← Κύπρος

Ιουλία Μαγγλή ν. ΤAKIS VASHIOTIS LTD, Αρ. Αγωγής 4240/2010, 10/12/2014

Ιουλία Μαγγλή ν. ΤAKIS VASHIOTIS LTD, Αρ. Αγωγής 4240/2010, 10/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A420 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4240/2010 Μεταξύ: Ιουλία Μαγγλή, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και- ΤAKIS VASHIOTIS LTD, εκ Λεμεσού Εναγομένης -------------- 10.12.2014 Για την ενάγουσα: κα Χρ. Θεοφίλου με κα Ε. Γεωργίου Για την εναγόμενη: κ. Κ. Αριστείδου για Δημόκριτος Αριστείδου & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση γραπτή συμφωνία αντιπαροχής ημερ. 7.12.2001 (Τεκμήριο 1) η εναγόμενη ανέλαβε την ανέγερση δύο κτιριακών συγκροτημάτων επί του ακινήτου της ενάγουσας, έκτασης 5 στρεμμάτων, 2 προσταθίων και 2050 τ.π., που βρίσκεται στον Ποταμό Γερμασόγειας, στη Λεμεσό. Η ουσία της συμφωνίας ήταν η παραχώρηση και μεταβίβαση από την ενάγουσα στην εναγόμενη ποσοστού 60% του πιο πάνω ακινήτου, με αντάλλαγμα την ανέγερση δύο οικοδομών (Α και Β) από τις οποίες θα έπαιρνε η ενάγουσα τα ακόλουθα:

  1. 50% της οικοδομής Α, ήτοι τα καταστήματα 1-6 στο ανατολικό μέρος της οικοδομής,
  2. ολόκληρο το δεύτερο όροφο της οικοδομής Β,
  3. τα διαμερίσματα αρ. 3 στον πρώτο όροφο και αρ. 1 στον τέταρτο όροφο της οικοδομής Β,
  4. 50% των εγκεκριμένων από την αρμόδια αρχή χώρων στάθμευσης στο υπόγειο της οικοδομής Α και το 32% των χώρων στάθμευσης στο υπόγειο της οικοδομής Β,
  5. 50% των εγκεκριμένων από την αρμόδια αρχή χώρων στάθμευσης στο ισόγειο,
  6. αν θα εδίδετο άδεια κατασκευής τρίτου διαμερίσματος στον 4ο όροφο τότε το 50% του διαμερίσματος αυτού,
  7. αν θα υπήρχε διαφοροποίηση στον αριθμό των χώρων στάθμευσης θα ίσχυαν οι ίδιες πιο πάνω αναλογίες. Η συμφωνία, Τεκμήριο 1, πρόβλεπε επίσης τα ακόλουθα:
  8. Η όλη κατασκευή και ανέγερση των οικοδομών Α και Β, περιλαμβανομένων των κοινόκτητων και/ή κοινόχρηστων χώρων, θα γινόταν αποκλειστικά με έξοδα της Εναγόμενης και σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια της άδειας οικοδομής, τους Τεχνικούς Όρους και το Δελτίο Ποσοτήτων (όσον αφορά τις περιγραφές, προδιαγραφές και τις τιμές μονάδας, αλλά όχι τις ποσότητες οι οποίες περιέχονται σε αυτό), τα οποία επισυνάφθηκαν στη συμφωνία 7/12/2001 σαν αναπόσπαστο και ουσιώδες μέρος της. (όρος 2).
  9. Ο χρόνος αποπεράτωσης των εργασιών και συμπλήρωσης του έργου καθορίστηκε σε 24 μήνες για την οικοδομή Α και 30 μήνες για την οικοδομή Β, από την ημερομηνία έναρξης των εργασιών που συμφωνήθηκε να ήταν ο χρόνος έκδοσης της πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής (όροι 2(γ) και 8).
  10. Σε περίπτωση κατά την οποία η Εναγόμενη παρέλειπε να ανεγείρει και αποπερατώσει την ανωτέρω αναφερόμενη οικοδομή εντός της πιο πάνω προθεσμίας, πλην των περιπτώσεων ανωτέρας βίας, απεργιών, ελλείψεως υλικών ή γενικά εξ αιτίας ή λόγου εκτός του ελέγχου της Εναγόμενης και για τους οποίους ο επιβλέπων αρχιτέκτων θα χορηγούσε ανάλογη παράταση, η Εναγόμενη θα υποχρεούτο να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ13.000 μηνιαίως για κάθε μήνα καθυστέρησης παράδοσης της Οικοδομής Α και ΛΚ9.000 το μήνα για κάθε μήνα καθυστέρησης παράδοσης της Οικοδομής Β. Τα πιο πάνω ποσά συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών αφού λήφθηκε υπ' όψη το εισόδημα το οποίο θα στερείτο η Ενάγουσα λόγω της καθυστέρησης και αποτελεί συμφωνημένη και προεκτιμηθείσα ζημιά, (όρος 12).
  11. Από της υπογραφής της συμφωνίας 7/12/01 όλοι οι κτηματικοί φόροι και γενικά όλοι οι φόροι που αφορούσαν το Κτήμα θα κατανέμονταν μεταξύ των μερών κατ' αναλογία και ποσοστό 60% η Εταιρεία και 40% ο ιδιοκτήτης. Τυχόν φόροι Κεφαλαιουχικών Κερδών (Capital Gains Tax) που δυνατόν να επιβάλλονταν στην Ενάγουσα για την ανάπτυξη του Κτήματος βάσει της συμφωνίας, θα καλύπτονταν επίσης αναλογικά μεταξύ των μερών κατά 60% (η Ενάγουσα) και 40% (η Εναγόμενη) στην έκταση που αφορούν υπεραξία από τα κτίσματα. (όρος 16).
  12. Σε περίπτωση εξασφάλισης αδείας από τις αρμόδιες αρχές δια κατασκευή επιπρόσθετων χώρων από αυτούς που φαίνονται στα επισυναπτόμενα σχέδια τότε αυτός ο χώρος θα ανήκει 50% στον ιδιοκτήτη και 50% στην Εταιρεία. Σε περίπτωση που θα επιτραπεί η αλλαγή χρήσης των καταστημάτων το κάθε μέρος θα δικαιούται να το κάνει εξ ίσου με το άλλο, π.χ. αν θα επιτρέπεται αλλαγή για 6 καταστήματα τα μέρη θα αλλάζουν τη χρήση σε 3 καταστήματα το καθένα. (όρος 25).
  13. Η ενάγουσα ανέλαβε να μεταβιβάσει στην εναγόμενη ποσοστό 60% του ακινήτου, ώστε να κατέχεται από την εναγόμενη εξ' αδιαιρέτου, ως ακολούθως: (α) Ποσοστό 15% μετά την έναρξη των εργασιών. (β) Ποσοστό 15% μόλις συμπληρωνόταν ο σκελετός των δύο οικοδομών που συμφωνήθηκε ότι θα γινόταν μέσα σε 14 μήνες από την έναρξη των εργασιών. (γ) Ποσοστό 10% μόλις συμπληρωνόταν η τοιχοποϊία, τα επιχρίσματα και το υποδάπεδο των δύο οικοδομών που συμφωνήθηκε ότι θα γινόταν μέσα σε 4 μήνες από τη συμπλήρωση των σκελετών. (δ) 20% με την αποπεράτωση και συμπλήρωση της ανέγερσης των οικοδομών (όρος 17).
  14. Μετά τη συμπλήρωση της ανέγερσης των δύο οικοδομών και την έκδοση πιστοποιητικών τελικής έγκρισης, αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι (ενάγουσα και εναγόμενη) ανέλαβαν την υποχρέωση όπως υποβάλουν από κοινού, ως συνιδιοκτήτες, αίτηση για διαχωρισμό του κτήματος και για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων επ' ονόματι ενός εκάστου εξ' αυτών, με βάση τους ανωτέρω όρους της συμφωνίας. Μετά την έκδοση χωριστών τίτλων ως ανωτέρω, ουδείς των συμβαλλομένων θα εδικαιούτο να ισχυρισθεί ότι οι μονάδες που του ανελόγισαν, για τις οποίες θα εκδίδετο ξεχωριστός τίτλος, υπολοίπονταν σε έκταση ή αξία του εξ αδιαιρέτου μεριδίου τους στο κτήμα (όρος 7).
  15. Οι υποχρεώσεις της εναγόμενης προς την ενάγουσα θα θεωρούντο ότι εκπληρώθηκαν πλήρως και εξαντλούντο με την εξασφάλιση στο όνομα του ιδιοκτήτη χωριστών και αυτοτελών τίτλων ιδιοκτησίας της αντιπαροχής, με βάση τους όρους και τις προδιαγραφές της συμφωνίας, Τεκμήριο
  16. Η εναγόμενη θα ήταν υπεύθυνη για οποιαδήποτε ελαττωματική ή μειωμένη εργασία ή άλλη κατασκευή, αντίθετη με τους όρους της συμφωνίας, για περίοδο 12 μηνών από τη συμπλήρωση και παράδοση της αντιπαροχής στην ενάγουσα (όρος 24). Είναι παραδεκτό ότι η εναγόμενη εκτέλεσε και συμπλήρωσε τις εργασίες ανέγερσης της οικοδομής Α στις 5.3.2005 και της οικοδομής Β στις 25.8.2005 (βλ. Τεκμήριο 9). Είναι περαιτέρω παραδεκτό ότι μετά την παράδοση της αντιπαροχής στην ενάγουσα κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες, η εναγόμενη εξασφάλισε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και στις 20.9.2006, μεταβιβάστηκαν στο όνομα της ενάγουσας οι μονάδες αντιπαροχής και εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι, επ' ονόματι της για κάθε μια μονάδα ξεχωριστά (βλ. Τεκμήριο 10). Παρά ταύτα, η ενάγουσα καταχώρισε στις 2.9.2010 την παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικεί αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμόν, παραβάσεις της συμφωνίας από την εναγόμενη. Οι αξιώσεις της, κινούνται σε 6 πυλώνες: (α) Ζημιές που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί λόγω κατ' ισχυρισμόν καθυστέρησης συμπλήρωσης των οικοδομών. Όπως διατείνεται, η εναγόμενη, άρχισε την εκτέλεση των εργασιών στις 5.4.
  17. Όφειλε, συνεπώς, να παραδώσει την αντιπαροχή της οικοδομής Α μέχρι τις 5.4.2004 και της οικοδομής Β μέχρι τις 5.10.
  18. Διεκδικεί, έτσι ποσό €405.792,80 με βάση τη συμφωνηθείσα ζημιά που προβλέπεται στον όρο 12 της συμφωνίας (ανωτέρω). (β) Απώλεια λόγω μετατροπής αποθηκών σε διαμέρισμα το οποίο πώλησε η εναγόμενη αποκομίζοντας όφελος €800.000, ενώ η αξία τους ως αποθήκες ήταν μόνο €140.
  19. Διεκδικεί έτσι το ½ του οφέλους που αποκόμισε η εναγόμενη εις βάρος της, ανερχόμενο σε €327.
  20. (γ) Ζημιές λόγω της αύξησης της αξίας της ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας, λόγω της ανάπτυξης του επίδικου κτήματος και της συνεπαγόμενης υποχρέωσης της να καταβάλει φόρο κεφαλαιουχικών κερδών (Φ.Κ.Κ.) πάνω στην υπεραξία από τα κτίσματα. Το ποσό, του Φ.Κ.Κ., υπολογίστηκε από την ενάγουσα σε €1.423.000 και διεκδικεί από την εναγόμενη το ποσό των €853.802,88 που αποτελεί την συμφωνηθείσα αναλογία της, με βάση τον όρο 16 της συμφωνίας τους (πιο πάνω). (δ) Απώλειες από, κατ' ισχυρισμόν, ιδιοποίηση κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής Β, ύψους €400.
  21. (ε) Απώλειες ύψους €160.000 λόγω, κατ' ισχυρισμόν, αύξησης των εμβαδών 4 διαμερισμάτων της εναγόμενης, και τέλος, (στ) Ζημιές ύψους €872.827, λόγω κατ' ισχυρισμόν, παράλειψης της εναγομένης να εκτελέσει τις εργασίες στις δύο οικοδομές, με βάση τους όρους και τις προδιαγραφές της συμφωνίας. Η εναγόμενη απορρίπτει όλες τις αξιώσεις της ενάγουσας και διεκδικεί ανταπαιτητικά ποσό πέραν των €600.000 για απώλειες, λόγω κατ' ισχυρισμόν απόδοσης στην ενάγουσα αντιπαροχής πέραν από τη συμφωνηθείσα. H ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη των αξιώσεων της, η ενάγουσα στηρίχθηκε στη μαρτυρία 5 μαρτύρων καθώς και στα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο εν διαστάσει σύζυγος της Βillal Halak (Μ.Ε.1), ο οποίος παρέθεσε το ιστορικό της υπόθεσης, μέσω γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Γ). Όπως εξήγησε, προτού υπογραφεί η επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 1) η ενάγουσα είχε ενδιαφερθεί για την ανάπτυξη του κτήματος της και ανάθεσε σε αρχιτέκτονα (Άλκη Ιωαννίδη) την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων (Τεκμήριο 14). Ανέφερε, επίσης, πως με βάση τα υπό αναφορά σχέδια εξασφαλίστηκε άδεια οικοδομής και πολεοδομική άδεια για ανέγερση των δύο οικοδομών. Είναι με βάση τα σχέδια αυτά, υποστήριξε, που καταρτίστηκε η επίδικη συμφωνία με την εναγόμενη για την ανάπτυξη του κτήματος της ενάγουσας. Επί των αξιώσεων για καθυστερήσεις παράδοσης της αντιπαροχής, υποστήριξε πως η εναγόμενη άρχισε την εκτέλεση των εργασιών στις 5.4.2002 και όφειλε, με βάση τη συμφωνία, να παραδώσει την οικοδομή Α μετά πάροδο 24 μηνών και την οικοδομή Β μετά πάροδο 30 μηνών. Προς τεκμηρίωση της θέσης ότι οι εργασίες άρχισαν στις 5.4.2002, παρέπεμψε σε σχετική επιστολή της εναγόμενης (Τεκμήριο 6

(1)) που επιβεβαιώνει το γεγονός. Υπόδειξε επίσης πως μετά από απαίτηση της εναγόμενης, η ενάγουσα της μεταβίβασε το 15% του ακινήτου στις 2.7.2002, όπως επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο
  1. Η οικοδομή Α, κατέληξε, παραδόθηκε στην ενάγουσα στις 5.3.2005, ήτοι με καθυστέρηση 11 μηνών, και η οικοδομή Β στις 25.8.2005, με καθυστέρηση 10.5 μηνών. Δικαιολογείται συνεπώς η αξίωση της ενάγουσας για τις ζημιές που υπέστη, λόγω των καθυστερήσεων. Εις ότι αφορά την αξίωση για όφελος που αποκόμισε η εναγόμενη από τη μετατροπή αποθηκών σε διαμέρισμα, παρέπεμψε στο σχετικό όρο του Τεκμηρίου 1 (όρος 25) με βάση τον οποίο η ενάγουσα δικαιούται το 50% των νέων κτισμάτων που προέκυψαν. Όπως εξήγησε, η εναγόμενη εξασφάλισε τροποποιητικές άδεις για δημιουργία αποθηκευτικών χώρων στο υπόγειο της οικοδομής Β και ακολούθως, χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας, τις μετέτρεψε σε διαμέρισμα το οποίο πώλησε έναντι του ποσού των €800.
  2. Πλούτισε, έτσι, αδικαιολόγητα και κατά παράβαση του όρου 25 της συμφωνίας, εις βάρος της ενάγουσας κατά €265.000, ποσό το οποίο οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε, με βάση τη συμφωνία όφειλε να δώσει στην ενάγουσα το ½ των νέων αποθηκευτικών χώρων που δημιουργήθηκαν και όχι το 32%, το οποίο της αποδόθηκε. Για την αξίωση σε σχέση με τους κεφαλαιουχικούς φόρους, παράπεμψε στον όρο 16 της συμφωνίας με βάση τον οποίο, οι σχετικοί φόροι θα καλύπτονταν αναλογικά από τους συμβαλλόμενους κατά 60% από την εναγόμενη και 40% από την ενάγουσα. Διεκδικεί, έτσι, το ποσό των €838.250, από την εναγομένη το οποίο υπολογίστηκε με βάση την υπεραξία των διαμερισμάτων και καταστημάτων που κτίστηκαν, σε συνάρτηση με την πραγματική αξία του ακινήτου κατά τους χρόνους που παραδόθηκε η αντιπαροχή. Παρέθεσε για το σκοπό αυτό, τις αντικειμενικές αξίες της κάθε μονάδας και τις αναπροσαρμοσμένες αξίες τους κατά το χρόνο παράδοσης, υπολογίζοντας το φόρο (20%) στην αύξηση, που εισηγήθηκε ότι αποτελεί την υπεραξία που επήλθε, λόγω της ανάπτυξης, με την ανέγερση των οικοδομών. Επί του ιδίου ζητήματος, υπέδειξε πως η ενάγουσα προέβη ήδη σε πωλήσεις 5 διαμερισμάτων (Τεκμήρια 18-21 και 24Α) και υποχρεώθηκε να καταβάλει φόρους κεφαλαιουχικών κερδών για το συνολικό ποσό των €517.744 (Τεκμήρια 18Α και 22-25). Συνεχίζοντας ο Μ.Ε.1, υποστήριξε πως η εναγόμενη οικειοποιήθηκε κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής Β, με προσάρτηση και περίφραξη 400 μ. στα ισόγεια διαμερίσματα που ανελόγησαν σε αυτή, αποστερώντας την ενάγουσα από την ελεύθερη χρήση του κοινόχρηστου και κοινόκτητου αυτού χώρου. Με τον τρόπο αυτό, εισηγείται, η εναγόμενη αύξησε την αγοραστική αξία των διαμερισμάτων της πέραν του ποσού των €800.000, μειώνοντας ταυτόχρονα την αγοραστική αξία των δικών τους διαμερισμάτων. Διεκδικείται, έτσι, διάταγμα αποκατάστασης του κοινόχρηστου χώρου με βάση τα αρχικά σχέδια (Τεκμήριο 1Α) και διαζευκτικά το ποσό των €400.000 για την απώλεια χρήσης των υπό αναφοράν κοινόχρηστων χώρων. Καθόσον αφορά την αξίωση για αύξηση του εμβαδού των διαμερισμάτων της εναγόμενης, υποστήριξε πως η εναγόμενη, χωρίς τη συγκατάθεση της, αύξησε τα εμβαδά των 5 διαμερισμάτων της κατά 12.7 τ.μ. το κάθε ένα. Αναφέρει, περαιτέρω, πως αύξησε και το εμβαδόν ενός εκ των διαμερισμάτων της ενάγουσας (του διαμ. 205) χωρίς τη συγκατάθεση της. Η αύξηση των εμβαδών, όπως εξηγεί, επιτεύχθηκε με την επέκταση των βεραντών και αφού εξασφαλίστηκε σχετική τροποποιητική πολεοδομική άδεια. Παρόλο, σημειώνει, που η ενάγουσα πιθανό να έχει υπογράψει τις σχετικές αιτήσεις, το έπραξε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Παραπέμποντας και πάλι στον όρο 25 του Τεκμηρίου 1, υποστήριξε πως η υπεραξία από την αύξηση των εμβαδών θα πρέπει να κατανεμηθεί εξίσου στους διαδίκους και διεκδικείται για το λόγο αυτό το ποσό των €76.200 που αποτελεί το μερίδιο της ενάγουσας από την αύξηση. Όσον αφορά, τέλος, την αξίωση της ενάγουσας για μη εκτέλεση εργασιών, περιορίστηκε στο ποσό των €90.995.60 μετά από σχετική γνωμάτευση του τεχνικού της ενάγουσας (κ. Μίλτου Παπαδόπουλου). Οι ελλειπείς εργασίες σχετίζονται με την κατ' ισχυρισμόν παράλειψη της εναγόμενης να τοποθετήσει γυάλινα τοιχώματα, να τοποθετήσει ξύλινα πατώματα και να επενδύσει με κεραμικά την περιοχή πισίνας στην οικοδομή Β και να κατασκευάσει σκίαση και τοποθετήσει πτερύγια σκίασης, σιντριβάνι και κυματοειδείς μεταλλικές πλάκες στην οικοδομή Α. Σχολιάζοντας τους ισχυρισμούς και τις ανταξιώσεις της εναγόμενης, υποστήριξε πως είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, σε σχέση με την αξίωση της για τα έξοδα κατασκευής του διαμερίσματος στον 4ο όροφο, υπέδειξε πως με βάση το Τεκμήριο 1, η εναγόμενη επιβαρυνόταν με το κόστος κατασκευής του. Σε σχέση με τις αξιώσεις της εναγόμενης για την τροποποίηση των καταστημάτων της ενάγουσας, υποστήριξε πως η ενάγουσα πληρώθηκε για το σχετικό κόστος των τροποποιήσεων και δεν δικαιούται να διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό. Δεν δικαιούται επίσης να διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό για την αύξηση του εμβαδού του υπογείου η οποία οφείλεται σε αύξηση των εσωτερικών χώρων, λόγω αφαίρεσης τοίχων και διαμόρφωσης των χώρων. Σε κάθε περίπτωση, υπόδειξε, η αύξηση των χώρων δεν πρόκυψε μετά από τροποποιητική άδεια για κατασκευή επιπρόσθετων χώρων αλλά σε διαφορετική διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων και δεν εμπίπτει συνεπώς στον όρο 25 του Τεκμηρίου
  3. Η ενάγουσα κάλεσε ακόμα 4 μάρτυρες. Τον λογιστή Μάριο Λουκαϊδη (Μ.Ε.2), την επιμετρητή ποσοτήτων Γ. Μιχαηλίδου (Μ.Ε.3), τον αρχιτέκτονα Μίλτο Παπαδόπουλο (Μ.Ε.4) και τον εκτιμητή ακινήτων Αντρέα Μουζουρίδη (Μ.Ε.5). Ο Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στις φορολογίες που επιβλήθηκαν στην ενάγουσα σε σχέση με κεφαλαιουχικά κέρδη για την ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου. Όπως εξήγησε, μετά από τη δήλωση διάθεσης ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 12), που αποτελεί αυτοφορολογία, επιβλήθηκε στην ενάγουσα φόρος κεφαλαιουχικών κερδών για τη διάθεση της αντιπαροχής ήτοι του 60% μεριδίου επί του επίδικου ακινήτου, δυνάμει της συμφωνίας Τεκμήριο 1, για το ποσό των €30.688,40 (Τεκμήριο 27). Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στις αποδείξεις πληρωμής Τεκμήρια 18, 22, 23, 24 και 25 και εξήγησε πως αφορούν πληρωμές κεφαλαιουχικών φόρων που επιβλήθηκαν στην ενάγουσα από την πώληση 5 διαμερισμάτων. Όπως εξήγησε, η πρώτη φορολογία αφορά την υπεραξία από τη διάθεση με βάση την επίδικη συμφωνία αντιπαροχής και οι υπόλοιπες αφορούν πληρωμές κεφαλαιουχικών φόρων από την υπεραξία διάθεσης των διαμερισμάτων. Κατέθεσε για το σκοπό αυτό σχετική κατάσταση που ετοίμασε (Τεκμήριο 33). Η Μ.Ε.3 κατάθεσε την έκθεση που ετοίμασε με τον Μ.Ε.4 (Τεκμήριο 34) υποστηρίζοντας την ορθότητα της. Όπως ανάφερε, οι αποθήκες που κατασκευάστηκαν στον υπόγειο χώρο της οικοδομής Β θα έπρεπε να κατανεμηθούν σε ποσοστό 50% μεταξύ των μερών και όχι να λάβει 68% η εναγόμενη και 32% η ενάγουσα. Εφαρμόζεται δηλαδή στην περίπτωση η πρόνοια του όρου 25 της συμφωνίας. Δικαιολογείται κατά συνέπεια η ενάγουσα να αποζημιωθεί με την αξία 23,5 m² αποθήκης. Ανέφερε, περαιτέρω, πως η εναγόμενη περίφραξε τους κοινόχρηστους χώρους έξω από τα ισόγεια διαμερίσματα που της ανελόγισαν, αποστερώντας από την ενάγουσα ελεύθερη πρόσβαση και χρήση των χώρων αυτών. Με την ενέργεια αυτή, επεσήμανε, η εναγόμενη αύξησε την αγοραστική αξία των δικών της διαμερισμάτων, εις βάρος της ενάγουσας. Καταλήγοντας, υποστηρίζει ότι η ενάγουσα δικαιούται να αποζημιωθεί για το 50% της αξίας των κοινόχρηστων χώρων που οικειοποιήθηκε η εναγόμενη. Συνεχίζοντας, επισημαίνει πως η εναγόμενη αύξησε τα εμβαδά των διαμερισμάτων της κατά 63,5 m² σε σύγκριση με αύξηση 31,75 m² της ενάγουσας. Δικαιούται κατά συνέπεια η ενάγουσα να ανακτήσει την αξία 19,05 m². Σε σχέση με μη εκτέλεση εργασιών αναφέρθηκε με λεπτομέρεια ποιες εργασίες δεν εκτελέστηκαν. Αντεξεταζόμενη, πάντως, δέχθηκε πως δεν είχε υπόψη της ότι τοποθετήθηκαν άλλα, ανάλογα, υλικά από αυτά που αναφέρονται στη σχετική συμφωνία, ή ότι εκτελέστηκαν άλλες ανάλογες εργασίες με βάση τα τροποποιημένα σχέδια και με υπόδειξη του αρχιτέκτονα του έργου. Όπως, για παράδειγμα, κατασκευάστηκε πέργολα αντί πτερυγίων σκίασης, περιμετρικά γείσα αντί κυματοειδών πλακών, ανθώνας αντί σιντριβάνι κ.λ.π. Ο Μ.Ε.4 κατέθεσε γραπτή έκθεση (Τεκμήριο 36) την οποία, όπως εξήγησε, ετοίμασε μετά από πρόσθετες οδηγίες που έλαβε για να καταμετρήσει και συγκρίνει τον υπόγειο χώρο των καταστημάτων. Από τις μετρήσεις στις οποίες προέβη, με τη βοήθεια της Μ.Ε.3, διαπίστωσε πως αναλογούσαν 99 m² περισσότερα στην ενάγουσα με βάση τα αρχικά σχέδια. Τους ζητήθηκε, περαιτέρω, να μελετήσουν το Τεκμήριο 15Β, προκειμένου να υπολογίσουν το κόστος μετατροπής των αποθηκών της ενάγουσας σε διαμέρισμα, στο υπόγειο της οικοδομής Β. Από τη μελέτη τους, ανέφερε, μετά από την επιτόπια εξέταση, κατέληξαν ότι το κόστος δεν μπορεί να υπερβαίνει τις €50.
  4. Σε σχέση με τους κοινόχρηστους χώρους που ενσωματώθηκαν στα διαμερίσματα της εναγόμενης, υποστήριξε πως με βάση τα αρχικά σχέδια ο χώρος έπρεπε να ήταν κοινόχρηστος. Δέχθηκε, ωστόσο, πως οι υπό αναφοράν χώροι ενσωματώθηκαν στα διαμερίσματα της εναγόμενης με βάση τα νέα αρχιτεκτονικά σχέδια (Τεκμήριο 3) και την άδεια οικοδομής που εκδόθηκε δυνάμει αυτών. Ο Μ.Ε.5 κατέθεσε εκτίμηση της αγοραίας αξίας των διαμερισμάτων και καταστημάτων των επίδικων συγκροτημάτων για τη περίοδο 2004 και 2005 (Τεκμήριο 37). Στην ίδια έκθεση Τεκμήριο 37, περιέλαβε και την ενοικιαστική αξία των μονάδων κατά την ίδια περίοδο (2004 και 2005). Σε ξεχωριστή ενότητα (Ε) υπολόγισε την αγοραία αξία του διαμερίσματος το οποίο προέκυψε από την μετατροπή των αποθηκών του καταστήματος αρ. 7, την οποία υπολόγισε σε €910.
  5. Όπως εξηγεί στην έκθεση του, η αγοραία αξία των διαμερισμάτων κατά την περίοδο 2004 κυμαίνεται από €2.700 με €4.000 το τ.μ. και των καταστημάτων από €3.200 μέχρι €4.500 το τ.μ. Η ενοικιαστική τους αξία κατά την ίδια περίοδο κυμαίνεται μεταξύ €8.28 - €13.22 το τ.μ. για τα διαμερίσματα ενώ των καστημάτων κυμαίνεται μεταξύ €29.73 μέχρι €30.90 το τ.μ. Κατά την περίοδο του έτους 2005, η αγοραία αξία τους παρουσιάζει αύξηση γύρω στα €500 το τ.μ. Η ενοικιαστική αξία των διαμερισμάτων κατά το έτος 2005 παρουσιάζει μικρή αύξηση γύρω στο €1-€1.50 το τ.μ. ενώ των καταστημάτων δεν παρουσιάζει διαφοροποίηση από το έτος
  6. Στην αντίπερα όχθη ο Τάκης Βασιώτης (Μ.Υ.1) ιδιοκτήτης και διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας, υποστήριξε πως η εναγόμενη εκτέλεσε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της. Αφού επεσήμανε την ταχύτητα με την οποία προχώρησαν οι εργασίες, αφότου εξασφαλίστηκε η άδεια οικοδομής, συμπληρώνοντας το έργο εντός των χρονικών πλαισίων της συμφωνίας και παραδίδοντας τίτλους στην ενάγουσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, διερωτήθηκε γιατί η ενάγουσα συγκατατέθηκε στην έκδοση των τίτλων και 6 χρόνια μετά κίνησε την παρούσα αγωγή. Είναι η πρώτη φορά, δήλωσε με παράπονο, που κατά την 60χρονη πείρα του στον τομέα των κατασκευών, παρουσιάζεται στο Δικαστήριο. Αναφερόμενος στη φύση της επίδικης συμφωνίας, ανέφερε πως η εταιρεία του εκτέλεσε πολλές αντιπαροχές. Αφού μελέτησε τα δεδομένα της περίπτωσης, είπε, κατέληξαν σε συμφωνία να πάρει 40% αντιπαροχή η ενάγουσα και 60% η εναγόμενη. Με βάση τα σχέδια που υπήρχαν και αφού μελέτησαν όλα τα υπόλοιπα δεδομένα κατέληξαν ότι για να έβγαινε σωστά η αντιπαροχή, όπως συμφώνησαν (40% - 60%) θα έπρεπε να δοθεί στην ενάγουσα το 50% της οικοδομής Α και το 32% της οικοδομής Β. Θα της παραχωρείτο, περαιτέρω, ποσοστό 50% των χώρων στάθμευσης στο ισόγειο και το 32% του υπόγειου χώρου. Υλοποιώντας πλήρως τη συμφωνία, υποστήριξε, συμπλήρωσαν τις εργασίες και παρέδωσαν στην ενάγουσα την συμφωνηθείσα αντιπαροχή, αφού εξασφάλισαν όλες τις απαραίτητες άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Ακολούθως, με τη συγκατάθεση και σύμπραξη της ενάγουσας, εξασφάλισαν ξεχωριστούς τίτλους για κάθε μονάδα και εκδόθηκαν επ' ονόματι της ενάγουσας τίτλοι για κάθε μονάδα με βάση τη συμφωνία τους. Εξήγησε, περαιτέρω, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε χώρος και κατασκευάστηκε πρόσθετο διαμέρισμα στον 4ο όροφο της οικοδομής Β. Αυτό, όπως εξήγησε, έγινε κατορθωτό γιατί, μετά από υποδείξεις των αρμόδιων αρχών, κατασκευάστηκαν φωταγωγοί και επεκτάθηκε η έκταση του υπογείου της οικοδομής Β, αφού εξασφαλίστηκαν βεβαίως οι απαραίτητες άδειες με την υποβολή αρχιτεκτονικών σχεδίων. Εξοικονομήθηκε με τον τρόπο αυτό συντελεστής δόμησης και έγινε κατορθωτή η κατασκευή τρίτου διαμερίσματος στον 4ο όροφο το οποίο επωφελήθηκε και η ενάγουσα σε ποσοστό 50%. Για το ζήτημα αυτό, ανέφερε, η εναγόμενη διεκδικεί από την ενάγουσα την συνεισφορά της στο κόστος κατασκευής του επιπλέον διαμερίσματος. Το κόστος, υποστήριξε, ανήλθε σε €480.007.36 και διεκδικείται από την ενάγουσα το 32% που ανέρχεται σε €153.602,
  7. Για το θέμα της, κατ' ισχυρισμόν της ενάγουσας, καθυστέρησης εκτέλεσης των εργασιών και παράδοσης της αντιπαροχής, υποστήριξε πως είναι η ενάγουσα που προκάλεσε καθυστέρηση ενώ αντίθετα η εναγόμενη εκτέλεσε τις εργασίες με ιδιαίτερη σπουδή και ταχύτητα. Όπως, εξήγησε, η ενάγουσα καθυστέρησε να εξασφαλίσει επιπλέον συντελεστή δόμησης που ήταν απαραίτητος για την υποβολή των αιτήσεων για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής. Η καθυστέρηση (17 μήνες) στην αγορά και ενσωμάτωση του συντελεστή στον τίτλο, εμπόδισε την εναγόμενη από την έναρξη των εργασιών ενωρίτερα και τις προκάλεσε καθυστέρηση 35 περίπου μηνών για να εξασφαλιστεί η άδεια οικοδομής. Αντί να παραπονεθεί η εναγόμενη για την καθυστέρηση αυτή, επεσήμανε, η οποία υπέστη και το κόστος αφού υποχρεώθηκε να δουλεύει με διπλά συνεργεία, παραπονείται η ενάγουσα. Όσον αφορά την αξίωση της ενάγουσας για την δημιουργία των αποθηκών και την μετατροπή τους σε διαμέρισμα, υποστήριξε πως είναι η ενάγουσα που επωφελήθηκε, γιατί εγγράφηκε αποθηκευτικός χώρος στο διαμέρισμα 401 δικής της ιδιοκτησίας. Είναι μετά από τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας, επεσήμανε, που εξασφαλίστηκε τροποποιητική άδεια ώστε να κατασκευαστούν αποθηκευτικοί χώροι σε υφιστάμενο χώρο, χωρίς να απαιτηθεί αύξηση του συντελεστή δόμησης. Η εναγόμενη υπόστηκε το κόστος κατασκευής των αποθηκών αυτών και δικαιούται να αποζημιωθεί από την ενάγουσα για τα 32,2 τ.μ. αποθηκευτικού χώρου που εγγράφηκε στο διαμέρισμα της και που ανέρχεται σε €64.
  8. Επιπλέον, υποστήριξε, μετά από συμφωνία με την ενάγουσα μετέτρεψαν τις αποθήκες σε διαμερίσματα και η εναγόμενη υπόστηκε έξοδα ύψους €120.000 για τη μετατροπή της αποθήκης της ενάγουσας σε διαμέρισμα. Σε σχέση με το διεκδικούμενο από την ενάγουσα φόρο κεφαλαιουχικών κερδών, υποστήριξε πως δεν είναι δίκαιο ούτε νόμιμο να διαταχθεί η εναγόμενη να καταβάλει Φ.Κ.Κ. της ενάγουσας. Η υποχρέωση καταβολής Φ.Κ.Κ., υπόδειξε, βαρύνει την ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια των μονάδων αντιπαροχής. Εάν αποφασίσει να πωλήσει τα καταστήματα ή τα διαμερίσματα οφείλει, με βάση το νόμο, να πληρώσει τον φόρο στα κεφαλαιουχικά κέρδη. Αντίθετη προσέγγιση, υποστήριξε, θα οδηγούσε σε εντελώς παράλογα αποτελέσματα αφού θα κληθεί η εναγόμενη να πληρώσει κεφαλαιουχικούς φόρους της ενάγουσας, ανερχόμενους σε 4 ή και 5 εκ. ευρώ για κέρδη της ενάγουσας ενώ η αξία της αντιπαροχής ήταν περί το €1.200.
  9. Σε σχέση με την αξίωση της ενάγουσας για ιδιοποίηση κοινόχρηστων χώρων, υποστήριξε πως οι χώροι έξω από τα διαμερίσματα παραχωρήθηκαν για αποκλειστική χρήση των διαμερισμάτων μετά από υπόδειξη του αρχιτέκτονα και αφού εξασφαλίστηκαν οι απαραίτητες άδειες. Τούτο, υπόδειξε, κατέστη αναγκαίο λόγω της υψομετρικής διαφοράς των χώρων από την κολυμβητική δεξαμενή. Απαιτήθηκε μάλιστα και η περίφραξη των χώρων από τις αρμόδιες αρχές για σκοπούς ασφάλειας. Όσον αφορά την αύξηση των βεραντών των διαμερισμάτων, εξήγησε πως η επέκταση ήταν καθόλα επιτρεπτή και περιλαμβανόταν στους συντελεστές δόμησης. Δεν δικαιολογείται συνεπώς οποιαδήποτε αξίωση της ενάγουσας, καθόσον δεν απαιτήθηκε μεταφορά ή αύξηση συντελεστή δόμησης. Για τις αξιώσεις της ενάγουσας σε σχέση με μη εκτελεσθείσες εργασίες, επεσήμανε τις αρχικές αξιώσεις και ισχυρισμούς της, οι οποίοι διαφοροποιήθηκαν ώστε η αρχική της αξίωση για €872.827,08 να περιοριστεί σε €90.995,60, γεγονός που υποδηλώνει την κακοπιστία και την ευκολία με την οποία διόγκωσε τις αξιώσεις της. Επί της ουσίας, επεσήμανε πως με την τροποποίηση των σχεδίων, κατασκευάστηκαν άλλες ανάλογες εργασίες, περισσότερο δαπανηρές, όπως υποστήριξε. Η εναγόμενη κάλεσε ακόμη 4 μάρτυρες. Τον πολιτικό μηχανικό Κλείτο Χρίστου (Μ.Υ.2), τον αρχιτέκτονα Άκη Χαραλάμπους (Μ.Υ.3), τον συνταξιούχο δικηγόρο Λεύκιο Τσικκίνη (Μ.Υ.4) και τον αρχιτέκτονα Άντη Ξιουφαρίδη, συνέταιρο του Μ.Υ.3 (Μ.Υ.5). Ο Μ.Υ.2 ανάφερε πως ήταν στην υπηρεσία της εναγόμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξασκούσε καθήκοντα μηχανικού του επίδικου έργου. Ετοίμασε, είπε, το κοστολόγιο του έργου με αναλυτική κατάσταση των εργασιών που εκτελέστηκαν (Τεκμήριο 16). Όπως εξήγησε, υπήρξαν διαφοροποιήσεις από τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια και το αρχικό κοστολόγιο, λόγω μετατροπών που έγιναν, όπως η προσθήκη φωταγωγών (Τεκμήριο 16Α) και η μετατροπή των αποθηκών σε διαμερίσματα, τα οποία αύξησαν το κατασκευαστικό κόστος. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα πως ουδέποτε συγκατατέθηκε η ενάγουσα για μετατροπή των αποθηκών σε διαμέρισμα, γεγονός που δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Του υποβλήθηκε, επίσης, πως το διεκδικούμενο κόστος κατασκευής για τη μετατροπή των αποθηκών σε διαμέρισμα είναι διογκωμένο, θέση που αρνήθηκε. Του υποβλήθηκε, τέλος, πως η εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί το όποιο επιπλέον κόστος για την κατασκευή των φωταγωγών αφού ήταν υποχρέωση της, με βάση την συμφωνία, να κατασκευάσει τα κτίρια με δικά της έξοδα. Ο Μ.Υ.3 ανέφερε πως ήταν ο αρχιτέκτονας του έργου. Αναγνώρισε τα αρχιτεκτονικά σχέδια Τεκμήριο 1Α ως τα σχέδια που είχαν ετοιμαστεί από άλλο αρχιτέκτονα, στη βάση των οποίων, εξασφαλίστηκε άδεια οικοδομής, η οποία είχε εκπνεύσει προτού καταρτιστεί η επίδικη συμφωνία. Το έργο, υποστήριξε, κατασκευάστηκε με βάση τα δικά του αρχιτεκτονικά σχέδια Τεκμήριο 3, τα οποία ετοίμασε μετά από διαβουλεύσεις που είχε με τις αρμόδιες αρχές και τις σχετικές εισηγήσεις που είχαν γίνει από την πολεοδομία. Σε σχέση με τις απαιτήσεις της πολεοδομίας, είπε, έγιναν συναντήσεις με τον διευθυντή της εναγόμενης και τον σύζυγο της ενάγουσας (Μ.Ε.1) και τηρήθηκαν πρακτικά (Τεκμήρια 6.2 + 3). Αφού, συνέχισε, συμφωνήθηκαν οι αλλαγές με βάση τις εισηγήσεις των συμβούλων της πολεοδομίας, ετοιμάστηκαν τα αρχιτεκτονικά σχέδια και αφού τα υπόγραψαν τα δύο μέρη, υποβλήθηκαν στις αρμόδιες αρχές και εξασφαλίστηκε η πολεοδομική άδεια. Για την επέκταση των βεραντών των διαμερισμάτων, ανάφερε πως στα σχέδια υπήρχαν μικρότερες βεράντες οι οποίες θα μπορούσαν να μεγαλώσουν, χωρίς να επηρεάζεται ο συντελεστής δόμησης. Επρόκειτο για παράλειψη, υποστήριξε, η οποία διορθώθηκε με την επέκταση των μπαλκονιών. Στο χώρο της πισίνας, εξήγησε, επειδή υπήρχε υψομετρική διαφορά, κατασκευάστηκε περίφραξη με παραχώρηση δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης του κοινόχρηστου χώρου στα διαμερίσματα του υπογείου. Γι' αυτές τις αλλαγές, υποστήριξε, συγκατατέθηκε η ενάγουσα και υπόγραψε τις απαραίτητες τροποποιητικές αιτήσεις. Αναφερόμενος στις μετατροπές που ζητήθηκαν από την πολεοδομία, εξήγησε πως δημιουργήθηκαν φωταγωγοί στη μέση του κτιρίου, για σκοπούς καλύτερου εξαερισμού των διαμερισμάτων. Κατασκευάστηκαν, επίσης, διάδρομοι για σκοπούς ασφάλειας, με εισηγήσεις της πυροσβεστικής υπηρεσίας. Οι εργασίες αυτές δημιούργησαν, είπε, περισσότερο κατασκευαστικό κόστος, γεγονός που επισημαίνει και στη σχετική έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 38). Εξήγησε, επίσης, πώς προέκυψε ο πρόσθετος χώρος του υπογείου στον οποίο προστέθηκαν αποθήκες με την προοπτική εξασφάλισης άδειας για να μετατραπούν σε διαμερίσματα. Κατασκευάστηκαν, είπε, οι δύο αποθήκες, κάτω από τα δύο διαμερίσματα. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, πρόσθεσε, ήταν τα ίδια με τα υπόλοιπα διαμερίσματα, ώστε να μπορούσε να εξασφαλιστεί άδεια για μετατροπή τους σε διαμερίσματα. Ανέφερε, τέλος πως λόγω της αλλαγής χρήσης του καταστήματος 4 σε καφετέρια, έγιναν μετατροπές στο υπόγειο και μεγάλωσε ο χώρος του υπογείου που αναλογεί στο συγκεκριμένο κατάστημα. Λόγω αυτής της αύξησης, κατέληξε, η ενάγουσα πήρε περισσότερα μέτρα στο υπόγειο, όπως αναφέρεται και στην έκθεση του, Τεκμήριο
  10. Ο Μ.Υ.4 ανέφερε πως ήταν ο δικηγόρος της εναγόμενης εταιρείας κατά το χρόνο σύνταξης της συμφωνίας, αλλά ουδέποτε επισκέφθηκε το κτήριο κατά το στάδιο της ανέγερσης της, ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι έλαβε χώρα συνάντηση στην παρουσία του και στην παρουσία των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1, καθώς και του δικηγόρου της ενάγουσας κατά την οποία ο Μ.Ε.1 εξέφρασε την αντίθεση της ενάγουσας, για την περίφραξη του κοινόχρηστου χώρου. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή, επαναλαμβάνοντας πως τέτοια συνάντηση δεν έλαβε χώρα στην παρουσία του. Σημειώνεται πως η πιο πάνω θέση της ενάγουσας υποβλήθηκε τόσο στο Μ.Υ.1 όσο και σε άλλους μάρτυρες της εναγόμενης και όλοι αρνήθηκαν ότι έγινε τέτοια συνάντηση. Ο Μ.Υ.5, τέλος, ανέφερε πως ήταν συνέταιρος του Μ.Υ.3 και έλαβε μέρος στην ετοιμασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων του επίδικου έργου. Ουδέποτε, ανέφερε, έλαβε μέρος στη συνάντηση που αναφέρθηκε πιο πάνω. ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας (Τεκμήριο 1). Αναφερόμενη στον όρο 16 του Τεκμηρίου 1, η συνήγορος της ενάγουσας υποστήριξε πως η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το 60% του ποσού που υποχρεώθηκε ή θα πρέπει να καταβάλει ως φόρους κεφαλαιουχικών κερδών για την επαύξηση της αξίας του ακινήτου της ενάγουσας ένεκα της ανάπτυξης του με την επίδικη συμφωνία αντιπαροχής. Είναι η θέση της ενάγουσας, όπως αναπτύχθηκε με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της, ότι η εναγόμενη ανέλαβε, με βάση τον όρο 16 του Τεκμηρίου 1, να συνεισφέρει στην ενάγουσα το 60% των κεφαλαιουχικών φόρων που θα πλήρωνε η ενάγουσα για την υπεραξία από την αξιοποίηση του κτήματος της. Η συνεισφορά αυτή, εισηγήθηκε, έχει αποκρυσταλλωθεί για τα διαμερίσματα και καταστήματα που ήδη πώλησε η ενάγουσα και ανέρχεται στο ποσό των €310.646,
  11. Για τα υπόλοιπα που δεν έχουν ακόμα διατεθεί από την ενάγουσα, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το 60% του Φ.Κ.Κ. που θα κατέβαλλε η ενάγουσα κατά τον χρόνο παράδοσης των μονάδων, το οποίο υπολογίστηκε με βάση της πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, σε €486.919,
  12. Με την παράγραφο 16 του Τεκμηρίου 1, υποστήριξε η συνήγορος, οι διάδικοι συμφώνησαν ξεκάθαρα ότι η εναγόμενη θα κατέβαλλε το 60% των Φ.Κ.Κ. που θα επιβάλλονταν στην ενάγουσα, για την ανάπτυξη του κτήματος, βάσει του Τεκμηρίου 1, στην έκταση που αφορούν υπεραξία από τα κτίσματα. Αυτή ήταν η θέληση των μερών, επεσήμανε η συνήγορος, και διατυπώθηκε στη συμφωνία τους με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο. Είναι γι' αυτό το λόγο, κατέληξε, που η ενάγουσα δεν διεκδίκησε το Φ.Κ.Κ. που πληρώθηκε από την ενάγουσα για την αντιπαροχή του 60% του κτήματος της, δυνάμει του Τεκμηρίου 27Α. Ως προς την αξίωση για καθυστερήσεις η συνήγορος εισηγήθηκε ότι οι εργασίες άρχισαν στις 5.4.2002, με βάση την παραδοχή της εναγόμενης με την επιστολή Τεκμήριο 6
(1). Παρέπεμψε, περαιτέρω στον όρο 17(α) του Τεκμηρίου 1 στον οποίο προβλέπεται ότι η μεταβίβαση του 15% θα γινόταν οποτεδήποτε εζητείτο από την εναγόμενη μετά την έναρξη των εργασιών στις δύο οικοδομές. Η μεταβίβαση του 15%, υπόδειξε, έγινε στις 2.7.2002, όπως επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο
  1. Είναι, συνεπώς, κατά τη συνήγορο, δικαιολογημένη και πλήρως τεκμηριωμένη η αξίωση της ενάγουσας για τις καθυστερήσεις. Συνεχίζοντας η συνήγορος, εισηγήθηκε πως η δημιουργία αποθηκών στον υπόγειο χώρο εμπίπτει στις πρόνοιες της παραγράφου 25 του Τεκμηρίου 1, αφού κατά την υπογραφή της συμφωνίας, στα αρχικά σχέδια δεν υπήρχαν αποθήκες στο συγκεκριμένο χώρο. Όφειλε συνεπώς η εναγόμενη να αποδώσει το 50% και όχι το 32% των αποθηκευτικών χώρων που δημιουργήθηκαν. Ως εκ τούτου έχει τεκμηριωθεί και αυτή η αξίωση της ενάγουσας. Αντίθετα, υποστήριξε, η ανταξίωση της εναγόμενης για το κόστος κατασκευής των αποθηκών είναι αβάσιμη και αδικαιολόγητη γιατί με βάση τους όρους 2(α) και 25 του Τεκμηρίου 1, το κόστος κατασκευής των κτιρίων βάραινε αποκλειστικά την εναγόμενη. Σε κάθε περίπτωση, επεσήμανε, η εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί το κόστος για μετατροπή των αποθηκών σε διαμέρισμα γιατί η μετατροπή έγινε χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας και χωρίς να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Για την οικειοποίηση των κοινόχρηστων χώρων, εισηγήθηκε πως, με βάση τη μαρτυρία, έχει καταδειχθεί ότι η εναγόμενη ιδιοποιήθηκε 359 τ.μ. κοινόχρηστων χώρων, περικλείοντας τα με περίφραξη. Η αξία του χώρου, έχει αποδειχθεί και συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται να αποζημιωθεί με το ποσό των €359.000, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί απρόσφορη η έκδοση διατάγματος για απομάκρυνση της περίφραξης. Για την αξίωση της ενάγουσας σε σχέση με την επέκταση των βεραντών, επεσήμανε ότι η ενάγουσα περιόρισε την αξίωση της μετά την ετοιμασία της έκθεσης του Μ.Ε.4 (Τεκμήριο 34) σε αξία 19.05 τ.μ., που ανέρχεται σε €29.
  2. Σε σχέση, τέλος, με την αξίωση για μη εκτελεσθείσες εργασίες, υπόδειξε, πως περιορίστηκε σημαντικά μετά από την ετοιμασία της εκτίμησης των Μ.Ε.3 και 4 αφού αφαιρέθηκε το κόστος εργασιών που εκτελέστηκαν, σε αντικατάσταση κάποιων από τις εργασίες που δεν είχαν εκτελεστεί. Περιορίστηκε έτσι η αξίωση στο ποσό των €90.995,60 το οποίο, καθώς εισηγήθηκε, έχει τεκμηριωθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης εισηγήθηκε πως όλες οι αξιώσεις της ενάγουσας είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, ενόψει της παραγράφου 24 της συμφωνίας (Τεκμήριο 1) η οποία προβλέπει πως οι υποχρεώσεις της εναγόμενης προς την ενάγουσα εκπληρώνονται πλήρως και εξαντλούνται με την έκδοση χωριστών τίτλων στο όνομα της ενάγουσας. Παρέπεμψε περαιτέρω στη συμφωνία των διαδίκων ημερομηνίας 4.8.2006 (Τεκμήριο 17) με την οποία συμφώνησαν να υπογράψουν τις αιτήσεις για την έκδοση των τίτλων και να εξετάσουν τις όποιες αξιώσεις είχε το ένα μέρος εναντίον του άλλου μέχρι το τέλος Ιανουαρίου
  3. Ουδεμία, αξίωση, επεσήμανε, υποβλήθηκε από οποιοδήποτε μέρος και συνεπώς όλες οι αξιώσεις της ενάγουσας με την παρούσα αγωγή είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ο συνήγορος, η ενάγουσα δεν απόδειξε οιανδήποτε από τις αξιώσεις της, για τους ακόλουθους, επιγραμματικά, λόγους.
  4. Η αξίωση της για αποζημιώσεις λόγω κατ' ισχυρισμόν καθυστέρηση παράδοσης της αντιπαροχής είναι αβάσιμη αφού η έναρξη των εργασιών, τόσο με βάση τη συμφωνία όσο και με βάση το Νόμο, δεν θα μπορούσε να ήταν πριν από την έκδοση της άδειας οικοδομής, η οποία εκδόθηκε τον Οκτώβριο του έτους
  5. Η αξίωση της για κατ' ισχυρισμόν απώλεια από την μη απόδοση του 50% των αποθηκών και από την πώληση αποθήκης το οποίο μετατράπηκε σε διαμέρισμα είναι, επίσης, αβάσιμη, πρωτίστως, γιατί η ενάγουσα συγκατατέθηκε και υπόγραψε τις απαραίτητες αιτήσεις για την έκδοση τροποποιητικής άδειας με βάση την οποία διαμορφώθηκαν οι αποθηκευτικοί χώροι. Η εναγόμενη, εισηγήθηκε, έπραξε ότι όφειλε να πράξει κατασκευάζοντας τα κτίρια με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια Τεκμήριο 3 και την άδεια οικοδομής που εκδόθηκε, δυνάμει αυτών.
  6. Για τον ίδιο λόγο ουδεμία από τις αξιώσεις της ενάγουσας θα μπορούσε να είχε επιτυχή κατάληξη, αφού όλες οι εργασίες εκτελέστηκαν με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια και ακολούθησε διαδικασία διανομής με την έκδοση χωριστών τίτλων επ' ονόματι των διαδίκων. Θα ήταν ενάντια σε κάθε αρχή δικαίου, επεσήμανε ο συνήγορος της εναγόμενης, από την μια να ζητείται εκτέλεση των όρων που περιλαμβάνονται σε άδειες και δηλώσεις που υποβάλλονται προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους και από την άλλη να διεκδικούνται αποζημιώσεις από το μέρος που συμφώνησε στους όρους, τη στιγμή που εκτελέστηκαν πλήρως όλοι οι όροι των αδειών και των δηλώσεων.
  7. Όσον αφορά τέλος την αξίωση της ενάγουσας για συνεισφορά της εναγόμενης στις οφειλές της ενάγουσας για Φ.Κ.Κ. επεσήμανε πως με βάση τη σχετική νομοθεσία (ο Περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμος του 1980 - Ν.52/1980) όπως τροποποιήθηκε, η υποχρέωση για πληρωμή Φ.Κ.Κ. είναι προσωποπαγής. Υπόχρεος για πληρωμή της σχετικής φορολογίας είναι ο ιδιοκτήτης που στην περίπτωση μας είναι η ενάγουσα. Τυχόν εφαρμογή του σχετικού όρου της συμφωνίας θα καταστρατηγούσε τους σκοπούς του νόμου, γι' αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να μην εφαρμόσει το σχετικό όρο, ο οποίος συγκρούεται με δημόσια πολιτική που τυγχάνει εφαρμογής δυνάμει νομοθεσίας. Σε σχέση με τις ανταπαιτήσεις ο συνήγορος δέχθηκε πως θα πρέπει να τύχουν της ίδιας αντιμετώπισης με τις αξιώσεις της ενάγουσας, εκτός από τις αξιώσεις της εναγόμενης για την μετατροπή των αποθηκών σε διαμέρισμα και την αύξηση των καταστημάτων της εναγόμενης κατά 86 τ.μ. λόγω μετατροπών ενός καταστήματος σε καφετέρια. Η διαφοροποίηση, υποστήριξε, δικαιολογείται, επειδή οι ανωτέρω μετατροπές έγιναν με επιπρόσθετες συμφωνίες, εκτός της αρχικής συμφωνίας Τεκμήριο
  8. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι στο μεγαλύτερο μέρος παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Για τούτο και η αξιολόγηση της μαρτυρίας που κατατέθηκε δεν προσλαμβάνει πρωτεύοντα ρόλο στα γεγονότα της υπόθεσης. Κυρίαρχο στοιχείο για την επίλυση των επίδικων διαφορών είναι η ερμηνεία των όρων της συμφωνίας, όπως εξάλλου έχει επισημανθεί με τις αγορεύσεις των δύο συνηγόρων. Θεωρώ χρήσιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω σε σύνοψη τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία, επαναλαμβάνω, είτε έγιναν παραδεκτά είτε δεν τελούν υπό αμφισβήτηση, κατά το μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο μέρος τους. Έχουν ως ακολούθως: Πριν από το έτος 2000 η ενάγουσα ανάθεσε στον μ. Άλκη Ιωαννίδη την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων για την αξιοποίηση του επίδικου ακινήτου της. Ετοιμάστηκαν τα σχέδια Τεκμήριο 1Α και με βάση αυτά εκδόθηκε άδεια οικοδομής η οποία είχε εκπνεύσει πριν από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, ήτοι πριν από τον Δεκέμβριο του έτους
  9. Στις 7.12.2001, οι διάδικοι υπόγραψαν τη συμφωνία αντιπαροχής Τεκμήριο 1, με τους όρους που έχουν αναφερθεί πιο πριν. Τα αρχιτεκτονικά σχέδια Τεκμήριο 1Α, ενσωματώθηκαν στη συμφωνία και αποτέλεσαν τη βάση του Τεκμηρίου
  10. Επειδή όμως η άδεια οικοδομής που είχε εξασφαλιστεί είχε εκπνεύσει απαιτείτο η εξασφάλιση νέας άδειας. Άλλο διαφοροποιητικό στοιχείο ήταν το γεγονός ότι, κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας, είχε μειωθεί ο συντελεστής δόμησης από τον συντελεστή που ίσχυε κατά το χρόνο ετοιμασίας των αρχιτεκτονικών σχεδίων Τεκμήριο 1Α. Το Τεκμήριο 1 τελούσε συνεπώς υπό την προϋπόθεση της εξασφάλισης/εξαγοράς συντελεστή δόμησης από την ενάγουσα, ανάλογο με εκείνο που ίσχυε κατά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 1Α και της έκδοσης νέας πολεοδομικής άδειας και νέας άδειας οικοδομής. (βλ. όρους 2(α) και (β) του Τεκμηρίου 1). Σημειώνεται ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας, υπήρχε γραπτή έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών για την μεταφορά του συντελεστή που ήταν απαραίτητος για την υλοποίηση της συμφωνίας. Μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1, υποβλήθηκαν οι αιτήσεις για έκδοση πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής. Η πολεοδομία καθώς και άλλες αρμόδιες υπηρεσίες έθεσαν κάποιους όρους, όπως δημιουργία φωταγωγών, διαδρόμων, διαφοροποίηση στους χώρους στάθμευσης κλπ. (βλ. Τεκμήρια 6
(2)με επισυνημμένα και 6
(3)). Συμφωνήθηκε, έτσι, η αντικατάσταση των αρχιτεκτονικών σχεδίων (Τεκμήριο 1Α) με νέα σχέδια τα οποία θα ετοίμαζε το αρχιτεκτονικό γραφείο του Μ.Υ.3 Άκη Χαραλάμπους (βλ. Τεκμήριο 6
(2)παραγρ. 2). Οι συζητήσεις έλαβαν χώρα στην παρουσία του συζύγου της ενάγουσας (Μ.Ε.1) και του Τάκη Βασιώτη (Μ.Υ.1). Ετοιμάστηκαν, ως εκ των ανωτέρω, νέα αρχιτεκτονικά σχέδια, σε συμμόρφωση με τις υποδείξεις των λειτουργών της πολεοδομίας και των άλλων αρμοδίων υπηρεσιών, όπως της πυροσβεστικής υπηρεσίας και υποβλήθηκαν προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαραίτητη πολεοδομική άδεια και η άδεια οικοδομής για την υλοποίηση της συμφωνίας. Στα νέα αρχιτεκτονικά σχέδια (Τεκμήριο 3) περιλήφθηκαν και εισηγήσεις του αρχιτέκτονα Μ.Ε.3 για την βελτίωση του όλου έργου. Ανάμεσα στις εισηγήσεις του αρχιτέκτονα ήταν η διαμόρφωση υψομέτρων στο χώρο της κολυμβητικής δεξαμενής. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως η θέση της ενάγουσας ότι δεν συμφώνησε με τη διαμόρφωση υψομέτρων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι δεν είχε ενημερωθεί για το γεγονός απορρίπτεται. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 10 του Τεκμηρίου 6
(2), οι αρχιτέκτονες είχαν ενημερώσει τους εκπροσώπους των διαδίκων κατά τη συνάντηση της 7.1.
  1. Στη συνάντηση εκείνη παρευρισκόταν ο Μ.Ε.1, εκ μέρους της ενάγουσας. Υπήρξαν και άλλες μετατροπές, προσθήκες και αφαιρέσεις από τα αρχικά σχέδια Τεκμήριο 1Α, στα νέα σχέδια που ετοίμασε και υπόβαλε ο Μ.Ε.3, όπως η δημιουργία επιπρόσθετου διαμερίσματος καθώς και αποθηκών στον υπόγειο χώρο, κάτω από τα διαμερίσματα. Είναι με βάση το Τεκμήριο 3 που εκδόθηκε, εν τέλει, η πολεοδομική άδεια (Τεκμήριο 4) και η άδεια οικοδομής στις 26.10.2004 (Τεκμήριο 5). Η ενάγουσα δεν αμφισβητεί ότι συνυπόγραψε τα νέα αρχιτεκτονικά σχέδια (Τεκμήριο 3) στη βάση των οποίων εκδόθηκε η άδεια οικοδομής. Ούτε ότι, ακολούθως συνέπραξε με την υπογραφή της για την υποβολή όλων των αιτήσεων που ακολούθησαν για την εξασφάλιση των απαραιτήτων εγκρίσεων και εν τέλει, την υπογραφή της για τη διανομή και την έκδοση χωριστών τίτλων. Υποστηρίζει, βεβαίως, πως υπόγραψε τα τροποποιητικά σχέδια και την αίτηση διανομής με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, ζήτημα που θα απασχολήσει στη συνέχεια. Είναι, επίσης, παραδεκτό ότι η εναγόμενη συμπλήρωσε τις εργασίες και παρέδωσε τις μονάδες αντιπαροχής στην ενάγουσα στις 5.3.2005 (της Οικοδομής Α) και στις 25.8.2005 (της Οικοδομής Β). Ό,τι στην ουσία των γεγονότων αμφισβητείται είναι: (Α) Κατά πόσο υπήρξε προφορική συμφωνία για την μετατροπή των αποθηκών σε διαμερίσματα, όπως υποστήριξαν οι μάρτυρες της εναγόμενης και εάν η απάντηση είναι θετική κατά πόσο η ενάγουσα ανέλαβε να αποζημιώσει την εναγόμενη για το κόστος μετατροπής. (Β) Κατά πόσο έλαβε χώρα η συνάντηση που επικαλέστηκε ο Μ.Ε.1, κατά την οποία εξέφρασε την αντίθεση της ενάγουσας για την περίφραξη του κοινόχρηστου χώρου, στο μέρος της κολυμβητικής δεξαμενής. Υπήρξαν βεβαίως διαφορετικές εκδοχές και εκτιμήσεις επί διαφόρων τεχνικών θεμάτων, καθώς και επί των μετρήσεων των εμβαδών που έλαβε η κάθε πλευρά σε διαμερίσματα, καταστήματα, χώρους στάθμευσης και αποθηκών. Διαφωνίες διαπιστώνονται επίσης σε σχέση με την αξία των υλικών και εν γένει με το κόστος κατασκευής/μετατροπής της αποθήκης σε διαμέρισμα όπως και στο κατά πόσο εκτελέστηκαν όλες οι εργασίες ή εάν τοποθετήθηκαν όλα τα υλικά που προβλέπονταν στη συμφωνία. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, αποδέχομαι την εκδοχή της εναγόμενης ότι υπήρχε προφορική συμφωνία για την κατασκευή της αποθήκης με υλικά διαμερίσματος, ώστε να υπήρχε η προοπτική μετατροπής της σε διαμέρισμα. Ο Μ.Ε.1, δεν έδωσε πειστική εξήγηση γιατί η εναγόμενη να υφίστατο τέτοιο κόστος χαριστικά προς την ενάγουσα. Ας σημειωθεί, πως με βάση τη μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 το κόστος μετατροπής υπολογίστηκε σε €50.000, ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο. Πέραν τούτου, ο Μ.Ε.1, έδωσε την εντύπωση ιδιαίτερα φειδωλού μάρτυρος στο να αποδεχθεί οτιδήποτε θα μπορούσε να επενεργήσει εις βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας. Για το συγκεκριμένο θέμα, απέφυγε επιμελώς να αποδεχθεί ότι τα υλικά που τοποθετήθηκαν στην αποθήκη ήταν όπως των άλλων διαμερισμάτων. Η προσπάθεια του αυτή δεν έπεισε ασφαλώς το Δικαστήριο. Δεν είναι δυνατό να αποδεχθώ πως στο δάπεδο της αποθήκης τοποθετούνται κεραμικά ή ότι σε μια αποθήκη τοποθετούνται ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και όλα τα άλλα χρειώδη ενός διαμερίσματος. Η μαρτυρία των Μ.Ε.1, 2 και 3, αντίθετα, κρίνεται πειστική. Αποδέχομαι, συνεπώς, την εκδοχή της εναγόμενης για το ζήτημα και απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  2. Ούτε σε σχέση με τη συνάντηση που επικαλέστηκε ο Μ.Ε.1 αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Οι Μ.Υ.1, 4 και 5 ήταν κατηγορηματικοί πως τέτοια συνάντηση δεν έλαβε χώρα. Ο Μ.Ε.4, μάλιστα, ανάφερε με πειστικότητα πως δεν είχε επισκεφθεί σε κανένα στάδιο το μέρος όπου έχει ανεγερθεί η οικοδομή. Χωρίς να αποκλείω την αντίδραση της ενάγουσας για την περίφραξη του χώρου, απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι έλαβε χώρα η συνάντηση που επικαλέστηκε. Αλλά και επί των διεκδικούμενων αποζημιώσεων για κατ' ισχυρισμόν μη εκτελεσθείσες εργασίες ο Μ.Ε.1 έδειξε απροθυμία να αποδεχθεί τις πραγματικότητες. Η προσπάθεια της ενάγουσας, μέσω της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, να διογκωθούν οι αξιώσεις για κατ' ισχυρισμόν παραβιάσεις της συμφωνίας ήταν πέρα από εμφανής. Τόσο όσον αφορά τις διεκδικούμενες αξίες για κατ' ισχυρισμόν μειωμένα εμβαδά ή για αποστέρηση της ενάγουσας από κοινόχρηστους χώρους, όσο και σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν μη εκτέλεση εργασιών. Ένδειξη για τη στάση αυτή της ενάγουσας και του Μ.Ε.1, αποτελεί το γεγονός ότι η αρχική της αξίωση για τη πτυχή αυτή υπερέβαινε τις €850.
  3. Ειδικότερα, ενώ ήταν σε γνώση του Μ.Ε.1 ότι έγιναν μετατροπές στα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια, με τη δημιουργία φωταγωγών, προσθήκη διαμερίσματος, δημιουργία αποθηκών κ.λ.π. που διαφοροποίησαν το κατασκευαστικό κόστος, η ενάγουσα προώθησε τις αξιώσεις της και ο Μ.Ε.1 προσάρμοσε τη μαρτυρία του, με βάση τα δεδομένα των αρχικών αρχιτεκτονικών σχεδίων τα οποία γνώριζε ότι τροποποιήθηκαν, με τη συγκατάθεση, μάλιστα, της ενάγουσας. Η ανακολουθία αυτή διαφάνηκε και από τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων της ενάγουσας οι οποίοι, όπως δέχθηκε η Μ.Ε.3, δεν είχαν υπόψη τους, όταν ετοίμαζαν την έκθεση Τεκμήριο 34, ότι τοποθετήθηκαν άλλα υλικά στη θέση των υλικών που προβλέπονταν στα αρχικά σχέδια, ή ότι εκτελέστηκαν άλλες, ανάλογες, εργασίες από αυτές που διαπίστωσε ότι δεν είχαν εκτελεστεί. Είναι, προφανές, ότι η ενάγουσα και ο Μ.Ε.1, δεν είχαν ενημερώσει τους εμπειρογνώμονες τους γι' αυτές τις αλλαγές, ώστε να τις συμπεριλάβουν στις εκτιμήσεις που ετοίμασαν. Εν όψει και της πιο πάνω αξιολόγησης, πέρα από τα παραδεκτά γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, καταλήγω ότι η ενάγουσα συμφώνησε στην κατασκευή των αποθηκών με την προοπτική να μετατρέπονταν σε διαμερίσματα. Όπως είναι, βέβαια, παραδεκτό, ουδέποτε εξασφαλίστηκε άδεια για την μετατροπή της αποθήκης που ανελόγισε στην ενάγουσα σε διαμέρισμα. Για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι έγινε η συνάντηση που επικαλέστηκε, στην οποία εξέφρασε την αντίθεση της εναγόμενης για την περίφραξη στο χώρο της πισίνας. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, διαφάνηκε ότι η εναγόμενη εκτέλεσε τις εργασίες με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια Τεκμήριο 3, όπως τροποποιήθηκαν. Όπως επισημάνθηκε πιο πριν δεν απαιτείται περαιτέρω ενδελεχής αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων των δύο πλευρών. Οι κατ' εξοχήν διαφωνίες, εστιάζονται στην ερμηνεία της συμφωνίας Τεκμήριο
  4. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας σύμβασης. Σκοπός, όπως πλειστάκις υποδείχθηκε, είναι η εξεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων. Κριτήριο δε αποτελεί η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο στο μέσο λογικό άνθρωπο. Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών της συμφωνίας είναι η γραμματική έννοια των λέξεων ή φράσεων που χρησιμοποιούνται. Για να εξευρεθεί το νόημα των επί μέρους όρων θα πρέπει να εξετάζεται το έγγραφο συνολικά ώστε να διαπιστωθεί η πρόθεση των συμβαλλομένων (βλ. S.A.A.B. v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Amethyst Distributors Ltd ν. Ιεράς Μονής Κύκκου (πιο πάνω), Χαραλάμπους κ.ά. ν. Liberty Life Ins. Public Co Ltd
(2011)1 A.A.Δ. 1739 κ.ά.). Προέχει η εξέταση της εισήγησης της εναγόμενης πως η ενάγουσα εμποδίζεται να προωθεί οποιαδήποτε αξίωση ενόψει της πρόνοιας 24 του Τεκμηρίου 1, που προνοεί τα ακόλουθα: "
  1. Οι υποχρεώσεις της Εταιρείας προς τον Ιδιοκτήτη εκπληρώνονται πλήρως και εξαντλούνται με την εξασφάλιση στο όνομα του Ιδιοκτήτη χωριστών και αυτοτελών τίτλων ιδιοκτησίας της αντιπαροχής ελευθέρων και απαλλαγμένων κάθε εμπράγματου βάρους ή άλλης επιβάρυνσης και σύμφωνα με τους όρους και προδιαγραφές του παρόντος. Νοείται ότι η Εταιρεία θα είναι υπεύθυνη για οποιαδήποτε ελαττωματική και/ή άλλη μειωμένη και/ή άλλη κατασκευή αντίθετη με την παρούσα συμφωνία για περίοδο 12 μηνών από της συμπληρώσεως και παραδόσεως της αντιπαροχής προς τον Ιδιοκτήτη." Σχετικός επίσης είναι ο όρος 7 της συμφωνίας που προβλέπει τα ακόλουθα: "
  2. Άμα τη συμπληρώσει της ανέγερσης και των δύο οικοδομών δι' εξόδων της εταιρείας και τη εκδόσει του Πιστοποιητικού Τελικής Έγκρισης, αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν να υποβάλουν από κοινού σαν συνιδιοκτήτες αίτηση για τον διαχωρισμό του Κτήματος και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων εγγραφής για τα διαμερίσματα/καταστήματα/χώρους στάθμευσης επ' ονόματι ενός εκάστου συμβαλλόμενου αναλόγως του μεριδίου εκάστου συμβαλλόμενου στο Κτήμα και/ή σύμφωνα με την διανομή όπως καθορίζεται στην παρ.3 ανωτέρω, ούτως ώστε επ' ονόματι του Ιδιοκτήτη να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι για τα διαμερίσματα/καταστήματα/χώρους στάθμευσης που αναλογούν σε αυτόν δυνάμει της παραγράφου 3 ανωτέρω και επ' ονόματι της Εταιρείας να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι για τα υπόλοιπα διαμερίσματα/καταστήματα/χώρους στάθμευσης. Νοείται ότι ουδείς των συμβαλλομένων θα δικαιούται να ισχυρισθεί ότι τα διαμερίσματα/καταστήματα/χώροι στάθμευσης που θα εγγραφούν επ' ονόματι του ως ανωτέρω υπολοίποντα σε έκταση ή σε αξία του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του στο Κτήμα." Με βάση τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα η εναγόμενη συμπλήρωσε όλες τις εργασίες των οικοδομών τον Αύγουστο του έτους
  3. Στη συνέχεια και αφού παραδόθηκαν οι μονάδες αντιπαροχής στην εναγόμενη και εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, οι διάδικοι υπόβαλαν αίτηση διαχωρισμού (Τεκμήριο 13) στη βάση της οποίας εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας για κάθε μονάδα και εγγράφηκαν επ' ονόματι του καθενός ξεχωριστά οι μονάδες των δύο οικοδομών (Τεκμήριο 10). Τα αδιαμφισβήτητα αυτά γεγονότα αποτελούν καταλύτη για κάθε αξίωση των διαδίκων, σχετιζόμενη με την έκταση ή την αξία του μεριδίου που έλαβαν, είτε σε διαμερίσματα, είτε σε καταστήματα είτε σε χώρους στάθμευσης. Ο όρος 7 ανωτέρω, είναι σαφής και δεν επιδέχεται άλλη ερμηνεία. Περαιτέρω, με βάση τον όρο 24 (ανωτέρω) οι υποχρεώσεις της εναγόμενης προς την ενάγουσα θεωρούνται ότι εκπληρώθηκαν πλήρως. Η μόνη αξίωση που θα μπορούσε να προβληθεί από την ενάγουσα, μετά την εγγραφή των τίτλων ιδιοκτησίας της αντιπαροχής επ' ονόματι της, περιορίζεται σε ελαττωματικότητα ή μειωμένη εργασία ή άλλη κατασκευή αντίθετη με τη συμφωνία. Τέτοια αξίωση θα μπορούσε να υποβληθεί για περίοδο 12 μηνών από τη συμπλήρωση και παράδοση της αντιπαροχής στην ενάγουσα. Σαφέστατος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι και αυτός ο όρος, από τον οποίο προκύπτει ότι η ενάγουσα συμφώνησε να απαλλάξει την εναγόμενη από οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με κακοτεχνίες ή άλλες κατασκευαστικές ελλείψεις, μετά από την πάροδο 12 μηνών από την παραλαβή της αντιπαροχής. Συμφώνησε, επίσης, να απαλλάξει την εναγόμενη από οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση την οποία είχε αναλάβει με βάση τους όρους της συμφωνίας, μετά την εξασφάλιση στο όνομα της ενάγουσας χωριστών και αυτοτελών τίτλων της αντιπαροχής. Με δεδομένο ότι η αντιπαροχή παραδόθηκε στην ενάγουσα από τον Οκτώβριο του έτους 2005 και εκδόθηκαν οι τίτλοι της αντιπαροχής στο όνομα της ενάγουσας, η ενάγουσα εμποδίζεται να εγείρει οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της εναγόμενης. Κρίνεται, συνεπώς, ορθή η θέση της εναγόμενης ότι η ενάγουσα εμποδίζεται να προωθεί τις αξιώσεις της με την παρούσα αγωγή, την οποία καταχώρισε τον Σεπτέμβριο του έτους 2010, ήτοι 5 χρόνια μετά από την παράδοση της αντιπαροχής και 4 χρόνια μετά από την έκδοση χωριστών τίτλων και την εγγραφή της αντιπαροχής στο όνομα της. Η ενάγουσα, υποστήριξε πως είχε επιφυλάξει τα δικαιώματα της προτού υπογράψει την αίτηση διανομής, ενώ σε κάθε περίπτωση τροποποιήσεων και αλλαγών από τα αρχικά σχέδια έδινε τη συγκατάθεση της και υπέγραφε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Η όποια επιφύλαξη της ενάγουσας δεν μπορεί να μεταβάλει τα δεδομένα. Υποδεικνύεται πως με τη σύμπραξη της ενάγουσας εκδόθηκαν χωριστοί τίτλοι για όλες τις μονάδες της αντιπαροχής και εγγράφηκαν στο όνομα της τον Σεπτέμβριο του έτους
  4. Είναι βέβαια, γεγονός, ότι προτού υπογράψουν τις σχετικές αιτήσεις για την έκδοση χωριστών τίτλων, οι διάδικοι υπόγραψαν τη συμφωνία ημερομηνίας 4.8.2006 (Τεκμήριο 17), με την οποία επεφύλαξαν τα δικαιώματα τους για τις διαφορές και τις αξιώσεις που είχαν για κατ' ισχυρισμόν παραβάσεις της συμφωνίας Τεκμήριο
  5. Με την ίδια συμφωνία (Τεκμήριο 17) συμφώνησαν όπως εξετάσουν τις εκατέρωθεν αξιώσεις τους, μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του
  6. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε τον Σεπτέμβριο του έτους 2010, μετά πάροδο 4 σχεδόν ετών από τον Ιανουάριο του έτους 2007, που συμφώνησαν να εξετάσουν τις εκατέρωθεν αξιώσεις τους. Δεν έχουν, συνεπώς, μεταβληθεί ή καταργηθεί οι όροι του Τεκμηρίου 1 με το Τεκμήριο
  7. Υποδεικνύεται, συναφώς, πως στον όρο 1 του Τεκμηρίου 17 αναφέρεται ότι «η συμφωνία δεν αποτελεί τροποποίηση της συμφωνίας» (εννοείται του Τεκμηρίου 1). Οι ανωτέρω διαπιστώσεις, συνιστούν, όπως επισημάνθηκε πιο πριν, τροχοπέδη για την επιτυχία, τόσο των αξιώσεων της ενάγουσας όσο και της εναγόμενης. Είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, εφόσον εγείρονται μετά πάροδο 4 και πλέον ετών από την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας ενώ με βάση τους όρους 7 και 24 του Τεκμηρίου 1, συμφώνησαν πως δεν θα μπορούσαν να προβάλουν οποιαδήποτε αξίωση μετά από την εγγραφή των μονάδων επ' ονόματι τους. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα εξετάσω, συνοπτικά, τις εκατέρωθεν αξιώσεις, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί κατ' έφεση, εσφαλμένη η πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου. ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ Με δεδομένο ότι η άδεια οικοδομής εκδόθηκε στις 26.10.2004, η αξίωση δεν είναι βάσιμη. Είναι παραδεκτό ότι η αντιπαροχή παραδόθηκε τον Μάρτιο και Οκτώβριο του έτους 2005, ήτοι εντός των χρονικών πλαισίων της συμφωνίας. Με βάση τους όρους 2(γ) και 8 του Τεκμηρίου 1, η υποχρέωση της εναγόμενης για έναρξη των εργασιών συμφωνήθηκε να ήταν μετά την έκδοση της πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής. Το Τεκμήριο 6
(1)στο οποίο βασίστηκε, κυρίως, η ενάγουσα δεν μπορεί να μεταβάλει την συμφωνηθείσα υποχρέωση της ενάγουσας για την έναρξη των εργασιών μετά την έκδοση της άδειας οικοδομής. Όπως, εξάλλου, υποδείχθηκε από το συνήγορο της εναγόμενης η έναρξη των εργασιών πριν από την έκδοση της άδειας οικοδομής, αντίκειται στο νόμο. ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ - ΑΥΞΗΣΗ ΕΜΒΑΔΩΝ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ - ΙΔΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ ΧΩΡΩΝ Οι ανωτέρω αξιώσεις δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν καθότι όλες οι μετατροπές και προσθήκες έλαβαν χώρα με τη συγκατάθεση της ενάγουσας. Οι αξιώσεις στηρίζονται στην εσφαλμένη θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη όφειλε να εκτελέσει τις εργασίες και να ανεγείρει τις οικοδομές με βάση τα αρχικά σχέδια. Η πραγματικότητα όμως είναι πως τα σχέδια άλλαξαν, με βάση τους όρους που έθεσαν οι αρμόδιες αρχές, και οι οικοδομές κτίστηκαν με βάση τα νέα σχέδια στη βάση των οποίων εκδόθηκε η άδεια οικοδομής. Το γεγονός ότι εκδόθηκαν, εν τέλει, οι τίτλοι ιδιοκτησίας επιβεβαιώνει τη θέση της εναγόμενης ότι οι οικοδομές κτίστηκαν νομότυπα, με βάση την άδεια οικοδομής και τα αρχιτεκτονικά σχέδια, όπως τροποποιήθηκαν με τη συγκατάθεση των μερών. Δεν θα μπορούσε, συνεπώς να επιτύχει οποιαδήποτε αξίωση της ενάγουσας επί τη βάση των θέσεων της ότι έλαβε περισσότερο εμβαδό η εναγόμενη είτε των διαμερισμάτων είτε των καταστημάτων είτε των αποθηκών. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους δεν θα μπορούσε να επιτύχει η αξίωση της εναγόμενης για την αξία των κατ' ισχυρισμόν επιπρόσθετων χώρων που έλαβε η ενάγουσα. ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΜΗ ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΙΣΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ Η υπό αναφοράν αξίωση είναι εντελώς αβάσιμη και ατεκμηρίωτη. Η ενάγουσα παραγνωρίζει το γεγονός ότι εκτελέστηκαν κάποιες επιπρόσθετες εργασίες αφού έγιναν επί πλέον κατασκευές, λόγω μεταβολών στα αρχικά σχέδια. Έχει διαφανεί από τη μαρτυρία πως οι εμπειρογνώμονες της ενάγουσας δεν συνυπολόγισαν αυτό τον παράγοντα, κατά την καταμέτρηση των κατ' ισχυρισμόν μη εκτελεσθεισών εργασιών. Ούτε όμως οι αξιώσεις της εναγόμενης για επί πλέον εργασίες κρίνονται βάσιμες. Είναι ορθή η επί του προκειμένου θέση της ενάγουσας, πως με βάση τους όρους του Τεκμηρίου 1, το όποιο κόστος κατασκευής των οικοδομών βάραινε την εναγόμενη. Εφόσον όλες οι εργασίες εκτελέστηκαν με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια, όπως τροποποιήθηκαν μετά από συμφωνία των διαδίκων, δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε αξίωση, εκατέρωθεν, είτε για μη εκτέλεση εργασιών είτε για πρόσθετες εργασίες. Οι μόνες αξιώσεις της ανταπαίτησης που θα μπορούσαν να προβληθούν, αφορούν το κόστος μετατροπής του καταστήματος σε καφετέρια και το κατ' ισχυρισμόν κόστος μετατροπής της αποθήκης σε διαμέρισμα. Σε σχέση με το πρώτο, δεν υπάρχει αξίωση εφόσον διευθετήθηκε το επί πλέον κόστος. Η αξίωση για τη μετατροπή της αποθήκης σε διαμέρισμα είναι αβάσιμη, εφόσον η μετατροπή έγινε χωρίς την εξασφάλιση της απαραίτητης άδειας από τις αρμόδιες αρχές. ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΣΤΟΝ Φ.Κ.Κ. Είναι γεγονός ότι στη σχετική πρόνοια της συμφωνίας Τεκμήριο 1 (όρος 16 ανωτέρω), αναφέρεται πως η εναγόμενη θα ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει το 60% των Φ.Κ.Κ. που πιθανό να επιβάλλονταν στην ενάγουσα από την ανάπτυξη του κτήματος, στην έκταση που θα αφορούν υπεραξία από τα κτίσματα. Είναι προφανές, ότι τα μέρη συμφώνησαν ότι η εναγόμενη θα πλήρωνε το 60% των κεφαλαιουχικών φόρων της ενάγουσας. Είναι αποδεκτό, εφόσον προβλέπεται ρητά στο Νόμο 52/80 (ανωτέρω) ότι υπόχρεος για πληρωμή Φ.Κ.Κ. είναι ο ιδιοκτήτης, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η ενάγουσα. Ο Φ.Κ.Κ. συνίσταται σε 20% επί του κέρδους που προκύπτει από τη διάθεση ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης εισηγήθηκε πως η υπό αναφοράν πρόνοια του Τεκμηρίου 1, συγκρούεται με τη δημόσια πολιτική, δηλαδή την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια και ως τέτοια, είναι ανίσχυρη. Παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, εισηγήθηκε πως το Δικαστήριο έχει εξουσία να διαχωρίσει το σχετικό όρο και να αρνηθεί την εκτέλεση του. Η σαφής πρόθεση των μερών με την συμφωνία Τεκμήριο 1, εισηγήθηκε ο συνήγορος, ήταν η ανταλλαγή 60% μεριδίου επί της γης της ενάγουσας με διαμερίσματα και καταστήματα τα οποία θα έκτιζε η εναγόμενη. Κάλεσε, έτσι, το Δικαστήριο να διαχωρίσει και απορρίψει το σχετικό όρο και να διατηρήσει το υπόλοιπο μέρος της συμφωνίας σε ισχύ. Η συνήγορος της ενάγουσας, αντίθετα, εισηγήθηκε ότι ο όρος είναι σαφής και θα πρέπει να τύχει σεβασμού και εφαρμογής από το Δικαστήριο, αφού αυτή ήταν η πρόθεση των μερών. Η επί του προκειμένου αξίωση της ενάγουσας έχει δύο σκέλη: (α) Το 60% των Φ.Κ.Κ. που κατέβαλε η ενάγουσα από τη διάθεση των 5 διαμερισμάτων, με βάση τα Τεκμήρια 18Α και 22-25, ήτοι το ποσό των €310.646,40 (60% του συνολικού ποσού των €517.744). (β) Το 60% των Φ.Κ.Κ. που αναλογεί στα υπόλοιπα διαμερίσματα και καταστήματα τα οποία δεν έχουν ακόμη διατεθεί. Το ποσό υπολογίστηκε, με βάση τα Τεκμήρια 33 και 37 και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €486.919,68. Όπως διευκρίνισε στην αγόρευση της η συνήγορος της ενάγουσας, οι Φ.Κ.Κ. επί της μη διατεθείσας περιουσίας, υπολογίστηκαν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 9
(2)του Ν.52/80 το οποίο προβλέπει ότι μπορεί να επιβληθεί φορολογία επί του κέρδους, το οποίο λογίζεται επί της αξίας της περιουσίας εάν επωλείτο στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο που έχει λάβει χώρα το γεγονός. Στην προκειμένη περίπτωση, εισηγήθηκε η συνήγορος, ως χρόνος επέλευσης του γεγονότος, θεωρείται ο χρόνος παράδοσης της αντιπαροχής στην ενάγουσα δηλαδή το έτος
  1. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την εισήγηση του συνηγόρου της εναγόμενης πως εγείρεται ζήτημα σύγκρουσης με τη δημόσια πολιτική, επειδή η εναγόμενη συμφώνησε να πληρώσει μέρος των υποχρεώσεων της ενάγουσας, που θα έπρεπε να καταβληθούν από την ίδια με βάση τη σχετική νομοθεσία. Εάν αυτή ήταν η πρόθεση των μερών, δεν βλέπω λόγο γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει μη δεσμευτικό το σχετικό όρο. Στην εξεταζόμενη όμως υπόθεση, ο σχετικός όρος θα πρέπει να εξεταστεί με βάση το σύνολο των όρων της συμφωνίας για να διαπιστωθεί εάν είναι συμβατός με τους υπόλοιπους όρους και θα μπορούσε να εκτελεστεί. Το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό, όπως το έθεσε η συνήγορος της εναγόμενης. Πέρα από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Φ.Κ.Κ. οφείλεται από τον ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας που διατίθεται (εδώ την ενάγουσα) η οφειλή δημιουργείται κατά το χρόνο διάθεσης, κατά τον οποίο χρόνο υπολογίζεται το κέρδος, το οποίο υπολογίζεται από τον Διευθυντή του ΤΕΠ με βάση κριτήρια που καθορίζονται στο Νόμο (το κόστος απόκτησης, δαπάνες κ.λ.π). Με βάση τους όρους της συμφωνίας Τεκμήριο 1, η εναγόμενη είχε υποχρέωση να ανεγείρει τις οικοδομές και να παραδώσει την αντιπαροχή στην ενάγουσα σε καθορισμένους χρόνους, πράγμα που έπραξε. Κατά το χρόνο παράδοσης, δεν μπορούσε να υπάρξει οφειλή για Φ.Κ.Κ. εφόσον η υποχρέωση δημιουργείται κατά το χρόνο διάθεσης της περιουσίας. Για να διατεθεί η περιουσία είναι απαραίτητη η έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας, οι οποίοι εξασφαλίστηκαν τον Σεπτέμβριο του έτους
  2. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, κρίνεται βάσιμη η εισήγηση της εναγόμενης πως η σχετική πρόνοια δημιουργεί σύγχυση και συνιστά σοβαρή ανωμαλία καθόσον η σχετική υποχρέωση ανάγεται σε μελλοντικούς και αβέβαιους χρόνους, για τους οποίους η εναγόμενη δεν μπορεί να έχει γνώση ή οποιαδήποτε ανάμειξη. Εγείρεται, όμως, ακόμη ένα σοβαρό εμπόδιο στην αξίωση της ενάγουσας. Η εναγόμενη ουδέποτε ενημερώθηκε για οποιαδήποτε σχετική με το θέμα φορολογία. Στερήθηκε, έτσι, της δυνατότητας να αμφισβητήσει την ορθότητα της όποιας φορολογίας για κεφαλαιουχικά κέρδη επιβλήθηκε στην ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση, βρίσκω ότι ο σχετικός όρος είναι έξω από το όλο πνεύμα της συμφωνίας που ήταν, όπως αναφέρθηκε, συμφωνία αντιπαροχής ήτοι ανταλλαγής μεριδίου γης της ενάγουσας με κτίσματα που έκτισε η εναγόμενη. Εκείνο που προφανέστατα επιθυμούσαν τα μέρη, αλλά δεν το διατύπωσαν ορθά ήταν η συνεισφορά της εναγόμενης κατά το ποσοστό της συμφωνίας αντιπαροχής ήτοι 60% στην τυχόν φορολογία που θα επιβαλλόταν στην εναγόμενη από τη μεταβίβαση/διάθεση του 60% του μεριδίου της στο ακίνητο. Έτσι εξηγείται η αναφορά στην πρόνοια για Φ.Κ.Κ. που πιθανό να προέκυπτε. (βλ. σχετικά τον όρο 16 στον οποίο αναφέρεται σε Φ.Κ.Κ. .εάν θα επιβληθούν στον ιδιοκτήτη...). Ατυχώς, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, στο σχετικό όρο, η υποχρέωση συνδέθηκε με την υπεραξία από τα κτίσματα. Παρόλο που προέκυψε φορολογία κεφαλαιουχικών κερδών από τη διάθεση της αντιπαροχής (βλ. Τεκμήριο 27) δεν προβλήθηκε τέτοια αξίωση και δεν θα μπορούσε να εξεταστεί περαιτέρω. Πέραν των ανωτέρω, από τη σχετική διατύπωση της πρόνοιας είναι προφανές, πως η υποχρέωση δεν θα μπορούσε να αφορά σε διαθέσεις/πωλήσεις της ενάγουσας των μονάδων της αντιπαροχής κατά το δοκούν. Με βάση τις αναφερθείσες πρόνοιες (7 και 24) οι υποχρεώσεις της εναγόμενης εξαντλούντο με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων και την εγγραφή των μονάδων της αντιπαροχής επ' ονόματι της ενάγουσας. Όσον αφορά, τέλος, τη θέση της ενάγουσας πως η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να συνεισφέρει στους Φ.Κ.Κ. της ενάγουσας επί των μονάδων που δεν διατέθηκαν, δεν ευσταθεί. Τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει ούτε από τη σχετική πρόνοια ούτε και από τη λογική της σχετικής νομοθεσίας. Η ενάγουσα δεν μπορεί να διεκδικεί συνεισφορά σε φόρους που ουδέποτε της επιβλήθηκαν και πιθανό να μην κληθεί ποτέ να τους αποδώσει στο κράτος. Συνοψίζοντας, καταλήγω ότι τόσο οι αξιώσεις της ενάγουσας όσο και η ανταπαίτηση της εναγόμενης δεν θα μπορούσαν να έχουν επιτυχή κατάληξη. Η ουσία της συμφωνίας ήταν η μεταβίβαση του 60% του ακινήτου της ενάγουσας στην εναγόμενη με αντάλλαγμα την αντιπαροχή την οποία έλαβε και για την οποία εκδόθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας επ' ονόματι της. Οι οικοδομές, όπως επισημάνθηκε, έχουν κατασκευαστεί σε πλήρη συμμόρφωση με τα αρχιτεκτονικά σχέδια και την άδεια οικοδομής που είχε εκδοθεί. Όλες οι εκατέρωθεν αξιώσεις των διαδίκων κρίνονται αβάσιμες και ατεκμηρίωτες, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, όλες οι αξιώσεις της ενάγουσας, καθώς και η ανταπαίτηση της εναγομένης, αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Ενόψει της αποτυχίας της αγωγής και της ανταπαίτησης, δεν εκδίδεται διαταγή ως προς τα έξοδα. Απορρίπτονται, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση της εναγόμενης, χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Παράβαση συμφωνίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.