← Κύπρος

Ιωάννης Ιωάννου ν. Alpha Bank Cyprus Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4505/14, 10/12/2014

Ιωάννης Ιωάννου ν. Alpha Bank Cyprus Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4505/14, 10/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A421 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 4505/14 Μεταξύ: Ιωάννης Ιωάννου Ενάγοντα Και Alpha Bank Cyprus Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 10/12/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή׃ κ. Π. Κλεοβούλου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Παπαφιλίππου) Για Εναγομένη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Σάββα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 7/11/14 ο αιτητής/ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση διατάγματος για αντεξέταση της Στάλως Παπαδημητρίου επί της ένορκης της δήλωσης που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης που καταχωρήθηκε από την καθ' ης η αίτηση/εναγομένη σε αίτηση του ενάγοντα ημερομηνίας 24/10/2014 για έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην καθ' ης η αίτηση να διατηρεί δεσμευμένο οποιοδήποτε προσωπικό λογαριασμό του αιτητή που διατηρεί στην εναγομένη. Η αίτηση αυτή για αντεξέταση, συνάντησε την ένσταση της καθ' ης η αίτηση/εναγομένης και έτσι οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία η οποία συμφωνήθηκε να περιορισθεί σε αγορεύσεις και κατά την οποία γραπτή αγόρευση ετοίμασε μόνο ο συνήγορος του αιτητή, ενώ οι συνήγοροι της καθ' ης η αίτηση ανάφεραν ότι περιορίζονται στα όσα εκτίθενται στην ειδοποίηση ένστασης τους. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης, καθώς επίσης και από τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή και γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα, παρέχεται από τη Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα׃ «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση), αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση». Όπως προκύπτει από το λεκτικό της διάταξης αυτής, η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο οποίο παρέχεται η ευχέρεια να εγκρίνει ή να απορρίψει το αίτημα, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Τούτο επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)

(2004)1 ΑΑΔ 1660, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα πολύ καθοδηγητικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Για τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμη καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία. Σύμφωνα με την υποσημείωση (α) της παραγράφου 74 των Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 11, οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση στην αίτηση Habeas Corpus πρέπει να καταχωρούνται πριν από την ημερομηνία της ακρόασης. Πρόσθετες ένορκες δηλώσεις μπορεί να καταχωρούνται αν δοθεί άδεια κατά την ακρόαση και μπορεί να δοθεί άδεια σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να καταχωρήσουν πρόσθετες ένορκες δηλώσεις σε σχέση με ένα νέο ζήτημα το οποίο εγείρεται από τις ένορκες δηλώσεις του αντιδίκου. Αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων δεν επιτρέπεται (Βλ. R. v. Kent Justices ex parte Smith [1928] W.N. 137 και την σημείωση της Δ.59, θ.44 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών). Σύμφωνα με αυτή τη σημείωση αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων πολύ σπάνια επιτρέπεται. Η σημείωση παραπέμπει στην R. v. Kent Justices (πιο πάνω) και στην R. v. Stokesley Justices [1956] 1 W.L.R. 254. Στην τελευταία αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι «πιθανόν αυτή θα είναι η πρώτη υπόθεση στην πρόσφατη ιστορία στην οποία έγινε αίτηση σε διαδικασία προνομιακών ενταλμάτων για άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων. Άδεια δεν έχει ποτέ δοθεί ή τουλάχιστο δεν έχει δοθεί για μεγάλο αριθμό ετών». Στην Stokesley (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Kent Justices (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής (σε δική μου μετάφραση): «Για περίπου 50 ή 60 χρόνια δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για την αντεξέταση ομνύσαντος. Ήταν αρκετό να προστεθεί ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα εκτός σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι δεν έχουν αποδειχθεί τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση.» Στην Stokesley (πιο πάνω) έγινε δεκτό το αίτημα για αντεξέταση του ομνύσαντος. Κρίθηκε ότι επρόκειτο για αξιοπρόσεκτη και εξαιρετική περίπτωση στην οποία «ο αιτητής επιδιώκει να παραμερίσει διάταγμα το οποίο εξασφαλίστηκε πριν από 8 χρόνια και σε σχέση με το οποίο δεν είχε ενεργήσει ποτέ ο παραπονούμενος ο οποίος είχε εξασφαλίσει το διάταγμα». Λέχθηκε, επίσης, ότι υπάρχουν ζητήματα τα οποία προκάλεσαν στο Δικαστήριο μεγάλη ανησυχία και κάποια δυσαρέσκεια και έπρεπε να διερευνηθούν. Εν όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να καταδείχνει ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Για το λόγο αυτό το σχετικό αίτημα απορρίπτεται» Η ευρύτητα της ευχέρειας αυτής του Δικαστηρίου προκύπτει από τα όσα αποφασίσθηκαν στην Αίτηση των Λευτέρη Μήλιου κ.α.
(2008)1 Α ΑΑΔ 280 στην οποία λέχθηκαν κατά λέξη τα ακόλουθα׃ «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 Halsbury' s Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878). Καθοδηγητικά για τον τρόπο που θα πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι και τα όσα αποφασίσθηκαν σε ενδιάμεση απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αγωγή 7123/08 ημερομ.9/4/2009, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ׃ « Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.39. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου». Είναι επίσης κατά την άποψη μου αναγκαίο όπως η ευχέρεια αυτή ασκείται με φειδώ και σε περιπτώσεις όπου καθίσταται πρόδηλη η αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος αντεξέτασης, έτσι ώστε να μην παρακάπτεται η αρχή ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών. Με την ένσταση της, η καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί έχει γίνει κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου και γιατί δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (1ος και 5ος λόγος ένστασης). Παρόλο που δεν εξειδικεύεται από την καθ' ης η αίτηση που συνίσταται η επικαλούμενη αυτή παράβαση των Κανονισμών, ούτε και εγείρεται ως αυτοτελής λόγος ένστασης η παράλειψη του αιτητή να στηρίξει την αίτηση του σε ένορκο δήλωση, θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να εξετασθεί μέσα στα πλαίσια του 1ου λόγου ένστασης γι' αυτό και θα προχωρήσω να εξετάσω τις συνέπειες που δυνατό να ενέχει η παράλειψη αυτή του αιτητή. Στη Δ.48 Θ.9 εκτίθενται οι αιτήσεις που πρέπει να γίνονται διά κλήσεως και δεν χρειάζεται να υποστηρίζονται από ένορκο δήλωση και σε αυτές δεν περιλαμβάνεται αίτηση της εξεταζόμενης φύσης. Και αυτό είναι κατά την κρίση μου εύλογο, καθότι από τη στιγμή που ένας διάδικος αποτείνεται στο Δικαστήριο επιζητώντας όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ του, θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα τα απαραίτητα αλλά και επαρκή στοιχεία που να στηρίζουν το αίτημα του και να δικαιολογούν την προς όφελος του άσκηση της ευχέρειας αυτής, κάτι που δεν έχει γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εκτός δηλαδή του ότι η παράλειψη του αιτητή να στηρίξει την αίτηση του με ένορκο δήλωση, αντιβαίνει κατά την κρίση μου στη Δ.48 Θ.9, επιπρόσθετα την αφήνει μετέωρη χωρίς πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που να την στηρίζουν και τα οποία να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή όπως υποστηρίζεται με τον 5ο λόγο ένστασης. Και αυτό γιατί ενώ ο αιτητής επιδιώκει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του, παραλείπει να θέσει ενώπιον του τους λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Απλώς με γενικότητα προβάλλει ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου και ότι αυτή θα πρέπει να εγκριθεί καθότι υπάρχει «αντιπαράθεση» ισχυρισμών. Όμως η δυνατότητα για αντεξέταση που παρέχεται από τη Δ.39 Θ.1, πρέπει όπως και στην απόφαση πιο πάνω απόφαση Rana Wahed Ali αναφέρεται, να ασκείται σπάνια και μόνο εφόσον καταδειχθούν ικανοποιητικοί λόγοι προς τούτο, έτσι ώστε να μην παρακάπτεται η αρχή ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών. Όπως λέχθηκε στην Αίτηση των Λ. Μήλιου πιο πάνω, το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί «να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Η οποιαδήποτε «αντιπαράθεση» ή διάσταση στις θέσεις των διαδίκων μερών, δεν παρέχει αυτοδίκαια το δικαίωμα για αντεξέταση και ούτε μπορεί να επεκταθεί «επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου». (βλ. την απόφαση στην Αγωγή 7123/08, στην οποία πιο πάνω γίνεται αναφορά). Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση/εναγομένης και εναντίον του αιτητή/ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............ Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Aντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/interim subject: antexetasi enorkos dilounta cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.