουν ή θα μπορούσαν να είχαν εισπράξει αν ενεργούσαν ως όφειλαν. ● Ακόμη, είναι ισχυρισμός του Εναγομένου ότι μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1, ως εκ της ιδιότητας τραπεζίτη-πελάτη, υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης και οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση έναντι αυτού να μην είναι αμελής με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων του. Οι λεπτομέρειες αμέλειες καταγράφονται στις παραγράφους 22.7.1 ως 22.
- Η Ανταπαίτηση περιέχει τα εξής παρακλητικά: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμβάσεις δανείων ή και τα δάνεια που παραχώρησαν οι Ενάγοντες στον Εναγόμενο 1, ως αναφέρεται στις παραγράφους 7 και 9 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, είναι συμβάσεις ή και δάνεια παράνομα, άκυρα και ανεφάρμοστα ή και είναι ακυρώσιμα και δέον όπως ακυρωθούν από το Σεβαστό Δικαστήριο ή και Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη υποθήκη Υ1072/06 που παραχώρησε ο Εναγόμενος 1 είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και δέον όπως ακυρωθεί ή και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω υποθήκη δεν εξασφαλίζει οποιονδήποτε νόμιμο ή και εισπράξιμο χρέος ή και εν πάση περιπτώσει δεν εξασφαλίζει οποιονδήποτε νόμιμο ή και εισπράξιμο χρέος δυνάμει των επιδίκων συμφωνιών δανείου ή και Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την ακύρωση ή και την εξάλειψη της ως άνω αναφερομένης υποθήκης ή και Δ. Αποζημιώσεις εκ €553.586,40 πλέον τόκο προς 9% ετησίως για ζημία που υπέστη ο Εναγόμενος συνεπεία της αμέλειας ή και της παράβασης των καθηκόντων των Εναγόντων ως αναφέρεται στην αγωγή ή και Ε. Αποζημιώσεις για ζημία που υπέστη ο Εναγόμενος ή και που θα υποστεί συνεπεία του δόλου ή και των ψευδών παραστάσεων ή και της εξαπάτησης του από τους Ενάγοντες. ΣΤ. Οποιανδήποτε ετέρα θεραπεία. Η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση Οι Ενάγοντες αρνούνται το βασικότερο περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης αλλά και εντελώς την ανταπαίτηση, θέτοντας θέμα κωλύματος διά συμπεριφοράς (βλ. παράγραφο 7) αλλά και περιγράφοντας τα, κατά τη θέση τους, αληθή γεγονότα, ως αναλυτικά καταγράφονται στη παράγραφο 9 και επόμενα ειδικά σε σχέση με την εταιρεία Χρυσαετός. Τίθεται η θέση ότι ο Εναγόμενος 1, κατά το ουσιώδη χρόνο ήταν ο Οικονομικός Σύμβουλος και μετείχε ενεργά στη διαχείριση της Εταιρείας Χρυσαετός και επιπλέον ήταν έμπειρος λογιστής, ο οποίος και διατηρεί λογιστικό-ελεγκτικό γραφείο στη Λεμεσό. Οι πιο πάνω θέσεις θα μας απασχολήσουν και στη μαρτυρία ως εκ τούτου δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν. Η δοθείσα μαρτυρία για τους Ενάγοντες Για τους Ενάγοντες κατέθεσαν οι εξής μάρτυρες: Ως ME1 ο Πολύδωρος Νεοφυτίδης, υπάλληλος των Εναγόντων, ΜΕ2 ο Στέλιος Μιχαήλ, επίσης υπάλληλος των Εναγόντων, ΜΕ3 η Λουκία Λουκιανού, Διευθύντρια Τεχνολογίας και Πληροφορικής στην υπηρεσία των Εναγόντων, ΜΕ4 η Χριστιάνα Κυριάκου, υπάλληλος των Εναγόντων και Λειτουργός Δανειοδότησης από το 2000 και ως ΜΕ5 ο Παύλος Σταύρου, Λειτουργός Ανάκτησης Χρεών στην υπηρεσία των Εναγόντων. Ο Μ.Ε.1 ήταν προϊστάμενος της υπηρεσίας δανειοδοτήσεων από το έτος 2002 μέχρι το έτος 2011 και σήμερα είναι προϊστάμενος ανάπτυξης εργασιών στη Λεμεσό, με καθήκοντα μεταξύ άλλων τον έλεγχο και την παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών. Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε εκτενώς στο ιστορικό της σχέσης του Εναγομένου με τους Ενάγοντες καθώς και την προσωπική εμπλοκή του ιδίου στην κατάρτιση αρκετών από τις επίδικες συμφωνίες. Μεγάλος αριθμός δε τεκμηρίων κατατέθηκαν στη βάση των επίδικων θεμάτων. Όσον αφορά τη δημιουργία σχέσης πελάτη - τραπεζίτη των διαδίκων σημαντικά είναι τα ακόλουθα έγγραφα. I Εγκρίσεις Τεκμ.Α8 - έγκριση διευκόλυνσης τρεχούμενου ημερομηνίας 2.6.1992 καθώς και μεταγενέστερες εγκρίσεις διαφόρων διευκολύνσεων από την 27.3.1998 - Τεκμ.Α9 - Α
- Τεκμ.Α15 είναι έγκριση ημερομηνίας 11.9.2002 για δάνεια κ.α. Όλες οι πιο πάνω εγκρίσεις αναφέρουν ότι γίνονται με αιτήματα του Εναγόμενου και έχουν την υπογραφή αποδοχής του. ΙΙ Δάνεια και άλλες συμφωνίες (θα αναφερθούν κατά την παράθεση της μαρτυρίας) ΙΙΙ Επιστολές τερματισμού κ.α. (θα αναφερθούν κατά την παράθεση της μαρτυρίας) VI Καταστάσεις Λογαριασμών Εκτός από τις συνηθισμένες καταστάσεις λογαριασμών κατατέθηκαν αναδομημένες καταστάσεις και είναι βάση αυτών που διατυπώνεται τελικά η αξίωση των Εναγόντων. (Βλ. ειδικά Τεκμ.5, 5Α - 5Ε). Η μαρτυρία υπήρξε αναλόγως μακρά και μεγάλος αριθμός εγγράφων κατατέθηκαν. Θα παρατεθεί στη συνέχεια η δοθείσα μαρτυρία με έμφαση στα αμφισβητούμενα σημεία, τα οποία κάλυπταν σχεδόν όλες τις πτυχές και λεπτομέρειες, υπό το πρίσμα της υπερασπιστικής γραμμής. Ο Μ.Ε.1 ανάφερε μεταξύ άλλων τα εξής: Οι Ενάγοντες ενέκριναν και παραχώρησαν κυρίως τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή δύο δανείων εκ Λ.Κ.90.000,00 και 100.000,00 αντίστοιχα. Ο σκοπός που ζήτησε ο Εναγόμενος 1 από τους Ενάγοντες όπως του παραχωρηθούν τα εν λόγω δύο δάνεια, ήταν για να τα χρησιμοποιήσει για δικούς του επενδυτικούς σκοπούς, δηλαδή το ποσό των Λ.Κ.100.000,00, για την εξόφληση υπολοίπου τιμήματος αγοράς ακινήτου στην Έμπα - Πάφου και το ποσό των Λ.Κ.90.000,00 για να το επενδύσει στην εταιρεία Χρυσαετός Λτδ, της οποίας ήταν κατά τον χρόνο εκείνο ο οικονομικός σύμβουλος και μετείχε ενεργά στην οικονομική της διαχείριση. (Βλ. την επιστολή προσφοράς των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 1, ημερομηνίας 11/09/2002 (Τεκμήριο Α15), το περιεχόμενο της οποίας έγινε αποδεκτό και υπεγράφηκε από τον Εναγόμενο 1 την 12/09/2002). Ο Εναγόμενος 1 προσκόμισε στους Ενάγοντες αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου με ημερομηνία 16/11/2001, το οποίο συνήψε με τον Χριστάκη Φοιτίδη (Εναγόμενο 2) για την αγορά του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9804, Φ/Σχ. 45/59, τεμάχιο 295, τοποθεσία - Πετρίδια, στην 'Εμπα Πάφου, εντός του οποίου υπήρχε οικοδομικό συγκρότημα αποτελούμενο από πέντε διαμερίσματα, γιά το ποσό των Λ.Κ.167.000,
- Στο εν λόγω πωλητήριο έγγραφο ο Εναγόμενος 2 φαίνεται ως δικαιούχος εγγραφής του εν λόγω ακινήτου και ο Εναγόμενος 1, ως αγοραστής του. Σύμφωνα δε με το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο και ρητή πρόνοια του με την υπογραφή του πληρώθηκε ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.77.000,00 και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.90.000,00, το οποίο θα αποπληρώνετο από τον Εναγόμενο 1-αγοραστή εντός δύο ετών από της υπογραφής του, μετά τόκου προς 7% ετησίως μέχρι την ημέρα αποπληρωμής. Για την απόκτηση και πλήρη εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος αγοράς του εν λόγω ακινήτου, ο Εναγόμενος 1 ζητούσε την δανειοδότηση του από τους Ενάγοντες διά το ποσό των Λ.Κ.100.000,
- (Βλ. αντίγραφο του Πωλητηρίου, Τεκμήριο Γ1). Ακόμη ο Εναγόμενος 1 προσκόμισε στους Ενάγοντες πέντε φωτοαντίγραφα ενοικιαστηρίων εγγράφων γιά τα διαμερίσματα τα οποία ανεγέρθηκαν εντός του αναφερόμενου ακινήτου, μεταξύ κάποιας Φωτούλλας Συρίμη, εκ Πάφου και πέντε ενοικιαστών της, ότι τα διαμερίσματα ήταν ενοικιασμένα και υπήρχαν έτσι διαθέσιμα ποσά προς είσπραξη μηνιαίως, τα οποία ήταν έτοιμος να διευθετήσει όπως εκχωρηθούν προς τους Ενάγοντες και το συνολικό ποσό των ενοικίων εκ Λ.Κ.1.010,00 (€1.725,68) μηνιαίως θα κατατίθεντο στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό του, για να καταβάλλονται εν συνεχεία έναντι των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες. (Φωτοαντίγραφα των εν λόγω πέντε ενοικιαστηρίων εγγράφων τεκμήριο Γ2). Οι Ενάγοντες για να εγκρίνουν και παραχωρήσουν τα εν λόγω δύο επίδικα δάνεια που ζήτησε ο Εναγόμενος 1 και προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση αποπληρωμής των δανείων και υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, έθεσαν όρους στον Εναγόμενο 1 να παράσχει προς τους Ενάγοντες, εκτός των ήδη υφισταμένων εξασφαλίσεων, επιπλέον πρώτη υποθήκη επί του ρηθέντος ανωτέρω ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9804, στην Έμπα Πάφου, για το ποσό των €389.561,13 (Λ.Κ.228.000,00), πλέον τόκων και εξόδων, εκχωρήσεις δύο ασφαλειών ζωής με την Universal Life, προσωπικές εγγυήσεις από τους Εναγόμενους 2 και 3 και εκχώρηση εισπρακτέων ενοικίων από τα πέντε ενοικιαστήρια και τους ενοικιαστές, ως υποσχέθηκε και συμφώνησε. Τούτο φαίνεται και από το τεκμήριο Α15, επιστολή προσφοράς των Εναγόντων, ημερομηνίας 11/09/
- Το ως άνω ακίνητο με αριθμό εγγραφής 9804, θα μεταβιβαζόταν αρχικά από την τότε ιδιοκτήτρια του Φωτούλλα Σάββα Συρίμη, δυνάμει δωρεάς προς τον Εναγόμενο 2, ο οποίος είναι αδελφός της και έτσι θα επιτύγχανεν ο Εναγόμενος 1 την δεδομένη στιγμή την αναβολή της πληρωμής μεταβιβαστικών εξόδων από τον ίδιο. Θα τα επλήρωνεν αργότερα όταν θα μεταβιβάζετο το ακίνητο επ' ονόματι του, όμως εν συνεχεία ο Εναγόμενος 2 θα μεταβίβαζε το εν λόγω ακίνητο επ' ονόματι του Εναγομένου 1, ο οποίος εμφαίνετο, στο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 16/11/2001 ως ο αγοραστής του και επ' ονόματι του οποίου τελικά θα μεταβιβάζετο το εν λόγω ακίνητο. Τούτο ήταν αποδεκτό και συμφώνησε ο Εναγόμενος 2 και οι Εναγόμενοι 1 και 2 διαβεβαίωναν τους Ενάγοντες ότι θα υλοποιείτο τούτο το συντομότερο δυνατόν. Προς τούτο ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε σε συνεννόηση και συνεργασία με τον Εναγόμενο 2, όπως μεταβιβασθεί το ως άνω ακίνητο επ΄ ονόματι του Εναγομένου 2, το οποίο τότε ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ελεύθερο παντός βάρους και/ή υποθήκης, έτσι ώστε οι Ενάγοντες να καταθέσουν ταυτόχρονα με την μεταβίβαση του επ' ονόματι του Εναγομένου 2 πρώτη υποθήκη προς όφελος των προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 προς αυτούς και προς τούτο θα πληρώνοντο σε τρίτα πρόσωπα διάφορα ποσά κατ' εντολή και οδηγίες του Εναγομένου
- Πράγματι, την 16/09/2002 το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάσθηκε μέσω του Κτηματολογίου Πάφου από την ρηθείσα Φωτούλλα Σάββα Συρίμη προς τον αδελφό της Εναγόμενο 2 δυνάμει δωρεάς και ταυτόχρονα ο Εναγόμενος 2 σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο 1 και τους Ενάγοντες βάσει εγγράφου υποθήκης και συμβάσεως και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου περιουσίας, το υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων δυνάμει 1ης υποθήκης Υ2536/02 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, για ποσό Λ.Κ.228.000,00 (€389.561,12) πλέον τόκων και εξόδων, για περαιτέρω εξασφάλιση όλων των οφειλών και υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες. (Βλ. αντίγραφο σύμβασης δήλωσης υποθήκης Τ.Γ3). Επίσης κατά την 12/09/2002 όταν υπεγράφησαν οι δύο επίδικες συμβάσεις δανείων, μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου 1 (τεκμήρια Α16 και Α17), υπογράφτηκε και συμφωνία εκχώρησης ενοικιαστηρίων εγγράφων, (Τεκ.Γ4) μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου 2, ο οποίος ήταν δικαιούχος εγγραφής ως ιδιοκτήτης του εν λόγω ακινήτου και επ' ονόματι του οποίου θα μεταβιβάζετο και τελικά την 16/09/2002 μεταβιβάσθηκε το εν λόγω ακίνητο. Τα εν λόγω ενοικιαστήρια συμβόλαια που παραδόθηκαν στους Ενάγοντες, ήταν μεταξύ της κ. Φωτούλλας Συρίμη και πέντε ενοικιαστών και ο Εναγόμενος 1 κατόπιν απαίτησης των Εναγόντων ανέλαβε δέσμευση και υποχρέωση προς τους Ενάγοντες ότι θα υπογραφούν και προσκομισθούν νέα ενοικιαστήρια έγγραφα μεταξύ του νέου ιδιοκτήτη του ακινήτου, δηλαδή μεταξύ Χριστάκη Φοιτίδη/Εναγομένου 2 και των ενοικιαστών, ως επίσης την υποχρέωση να εφοδιάσει τους Ενάγοντες με περαιτέρω λεπτομέρειες που να αφορούν τους ενοικιαστές, ποίο διαμέρισμα ενοικίαζαν, το καταβαλλόμενο ενοίκιο κ.τ.λ. και υπογραφής αποδοχής της συμφωνίας εκχώρησης και ανάληψης υποχρέωσης-αποδοχής εκ μέρους, των ενοικιαστών για την πληρωμή των καταβληθησομένων ενοικίων στον τον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1, αντί στον Χριστάκη Φοιτίδη, εκχωρητή. Τα ποσά των ενοικίων που θα πληρώνονταν από τους ενοικιαστές σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω εκχωρητηρίου εγγράφου, θα κατατίθεντο στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1, που τηρούσε με τους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος 1 όμως, παρά τις σχετικές υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του, παρέλειψε με διάφορες προφάσεις να προσκομίσει νέα ενοικιαστήρια έγγραφα μεταξύ του Χριστάκη Φοιτίδη - νέου ιδιοκτήτη του ακινήτου και των ενοικιαστών των 5 διαμερισμάτων, ως και γραπτής αποδοχής από αυτούς της ρηθείσης συμφωνίας εκχώρησης και ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής των ενοικίων υπό των ενοικιαστών στον τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1, που τηρούσε με τους Ενάγοντες, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις αυτών. Ως διαπιστώθηκε τελικά τα εν λόγω ενοικιαστήρια έγγραφα με ημερομηνίες 15/03/2001 και 1/3/2001, υπογράφηκαν από την κα Φωτούλλα Συρίμη, ως ιδιοκτήτρια ενώ αυτή δεν ήταν κατά τον εν λόγω χρόνο υπογραφής, ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και/ή των ενοικιαζομένων διαμερισμάτων, γεγονός το οποίο γνωστοποίησαν στον Εναγόμενο
- Αύτη κατέστη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου κατά η περί την 3/7/2001 (βλ. Τ.Γ5 ) Εν πάση περιπτώσει η εν λόγω συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων ημερομηνίας 12/9/2002, ήταν απλώς επιπρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες, αποτελούσε δικαίωμα και όχι υποχρέωση των Εναγόντων και «ουδέν ποσόν ενοικίων κατατέθηκε από τους ενοικιαστές στο λογαριασμό του Εναγομένου 1.» Ακόμη σύμφωνα με τον ΜΕ1 τα εν λόγω προσκομισθέντα φωτοαντίγραφα ενοικιαστηρίων εγγράφων και/ή τα περισσότερα εξ αυτών έληγαν εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Κατά την λήξη τους δε ο Εναγόμενος 1 και πάλιν δεν φρόντισε όπως προσκομίσει νέα ενοικιαστήρια έγγραφα μεταξύ Εναγομένου 2 και ενοικιαστών και άλλα στοιχεία που του ζητήθηκαν από προηγουμένως από τους Ενάγοντες. Στις συνεχείς οχλήσεις των Εναγόντων, αυτός επέμενε ότι τούτο δεν ήταν αναγκαίο πλέον να γίνει και ότι ο ίδιος ήταν σε θέση να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις του και τις υποχρεώσεις του προς τους Ενάγοντες και ότι η είσπραξη ενοικίων ήταν δικό του θέμα. Πράγματι ο Εναγόμενος 1 φρόντισε και πλήρωνε τις δόσεις των δανείων μέχρι και την 25/08/2003, που παρατηρήθηκε μικρή καθυστέρηση πληρωμής μόνο μέρος μίας μηνιαίας δόσης και για τα επίδικα δύο δάνεια. Πρόσθετα ο ΜΕ1 ανάφερε και τα εξής: Ο Εναγόμενος 1 ενημερωνόταν ανελλιπώς πάνω σε συνεχή βάση για την κίνηση των λογαριασμών των δύο επίδικων δανείων, με την αποστολή και την λήψη υπ' αυτού των εξαμηνιαίων καταστάσεων των δύο λογαριασμών των επίδικων δανείων. Επίσης γνώριζε και ενημερωνόταν για την κίνηση των επίδικων λογαριασμών του όταν ζητούσε παράταση χρόνου για συμμόρφωση του προς τις υποχρεώσεις του προς τους Ενάγοντες. Το δάνειο των Λ.Κ.90.000,00 εκταμιεύθηκε στις 18/9/2002 και το προϊόν του πιστώθηκε αυθημερόν στον επίδικο τηρούμενο τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1 υπ' αριθμό 155-1-0570910-12021 και χρησιμοποιήθηκε κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών του και/ή άλλως, ήτοι ποσό Λ.Κ.71.000,00 μεταφέρθηκε και πληρώθηκε στην εταιρεία ΧΡΥΣΑΕΤΟΣ ΛΤΔ και το υπόλοιπο των Λ.Κ.19.000,00 παρέμεινε διαθέσιμο στον εν λόγω επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό του και χρησιμοποιήθηκε για άλλους σκοπούς και/ή γα προσωπικούς σκοπούς του Εναγομένου 1, ως εξής: (α) Ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του προς τους Ενάγοντες με ημερομηνία 16/09/2002 ζήτησε από τους Ενάγοντες όπως ποσό Λ.Κ.20.000,00 μεταφερθεί από τον τρεχούμενο λογαριασμό του με αριθμό 155-10570910-12021 στο λογαριασμό της εταιρείας ΧΡΥΣΑΕΤΟΣ ΛΤΔ, με αριθμό 145- 20044723-11025, που διατηρούσε κατά τον εν λόγω χρόνο με τους Ενάγοντες (βλ. Τ.Γ6). (β) Ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 19/09/2002 ζήτησε από τους Ενάγοντες όπως ποσό Λ.Κ.25.000,00 μεταφερθεί από τον τρεχούμενο λογαριασμό του με αριθμό 155-10570910-12021 στο λογαριασμό της εταιρείας ΧΡΥΣΑΕΤΟΣ ΛΤΔ, με αριθμό 145- 20044723-11025, που διατηρούσε με τους Ενάγοντες (βλ. Τ.Γ7). (γ) Ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 20/09/2002 ζήτησε από τους Ενάγοντες όπως ποσό Λ.Κ.10.000,00 μεταφερθεί από τον ως άνω τρεχούμενο λογαριασμό του - στο ως άνω λογαριασμό της εταιρείας ΧΡΥΣΑΕΤΟΣ ΛΤΔ (βλ. Τ.Γ8). (δ) Ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 25/09/2002 ζήτησε από τους Ενάγοντες όπως ποσό Λ.Κ.16.000,00 μεταφερθεί από τον ως άνω τρεχούμενο λογαριασμό του στον ως άνω λογαριασμό της εταιρείας ΧΡΥΣΑΕΤΟΣ ΛΤΔ (βλ. Τ.Γ9). (ε) Ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του ημερομηνίας 8/10/2002 ζήτησε από τους Ενάγοντες όπως χρεώσουν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό του με το ποσό των δολλαρίων Αμερικής 7.930,00 που αντιστοιχούσε σε Λ.Κ.4.629,85 και μεταφερθεί το εν λόγω ποσό στον λογαριασμό άλλης εταιρείας (βλ. Τ.Γ
(10)). (στ) Ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του προς τους Ενάγοντες με ημερομηνία 20/09/2002 ζήτησε όπως χρεωθεί ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός του με το ποσό των Λ.Κ.3.500,00 που αντιστοιχούσε σε Αγγλικές Στερλίνες.3.857,00, και το ποσό αποσταλεί στη φοιτήτρια θυγατέρα του (βλ. Τ.Γ
(11)). (ζ) Ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 4/10/2002 ζήτησε όπως χρεωθεί ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός του με το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 που αντιστοιχούσε με το ποσό των Στερλινών 5.465,00 και το εν λόγω ποσό αποσταλεί στη πιο πάνω θυγατέρα του (βλ. Τ.Γ12). (η) Την 23/09/2002 o Εναγόμενος 1, έκδωσεν την επιταγή με αριθμό 50600237, από τον εν λόγω τρεχούμενο προσωπικό λογαριασμό του για ποσό Λ.Κ.4.000,00 με δικαιούχο τον κ. Ανδρέα Χριστοδούλου, η οποία επιταγή πληρώθηκε στον δικαιούχο αυθημερόν από τους Ενάγοντες (βλ. Τ.Γ13). (θ) Ποσόν Λ.Κ.1.850,00 πληρώθηκε και/ή καταβλήθηκε και/ή άλλως προς τους Ενάγοντες, ως συμφωνηθέν ποσόν δια δικηγορικά έξοδα - έξοδα νομικών εγγράφων (documentation fees) όπως ρητά καταγράφεται στην επιστολή έγκρισης - προσφοράς ημερομηνίας 11/9/2002, (τεκμήριο Α15) με το περιεχόμενο της οποίας ούτος συμφώνησε και απεδέχθη κατά η περί την 12/09/2002, ως και εις την επιστολή του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες, με ημερομηνία 18/09/2002 (βλ. Τ.Γ14). Δηλαδή το συνολικό πληρωθέν ποσό από τον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1 ανέρχεται σε Λ.Κ.90.075,50 (€153.903,13). Όσον αφορά το ποσό του δανείου των Λ.Κ.100.000,00, το οποίο οι Ενάγοντες παραχώρησαν στον Εναγόμενο 1, με σκοπό να επενδύσει για την αγορά ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9804, στην ΄Εμπα - Πάφου, (εντός του οποίου υπήρχε οικοδομή αποτελούμενη από 5 διαμερίσματα), εκταμιεύθηκε στις 18/9/2002 και το προϊόν του πιστώθηκε αυθημερόν στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1, υπ' αριθμό 155-01-0570910-
- Για την παραχώρηση του εν λόγω ποσού του δανείου εκ Λ.Κ.100.000,00, οι Ενάγοντες ζήτησαν και συμφώνησαν με τον Εναγόμενο 1, ως αναφέρεται ρητά στον όρο 3.3.1 στην επιστολή προσφοράς τους ημερομηνίας 11/09/2002, όπως το εν λόγω ακίνητο μεταβιβασθεί επ' ονόματι του Εναγομένου 2 ελεύθερο παντός βάρους και υποθήκης, ώστε να εγγράψουν οι Ενάγοντες πρώτη υποθήκη επ' αυτού για το ποσό των Λ.Κ.228.000,00 (€389.561,12). Από το ποσό των Λ.Κ.100.000,00 έγιναν οι πιο κάτω πληρωμές: (α) Προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου το ποσό των Λ.Κ. 2.280,50, για δικαιώματα εγγραφής της υποθήκης, με αριθμό Υ2536/02 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου (βλ. Τ.Γ15). (β) Προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ καταβλήθηκε με σκοπό την εξάλειψη προϋφιστάμενης υποθήκης προς όφελος της εν λόγω Τράπεζας, το ποσό των Λ.Κ.63.714,65 (βλ. Τ.Γ16). (γ) Προς την Φωτούλλα Συρίμη προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ρηθέντος ακινήτου το ποσό των Λ.Κ.14.000,00 (βλ. Τ.Γ17). (δ) Προς τον Διευθυντή Φόρου Εισοδήματος καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 (βλ. Τ.Γ18). (ε) Προς τον Χριστάκη Φοιτίδη - Εναγόμενο 2, καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.12.269,29 και το ποσό των Λ.Κ.2.500,
- (βλ. Τ.Γ19 και 20). Το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες κατόπιν των οδηγιών του Εναγομένου 1, ως ανωτέρω λεπτομερώς περιγράφεται, ανήλθε στο ποσό των Λ.Κ.99.764,
- Ως επιπλέον εξασφάλιση και εγγύηση όλων των ως άνω αναφερομένων υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι 1 βάσει εγγράφου υποθήκης και συμβάσεως και δήλωσης υποθήκευσης ακινήτου περιουσίας, υποθήκευσαν προς όφελος των Εναγόντων, ο Εναγόμενος 1 βάσει της υποθήκης υπ' αρ. Υ1072/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, ημερομηνίας 08.02.2006, το πιο κάτω υπό αρ. περιγραφόμενο ακίνητο του για το ποσό των €85.430,07 (Λ.Κ.50.000,00), πλέον τόκου και σχετικών εξόδων, ακίνητο αρ. εγγραφής 8119, Φύλλον/Σχέδιο LVIII/6, τεμάχιο 717, ευρισκόμενο στο χωριό Κολόσσι, της Επαρχίας Λεμεσού, είδος ακινήτου - χωράφι, εμβαδού 1 δεκάριο και 673 τ.μ. εγγεγραμμένο μερίδιο όλο, ιδιοκτησίας Εναγόμενου
- Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 Στέλιου Μιχαήλ έχει σημασία κυρίως επί του ότι, όπως δηλώνει, όντας κλητήρας της Τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ως καθήκον την αποστολή και ταχυδρόμηση επιστολών προς τους πελάτες της τράπεζας. Ως προς τα θέματα που ενδιαφέρει δηλώνει ότι: ● Την 9/9/2009 παρέλαβε από τον ΜΕ1 δύο επιστολές της Τράπεζας, που απευθύνοντο προς τον κ. Ανδρέα Μιχαηλίδη, οι οποίες αφού ετοποθετήθηκαν σε ένα φάκελο με γραμμένο στο φάκελο το όνομα και την διεύθυνση του κ. Ανδρέα Μιχαηλίδη P.O.Box 51609, T.T. 3507, τις ταχυδρόμησε με συστημένο ταχυδρομείο την 15/9/
- Τούτο φαίνεται και από την ταχυδρομική επικόλληση του ταχυδρομείου στο ταχυδρομικό έντυπο αποστολής συστημένης επιστολής στο οποίο επικολλήθηκε αύξων αριθμός. ● Επίσης την 19/5/2010 παρέλαβε δύο επιστολές που επίσης απευθύνετο προς τον κ. Ανδρέα Μιχαηλίδη, οι οποίες αφού υπεγράφηκαν ενώπιον του από την κα Χριστιάνα Κυριάκου (ΜΕ4) και τον κ. Πολύδωρα Νεοφυτίδη (ΜΕ1), τοποθετήθηκαν σε ένα φάκελο με γραμμένο στο φάκελο το όνομα και την διεύθυνση του Εναγόμενου, P.O.Box 51609, T.T. 3507 και τις ταχυδρόμησε με συστημένο ταχυδρομείο την 25/5/2010, όπως φαίνεται και από την ταχυδρομική επικόλληση του ταχυδρομείου στο ταχυδρομικό έντυπο αποστολής συστημένης επιστολής στο οποίο επικολλείται αύξων αριθμός ως και επί του φακέλου που ταχυδρομείται. ● Στις 15/9/2009 ταχυδρόμησε επίσης δύο άλλες συστημένες επιστολές της Τράπεζας, τις οποίες παρέλαβε την 9/9/2009, η μία απευθύνετο προς τον κ. Χριστάκη Φοιτίδη και η άλλη προς τον Ανδρέα Χριστοδούλου, Εναγομένους 2 και 3 αντίστοιχα στην παρούσα αγωγή. Τα σχετικά δύο έντυπα του Ταχυδρομείου αποστολής των εν λόγω συστημένων επιστολών τα παράδωσε στον κ. Πολύδωρο Νεοφυτίδη. ● Επίσης στις 25/5/2010 ταχυδρόμησε δύο άλλες συστημένες επιστολές της τράπεζας, τις οποίες παρέλαβε την 19/5/2010 η μία απευθύνετο προς τον κ. Χριστάκη Φοιτίδη και η άλλη προς τον κ. Ανδρέα Χριστοδούλου, Εναγομένους 2 και 3 αντίστοιχα στην παρούσα αγωγή. Τα σχετικά δύο έντυπα του Ταχυδρομείου αποστολής των εν λόγω δύο συστημένων επιστολών τα παράδωσε στον κ. Πολύδωρο Νεοφυτίδη. ● Την εργασία της επικολλήσεως την κάμνει ο αρμόδιος ταχυδρομικός υπάλληλος. Ο ίδιος ο ΜΕ2 παρέλαβε τους φακέλους με τις επιστολές, από τον προϊστάμενο του καταστήματος της Τράπεζας (ΜΕ1) και τους ταχυδρόμησε προς τον Εναγόμενο από το ταχυδρομικό κατάστημα του Αγίου Νικολάου, στην οδό Γρίβα Διγενή. Συμπλήρωσε επίσης τα σχετικά έντυπα - αποδείξεις αποστολής των συστημένων επιστολών. ● Τις επιστολές με ημερομηνίες 4/11/2008, δύο επιστολές με ημερομηνία 19/8/2009, 18/8/2009 και 5/2/2010, επίσης τις ταχυδρόμησε με σύνηθες ταχυδρομείο ως άνω. ● Όλες οι επιστολές ως άνω ο ΜΕ2 ταχυδρόμησε και απεστάληκαν προς τον παραλήπτη κ. Ανδρέα Μιχαηλίδη και αποστολέα τους Ενάγοντες και παραλήφθηκαν από αυτόν. Δεν επεστράφησαν στην τράπεζα. Όταν επιστρέφεται πίσω μία επιστολή δίχως να παραληφθεί από τον παραλήπτη της, την παραλάμβανε από το ταχυδρομικό κιβώτιο της τράπεζας και κάτι τέτοιο εδώ δεν έγινε. Για όλο το διάστημα από 1/8/2000 μέχρι και 30/4/2011, μόνο ο ΜΕ2 έκανε τις ως άνω εργασίες που σχετίζονται με την αλληλογραφία της Τράπεζας σύμφωνα με τα καθήκοντα του. Κατάθεσε ακόμη ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο. Η μαρτυρία της Λουκίας Λουκιανού (Μ.Ε.3) αφορούσε κυρίως τα καθήκοντα της ως Διευθύντρια της Τεχνολογίας και Πληροφορικής των εναγόντων κατέχουσα επ' αυτού σχετικά πτυχία που δεν αμφισβητήθηκαν. Ανάφερε ότι ο κεντρικός υπολογιστής αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο και είναι ο μόνος τρόπος και χώρος όπου καταχωρούνται και αποθηκεύονται οι καταχωρήσεις στους λογαριασμούς των πελατών και έτσι ο κεντρικός αυτός υπολογιστής και κατ' επέκταση όλες οι καταχωρήσεις σε όλους τους λογαριασμούς αποτελούν τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της ενάγουσας. Κατά τον χρόνο καταχώρησης το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. Όλες οι καταχωρήσεις στο βιβλίο έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Το πιο πάνω τραπεζικό βιβλίο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας, υπό την φύλαξη και τον έλεγχο της. Δηλαδή, όπως εξήγησε, oι καταχωρήσεις στο τραπεζικό σύστημα καταχωρούνται από ένα λειτουργό και χρειάζεται επικύρωση από δεύτερο λειτουργό που διασφαλίζει την ορθότητα των καταχωρήσεων του πρώτου. Δεν μπορεί κάποιος να καταχωρήσει οποιανδήποτε εγγραφή και να την εγκρίνει από μόνος του. Μετά την καταχώρηση το σύστημα αυτόματα κατά την διάρκεια του κλεισίματος της ημέρας κάνει υπολογισμούς τόκου και τόκων υπερημερίας και προετοιμάζει τις καταστάσεις λογαριασμών. Τονίζεται δε ότι όλες οι ενέργειες των χρηστών για σκοπούς audit trail καταγράφονται στο σύστημα με ημερομηνία και ώρα καταχώρησης και έγκρισης και κρατείται «ιστορικότητα από την δημιουργία μέχρι και την εξόφληση του κάθε λογαριασμού δανείου». Μετά την εξόφληση ενός δανείου το σύστημα εξακολουθεί να κρατεί και φυλάει όλες τις πληροφορίες που αφορούν τον εν λόγω λογαριασμό σε ειδική κατηγορία των κλειστών λογαριασμών. Στην περίπτωση συντήρησης του κεντρικού υπολογιστή δεν λειτουργούν ούτε οι προσωπικοί υπολογιστές των υπαλλήλων της ενάγουσας. Επομένως, είναι αδύνατο να γίνει οποιαδήποτε καταχώρηση για την οποία να μην ενημερωθεί ο κεντρικός υπολογιστής. Τα πιο πάνω ελέγχονται με τον τρόπο που λεπτομερώς παρέθεσε η Μ.Ε.
- Επί δε των τεκμηρίων που κατατέθηκαν η μάρτυρας είπε και τα εξής: Από το τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από το σύστημα όλες οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών των δύο δανείων του κ. Ανδρέα Μιχαηλίδη, υπ' αριθμόν MG0800100778 (προηγουμένως MG0301000009 και LD0226100001) και υπ' αριθμόν MG0800101429 (προηγουμένως MG0226100006) και οι οποίες αποτελούν πιστή απεικόνιση των καταχωρήσεων που έγιναν κατά καιρούς στο τραπεζικό βιβλίο της ενάγουσας. Οι εν λόγω καταστάσεις έχουν ελεγχθεί από την ΜΕ η οποία βεβαιώνει ότι αποτελούν πιστό αντίγραφο των δεδομένων που είναι καταχωρημένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας εν σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς. Οι υπό αναφορά καταστάσεις λογαριασμών έχουν ήδη καταχωρηθεί στο Δικαστήριο ως τεκμήρια και είναι οι επισυνημμένες συγκεντρωτικές αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών από 1/7/2002 μέχρι 31/12/2013 που επισυνάπτονται στο πιστοποιητικό τεκμήριο Γ26, ως και οι εξαμηνιαίες αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών, που επίσης επισυνάφθησαν στο πιστοποιητικό τεκμήριο Γ26, για την περίοδο από 1/7/2002 μέχρι 31/12/2013, από τον ΜΕ
- Το δάνειο των Λ.Κ.90.000,00 έφερε αρχικά αριθμό LD0226100001 και εν συνεχεία στις 8/1/2003 λόγω αλλαγής στο πρόγραμμα αποπληρωμής άλλαξε σε αριθμό MG0301000009, για να είναι, σύμφωνα με την μάρτυρα, «φιξαρισμένες οι δόσεις» και στην συνέχεια μετατράπηκε σε MG0800100778 από την 1/1/2008 λόγω αλλαγής του νομίσματος της Κυπριακής Δημοκρατίας από Λίρες Κύπρου σε Ευρώ. Το δάνειο των Λ.Κ.100.000,00 με αρχικό αριθμό MG0226100006 μετατράπηκε σε αριθμό MG0800101429 από την 1/1/2008 λόγω αλλαγής του νομίσματος της Κυπριακής Δημοκρατίας από Λίρες Κύπρου σε Ευρώ. Η ΜΕ3 έλεγξε τις εξαμηνιαίες αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών, ως επίσης και τις συγκεντρωτικές αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών και τα στοιχεία και οι καταχωρήσεις σε αυτές (τόσο στις συγκεντρωτικές και στις εξαμηνιαίες) είναι ακριβώς οι ίδιες, αποτελούν όλες πιστή απεικόνιση των καταχωρήσεων που έγιναν κατά καιρούς στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Επίσης ανάφερε ότι οι εξαμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών εκτός του ότι αποτελούν πιστή απεικόνιση των καταχωρήσεων είναι και πιστή απεικόνιση των εξαμηνιαίων καταστάσεων που παρήχθησαν από το κεντρικό ηλεκτρονικό σύστημα αρχικά κατά το χρόνο εκτύπωσης κάθε μίας κατάστασης και αποστέλλοντο κάθε έξι μήνες στον πελάτη της Τράπεζας. Καθ' όλο το ουσιώδες μέρος της περιόδου από 1/7/2002 μέχρι 31/12/2013, ο κεντρικός ηλεκτρονικός υπολογιστής λειτουργούσε κανονικά και ότι περιέχονται στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού είναι πληροφορίες που προέρχονται από τις πληροφορίες με τις οποίες τροφοδοτήθηκε ο εν λόγω ηλεκτρονικός υπολογιστής κατά την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών και δραστηριοτήτων της Ενάγουσας Τράπεζας. Η Μ.Ε.4 ήταν η Χριστιάνα Κυριάκου, λειτουργός δανειοδοτήσεων στην τράπεζα. Μέσα στα καθήκοντα της είναι η παρακολούθηση χαρτοφυλακίου, η ετοιμασία αιτήσεων για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για προώθηση προς αξιολόγηση και έγκριση των αιτήσεων από την αρμόδια αρχή της Τράπεζας. Γνωρίζει τον Εναγόμενο 1 από παλιά σαν πελάτη της Τράπεζας. Μέχρι δε το τελευταίο διάστημα ερχόταν πολύ συχνά στα γραφεία της Τράπεζας και η ίδια είχε μαζί του κατά καιρούς συνεργασία. Μετά από αίτημα του Εναγόμενου τον Αύγουστο του 2002, δημιουργήθηκε μία ομάδα στην Τράπεζα, για ετοιμασία και προώθηση της αίτησης του και για το σκοπό αυτό ο Εναγόμενος έφερε στην Τράπεζα διάφορα έγγραφα και στοιχεία. Η ομάδα αυτή ετοίμασε την αίτηση και υποβλήθηκε προς την αρμόδια αρχή της Τράπεζας προς αξιολόγηση και έγκριση. Την εν λόγω ομάδα αποτελούσαν οι κ.κ. Ανδρέας Καρασαμάνης, (ο οποίος αποχώρησε από την Τράπεζα), Πολύδωρος Νεοφυτίδης, (Μ.Ε.1) Γιούλα Μακρυγιώργη, Μορφίνη Κουταλιανού, Ειρήνη Ανδρέου και η Μ.Ε.
- Η αρμόδια αρχή της Τράπεζας αξιολόγησε το αίτημα του και το ενέκρινε θέτοντας κάποιους όρους και εξασφαλίσεις για να του παραχωρήσει τα δύο δάνεια, με επιστολή προσφοράς της Τράπεζας ημερομηνίας 11/9/2002, το περιεχόμενο της οποίας ο Εναγόμενος αποδέχθηκε και υπόγραψε ενώπιον της Μ.Ε.4 12/9/2002 και ενώπιον των άλλων προσώπων. Την 12/9/2002, στο κατάστημα της Τράπεζας στην Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄ και Λεοντίου, υπογράφτηκαν στην παρουσία της ΜΕ4, οι δύο συμφωνίες δανείων μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγόμενου. Οι σκοποί των δύο δανείων ήταν για προσωπικές του επενδύσεις. Επίσης την ιδία ημέρα στην παρουσία της υπογράφτηκε το παράρτημα της συμφωνίας για το δάνειο των Λ.Κ.90.000,
- Το εν λόγω παράρτημα υπέγραψε ο κ. Ανδρέας Καρασαμάνης και η κ. Γιούλα Μακρυγιώργη εκ μέρους της Τράπεζας και ο Εναγόμενος, ως Πρωτοφειλέτης. Η Μ.Ε.5 και η συνάδελφος της Ειρήνη Ανδρέου υπόγραψαν σαν μάρτυρες. Επίσης την 12/9/2002 υπογράφηκε στην παρουσία της ιδίας κατά τον ίδιο χρόνο, συμφωνία εκχώρησης ενοικιαστηρίων εγγράφων μεταξύ του κ. Χριστάκη Φοιτίδη - Εναγομένου 2 και εκ μέρους της Τράπεζας οι κ.κ. Ανδρέας Καρασαμάνης και Γιούλα Μακρυγιώργη. Ακόμη την 12/9/2002 στην παρουσία της υπεγράφηκε από τους Εναγόμενους 2 και 3 μία συμφωνία εγγύησης, ως και δύο Δηλώσεις Εγγυητών, με ημερομηνία 12/9/2002, με την οποία οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθησαν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα Τράπεζα μέχρι ποσού Λ.Κ.228.000,00 πλέον τόκων. Επίσης κατά την ίδια ημέρα ο Εναγόμενος υπόγραψε ενώπιον της δύο γραπτές οδηγίες προς την Τράπεζα για κατάθεση - πίστωση των ποσών των δύο δανείων στον προσωπικό του τηρούμενο τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό 155-1-0570910-
- Τα πιο πάνω έγγραφα ήταν όλα έτοιμα την 12/9/2002 και υπογράφηκαν όλα την ίδια περίπου ώρα ενώπιον της Μ.Ε.4 και ενώπιον άλλων προσώπων που εμπλέκοντο και παρευρίσκοντο, μεταξύ των οποίων και η κα Ειρήνη Ανδρέου και ο ΜΕ1, προϊστάμενος του καταστήματος της Τράπεζας και ο οποίος συμμετείχε στις συζητήσεις και διαδικασίες κατά την υπογραφή όλων των εν λόγω συμφωνιών. Για τα ενοικιαστήρια - αναφέρονται τα εξής: Στις 12/9/2002, κατά την υπογραφή των ως άνω συμφωνιών και εγγράφων, ο ME1 ζήτησε από τον Εναγόμενο όπως φέρει πέντε νέα ενοικιαστήρια έγγραφα και αυτός στην παρουσία της Μ.Ε.5 και των άλλων παρευρισκομένων, υποσχέθηκε ότι τις επόμενες μέρες θα έφερνε στην τράπεζα πέντε νέα ενοικιαστήρια έγγραφα υπογεγραμμένα μεταξύ του κ. Χριστάκη Φοιτίδη - Εναγομένου 2 και των πέντε ενοικιαστών των διαμερισμάτων του ακινήτου στην Έμπα - Πάφου, γιατί στα προηγούμενα ενοικιαστήρια έγγραφα που τους είχε φέρει φαινόταν ως ιδιοκτήτρια των διαμερισμάτων κάποια Φωτούλα Συρίμη (αδελφή του κ. Φοιτίδη) και ότι θα προσκόμιζε από τους ενοικιαστές υπογραμμένη από αυτούς δήλωση ότι συμφωνούσαν με το περιεχόμενο της συμφωνίας εκχώρησης ενοικιαστηρίων εγγράφων ημερομηνίας 12/9/2002 που υπογράφηκε την ιδία ημέρα μεταξύ Τράπεζας και Χριστάκη Φοιτίδη και ότι συμφωνούσαν και αποδέχονταν όπως τα ποσά των ενοικίων που όφειλαν να πληρώνουν θα τα κατέβαλλαν - κατέθεταν στον τρεχούμενο λογαριασμό του κ. Ανδρέα Μιχαηλίδη που διατηρούσε με την Τράπεζα. Όμως τελικά ο Εναγόμενος δεν έφερε αυτά τα έγγραφα, παρά τις υποσχέσεις του κυρίως στην Μ.Ε.
- Με την υπογραφή των συμφωνιών των δύο δανείων και άλλων συμφωνιών και εγγράφων που υπογράφηκαν στις 12/9/2002, η Τράπεζα άρχισε να προετοιμάζει την διαδικασία υποθήκευσης του ακινήτου στην Έμπα - Πάφου. Στη συνέχεια τα έγγραφα στάληκαν στην αρμόδια λειτουργό της Τράπεζας στην Πάφο για εγγραφή της υποθήκης στο Κτηματολόγιο Πάφου. Τα έγγραφα παραλήφθηκαν στην Πάφο την Παρασκευή 13/9/02 και δόθηκαν για χαρτοσήμανση στο γραφείο του εφόρου χαρτοσήμων. Η καθορισμένη μέρα μεταβίβασης και υποθήκευσης του ακινήτου μέσω του Κτηματολογίου Πάφου ήταν η Δευτέρα 16/9/02, συμφωνημένη με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη δηλαδή, α) την Τράπεζα μας, β) τον κ. Χριστάκη Φοιτίδη στον οποίο θα μεταβιβαζόταν το ακίνητο για να προχωρήσει στην συνέχεια στην υποθήκευση του προς όφελος της Τράπεζας και γ) την Τράπεζα Κύπρου, η οποία είχε υφιστάμενη υποθήκη στο εν λόγω ακίνητο ώστε να το απαλλάξει για να προχωρήσει η υπόθεση. Για το σκοπό αυτό η Τράπεζα προχώρησε στις 13/9/2002 κατόπιν γραπτών οδηγιών του κ. Ανδρέα Μιχαηλίδη στην ετοιμασία και έκδοση τραπεζικών επιταγών για τα ποσά που αναφέρθηκαν και από τον ΜΕ1 (βλ. σελ.18 και 19 πιο πάνω). Οι σχετικές επιταγές εκδόθηκαν από την Παρασκευή 13/9/2002 και παραδόθηκαν στους δικαιούχους ταυτόχρονα με την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του Χριστάκη Φοιτίδη και υποθήκευση του ακινήτου προς όφελος της Τράπεζας ως η διαδικασία στο Κτηματολόγιο. Η υποθήκευση του ακινήτου ολοκληρώθηκε με επιτυχία στις 16/9/
- Τα έγγραφα της υποθήκευσης στάληκαν πίσω στην αρμόδια υπηρεσία Λεμεσού, η οποία προχώρησε με το άνοιγμα των δύο δανείων του Εναγομένου 1 στις 18/9/
- Η υπηρεσία αυτή είναι υπεύθυνη για την ετοιμασία των εγγράφων καθώς επίσης και την υλοποίηση των υποθέσεων και το άνοιγμα των δανείων στο λειτουργικό σύστημα της Τράπεζας. Είναι η πρακτική και η διαδικασία που ακολουθεί η Τράπεζα, όπως ολοκληρώνεται πρώτα η υποθήκευση του ακινήτου και εν συνεχεία να «ανοίγει» τους σχετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και να εκταμιεύει τα ποσά των Δανείων. Το ίδιο έπραξε και στη προκειμένη περίπτωση. Στις 18/9/2002 ανοίχτηκαν οι δύο λογαριασμοί των επίδικων δανείων του Εναγόμενου στο ηλεκτρονικό σύστημα, το δάνειο των Λ.Κ.100.000,00 που πιστώθηκε στον τρεχούμενο προσωπικό λογαριασμό του με αριθμό 155-1-0570910-12021 και το δάνειο των Λ.Κ. 90.000,00 που πιστώθηκε επίσης στον τρεχούμενο λογαριασμό του με αριθμό 155-1-0570910-12021, με βάση τις γραπτές οδηγίες του Εναγόμενου
- Το δάνειο των Λ.Κ. 100.000,00 που αφορούσε την εξόφληση αγοράς του ακινήτου από τον Εναγόμενο 1, στην Έμπα Πάφου από τον κ. Χριστάκη Φοιτίδη ήταν δάνειο τακτής προθεσμίας και είχε διάρκεια για 8 χρόνια δηλαδή είχε λήξη την 30/9/
- Η αποπληρωμή του δανείου ξεκινούσε στις 30/10/2002 και θα ήταν πληρωτέα κάθε μήνα, κάθε 30η μέρα του μήνα. Η δόση είχε συμφωνηθεί στις Λ.Κ. 1.500,00 μηνιαίως και το επιτόκιο της συμφωνίας είχε καθοριστεί σε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας μας 5,50% που τότε ήταν καθορισμένο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και περιθώριο 3% δηλαδή συνολικό επιτόκιο 8,50%. Το δεύτερο προσωπικό δάνειο των Λ.Κ. 90.000,00 που αφορούσε την επένδυση του Εναγόμενου στην εταιρεία Χρυσαετός Λτδ., είχε διάρκεια 7 χρόνια. Ήταν και αυτό δάνειο τακτής προθεσμίας με τελική λήξη του Δανείου τον Δεκέμβρη του
- Με βάση τη συμφωνία δανείου για τους τρεις πρώτους μήνες (δηλαδή Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2002), οι δόσεις που θα πλήρωνε θα αφορούσαν μόνο τόκους. Το δάνειο αυτό άνοιξε στο σύστημα με τύπο LD και αρ. δανείου LD
- O τύπος LD σημαίνει ότι για το δάνειο υπάρχει περίοδος χάριτος π.χ. όπως στην κρινόμενη περίπτωση όπου τους τρεις πρώτους μήνες η δόση αφορούσε μηνιαία αποπληρωμή τόκων μόνο και από τον Ιανουάριο του 2003, θα ξεκινούσε η μηνιαία αποπληρωμή τόκου και κεφαλαίου. Η συμφωνημένη δόση ήταν επίσης Λ.Κ.1.500,00 το μήνα με συμφωνία αποπληρωμής από την 30/1/
- Επομένως το δάνειο ανοίχτηκε αρχικά σε τύπου LD και μετά τους τρεις μήνες περιόδου χάριτος μετετράπη σε αριθμό MG301000009 και στην συνέχεια μετατράπηκε από 1/1/2008 σε MG
- Στις 18/9/2002 ολοκληρώθηκε η σχετική διαδικασία και ανοίχθηκαν οι δύο λογαριασμοί για τα δάνεια που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα στον Εναγόμενο 1, ήτοι για το δάνειο των Λ.Κ.90.000,00 ο λογαριασμός με αριθμό υπ' αριθμό LD0226100001, ο οποίος εν συνεχεία μετατράπηκε την 10/1/2003 σε ΜG0301000009 και στην συνέχεια την 1/1/2008 σε ΜG0800100778 και για το δάνειο των Λ.Κ.100.000,00 ο αριθμός λογαριασμού ΜG0226100006, ο οποίος στην συνέχεια μετατράπηκε την 1/1/2008 σε ΜG
- Επίσης την ιδία ημέρα δηλαδή στις 18/9/2002 εκταμιεύθηκαν τα ποσά των δύο δανείων και κατατέθηκαν κατόπιν εντολής και οδηγιών του Εναγόμενου 1, στον τρεχούμενο προσωπικό λογαριασμό του, με αριθμό 155-1-0570910-
- Οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς τον Εναγόμενο 1, με ημερομηνία 4/11/2008, ζήτησαν από αυτόν όπως τακτοποιήσει τις καθυστερημένες δόσεις των δύο λογαριασμών των επίδικων δανείων. Οι καθυστερημένες δόσεις του δανείου με αριθμό λογαριασμού ΜG 0800100778 (προηγούμενος αριθμός ΜG 0301000009) ήσαν τότε στο ποσό των €216.579,53 και του δανείου με αριθμό λογαριασμού MG0800101429 (προηγούμενος αριθμός MG0226100006) στο ποσό των €219.669,
- Η εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 4/11/2008 ετοιμάσθηκε και συντάχθηκε από την μάρτυρα κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τον προϊστάμενο της Μ.Ε.1 και φέρει την υπογραφή της και την υπογραφή του εκ μέρους της Τράπεζας (Τεκμ.Α33). Το πρωτότυπο της εν λόγω επιστολής έχει αποσταλεί στον Εναγόμενο 1, με απλό ταχυδρομείο. Οι Ενάγοντες με νέα επιστολή προς τον Εναγόμενο 1, με ημερομηνία 19/8/2009 ζήτησαν και πάλιν από αυτόν όπως τακτοποιήσει τις καθυστερημένες δόσεις των δύο επίδικων δανείων. Οι καθυστερημένες δόσεις του πρώτου δανείου ήταν €263.665,46 και του δεύτερου €267.381,
- (Βλ. Τεκμ.Α
- H εν λόγω επιστολή έχει αποσταλεί με απλό ταχυδρομείο στον Εναγόμενο 1). Επίσης οι Ενάγοντες με συστημένη επιστολή τους προς τον Εναγόμενο 1, με ημερομηνία 9/9/2009 ζήτησαν από τον Εναγόμενο 1 όπως τακτοποιήσει τις καθυστερημένες δόσεις των δύο επίδικων λογαριασμών των δανείων. (Οι καθυστερημένες δόσεις τότε και για τα δύο δάνεια ήσαν στο συνολικό ποσό των €540.039,34). Επίσης δια της ιδίας επιστολής οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 1, ότι λόγω της παράβασης των συμβατικών του υποχρεώσεων το επιτόκιο των δύο δανείων θα μεταβληθεί μετά την πάροδο 21 ημερών από της ημερομηνίας της εν λόγω επιστολής σε σύνολο επιτοκίου 8% (1% βασικό επιτόκιο + 7% περιθώριο) και ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται δύο φορές ετησίως. Η εν λόγω επιστολή ετοιμάσθηκε και συντάχθηκε από την Μ.Ε.4, κατόπιν οδηγιών. (Βλ. Τεκμήριο Α38). Επίσης οι Ενάγοντες την 5/2/2010 απέστειλαν νέα επιστολή προς τον Εναγόμενο 1, με την οποία τον πληροφορούσαν ότι εάν σε μία εβδομάδα δεν προσέλθει στα γραφεία των με προτάσεις επίλυσης όλων των εκκρεμοτήτων των επίδικων λογαριασμών του, τότε η τράπεζα θα προχωρήσει σε κλείσιμο των λογαριασμών του και στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον του. Την εν λόγω επιστολή την σύνταξε η ΜΕ4 και πάλι οδηγιών του κ. Πολύδωρου Νεοφυτίδη και φέρει την υπογραφή της και την υπογραφή του ΜΕ1, εκ μέρους της Τράπεζας. (Βλ. Τεκμ.Α41 η επιστολή έχει σταλεί με απλό ταχυδρομείο στον Εναγόμενο 1). Οι Ενάγοντες με συστημένη επιστολή τους προς τον Εναγόμενο 1, με ημερομηνία 19/5/2010 τερμάτισαν την λειτουργία των επίδικων λογαριασμών των δύο δανείων και κάλεσαν τον Εναγόμενο 1 όπως εντός δέκα ημερών εξοφλήσει όλα τα οφειλόμενα ποσά, πλέον τους αναλογούντες τόκους, άλλως θα προχωρήσουν στην λήψη των δεόντων δικαστικών μέτρων εναντίον του. Το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό του Δανείου με αριθμό λογαριασμού ΜG 0800100778 (προηγούμενος αριθμός ΜG 0301000009) ανήρχοντο τότε στο ποσό των €305.641,94, πλέον τόκοι και οι καθυστερημένες δόσεις στο ποσό των €305.641,94 (ολόκληρο το δάνειο είχε ήδη λήξει) και του δανείου με αριθμό λογαριασμού MG 0800101429 (προηγούμενος αριθμός MG 0226100006) το υπόλοιπο του οφειλομένου ποσού ανήρχετο σε €331.520,72, πλέον τόκοι και οι καθυστερημένες δόσεις σε €319.761,
- Επίσης με την ιδία επιστολή ενημερώθηκε ότι από 19/5/2010 το σύνολο του επιτοκίου των δύο επίδικων δανείων θα ανέρχεται σε 9%, κεφαλαιοποιούμενο 2 φορές τον χρόνο. Η εν λόγω επιστολή συντάχθηκε από την Μ.Ε.4 κατόπιν και πάλιν οδηγιών του Μ.Ε.1 και φέρει την υπογραφή της Μ.Ε.4 και την υπογραφή του εκ μέρους της τράπεζας. (Βλ. Τεκμ. Α42-Α
- Η εν λόγω επιστολή απεστάλη με συστημένο ταχυδρομείο προς τον Εναγόμενο 1). Κατά τον χρόνο ετοιμασίας και σύνταξης όλων των πιο πάνω επιστολών από την ΜΕ4 προς τον Εναγόμενο 1, η ΜΕ4 "έμπαινε" από τον προσωπικό της ηλεκτρονικό υπολογιστή στο κεντρικό ηλεκτρονικό σύστημα (αρχείο) της Τράπεζας, στο οποίο λόγω της θέσεως της στην Τράπεζα ως Λειτουργός Δανειοδοτήσεων, είχε πρόσβαση και αφού έλεγχε τους λογαριασμούς του Εναγομένου 1, σημείωνε επί των εν λόγω επιστολών το χρεωστικό υπόλοιπο και τις καθυστερημένες δόσεις των δύο λογαριασμών Δανείων του Εναγομένου 1, που εμφαίνοντο στο κεντρικό ηλεκτρονικό σύστημα κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία. Ο Μ.Ε.1 επίσης έλεγχε τα ποσά, τα όποια η Μ.Ε.5 έγραφε καθώς και το περιεχόμενο των επιστολών και αφού βεβαιωνόταν ότι ήταν ορθά, υπογράφοντο οι επιστολές από εμένα και τον Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 και εδίδοντο προς ταχυδρόμηση προς τον Εναγόμενο
- Στην αντεξέταση η Μ.Ε.4 τόνισε ότι γνώριζε πολύ καλά τον Εναγόμενο και εμφαντικά ανάφερε ότι σε πλείστες όσες συζητήσεις ήταν παρούσα. Χαρακτηριστικά ανάφερε ότι στη Τράπεζα λειτουργούσαν ως ομάδα για την υπόθεση αυτή. Ο Μ.Ε.5 Παύλος Σταύρου είναι Λειτουργός των Εναγόντων, ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις και πιστοποιητικά υπογεγραμμένα από τον ίδιο σύμφωνα με το άρθρο 35 του περί Αποδείξεων Νόμου. (Βλ. Τεκμ. 5 κ.λ.π.) Ο Μ.Ε.5 εξήγησε αναλυτικά και με μεγάλη λεπτομέρεια τις καταστάσεις αυτές και πώς λειτουργούσαν οι καταχωρήσεις που γίνονταν κατά καιρούς στο τραπεζικό βιβλίο των Εναγόντων, βεβαιώνοντας ταυτόχρονα την ορθότητα τους, βλέποντας και τις καταστάσεις που κατατέθηκαν και από τον Μ.Ε.1 (ειδικά Γ26). Εξήγησε ακόμα και πώς λαμβάνει χώρα ο υπολογισμός του τόκου. Με βάση αυτά που εξήγησε ο Μ.Ε.5 ανάφερε ότι η αξίωση των Εναγόντων τώρα εναντίον του Εναγομένου 1 (μετά την ετοιμασία των δύο αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών) έχει ως εξής: Α. Για το δάνειο των Λ.Κ. 90.000,00 με αριθμό λογαριασμού LD0226100001, o oποίος λογαριασμός από 10/1/2003 αντικατεστάθη με τον νέο αριθμό λογαριασμού MG0301000009 και εν συνεχεία μετατράπηκε από 1/1/2008 σε νέο αριθμό MG0800100778, €238.769,20, πλέον τόκοι προς 9% ετησίως επί ποσού €231.664,81 από 19/05/2010 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενοι την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Β. Για το δάνειο των Λ.Κ. 100.000,00 με αρ. με αριθμό λογαριασμού ΜG0226100006, o oποίος αργότερα από 1/1/2008 μετατράπηκε σε ΜG0800101429, €263.926,27, πλέον τόκοι προς 9% ετησίως επί ποσού €256.073,35 από 19/5/2010 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενοι την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επίσης αξιώνεται διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου που ανήκει στον Εναγόμενο 1 ως εξής: Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ1072/2006 και την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου με αρ. Εγγραφής 8119, Φύλλον/Σχέδιον LVIII/6, τεμάχιο 717, ευρισκόμενο εις το χωριό Koλόσσι, της Επαρχίας Λεμεσού, είδος ακινήτου - χωράφι, εμβαδού 1 δεκάριο και 673 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο όλο, -που καλύπτεται από την πιο πάνω υποθήκη και τη διάθεση του προϊόντος αυτής της πώλησης μετά την αφαίρεση των εξόδων της πώλησης, προς ικανοποίηση και/ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή και τυχόν δε πλεόνασμα να επιστραφεί στον Εναγόμενο
- Απόφαση για τους λοιπούς Εναγομένους: Ο Εναγόμενος 3 δέχθηκε σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, εκ συμφώνου, απόφαση στις 11.2.
- Εναντίον του Εναγόμενου 2, οι Ενάγοντες εξασφάλισαν απόφαση στις 22.6.12 κατόπιν απόδειξης λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Η απόφαση περιλάμβανε διάταγμα εκποίησης της υποθήκης με αριθμό Υ2536/2002 και την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του πιο πάνω ακινήτου με αρ. εγγραφής 9804, Φύλλο/Σχέδιο 45/59, τεμάχιο 293, ευρισκόμενο στο χωριό Έμπα, της Επαρχίας Πάφου, είδος ακινήτου - οικόπεδο, εμβαδόν 528 τ.μ. εγγεγραμμένο μερίδιο όλο. Η μαρτυρία του Εναγόμενου Ο Εναγόμενος προώθησε δια της μαρτυρίας του τις δικογραφικές του θέσεις λέγοντας μεταξύ άλλων και τα εξής: Η κυριότερη θέση του Εναγόμενου έχει ως αφετηρία ότι «ουδέποτε ήθελε να υποβάλει αίτημα» και να ζητήσει τα επίδικα δάνεια, όπως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ή έστω υπό τις συνθήκες που οι τελευταίου θέτουν. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι η θέση του ότι πολύ καλός πελάτης των Εναγόντων ήταν η εταιρεία Χρυσαετός Λτδ, ιδιοκτήτρια και διαχειρίστρια μεγάλου αριθμού περιπτέρων παγκύπρια. Η εταιρεία αυτή, ωστόσο, αντιμετώπιζε προσωρινά προβλήματα ρευστότητας και σύμφωνα με τις παραστάσεις που έγιναν στον Εναγόμενο η εταιρεία απευθύνθηκε προς τους Ενάγοντες για να μπορέσει να χρηματοδοτηθεί αντιμετωπίζοντας τα προσωρινά προβλήματα ρευστότητας που είχε. Αυτό, κατά τη θέση του Εναγόμενου, θα λειτουργούσε επ' ωφελεία της τράπεζας. Πάντα, σύμφωνα με τη δική του θέση, η τράπεζα δήλωσε στους Διοικητικού Συμβούλους, μεταξύ των οποίων ο Εναγόμενος 3, ότι δεν μπορούσε πλέον να δικαιολογήσει περαιτέρω παραχώρηση χρηματοδότησης σ' αυτήν συμβουλεύοντας και προτρέποντας την εταιρεία να εξεύρει τρίτο πρόσωπο το οποίο να ήταν κατάλληλο και αποδεκτό από την Ενάγουσα για να παραχωρηθεί μέσω του Εναγόμενου ένα προσωρινό δάνειο με άμεσο στόχο τη διάθεση του προς την εταιρεία Χρυσαετός. Οι παραστάσεις αυτές έγιναν στον Εναγόμενο αρχικά, κυρίως, από τον Εναγόμενο 3, ο οποίος του παρουσίαζε το θέμα ως εισηγήσεις της τράπεζας. Στη συνέχεια διευθετήθηκαν συναντήσεις και διαβουλεύσεις μεταξύ των Αντρέα Γεωργίου, Προέδρου τότε του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, του Σ. Επισκόπου, Γενικού Διευθυντή, του Αντρέα Καρασαμάνη, Διευθυντή Υπηρεσιών αλλά και άλλων αξιωματούχων της τράπεζας. Οι διαβουλεύσεις αυτές είχαν ως πυρήνα τη πιο πάνω σκέψη που εξέφρασε ο Εναγόμενος ότι δηλαδή το δάνειο προσωρινά και «τυπικά» θα διδόταν προς τον ίδιο για σκοπούς της εταιρείας Χρυσαετός, ότι το προσωρινό αυτό δάνειο θα ήταν πλήρως εξασφαλισμένο με υποθήκη του Εναγόμενου 2, με ακίνητο το οποίο αποτελείτο από αριθμό κατοικιών, από τις οποίες θα υπήρχε σοβαρό εισόδημα με εκχώρηση στη τράπεζα. Ότι ακόμη το προσωρινό αυτό δάνειο θα μεταβιβαζόταν σε τρεις μήνες στην εταιρεία. Περαιτέρω παραστάσεις προς αυτό περιγράφονται στη σελίδα 4 της γραπτής κατάθεσης του, με την κατάληξη ότι ο ίδιος δεν θα αποδεχόταν τον εν λόγω δανεισμό χωρίς τις εν λόγω παραστάσεις. Ως εκ τούτου, οι συμφωνίες δανείου εξασφαλίστηκαν ως αποτέλεσμα δόλιων παραστάσεων και/ή απόκρυψης εκ μέρους των Εναγόντων αλλά και του Εναγόμενου 3 και άλλων Διοικητικών Συμβούλων της Χρυσαετός. (Βλ. επίσης λεπτομέρειες των παραστάσεων στη σελίδα 5-6). Είναι επίσης η θέση του ότι κατά ή περί το 2003 η Χρυσαετός διαλύθηκε κατόπιν αίτησης πίστωσης της εν λόγω εταιρείας με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία. Προβάλλεται ακόμα η θέση του περί παράλληλης συμφωνίας, εκτός των δυο επιδίκων συμφωνιών δανείου, ως προς την εξασφάλιση τους με εκχώρηση προς τους Ενάγοντες των πέντε ενοικιαστηρίων εγγράφων και των ενοικίων που πληρώνονταν στη βάση αυτών προς τους Ενάγοντες. Χωρίς τον εν λόγω όρο, συνεχίζει, ο ίδιος δεν θα αποδεχόταν τον καταρτισμό των επιδίκων συμφωνιών. Γι' αυτό και υπογράφηκαν τα σχετικά εκχωρητήρια έγγραφα, τα οποία οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση και/ή ευθύνη έναντι του ιδίου να εφαρμόσουν αξιοποιώντας τα δικαιώματα τους δυνάμει αυτών. Κατά δε τον ουσιώδη χρόνο τα ενοίκια που εισπράττοντο ή που θα έπρεπε να εισπράττοντο δυνάμει των πέντε ενοικιαστηρίων εγγράφων ανέρχοντο και/ή υπολογίζονταν περίπου στις 2.000,00 Λ.Κ. μηνιαίως (€3.417,20). Ωστόσο, κατά την θεώρηση του Εναγόμενου, οι Ενάγοντες αδιαφόρησαν πλήρως να εξασφαλίσουν αυτό το εισόδημα εκ των ως άνω ενοικιαστηρίων και η ζημιά του υπολογίζεται σε περίπου €553.586,40 που θα μπορούσαν να είχαν εισπράξει, αν ενεργούσαν ως όφειλαν. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι «εν πάση περιπτώσει μεταξύ των Εναγόντων και του ιδίου υπήρχε σχέση τραπεζική πελάτη και ως εκ τούτου σχέση εμπιστοσύνης που επέβαλλε στους Ενάγοντες υποχρέωση έναντι του να μην είναι αμελής και να ενεργούν με βασικό σκοπό τη προστασία των δικαιωμάτων του». Εν αντιθέσει, οι Ενάγοντες αδικαιολόγητα αδιαφόρησαν για τα δικαιώματα του με αποτέλεσμα τη πιο πάνω ζημιά, παραλείποντας μάλιστα να τον ειδοποιήσουν ή να τον ενημερώσουν για την παράλειψη τους αυτή. Γι' αυτό το λόγο θέτει την αξίωση για αποζημιώσεις και στη βάση της παράβασης καθήκοντος και/ή αμέλειας. Ειδικά ως προς τον περιορισμό της αξίωσης των Εναγόντων που προέκυψε κυρίως μετά την κατάθεση του μάρτυρα Παύλου Σταύρου (ΜΕ5), ο Εναγόμενος αναφέρει ότι δεν αποδέχεται τις αναθεωρημένες καταστάσεις και τις θεωρεί λανθασμένες «όχι μόνο διότι δεν είναι οι αυθεντικές καταστάσεις που τηρούνταν από τους Ενάγοντες στους ηλεκτρονικούς τους υπολογιστές αλλά κυρίως επειδή χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με τόκους αυθαίρετα και/ή παράνομα». Ο Εναγόμενος επίσης δηλώνει ότι αμφισβητεί την ορθότητα καταστάσεων λογαριασμού που παρουσιάστηκαν από τους Ενάγοντες ως αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμού που τηρούντο στους ηλεκτρονικούς τους υπολογιστές. Εξηγείται στη συνέχεια ότι ενώ συμφωνήθηκε ότι οι Ενάγοντες θα χρέωναν τους λογαριασμούς του με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθορίζετο από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο προσαυξημένο σε κάθε περίπτωση κατά 3% εκατοστιαίες μονάδες (το περιθώριο). Σύμφωνα με τον όρο αυτό, το αρχικό επιτόκιο ήταν 8.5% συνολικά και συνίστατο σε 5.5% ως βασικό και 5% ως περιθώριο. Περαιτέρω, με βάση τον όρο 3.5 των επιδίκων συμφωνιών, προβλέπεται ότι οι Ενάγοντες οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των σχετικών κανονισμών βέβαια, και σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς και άλλα, «κατά τη κρίση τους θα δικαιούνται να μεταβάλουν το βασικό επιτόκιο, το ποσοστό των προμηθειών, τραπεζικών δικαιωμάτων και το περιθώριο). Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι οι εν -λόγω όροι είναι εντελώς αόριστοι ασαφείς, καταχρηστικοί και παράνομοι. Άλλωστε, οι εν λόγω όροι περιλαμβάνονται σε συμφωνίες «προκατασκευασμένες» και χρησιμοποιούντο γενικά για όλους τους πελάτες χωρίς ο Εναγόμενος να έχει περιθώριο διαπραγμάτευσης αυτών των όρων. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι Ενάγοντες «όποτε το βασικό επιτόκιο μειωνόταν, αυτόματα αύξαναν δραστικά το περιθώριο κέρδους τους, έτσι ώστε να χρεώνουν τον λογαριασμό του Εναγόμενου με πέραν του 8% επιτόκιο ετησίως». Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες δεν εξήγησαν στον Εναγόμενο, με βάση ποια κριτήρια θα καθορίζετο εκάστοτε το βασικό επιτόκιο και/ή το περιθώριο, ούτε του εξήγησαν τα πλαίσια του όρου 3.
- ανωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας - συμπεράσματα Παρά την αποδοχή πολλών από τα κύρια δεδομένα της υπόθεσης των Εναγόντων από την Υπεράσπιση, παραμένουν προς εξέταση οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγιναν οι επίδικες συμβάσεις και πώς παραχωρήθηκαν τα επίδικα δάνεια. Και αυτό κυρίως στη βάση της θέσης της Υπεράσπισης ότι ουσιαστικά ο Εναγόμενος «ξεγελάστηκε» από τους Ενάγοντες αλλά και από την Εταιρεία Χρυσαετός. Παρατηρώ ότι «η λογική» της θέσης του αυτής έχει μια εγγενή θα έλεγε κανείς αδυναμία. Ο ίδιος μετείχε ουσιαστικά της «διοίκησης» της Χρυσαετός, ήταν Οικονομικός Διευθυντής-Σύμβουλος με συναφή γνώση των δεδομένων. Σχήμα οξύμωρο φαίνεται να είναι η τοποθέτηση ότι ως εκ της μιας ιδιότητας του (της προσωπικής) «ξεγελάστηκε» αλλά ως εκ της ιδιότητας του στην συμμετοχή στην Χρυσαετός ανήκει και στην Εταιρεία που «ξεγέλασε». Και είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι αυτό που ονόμασε αρχικά «ως προσωρινά προβλήματα ρευστότητας της Εταιρείας» φάνηκε να ήταν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο δε ρόλος που αποδίδει στην Τράπεζα για την «απάτη» ή «δόλο» ή άλλως πως για να πειστεί και «να συρθεί» ο Εναγόμενος στη συνομολόγηση των επίδικων συμβάσεων, παρέμεινε αδιευκρίνιστος, χωρίς την παράθεση λεπτομερειών λεχθέντων και έργων σε συγκεκριμένη χρονική και τοπική αναφορά που να πείθει. Παρόλο που ομίλησε «για την αίθουσα συσκέψεων στη Λευκωσία και τους συμμετέχοντες σ' αυτήν» αυτό δεν κρίνεται ικανοποιητικό αφού ποτέ δεν οριοθέτησε με συγκεκριμένο τρόπο την εμπλοκή της τράπεζας ώστε να επιτευχθεί και πραγματωθεί «ο δόλος» προς το άτομο του. Στην αλληλουχία των επιμέρους ενεργειών που δόθηκαν και κάλυπταν συμφωνίες που συνομολογήθηκαν, αιτήσεις που υπογράφηκαν, εγκρίσεις που δόθηκαν, επιστολές που στάληκαν σε βάθος χρόνου και με αρκετά μεγάλο αριθμό προσώπων από την Τράπεζα να αναφέρονται σ' αυτά, δεν υπήρξε ουσιαστικός και ad hoc αντίλογος για άλλα γεγονότα που τοποθετούμενα στα αντικειμενικά ακλόνητα δεδομένα των πιο πάνω ενεργειών, τα οποία να άφηναν, έστω και σκιά αλλότριων κινήτρων των Εναγόντων «να σύρουν» τον Εναγόμενο «σε συμφωνίες» που δεν θέλησε για να ενισχύσουν ή άλλως πως την εταιρεία Χρυσαετός επ' ωφελεία της Τράπεζας. Όλα αυτά έμειναν - στα λόγια του Εναγόμενου - ως θέσεις - ας μου επιτραπεί η έκφραση - χωρίς «σάρκα και οστά», ισχυρισμοί μάλλον υπό μορφή κατάληξης παρά σαν ζώσα πραγματικότητα. Οι μόνες πιο απτές λεπτομέρειες που δίδονται είναι για την θέση του Εναγόμενου ως προς την σημασία των ενοικιαστηρίων εγγράφων και της ιδιόμορφης «εκχώρησης» και την κατ' επίκληση ανενέργειας των Εναγόντων να εισπράττουν ενοίκια. Όμως δεν με έχουν πείσει για την βασιμότητα αυτών ούτε για την αλήθεια τους. Εξάλλου ο Εναγόμενος, αισθανόμενος τόσο έντονα για την ανενέργεια αυτή, δεν φαίνεται πότε τον ουσιώδη χρόνο ή οποτεδήποτε να πράττει ο,τιδήποτε με σκοπό να επιστήσει στην Τράπεζα «το καθήκον» της. Στην αντεξέταση του καταδείχθηκαν πιο έντονες οι εγγενείς αδυναμίες της μαρτυρίας του, αφού κατάλαβε σχεδόν αμέσως μετά την χρηματοδότηση ότι υπήρξε θύμα απάτης σύμφωνα με τον ίδιον. Πώς μπορεί λοιπόν να δικαιολογηθεί ότι στη συνέχεια και για μεγάλο διάστημα προβαίνει σε αιτήματα παρατάσεων και το κυριότερο υπογράφει σύμβαση υποθήκης το 2006 επί δικού του ακινήτου για εξασφάλιση των ίδιων δανείων. Αυτή η ενέργεια - 4 χρόνια μετά - έχω την εντύπωση ότι αναιρεί τον κύριο πυρήνα της θέσης του. Σημαντικό επίσης τεκμήριο είναι και η επιστολή του εναγόμενου 1, ημερομηνίας 4.12.2003, Τεκ.Γ24, στην οποία αναφέρει τα εξής: «Αναφορικά με τους λογαριασμούς μου σας πληροφορώ τα πιο κάτω: Α) Γνωρίζω ότι ο Τρεχούμενος Λογαριασμός μου είναι σε υπέρβαση ως και ότι υπάρχουν καθυστερημένες δόσεις για το δάνειο μου, γι' αυτό θα ήθελα να σας πληροφορήσω τα εξής. Μέχρι τις 31.12.2003 θα προσπαθήσω οι καθυστερημένες δόσεις του δανείου μου να αποπληρωθούν ως επίσης τέλη Ιανουαρίου ο Τρεχούμενος Λογαριασμός μου να ομαλοποιηθεί. Σας πληροφορώ επίσης ότι ευρίσκομαι σε συζήτηση με άλλη τράπεζα για να μεταφέρω όλους τους λογαριασμούς μου και όσους έχουν σχέση με εμένα, αλλά τούτο λόγω των εορτών θα γίνει κατορθωτό τους πρώτους 2 μήνες του 2004.» Περαιτέρω, θα ήταν αναμενόμενο - αν ισχύουν αυτά που θέτει - ότι θα προέβαινε σε έγγραφη παράσταση διαμαρτυρίας προς την τράπεζα και μάλιστα θα ήταν αναμενόμενο να πράξει κάτι που θα προστάτευε τα δικαιώματα σ' ένα χρέος στο όνομα του που διογκωνόταν μέρα με τη μέρα και δεν ήταν δικό του, όπως ισχυρίζεται. Αυτό καθίσταται πιο φυσική ενέργεια για ένα άτομο επαγγελματία Λογιστή, όπως ο ίδιος. Ακόμα, ενώ η θέση του ήταν ότι «δεν είχε να κάνει» με τα λεφτά αυτά, φάνηκε από τα εμβάσματα - τεκμήρια που του υποδείχθηκαν ότι από τα λεφτά αυτά στέλνονταν ποσά στη θυγατέρα του, φοιτήτρια στο εξωτερικό. (Βλ. σχετικά Τεκμήρια) αλλά και αλλού με δικές του οδηγίες. Όλα αυτά που ισχυρίσθηκε για την σημασία των εκχωρήσεων των ενοικίων καθόλου δεν ανταποκρίνονται στα αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν από τα έγγραφα. Το ίδιο και σε σχέση με την αναφορά του για τους τόκους και επιτόκια. Αντίθετα από την πρόθεση του, φάνηκε εντέλει ότι και προσωπικά αλλά και ενεργά διαπραγματεύτηκε τους όρους και λεπτομέρειες των συμφωνιών και ότι αυτό που ισχυρίζεται είναι εκ των υστέρων σκέψεις μιας «όψιμης» υπερασπιστικής γραμμής. Από την πλευρά των Εναγόντων ιδιαίτερη βέβαια σημασία είχε η μαρτυρία του ΜΕ1 κ. Νεοφυτίδη, ως εκ της θέσης του για αρκετό από τον ουσιώδη χρόνο ως προϊστάμενος αλλά και άμεσα εμπλεκόμενος στα συμφωνηθέντα και τις επαφές με τον Εναγόμενο
- Ο μάρτυρας αυτός με έχει απόλυτα και θετικά εντυπωσιάσει. Παρέθετε γεγονότα και λεπτομέρειες με ακρίβεια, συνέπεια και σεβασμό προς την αλήθεια. Το εδώλιο του μάρτυρα τον ανέδειξε σ' ένα άτομο που είχε συναίσθηση του καθήκοντος του να δώσει στο Δικαστήριο τα αληθή γεγονότα της υπόθεσης, ανεξάρτητα από ότι θα ωφελούσε ενδεχομένως την Τράπεζα. Αλλά και κατά πάντα χρόνο στις επίδικες συναλλαγές, ομοίως φαίνεται να κατέδειξε μία συνετή συμπεριφορά, «δίκαιη» προς τον Εναγόμενο και ορθή στην διαδικασία επί των εκάστοτε αιτημάτων που υποβάλλοντο. Αν δε κάποιος προσέξει ιδιαίτερα την υφή και τα πλαίσια της αντεξέτασης, ο ΜΕ1 δεν κλονίσθηκε αλλά ούτε ερωτήθηκε επί συγκεκριμένων πτυχών τέτοιων που θα του έθεταν ακριβώς «ζωντανές εκφάνσεις» των επικαλούμενων γεγονότων εκ μέρους της Υπεράσπισης. Ακριβώς παρέμεινε αδιατάρακτη η μαρτυρία του μέχρι τέλους. Η δε μαρτυρία συνταιριάζεται απόλυτα με τους Μ.Ε.2, 3 και 4, οι οποίοι ομοίως κρίνονται απόλυτα θετικοί μάρτυρες. Σε κανένα σημείο της κατάθεσης τους δεν έχουν κλονισθεί και η αντεξέταση ενδυνάμωσε τις θέσεις τους παρά τις αποδυνάμωσε. Σημαντική μαρτυρία υπήρξε και αυτή του Μ.Ε.5 ειδικά ως προς τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που κατάθεσε. Ο Μ.Ε.5 κρίνεται καθόλα αξιόπιστος μάρτυρας. Δεν θεωρώ βάσιμα αυτά που ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου έθεσε εναντίον του Μ.Ε.5 για τις αναθεωρημένες καταστάσεις ή εν γένει για την ποιότητα της μαρτυρίας του. Το ίδιο ισχύει και με την Μ.Ε.3, την οποία μάλιστα ο κ. Μαθηκολώνης μετά την αντεξέταση την επαίνεσε και ο ίδιος ως «καταπελτική», αφού του έδωσε απαντήσεις εφ' όλης της ύλης. Επανερχόμενη στο Μ.Ε.5 παρατηρώ και τα ακόλουθα: Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο Μ.Ε.5 κατέθεσε πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον ίδιο (Τεκμήριο 5Α), με επισυνημμένες αναλυτική εξαμηνιαία κατάσταση λογαριασμών, ως και συγκεντρωτικές καταστάσεις λογαριασμών, αναφορικά με τους επίδικους λογαριασμούς του Εναγομένου
- Θεωρώ ότι ο Μ.Ε.5 υπήρξε ιδιαίτερα επεξηγηματικός και θετικός σε σχέση με την πορεία και εξέλιξη των επίδικων λογαριασμών δανείων. Εξήγησε δεόντως και εξαντλητικά θα έλεγα πως οι Ενάγοντες με σκοπό τον έλεγχο της κίνησης των λογαριασμών των πελατών τους,, διατηρούν τραπεζικό βιβλίο, το οποίο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή σε ένα κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή αφού με την τεχνολογία δεν υπάρχουν πλέον «βιβλία» όπως τα γνωρίζαμε. Ακόμη εξήγησε την διαδικασία που ακολουθείται από τους Ενάγοντες για το άνοιγμα ενός λογαριασμού και την καταχώρηση των εγγράφων σε αυτόν και η οποία διαδικασία ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση. Εξήγησε περαιτέρω με περισσή λεπτομέρεια ό,τι ρωτήθηκε και για τις καταστάσεις των δύο επίδικων λογαριασμών δανείου του Εναγόμενου 1, πως δηλαδή αποτελούν πιστή απεικόνιση των καταχωρήσεων που έγιναν κατά καιρούς στο τραπεζικό βιβλίο των Εναγόντων. Η εκτύπωση των εν λόγω καταστάσεων έγινε αυτόματα χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση στα στοιχεία από μέρους του. Ήταν σε θέση και το έπραξε να διαβεβαιώσει για την ορθότητα των καταστάσεων των επίδικων λογαριασμών. Διευκρίνισε δε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που επισυνάφθηκαν και αποτελούν μέρος του τεκμηρίου Γ26, είναι οι ίδιες με τις καταστάσεις λογαριασμών τις οποίες εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και έλεγξε μία προς μία τις συναλλαγές και οι διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Εξάλλου οι συναλλαγές και καταχωρήσεις που έγιναν στους δύο επίδικους λογαριασμούς δανείων του Εναγομένου 1 ήταν πολύ περιορισμένες, όπως ανάφεραν και άλλοι μάρτυρες των εναγόντων. Αναφέρθηκε σε όλα τα στοιχεία, λεπτομέρειες, καταχωρήσεις και ορολογία που αναφέρονται στις εν λόγω καταστάσεις και εξήγησε σχολαστικά την κάθε στήλη, την κάθε χρέωση και πώς γίνεται, τον τρόπο υπολογισμού του τόκου και ότι λαμβάνεται υπ' όψη ως διαιρέτης το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες. Ακόμη παράθεσε και τον μαθηματικό τύπο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του τόκου. Λεπτομερώς αναφέρθηκε και στις πληρωμές που έκαμε ο Εναγόμενος 1 έναντι των εν λόγω δανείων του τονίζοντας, ότι οι αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού περιλαμβάνουν μόνο το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας, πλέον το εκάστοτε περιθώριο της τράπεζας, με ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο και δεν περιλαμβάνουν καθόλου τόκους υπερημερίας και άλλα έξοδα. Οι Ενάγοντες προέβησαν σε ετοιμασία δύο νέων αναθεωρημένων καταστάσεων για τους επίδικους λογαριασμούς των δύο δανείων του Εναγομένου
- Ο Μ.Ε.5, κατόπιν σχετικών οδηγιών, αναθεώρησε τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού από 18/9/2002 ημερομηνία ανοίγματος των εν λόγω λογαριασμών, εκταμίευσης των ποσών των δανείων και πίστωσης των ποσών των δανείων στον τηρούμενο τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1 μέχρι και τις 18/5/2010 (την προηγούμενη μέρα του τερματισμού) και αφαίρεσε όλους τους τόκους υπερημερίας και άλλες χρεώσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να αυξήσουν το επιτόκιο πέραν του εκάστοτε βασικού επιτοκίου, πλέον το έκαστον περιθώριο της τράπεζας που ίσχυε καθ' όλη την περίοδο από 18/9/2002 μέχρι 18/5/
- Με βάση τις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις, οι οποίες ετοιμάσθηκαν από τον ίδιον, από καταστάσεις λογαριασμών - μέρους του αρχείου των Εναγόντων, εμφαίνονται τα υπόλοιπα οφειλόμενα ποσά των δύο δανείων, τα οποία απαιτούν οι Ενάγοντες, μειώνοντας τα αρχικώς αξιούμενα. Η αναδόμηση και αναθεώρηση λογαριασμών, δεν είναι μεμπτή ενέργεια, όπως επιχειρήθηκε από τον κ. Μαθηκολώνη να παρουσιασθεί και σίγουρα δεν μπορεί να κριθεί εκτός δικογράφων, η μειωμένη απαίτηση. Εξάλλου η θέση των Μ.Ε και των Εναγόντων γενικά, είναι ότι παρότι οι Ενάγοντες με βάση τις υπογραφείσες συμφωνίες δικαιούνται να χρεώνουν τόκους υπερημερίας και άλλα έξοδα, όταν εγίνοντο καθυστερήσεις πληρωμής δόσεων ή παράλειψη πληρωμής δόσεων, εντούτοις έχουν αφαιρέσει τελείως όλους τους τόκους υπερημερίας και άλλα έξοδα, πράγμα καθόλα επιτρεπτό. (Βλ. Νεάρχου κ.α ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818, σελ 828-829, στην οποία το Εφετείο με αναφορά στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, εξέτασε την επιβολή πρόσθετου επιτοκίου 3% το χρόνο χωρίς να δεχθεί ότι μια τέτοια χρέωση ήταν παράνομη, εφόσον καλυπτόταν από τις μεταξύ των μερών συμφωνίες. (Βλ. αναθεωρημένες καταστάσεις, Τεκμήριο 5Β για τον λογαριασμό MG0800100778 και Τεκμήριο 5Γ για τον λογαριασμό MG0800101429). Περαιτέρω ο ΜΕ ανέφερε και εξήγησε τι έλαβε υπόψη του για την ετοιμασία των αναθεωρημένων καταστάσεων των εν λόγω δύο δανείων, την εργασία την οποία έκαμε και αφού έλαβε υπόψη όλες τις συναλλαγές - εγγραφές που είχαν γίνει στους εν λόγω λογαριασμούς και αφού διήλθε και πάλιν μία προς μία όλες τις συναλλαγές, ετοίμασε τις αναθεωρημένες καταστάσεις (Βλ παράγραφο 11(α) και (β) της γραπτής δήλωσης του ημερομηνίας 20/6/2014, ως και τις σχετικές απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του). Μόνον στην αρχική περίοδο από 18/9/2002 έως 15/12/2002 το συνολικό επιτόκιο ήταν 8,50%, ως οι δυο συμφωνίες των διαδίκων. Στις άλλες περιόδους ήταν πάντοτε μικρότερο ως επί το πλείστον από το 8,50%. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε σχετικά με την Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης με αριθμό Υ1072/2006, ημερομηνίας 8/2/2006, ότι ετοίμασε κατόπιν οδηγιών του Διευθυντή του τμήματος του, κατάσταση λογαριασμού για το ενυπόθηκο χρέος του Εναγομένου 1, από 8/2/2006 που ενεγράφη - εκτελέσθηκε η υποθήκη, μέχρι 31/12/2013. Εξήγησε ότι το ποσόν που εξασφαλίζεται με αυτήν την υποθήκη είναι Λ.Κ. 50.000,00 (€85.430,07), πλέον σύνθετο κυμαινόμενο τόκο προς 7,75% από 8/2/2006 μέχρι εξοφλήσεως. Έχει επεξηγήσει και εν προκειμένω τον τύπο που έχει χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό του τόκου και είναι ο ίδιος που έχει χρησιμοποιηθεί και για τις αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού. Προς τούτο, όλες οι καταστάσεις λογαριασμών που κατατέθηκαν από τον εν λόγω μάρτυρα κρίνεται ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η νομοθεσία σύμφωνα με τα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 και τίποτε δεν προεβλήθη από την Υπεράσπιση να αλλοιώνει ή να αποδυναμώνει την αξία της μαρτυρίας του. Η μαρτυρία του στο σύνολο της κρίνεται καθόλα θετική και ικανοποιητική. Ευρήματα - Συμπεράσματα Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα σύμφωνα με τα λεχθέντα από τους ΜΕ και τα τεκμήρια που καταχωρήθηκαν τα οποία στην όψη και στην ουσία δεν έχουν ανατραπεί. Εξάγονται συνεπώς ευρήματα ως η σχετική μαρτυρία των Μ.Ε. - σελίδες 10-31 και 39-41 της απόφασης μου, χωρίς να είναι ανάγκη να επαναληφθούν. Δέχομαι επίσης ότι ενόψει της μη πληρωμής οι Ενάγοντες δεόντως τερμάτισαν ως η μαρτυρία των ΜΕ με βάση τις πιο πάνω σχετικές επιστολές. Το τεκμήριο της δέουσας αποστολής στον Εναγόμενο και άρα λήψης απ' αυτόν δεν έχει ανατραπεί. (Βλ. Latifundia Prop. Ltd ν. Ψακή κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 670). Στη βάση δε αυτών προκύπτει ότι ο Εναγόμενος οφείλει τα στην σελίδα 31 αναφερόμενα ποσά, όπως προκύπτουν από τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Στην κρινόμενη περίπτωση, παρά την περιφερειακή και κάπως ακαδημαϊκή αμφισβήτηση των όρων και τρόπου επεξεργασίας των δεδομένων των ηλεκτρονικών υπολογιστών της τράπεζας, δεν υπήρξε ad hoc και ευθεία αμφισβήτηση του ποσού ώστε να πάρει «σάρκα και οστά» η περιφερειακή αντεξέταση των σχετικών ΜΕ. (Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου Π.Ε. 335/2009, ημερομηνίας 17.10.20014 και Νίκος Κώστα Χαριλάου ν. Κυριάκου Ανδρέα Τινέντη
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1677). Δεν βρίσκω ότι στοιχειοθετούνται οι «ενστάσεις ή αμφισβητήσεις» του Εναγόμενου 1 για καταχρηστικούς όρους είτε υπερβολική «χρέωση τόκων». Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εναγόμενου 1 στάθηκαν ιδιαίτερα στις αγορεύσεις τους σε δυο βασικούς πυρήνες για το θέμα αυτό. (α) ότι επρόκειτο για καταχρηστικές ρήτρες και (β) ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ή όρος της έννοιας του βασικού ή κυμαινομένου επιτοκίου ή περιθωρίου με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εύλογη βεβαιότητα των όρων του συμβολαίου. Ως προς το σημείο (α) η πλευρά του Εναγομένου επικαλείται τις διατάξεις του Νόμου περί Καταχρηστικών Ρητρών του 1996 και του Νόμου περί καταναλωτικής Πίστεως του 2001 και 2010 με παράλληλη επίκληση σωρείας αποφάσεων του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης ειδικά όσον αφορά την οδηγία 93/
- Στην υπόθεση Κarsler, C-26/13 ημερ. 30.4.2014 αναφέρθηκαν τα εξής: «Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε υποδεέστερη κατάσταση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά τόσο την εξουσία διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως, κατάσταση η οποία τον υποχρεώνει να προσχωρήσει στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει το περιεχόμενό τους. Λαμβάνοντας υπόψη την υποδεέστερη αυτή θέση, η οδηγία 93/13 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν μηχανισμό που να διασφαλίζει ότι όσες συμβατικές ρήτρες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως μπορούν να ελέγχονται προκειμένου να διαπιστωθεί ο ενδεχόμενος καταχρηστικός τους χαρακτήρας. Στο πλαίσιο αυτό, στον εθνικό δικαστή απόκειται να διαπιστώσει αν, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 93/13, βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η ρήτρα αυτή πληροί τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, της ισορροπίας και διαφάνειας που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία (βλ., επ' αυτού, αποφάσεις Invitel, C‑472/10, EU:C:2012:242, σκέψη 22, και RWEVertrieb, C‑92/11, EU:C:2013:180, σκέψεις 42 έως 48).» (Βλ. ακόμη RWE Vertrieb AG, ημερ. 21.3.
- Επίσης μου ετέθη ως σχετική η απόφαση 23/2014, ημερ. 21.11.2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης). Προκύπτει πάντως από τα πιο πάνω ότι είναι στον Εθνικό Δικαστή που εναπόκειται να κρίνει αν η ρήτρα πληροί τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, της ισορροπίας και διαφάνειας που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία. Δεν βρίσκω ότι ισχύουν αυτά που προβάλλονται από την πλευρά του Εναγομένου
- Ο καθορισμός επιτοκίου έγινε σύμφωνα με τις θέσεις και επιδιώξεις των μερών, στα πλαίσια της ισχύουσας τότε νομοθεσίας και δεν βρίσκω ότι συντρέχουν προϋποθέσεις που θα έπρεπε να κριθούν καταχρηστικές οι ρήτρες ή οι όροι αόριστοι. Επαναλαμβάνω ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν λογιστής με πέραν από εξειδικευμένες γνώσεις και η συμπεριφορά του και κυρίως η διαπιστωθείσα με βάση την αξιολόγηση ανενεργεία του να «πράξει» ο,τιδήποτε προς διασφάλιση των θέσεων του, σίγουρα δεν μπορούν οδηγήσουν σε «κατάργηση» λογαριασμών δανείων που λειτουργούσαν τόσα χρόνια και ο Εναγόμενος 1 επωφελείτο απ' αυτούς. Οι θέσεις μάλιστα, με βάση την αγόρευση, ότι θα πρέπει να οδηγήσουν σε αποτυχία όλη την απαίτηση και όχι μόνο τους τόκους, κρίνονται στην ολότητα τους ως αβάσιμες. Στη κρινόμενη δε περίπτωση το επιτόκιο που ζητείται οριοθετείται στο 9% όπως προκύπτει από τους επίδικους τερματισμούς (βλ. σελίδα 29 ανωτέρω). Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου (ανωτέρω), έγινε αναφορά στο ότι την 1.1.2001 τέθηκε σε ισχύ ο Περί του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (αρ. 160
(1)του 1999). Ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 (αρ. 2
(1)του 1977) καταργήθηκε και στα υφιστάμενα δάνεια ήταν δυνατό να καθορίζεται νέο επιτόκιο νοουμένου ότι η πιστώτρια τράπεζα θα ενημέρωνε τον χρεώστη είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν για την αλλαγή (άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου 160
(1)του 1999), πράγμα που εδώ έγινε, αφού κατά πάντα χρόνο γίνονταν οι σχετικές δημοσιεύσεις αλλά και ο Εναγόμενος λάμβανε γνώση ως οι ΜΕ κατάθεσαν. Στη συνέχεια στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε ότι η αφαίρεση των χρεώσεων αυτών από το Δικαστήριο ήταν λανθασμένη και το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε ως προς αυτό το σημείο την πρωτόδικη προσέγγιση. Στην κρινόμενη περίπτωση ομοίως δεν βρίσκω ότι υπάρχουν και άλλωστε δεν ζητούνται όποιες υπερχρεώσεις. Συμφωνώ δε μ' όσα επισημαίνουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόντων στις σελ. 40-48, ότι δηλαδή η τοκοφορία ήταν αφ' ενός νόμιμη και αφ' ετέρου οι σχετικοί όροι των επίδικων συμφωνιών δεν κρίνονται αόριστοι. Ισχύουν και στην κρινόμενη υπόθεση επί του προκειμένου ειδικά για την θέση περί αοριστίας όρων και ιδία του όρου 3.5 των δυο δανείων αυτά που λέχθηκαν στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: «Η πιο πάνω κατάληξη είναι το λιγότερο που μπορούμε να πούμε λανθασμένη. Η παράγραφος 2 της συμφωνίας (Τ.1) δίνει την εξουσία στην εφεσείουσα τράπεζα να χρεώνει τόκο 9% στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα σύμφωνα "με την εφαρμογή της τακτικής που ακολουθείται κατά καιρούς από την τράπεζα". Σύμφωνα με τη μαρτυρία της εφεσείουσας τράπεζας, η μαρτυρία της οποίας κρίθηκε ως αξιόπιστη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, λεπτομέρειες της πρακτικής δίνονταν στον πελάτη όταν το ζητούσε και στην παρούσα περίπτωση οι εφεσίβλητοι ουδέποτε ζήτησαν επεξηγήσεις ούτε και αμφισβήτησαν τον υπολογισμό των τόκων και τον καθορισμό των value dates. Σημειώνεται εδώ η εγκυρότητα της διαδικασίας της τακτικής της τράπεζας δεν αμφισβητήθηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης των εφεσιβλήτων. Η έλλειψη επεξήγησης ως προς την τακτική της τράπεζας δεν μπορεί να καταστήσει τη συμφωνία ως αόριστη και ασαφή. Οι εφεσίβλητοι υπέγραψαν τη σχετική συμφωνία και προέβαιναν για αρκετά χρόνια σε συναλλαγές με την εφεσείουσα τράπεζα χωρίς να προβάλουν οποιαδήποτε διαμαρτυρία ως προς τα ποσά τα οποία κατατίθενταν ή αποσύρονταν και με τη συμπεριφορά τους αποδέχονταν τη διαδικασία που είχε υιοθετηθεί». Με ακλόνητο δεδομένο την ενημέρωση που είχε ο Εναγόμενος κατά πάντα χρόνο και τις σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο για τα επιτόκια ως τα σχετικά τεκμήρια (για τα οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση) ο Εναγόμενος δεν προέβη ποτέ σ' όποια πράξη διαμαρτυρίας ή αντίδρασης. Το θέμα των χρεώσεων και επιτοκίων από Τράπεζες απασχόλησε και την αγγλική υπόθεση The Office & Fair Trading v. Abbey National & Others
(2009)UKSC, 6, η οποία υπόθεση απαντά έστω και έμμεσα πολλές από τις αμφισβητήσεις της Υπεράσπισης και ειδικά στο ότι μια τέτοια σύμβαση τραπεζικής διευκόλυνσης πρέπει να αντικρίζεται σφαιρικά και όχι μόνο επί των χρεώσεων αφού «are not given in exchange for individual services but are part of a package of different ways of charging for a package of varied services" (τα λεχθέντα από τον Lord Philips), ο οποίος προσθέτει και τα εξής: "The customer rewards his Bank for the provision of these services in different ways, in accordance with standard terms agreed between the customer and the Bank. The majority of customers, who always keep their accounts in credit, reward the Bank by allowing it to use the funds standing to their credit without paying interest at the market rate. Somewhat misleadingly, the services provided by Banks to such customers are said to be "free of charge". The position is very different in the case of a customer who permits his current account to go into debit without having obtained, in advance, authority from his Bank to overdraw. When this occurs, the customer becomes liable to pay charges. In some instances the chargewill be triggered by the performance of an individual identifiable service, such as honouring a cheque. In other instances a sum becomes payable if, during a specified period, an account is overdrawn." O δε Lord Mance ανάφερε τα ακόλουθα στην παρ. 114: "A customer making such a contract accepts that the free-if-in-credit system involves substantial charges if instructions are given or transactions entered into which involve putting the account into debit. While the incurring of Relevant Charges is no doubt something that customers would like to avoid, it is a clearly explained and, objectively viewed, very important feature of the overall package. The OFT's case that such charges are not "readily visible" or "recognizable" as the price is in my view untenable. In so far as it relies on the consideration that the charges are out of proportion to the actual cost of rendering any services in respect of an instruction or transaction which would involve an (or an increase in an) unauthorized overdraft, it also presents hte4 paradox, that the higher the Relevant Charges, the less visible or recognizable they are said to be as the price of the overall package." Και η Lady Hale προσθέτει τα ακόλουθα: "I would only add that, should this or any other be minded to take up the invitation given in the last paragraph of Lord Walker's judgment, it may not be easy to find a satisfactory solution. The banks may not be the most popular institutions in the country at present, but that does not mean that their methods of charging for retail banking services are necessarily unfair when viewed as a whole. As a very general proposition, consumer law in this country aims to give the consumer an informed choice rather than to protect the consumer from making an unwise choice. We buy all sorts of products which a sensible person might not buy and some of which are not good value for the money. We do so with our eyes open because we want the product in question more than we want the money. Should financial services be treated differently from other goods and services? Or is the real problem that we do not have a real choice because the suppliers all offer much the same product and do not compete on some of their terms? This is the situation here. But it is not clear to me whether the proper solution is to find some way of forcing the suppliers to compete with one another in the terms they offer or whether the solution is to condemn one particular model of charging for those services. Fortunately, however, that is for Parliamet and not for this Court." Τα πιο πάνω, κρίνω, απαντούν αποστομωτικά τα όσα και εδώ αμφισβήτησε η Υπεράσπιση τόσο για τα επιτόκια γενικά όσο και ευρύτερα για την προβαλλόμενη θέση περί καταχρηστικών ρητρών. Ερχόμενη στο θέμα της εκχώρησης ενοικίων και της συμφωνίας που έγινε με τον Εναγόμενο 2 και την Ενάγουσα Τράπεζα ημερομηνίας 12.9.2002, κρίνω ότι δεν δημιουργείται υποχρέωση της Τράπεζας ώστε να επηρεάζεται το υφιστάμενο χρέος. Θα συμφωνήσω με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Ενάγουσας ότι η εν λόγω συμφωνία εκχώρησης ήταν επιπρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες και αποτελούσε δικαίωμα και όχι υποχρέωση των Εναγόντων, η οποία έμεινε ανενεργός και δεν προωθήθηκε εξ υπαιτιότητος του Εναγόμενου 1 και 2 κυρίως για τα προβλήματα που ετέθησαν από τους Μ.Ε. Εν πάση περιπτώσει ουδέν ποσόν ενοικίων κατατέθηκε από τους ενοικιαστές στο λογαριασμό του Εναγομένου 1 και ουδέν ποσόν ενοικίων ή ποσών είσπραξαν από τρίτα πρόσωπα - ενοικιαστές. Ισχύουν εν προκειμένω τα λεχθέντα στην υπόθεση Παναγιώτης Ζερβού κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Π.Ε 271/2009, ημερ. 20/2/2013, σχετικά με το δικαίωμα της Τράπεζας να πωλεί αμέσως τις ενεχυριασθείσες μετοχές όταν η τιμή τους ήταν συμφέρουσα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με βάση την οποία απέρριψε τη θέση ότι η Τράπεζα είχε υποχρέωση να πωλήσει τις μετοχές βάσει των συμφωνιών, παραπέμποντας στις ίδιες τις συμφωνίες που δείχνουν ότι εκείνο που προκύπτει είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση πώλησης μετοχών που ενεχυριάζονται για το σκοπό εξασφάλισης του δανείου, εφόσον η σχέση δεν είναι ούτε εμπιστευματική ούτε καταπιστευματική, αλλά σχέση χρεώστη-δανειστή με δικαίωμα και όχι υποχρέωση στην Τράπεζα να πωλήσει τις μετοχές. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει και με βάση την μαρτυρία που έχω δεχθεί, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 1 ως εξής: (α) για το ποσό των €238.769,20 πλέον τόκοι προς 9% ετησίως επί ποσού €231.664,81 από 19.5.2010 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου έκαστου έτους. (β) για το ποσό των €263.926,27 πλέον τόκοι προς 9% ετησίως επί του ποσού των €256.073,35 από 19.5.2010 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένοι την 30ην Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Επίσης, εκδίδεται διάταγμα εκποίησης υποθήκης ως η παράγραφος 1(Ε) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Νοείται ότι η ευθύνη του Εναγόμενου 1 είναι κοινή και/ή αλληλέγγυα με τους Εναγόμενους 2 και 3. Εναντίον του Εναγόμενου 1 και υπέρ των Εναγόντων επιδικάζονται έξοδα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον Φ.Π.Α. Η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 απορρίπτεται ως μη στοιχειοθετηθείσα. Χωρίς όμως έξοδα αφού συνεκδικάσθηκε με την απαίτηση. (Υπ.)............ Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΞΠ-ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Τράπεζα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο