Φρόσως Κυριάκου ν. Χρυσάνθης Αβραάμ κ.α., Αριθμός Αγωγής: 4942/2009, 23/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A434 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 4942/2009 Μεταξύ: Φρόσως Κυριάκου, από το Κολόσσι, Λεμεσός Ενάγουσας και Χρυσάνθης Αβραάμ, από τη Λεμεσό Θεόδωρου Θεοδώρου, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.12.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: κ. Ε. Αναστασίου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Χατζηδημητρίου) Για εναγόμενη 1: κ. Π. Κωνσταντίνου (για ν' ακούσει απόφαση κα Αντωνιάδου) Για εναγόμενο 2: κα Ε. Χατζήπαπα Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 29.8.2009 και περί ώρα 12:45 συνέβηκε τροχαίο ατύχημα στην οδό Μελίνας Μερκούρη στη Λεμεσό, με ενεχόμενα οχήματα, το σταθμευμένο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KSN 413, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής VZ 137 που οδηγούσε η εναγόμενη, το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KJD 392 που οδηγούσε ο εναγόμενος και τέλος, το επίσης σταθμευμένο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KMG
- Τα παραπάνω γεγονότα καθώς και διάφορα άλλα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι, άλλο ένα αυτοκίνητο, που τουλάχιστον, για τους δύο εναγόμενους φαίνεται να έχει διαδραματίσει ουσιαστικό και σημαντικό ρόλο στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, το οποίο, εν πάση περιπτώσει τοποθετείται από όλους τους διαδίκους στον τόπο του ατυχήματος, εγκατέλειψε τη σκηνή του και αυτός είναι και ο λόγος που στο εξής, το εν λόγω όχημα θα καλείται ως «άγνωστο αυτοκίνητο.» Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή χωριστά ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη το όχημά της συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, οι οποίες, θα πρέπει να σημειωθεί πως έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων σε υποθετική βάση, επί πλήρους ευθύνης, στο ποσό €2.200,00, με νόμιμο τόκο, από 20.11.2009 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής). Ως αποτέλεσμα της παραπάνω συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που απέμεινε προς εκδίκαση το οποίο καλούμαι να επιλύσω είναι η διακρίβωση των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και σε τελική ανάλυση, η ευθύνη γι αυτό. Η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας, αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησής του περικλείεται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης, η οποία ακολουθεί αυτούσια: «
- Κατά/ή περί την 29/8/2009 και ενώ η Ενάγουσα ήτο σταθμευμένη επί του αριστερού πεζοδρομίου της οδού Μελίνας Μερκούρη στη Λεμεσό εν σχέσει με την πορεία της, η Εναγόμενη 1 η οποία κατά τον αυτό χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής VZ 1376 επί της ιδίας οδού με βόρεια κατεύθυνση, τόσον αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων της επέπεσε επί του σταθμευμένου αυτοκινήτου της Ενάγουσας αφού προηγουμένως συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KJD 392 το οποίον κατά τον ουσιώδη χρόνο επίσης οδηγούσε αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων ο Εναγόμενος 2 και ενώ εξερχόταν από την έξοδο παρακείμενης πολυκατοικίας η οποία ευρίσκεται στην οδό Μελίνας Μερκούρη, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί ειδικές ζημιές, απώλειες κα έξοδα.» Οι λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων των δύο εναγόμενων εκτίθενται χωριστά στην επόμενη παράγραφο. Οι αντίστοιχες δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί της εναγόμενης εκτίθενται στις παραγράφους 2 και 3 της υπεράσπισής της. Το περιεχόμενό τους ακολουθεί αυτούσιο: «2.Αναφορικά με την παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης η εναγόμενη 1 αρνείται ότι οδηγούσε αμελώς και/ή κατά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της και/ή λέγει ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα είναι ως πιο κάτω αναφέρονται και/ή η εναγόμενη 1 λέγει ότι το ατύχημα ήτο αναπόφευκτον και/ή αποτέλεσμα αγωνίας της στιγμής που δημιουργήθηκε από άγνωστο όχημα και/ή της αμέλειας και/ή συντρέχουσα αμέλειας του εναγόμενου 2 και/ή της υπ' αυτού παράβασης των νομίμων καθηκόντων του.
- Η εναγόμενη λέγει ότι ενόσω νόμιμα και κανονικά οδηγούσε τηρώντας την αριστερή πλευρά του δρόμου, άγνωστο όχημα εισήλθε στην πορεία την και/ή απέκοψε την πορεία της με αποτέλεσμα η εναγόμενη 1 προς αποφυγή της σύγκρουσης να οδηγήσει αριστερότερα της πορείας της. Την ίδια ώρα ο εναγόμενος, εξήρχετο από παρακείμενην έξοδον πολυκατοικίας και/ή οικίας και εισερχόμενος στον δρόμο, ανέκοψε την πορεία της εναγόμενης 1 με αποτέλεσμα τα δυο οχήματα να συγκρουσθούν, και στην συνέχεια το όχημα της εναγόμενης 1, να επιπέσει επί του οχήματος υπ' αρ. εγγραφής KSN 413.» Οι σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων του εναγόμενου που του αποδίδει η εναγόμενη εκτίθενται στη συνέχεια, στην ίδια παράγραφο
(3). Τέλος, οι δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου για το ίδιο θέμα είναι οι ακόλουθες: Τη στιγμή του επίδικου ατυχήματος, ο ίδιος βρισκόταν σταματημένος σε αναμονή και εντός του χώρου στάθμευσης της παρακείμενης πολυκατοικίας η οποία βρίσκεται στην οδό Μελίνας Μερκούρη. Η οποιαδήποτε ζημιά και/ή απώλεια υπέστη η ενάγουσα δεν οφείλεται σε δική του αμέλεια και/ή παράβαση νομίμων καθηκόντων. Υιοθετεί τις αποδιδόμενες από την ενάγουσα στην εναγόμενη λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων της, επαναλαμβάνει ότι ο ίδιος ήταν σταματημένος και προσθέτει ότι η εναγόμενη παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα και/ή καθόλου το αυτοκίνητο που οδηγούσε άγνωστος οδηγός και/ή να λάβει υπόψη την ύπαρξη σταθμευμένων αυτοκινήτων στο δρόμο και/ή έγκαιρα μέτρα αποφυγής του ατυχήματος και/ή να δώσει προς τον άγνωστο οδηγό έγκαιρη προειδοποίηση περί τη προσέγγισής της. Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης ισχυρίζεται ότι το ατύχημα προκλήθηκε από την αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση νομικού καθήκοντος άγνωστου οδηγού. Οι σχετικές λεπτομέρειες ακολουθούν αυτούσιες: «(α) Αιφνιδίως και/ή άνευ προειδοποιήσεως κινήθηκε, λόγω της ύπαρξης σταθμευμένων οχημάτων στα αριστερά της οδού Μελίνας Μερκούρη σε σχέση με την πορεία του, δεξιότερα της πορείας του με αποτέλεσμα να εισέλθει στην πορεία του εξ αντιθέτου ερχομένου αυτοκινήτου υπ' αρ. εγγραφής VZ 137 που ωδηγούσε η Εναγόμενη 1 η οποία στη συνέχεια έστριψε αριστερότερα και συγκρούσθηκε με το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Εναγόμενου 2. (β) Παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα και/ή καθόλου και/ή να λάβει υπ' όψη τα σταθμευμένα στα αριστερά σε σχέση με τη πορεία του οχήματα. (γ) Παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα και/ή καθόλου το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1.» Τέλος, ο εναγόμενος, περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης ισχυρίζεται ότι το επίδικο ατύχημα ήταν αναπόφευκτο υπό τις περιστάσεις και δεν μπορούσε να αποτραπεί δια της λήψης συνήθων και/ή εύλογων μέτρων και/ή φροντίδας. Διευκρινιστικά να πω ότι και δύο εναγόμενοι εξέδωσαν και επέδωσαν ο ένας στον άλλο ειδοποίηση προς συνεναγόμενο, δυνάμει της Δ.10 Θ.12
(1)Οι λόγοι για τους οποίους προηγήθηκε εκτενής αναφορά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των μερών, θα διαφανούν αργότερα. Ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος, αρχιαστυφύλακας 2201 Αιμίλιος Νικολάου (Μ.Ε.1), η ενάγουσα Φρόσω Κυριάκου (Μ.Ε.2), ο πατέρας της Σάββας Κυριάκου Περικλέους (Μ.Ε.3), η εναγόμενη Χρυσάνθη Αβραάμ (Μ.Υ.1) και τέλος, ο εναγόμενος Θεόδωρος Θεοδώρου (Μ.Υ.2) είναι οι πέντε συνολικά μάρτυρες που κατάθεσαν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους στο σύνολό της και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Δεδομένου ότι το θέμα της ευθύνης είναι και το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που θα πρέπει να επιλύσω, λαμβάνω υπόψη και την πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων όπου το θέμα της ευθύνης είναι επίδικο και προβάλλονται διαφορετικές εκδοχές για το πώς έγινε το ατύχημα, η πραγματική μαρτυρία αποκτά ιδιαίτερη χρησιμότητα, όταν δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας (βλ. Καστάνας κ.ά. ν. Αντωνίου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1979) και τούτο, επειδή, όπως επεξηγείται στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439, η πραγματική μαρτυρία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Βλέπε και την Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Α.Α.Δ. 213, σύμφωνα με την οποία, η πραγματική μαρτυρία, δεν αποτελεί μόνο γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αξιολόγηση των διιστάμενων εκδοχών, αλλά και οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι, εύκολα μπορεί να κάνουν λάθος, όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων. Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, στην οποία υποδεικνύεται ότι η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και να είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μίας σύγκρουσης. Ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος, αρχιαστυφύλακας 2201 Αιμίλιος Νικολάου (Μ.Ε.1) μου έχει κάνει αρκετά καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Απαντούσε με αμεσότητα, απλότητα, ειλικρίνεια και ακρίβεια, αλλά και τεκμηριωμένα σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά απολύτως αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε και σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε - κυρίως, από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου -, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε επί της ουσίας ανάφερε. Ο μάρτυρας - του οποίου η μαρτυρία, σε σημαντικό βαθμό συνάδει και με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας - θεωρώ ότι έχει επιτελέσει με επάρκεια το καθήκον διερεύνησης του επίδικου ατυχήματος που του έχει ανατεθεί και στο Δικαστήριο ήταν ακριβοδίκαιος και αντικειμενικός έναντι των διαδίκων. Για όλους αυτούς τους λόγους, η μαρτυρία του, επί της ουσίας γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Επειδή επιχειρήθηκε αμφισβήτηση του μάρτυρα από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου, σε σχέση με το σημείο της πρώτης σύγκρουσης (του οχήματος της εναγόμενης με το όχημα του εναγόμενου) που έχει τοποθετήσει ο μάρτυρας στο συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του επίδικου ατυχήματος (τεκμήριο 1), η οποία - σύγκρουση -, αναπόφευκτα οδήγησε και στις άλλες δύο συγκρούσεις που ακολούθησαν (του οχήματος της εναγόμενης επί του σταθμευμένου οχήματος με αριθμό εγγραφής KMG 734 - η πρώτη - και επί του σταθμευμένου οχήματος της ενάγουσας - η δεύτερη που είναι και η επίδικη -), όσα ακολουθούν από την αντεξέταση του μάρτυρα από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου θεωρώ ότι επιβεβαιώνουν πλήρως την ορθότητα της διαπίστωσης του μάρτυρα και επί του προκειμένου. Ειδικότερα: Όπως είπε ο μάρτυρας, το σημείο x στο σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος - που έχει ετοιμάσει ο ίδιος - αποτυπώνει το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου της εναγόμενης με το αυτοκίνητο του εναγόμενου. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε μέσα στον κύριο δρόμο της οδού Μελίνας Μερκούρη και συγκεκριμένα, σε απόσταση 20 εκατοστών από τη δεξιά άκρια του δρόμου, με βόρεια κατεύθυνση. Στο σημείο x δεν έχει εντοπίσει οποιουδήποτε είδους πραγματική μαρτυρία. Υπάρχει όμως τέτοια μαρτυρία η οποία αποτυπώνεται στο σχέδιο με την ένδειξη Β
- Πρόκειται για μαύρισμα του αριστερού μπροστινού τροχού του αυτοκινήτου του εναγόμενου το οποίο απέχει 1,40 μ. από το σημείο σύγκρουσης. Η αρχή του μαυρίσματος δε βρίσκεται μέσα στον κύριο δρόμο, αλλά, επί της προέκτασης της βασικής γραμμής μέτρησης. Τονίζεται όμως, ότι το σημείο σύγκρουσης, εννοείται ότι βρίσκεται πιο μπροστά από τους τροχούς του οχήματος και τούτο, επειδή ο προφυλακτήρας από τους τροχούς έχει κάποια απόσταση. Σε παρατήρηση του κ. Χαραλάμπους ότι αυτή η απόσταση δεν είναι μήκους 1,40 μ., αλλά, ίσως μεταξύ 10 και 20 εκατοστών, ο μάρτυρας συμφώνησε. Ερωτηθείς στη συνέχεια - πάντοτε από τον κ. Χαραλάμπους - εάν έχει μαρτυρία ότι από τη στιγμή της σύγκρουσης, ο μπροστινός αριστερός τροχός του οχήματος του εναγόμενου πετάχτηκε στον αέρα σε κάποια απόσταση και ακολούθως προσγειώθηκε στην άσφαλτο και άρχισε να μαυρίζει στην άσφαλτο απάντησε αρνητικά. Όταν στη συνέχεια, του υποδείχθηκε ότι αφού δεν έχει τέτοια μαρτυρία δεν είναι σε θέση να αποκλείσει ότι η εν λόγω σύγκρουση έγινε στο σημείο όπου αρχίζει το μαύρισμα του μπροστινού αριστερού τροχού του αυτοκινήτου του εναγόμενου απάντησε περίπου ως εξής, που κατά τη γνώμη μου δεν αφήνει ίχνος αμφιβολίας για το σημείο όπου έγινε η υπό αναφορά σύγκρουση: «Το αποκλείω, για το λόγο ότι όταν βρήκα το μαύρισμα εκεί στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν φανερό ότι το αυτοκίνητο KJD 392 βρισκόταν σε αναμονή και όταν είδα τη ζημιά στο εν λόγω όχημα του οποίου είναι στο δεξιό μπροστινό φτερό μέτρησα τη ζημιά με το δεξιό μπροστινό τροχό και είχε απόσταση 20 εκατοστά.» Όταν λίγο αργότερα του υποβλήθηκε ότι η συγκεκριμένη σύγκρουση είναι πολύ πιθανό να έγινε στην αρχή του μαυρίσματος, επειδή επιβεβαιώνεται και ενισχύεται από την πραγματική μαρτυρία που είναι το μαύρισμα του αριστερού τροχού, σε αντίθεση με το σημείο x που δεν έχει τίποτε, ο μάρτυρας έδωσε την ακόλουθη απάντηση, η οποία, κατά τη γνώμη μου απαντά πειστικά στην υποβολή και την ίδια ώρα κλείνει οριστικά το θέμα. «Αντίθετα, εγώ πιστεύω ότι η θέση του σημείου σύγκρουσης ενισχύεται περισσότερο για το λόγο ότι, αφού οι δύο μπροστινοί τροχοί ήταν σίγουρα πάνω στη βασική γραμμή μέτρησης που τοποθέτησα επί του σχεδίου, εξ ου και η πραγματική μαρτυρία που έγραψε ο αριστερός μπροστινός τροχός στην άσφαλτο. Είναι λογικό ότι το μούτρο του αυτοκινήτου KJD 392 είναι πιο μπροστά από τους τροχούς.» Προστίθεται και το εξής: Ότι η συγκεκριμένη σύγκρουση έγινε μέσα στο δρόμο, το ανάφερε και η εναγόμενη, την οποία, για λόγους που θα αναφέρω στο κατάλληλο στάδιο θεωρώ απολύτως αξιόπιστη. Εν πάση περιπτώσει, το συγκεκριμένο γεγονός αποδεικνύεται και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής από τα εξής: Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών ότι στον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη οδηγούσε το αυτοκίνητό της στην οδό Μελίνας Μερκούρη τηρώντας την αριστερή πλευρά του δρόμου, με νότια κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο εναγόμενος που έβγαινε με το δικό του αυτοκίνητο από χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της οδού Μελίνας Μερκούρη, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη είχε πρόθεση να εισέλθει κι αυτός στον ίδιο δρόμο. Μολονότι διίστανται οι θέσεις κατά πόσο σταμάτησε όταν έφθασε στο ύψος του δρόμου ή επιχείρησε να εισέλθει σ' αυτό, χωρίς να σταματήσει αποτελεί γεγονός, ότι, κατά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, η αριστερή μπροστινή γωνία του οχήματος της εναγόμενης συγκρούστηκε με την μπροστινή δεξιά πλευρά του οχήματος του εναγόμενου. Συνεπεία της σύγκρουσης, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος, όπως προκύπτει από το σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος μετατοπίστηκε αριστερά, διαγράφοντας αχτίνα 90 περίπου μοιρών. Το μαύρισμα στην άσφαλτο σχηματίστηκε από τον αριστερό μπροστινό τροχό του αυτοκινήτου του εναγόμενου και η αρχή του μαυρίσματος βρίσκεται επί της βασικής γραμμής μέτρησης που τοποθέτησε ο εξεταστής στο σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος, η οποία, βασικά οριοθετεί και δεικνύει την αριστερή άκρη του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη. Έχοντας υπόψη ότι το εντελώς μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του εναγόμενου και συγκεκριμένα ο προφυλακτήρας του βρίσκεται 20 περίπου εκατοστά πιο μπροστά από τους μπροστινούς τροχούς του οχήματος είναι σαφές ότι η συγκεκριμένη σύγκρουση έγινε μέσα στο δρόμο. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εξεταστή της υπόθεσης, θα έλεγα πως, σε σημαντικό βαθμό αποτελεί πρόκριμα της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας τόσο της ενάγουσας καθώς και του πατέρα της όσο και των δύο εναγόμενων. Η ενάγουσα Φρόσω Κυριάκου (Μ.Ε.2) δεν ήταν παρούσα κατά το επίδικο ατύχημα και αυτό είναι και το μόνο που θέλω να πω αναφορικά με τη μαρτυρία της, η οποία, επί της ουσίας αποτελεί ασφαλώς εξ ακοής μαρτυρία, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την αποδεικτική της αξία, ιδίως, αν ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για τον πατέρα της το πρόσωπο που προέβη στις αρχικές δηλώσεις προς την ίδια, τον οποίο, κάθε άλλο παρά αξιόπιστο θεωρώ ως μάρτυρα Καθώς ήδη έχει αναφερθεί πρόκειται για τον πατέρα της ενάγουσας ο Σάββα Κυριάκου Περικλέους (Μ.Ε.3), ο οποίος είμαι βέβαιος ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να βοηθήσει την ενάγουσα θυγατέρα του να πετύχει στην αξίωσή της εναντίον της εναγόμενης και όχι για να βοηθήσει το Δικαστήριο στο έργο διακρίβωσης των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και επιμερισμού της ευθύνης γι αυτό, σε εκείνους που πραγματικά ενέχονται. Σ' αυτά τα πλαίσια, μεταξύ άλλων υπήρξε αντιφατικός, ήρθε σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που έρχονται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του εξεταστή του ατυχήματος, ο οποίος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι μάρτυρας της ενάγουσας και για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί, θεωρώ απόλυτα αξιόπιστο ως μάρτυρα. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τη μαρτυρία του πατέρα της ενάγουσας, που κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ο μάρτυρας υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο, τόσο της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία, ημερομηνίας 14.9.2009 (τεκμήριο 2) όσο και της γραπτής δήλωσής του την οποία ετοίμασε για σκοπούς μαρτυρίας κατά τη δίκη (τεκμήριο 6). Το πρώτο που παρατηρώ το οποίο μου προκαλεί εντύπωση είναι ότι, ενώ στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, την οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι έδωσε 16 μόλις μέρες μετά το επίδικο ατύχημα αναφέρει πως δε νομίζει το άγνωστο αυτοκίνητο που πήγαινε βόρεια στην οδό Μελίνας Μερκούρη να έκοψε το δρόμο του αυτοκινήτου της εναγόμενης που ερχόταν εξ αντιθέτου, στη γραπτή του δήλωση, την οποία ετοίμασε τέσσερα και πλέον χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα, στην παράγραφο 5 αναφέρει ότι το άγνωστο αυτοκίνητο σε καμιά περίπτωση δεν έθεσε σε απρόσμενο κίνδυνο και καθοιονδήποτε τρόπο δεν εμπόδισε την ελεύθερη διέλευση του αυτοκινήτου της εναγόμενης. Προφανής η επί του προκειμένου μετατροπή της γνώμης του σε βεβαιότητα. Αφού ο άγνωστος οδηγός, ο οποίος, για λόγους που θα παραθέσω αργότερα, φέρει το μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, δεν έχει εντοπιστεί για να εναχθεί από την ενάγουσα και να την αποζημιώσει για τις ζημιές που υπέστη κατά το επίδικο ατύχημα, κρίθηκε σκόπιμο από τον πατέρα της, να χρεώσει την αποκλειστική ευθύνη γι αυτό στην εναγόμενη, με μόνο λόγο, το γεγονός ότι το αυτοκίνητό της είναι που συγκρούστηκε στο αυτοκίνητο της ενάγουσας και τούτο, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα της εναγόμενης γι αυτό και τη γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης. Εξάλλου, αυτός θεωρώ πως είναι και ο λόγος που η ενάγουσα, με τα δικόγραφά της αποσιώπησε τελείως την εμπλοκή του άγνωστου αυτοκινήτου στο επίδικο ατύχημα καθώς και τη σύγκρουση που προηγήθηκε της επίδικης και συγκεκριμένα, του οχήματος της εναγόμενης με το σταθμευμένο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KMG
- Η επιμονή του κατά το στάδιο της αντεξέτασής του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εναγόμενης, ότι, όταν το άγνωστο αυτοκίνητο κινήθηκε δεξιότερα στο δρόμο για να περάσει δίπλα από τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του, δηλαδή με βόρεια κατεύθυνση, δεν έθεσε σε κίνδυνο κανένα αυτοκίνητο από αυτά που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από την κατεύθυνση που ερχόταν η εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο, το φέρνει σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, της μαρτυρίας του εξεταστή της υπόθεσης, της εναγόμενης, αλλά, ακόμη και του εναγόμενου, ο οποίος, μολονότι είχε κάθε λόγο, αλλά και συμφέρον να ισχυριστεί ό, τι και ο ίδιος, σε απόλυτη συμφωνία με τους δύο προηγούμενους (τον εξεταστή της υπόθεσης και την εναγόμενη) ισχυρίστηκε ότι (βλ. τη γραπτή κατάθεση δήλωσή του - τεκμήριο 7- ), ενώ βρισκόταν σταματημένος ο ίδιος εκεί που τελειώνει το πεζοδρόμιο και ξεκινά η άσφαλτος της οδού Μελίνας Μερκούρη και βρισκόταν σε αναμονή για να «καθαρίσει» η τροχαία κίνηση στην εν λόγω οδό, στην οποία θα εισερχόταν για να στρίψει αριστερά, είδε ένα άγνωστο βαν όχημα να κατευθύνεται βόρεια στην εν λόγω οδό, το οποίο, λόγω του ότι στην πορεία του υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα κινήθηκε δεξιότερα και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Εκείνη την ώρα, προστίθεται, από απέναντι ερχόταν ένα Honda (πρόκειται για το όχημα της εναγόμενης αυτό) κανονικά στην πορεία του, το οποίο, αφού είδε το άσπρο βαν να εισέρχεται προς την μεριά του κινήθηκε πιο αριστερά για να το αποφύγει, με αποτέλεσμα να κτυπήσει πάνω στο δικό του αυτοκίνητο. Τα ίδια ακριβώς αναφέρει και στην ανακριτική κατάθεσή του στην Αστυνομία ο εναγόμενος (τεκμήριο 8) η οποία του λήφθηκε τέσσερις μόλις μέρες μετά το επίδικο ατύχημα (στις 2.9.2009). Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, ο εναγόμενος, δεν αντεξετάστηκε καθόλου από την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός του - κατά μία εκδοχή - ότι η εναγόμενη εισήλθε σε στάση, τον οποίο ευθύς αμέσως, ουσιαστικά αναίρεσε, αποτελεί ένα μικρό δείγμα του πόσο αντιφατικός υπήρξε ως μάρτυρας. Ο ισχυρισμός του - πάντοτε αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εναγόμενης - ότι η εναγόμενη, καθ' ον χρόνο το άγνωστο αυτοκίνητο προσπερνούσε τα σταθμευμένα αυτοκίνητα «..έρχετουν ολόισια, δεν έστριψε το αυτοκίνητο και επήαινεν καρφί. Δεν έστριψε να κάνει κάτι, δεν έκανε ελιγμό. Δεν έκανε επαναστροφή του δρόμου. Συνέχισε εκεί.», ενώ από τη μια αποτελεί κραυγαλέα αντίφαση, έχοντας υπόψη ότι τόσο στη γραπτή του δήλωση όσο και στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία αναφέρει ότι κατά το ίδιο χρόνο το αυτοκίνητο της εναγόμενης κινήθηκε αριστερά κ.λ.π, από την άλλη αναδεικνύει και την ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος, προκειμένου, μιας και ο οδηγός του άγνωστου αυτοκινήτου εγκατέλειψε τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος, να χρεωθεί η εναγόμενη ακεραία την ευθύνη γι αυτό. Ο ισχυρισμός του ότι ο οδηγός του άγνωστου αυτοκινήτου δεν κατέλαβε την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, δεδομένης της θέσης στην οποία βρισκόταν ο ίδιος κατά τον επίδικο χρόνο, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν υπήρχε διαχωριστική γραμμή στο δρόμο, χωρίς να μου διαφεύγει και η περί αντιθέτου θέση του εξεταστή της υπόθεσης, και των δύο εναγόμενων εντάσσεται στην παραπάνω προσπάθειά του. Ότι έλεγε ψέματα ο μάρτυρας, ισχυριζόμενος ότι ο το άγνωστο όχημα δεν κατέλαβε την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αποδεικνύεται και από το εξής: Όταν του υποβλήθηκε από τον κ. Κωνσταντίνου ότι το άγνωστο αυτοκίνητο έκοψε το δρόμο της εναγόμενης, αφού σύμφωνα με το πλάτος του δρόμου μπήκε πέραν του ενός μέτρου στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε η εναγόμενη, απάντησε ως εξής: «Ο δρόμος ήταν τόσο πλατύς, όπου και ένα μέτρο να έμπαινε, υπήρχε χώρος.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Τα παραπάνω παραδείγματα δεν είναι και τα μόνα που αναδεικνύουν πόσο αντιφατικός υπήρξε ως μάρτυρας ο πατέρας της ενάγουσας. Υπάρχει και συνέχεια. Αντεξεταζόμενος και πάλι από τον κ. Κωνσταντίνου, ισχυρίστηκε ότι στον ουσιώδη χρόνο το αυτοκίνητο του εναγόμενου ήταν σταθμευμένο σε ακινησία με τον εναγόμενο μέσα σε αναμονή να βγει έξω να φύγει. Όταν όμως του υποβλήθηκε ότι το εν λόγω όχημα ήταν εν κινήσει και είχε περάσει τη γραμμή του αλτ και βγήκε έξω στο δρόμο έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Εν κινήσει, αλλά, κατά πόσο πέρασε το αλτ, δεν ξέρω.» Φυσικά, όταν λίγο αργότερα, του υποβλήθηκε ότι το αυτοκίνητο που ερχόταν από το πάρκινγκ, δηλαδή του εναγόμενου, ήταν εν κινήσει και είχε μπει μέσα στο δρόμο, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του αυτοκινήτου της εναγόμενης που είχε παρεκκλίνει, έδωσε την ακόλουθη απάντηση, που αντανακλά και το επίπεδο αξιοπιστίας ή ορθότερα της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα: «Δεν το αποδέχομαι ότι ήταν εν κινήσει. Ήταν σταματημένο.» Σε συνέχεια του προηγούμενου, ο ισχυρισμός του ότι εάν το αυτοκίνητο του εναγόμενου κινείτο σιγά σιγά, θα το εντόπιζε εκ πείρας λόγω της δουλειάς του και συγκεκριμένα επειδή 60 χρόνια στη βιομηχανία βλέπει το κάθε τι, έστω κι αν είναι μόλις 63 χρονών αντανακλά και το μέγεθος της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία τον είχε υποβάλει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης, σε βαθμό που πραγματικά έλεγε ό, τι ήθελε, αδιαφορώντας ότι υπέπιπτε συνεχώς σε αντιφάσεις και προέβαλλε ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής και πειστικότητας. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι στον ουσιώδη χρόνο μπήκε στην πορεία της το αυτοκίνητο του εναγόμενου, δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της ενάγουσας. Αντίθετα, θα έλεγα πως, από το περιεχόμενο των ακόλουθων ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν από τον κ. Αναστασίου συνάγεται σαφώς ότι αποτελεί και θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος ανέκοψε την πορεία της εναγόμενης, περίπου, με τον τρόπο και κατά το χρόνο που αυτή ανάφερε. Ειδικότερα: «..λες ότι έβγαινε από το χώρο στάθμευσης και του χτύπησες. Αυτό το αυτοκίνητο που έβγαινε, πόσο βγήκε έξω;» «Πόσο μέσα στο δρόμο μπήκε;» «Δηλαδή κατά το χρόνο που έγινε το ατύχημα, το αυτοκίνητο αυτό ήταν σε κίνηση;» «όταν σου ανέκοψε την πορεία μπήκε στην πορεία σου το αυτοκίνητο που βγήκε από το αλτ είπες;» «Αν δεν ήταν το αυτοκίνητο τούτο κυρία μάρτυς, η πορεία σου θα ήταν απρόσκοπτη, θα προχωρούσες ίσια;» «Αν στην πορεία σου δεν ήταν το αυτοκίνητο αυτό, θα σε χωρούσε να περάσεις και εσύ και το άγνωστο αυτοκίνητο στο δρόμο;» Καταφατική ήταν η απάντηση της εναγόμενης στην τελευταία ερώτηση που της υποβλήθηκε και, σε συνδυασμό και με τις διάφορες απαντήσεις της στις προηγούμενες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από τον κ. Αναστασίου επιβεβαιώνεται το συμπέρασμά μου ότι, ενώ η ενάγουσα, μέσω του δικηγόρου της, ουσιαστικά ταυτίζεται με την επί του προκειμένου θέση της εναγόμενης, ο πατέρας της ενάγουσας, για το ίδιο θέμα επιχείρησε να ταυτιστεί με τον εναγόμενο, ο οποίος, με τη σειρά του, ταυτιζόμενος με την εναγόμενη σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι στον ουσιώδη χρόνο ο οδηγός του άγνωστου οχήματος εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε η ίδια και για να αποφύγει τη σύγκρουση κινήθηκε αριστερότερα, συνέβαλε ουσιωδώς στην κρίση μου ότι πρόκειται για αναξιόπιστο μάρτυρα ο πατέρας της ενάγουσας. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του πατέρα της ενάγουσας ως μάρτυρα, σε βαθμό που η μαρτυρία του απορρίπτεται συνολικά, με εξαίρεση ό, τι ανάφερε που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή που συνάδει με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της εναγόμενης ως μάρτυρος είναι πάρα πολύ καλή. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Και τούτο, μολονότι αντεξετάστηκε ικανά και σε κάποια έκταση τόσο από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της ενάγουσας όσο και από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου. Η μαρτυρία της, επί της ουσίας, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης και εν μέρει και από τη μαρτυρία του εναγόμενου. Ακόμη και ενάγουσα, μέσω του δικηγόρου της, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, σε σημαντικό βαθμό δέχεται την εκδοχή της για πλείστα όσα έχει αναφέρει. Τέλος, η εκδοχή της, που μου φαίνεται και καθ' όλα λογική, συν τοις άλλοις, σε σημαντικό βαθμό συνάδει και/ή ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, στην αποδεικτική αξία της οποίας έχε προηγηθεί σχετική αναφορά, με παραπομπή και σε σχετική νομολογία. Αναμφίβολα υπέπεσε και σε κάποιες αντιφάσεις η εναγόμενη. Παρόλα αυτά δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, επειδή αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και τις θεωρώ τόσο ασήμαντες, οπότε, όχι μόνο δεν είναι ικανές να αποδυναμώσουν ή κλονίσουν την αξιοπιστία της ως μάρτυρος, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι η εναγόμενη κατάθεσε στο Δικαστήριο αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό την αλήθεια. Σ' αυτά προστίθενται και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαδραματίστηκαν τα γεγονότα στον ουσιώδη χρόνο και η κατάσταση στην οποία τελούσε η ίδια κατά τον κρίσιμο χρόνο, η οποία, δεδομένου και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε έκτοτε μέχρι και την ημέρα που κατάθεσε στο Δικαστήριο, λογικό ήταν να μην ήταν σε θέση να αναφερθεί με απόλυτη ακρίβεια στα γεγονότα. Ένα τέτοιο παράδειγμα που αποτελεί περισσότερο ανακρίβεια, παρά αντίφαση είναι ο ισχυρισμός της ότι βρισκόταν σε κίνηση ο εναγόμενος όταν του χτύπησε με το αυτοκίνητό της, ενώ, αυτό που πραγματικά συνέβη είναι ότι, ο εναγόμενος, αφού βγήκε από το χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας και εισήλθε στο δρόμο της οδού Μελίνας Μερκούρη, κατά 20 περίπου εκατοστά, τη στιγμή της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, όπως είπε ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος, ο εναγόμενος βρισκόταν σε αναμονή. Προφανώς, επειδή όλα έγιναν τόσο σύντομα, η εναγόμενη, υπό το κράτος της αγωνίας της στιγμής που την είχε κυριεύσει όταν ξαφνικά βρέθηκε αντιμέτωπη με το άγνωστο αυτοκίνητο που εισήλθε στη δική της λωρίδα κυκλοφορίας και της ανέκοψε το δρόμο, όταν ευθύς αμέσως και συγκεκριμένα με το που απέφυγε τη σύγκρουση με το εν λόγω όχημα βρέθηκε μπροστά της μέσα στο δρόμο το αυτοκίνητο του εναγόμενου θεώρησε ότι αυτός βρισκόταν σε κίνηση. Φυσικά, το γεγονός ότι ο εναγόμενος ήταν σε αναμονή και όχι σε κίνηση, όπως θα διαφανεί αργότερα, τίποτα δεν αλλάζει ως προς την αξιολόγηση της οδικής συμπεριφοράς είτε του ίδιου είτε της εναγόμενης και την ευθύνη τους για τη σύγκρουση των οχημάτων τους, αφού, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, το αυτοκίνητο του εναγόμενου βρισκόταν κατά 20 περίπου εκατοστά, μέσα στο δρόμο. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της εναγόμενης, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Είμαι διατεθειμένος να δεχθώ και σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του εναγόμενου και συγκεκριμένα, εκείνο το μέρος που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Στο βαθμό και την έκταση που εναγόμενος, σε συμφωνία με την εναγόμενη φέρει το άγνωστο αυτοκίνητο να μπαίνει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ουσιαστικά να της ανακόπτει την πορεία, με αποτέλεσμα, αυτή που οδηγούσε κανονικά στο δρόμο σύμφωνα με την πορεία της, προς αποφυγή της σύγκρουσης κινήθηκε αριστερότερα με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το δικό του αυτοκίνητο, η μαρτυρία του, ασφαλώς και είναι αποδεκτή. Ωστόσο, δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι κατά αυτό το χρόνο ο ίδιος βρισκόταν σε στάση αναμονής στο σημείο που ανάφερε και περίμενε να «καθαρίσει» η τροχαία κίνηση στη οδό Μελίνας Μερκούρη για να εισέλθει σ' αυτή στρίβοντας αριστερά και δεν μπήκε καθόλου στο δρόμο. Ο τελευταίος ισχυρισμός του (ότι δεν μπήκε καθόλου στο δρόμο) καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος, με απόλυτα πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο ανάφερε τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή της σύγκρουσης των αυτοκινήτων των δύο εναγόμενων, που ήταν και η πρώτη στη σειρά, από τις τρεις συνολικά συγκρούσεις που συνθέτουν το επίδικο ατύχημα, το αυτοκίνητο του εναγόμενου βρισκόταν κατά 20 περίπου εκατοστά εντός του δρόμου της οδού Μελίνας Μερκούρη. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Στις 29.8.2009 και περί ώρα 12:45, η εναγόμενη οδηγούσε νόμιμα και κανονικά και με χαμηλή ταχύτητα το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής VZ 137 στην οδό Μελίνας Μερκούρη στη Λεμεσό, με νότια κατεύθυνση, τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα. Από αυτά, όσα βρίσκονταν στη δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη, ήταν σταθμευμένα μέσα στο δρόμο και σε μικρή απόσταση πέραν της άκριας του δρόμου. Οδηγώντας το αυτοκίνητό της με τον παραπάνω τρόπο η εναγόμενη, κάποια στιγμή είδε ένα αυτοκίνητο τύπου pick-up το οποίο ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, να κινείται δεξιότερα και να καταλαμβάνει τη δική της λωρίδα κυκλοφορίας και τούτο, προκειμένου να προσπεράσει τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα εντός του δρόμου στην αριστερή πλευρά, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε το εν λόγω όχημα. Η εναγόμενη, με το που το είδε να εισέρχεται στη δική της λωρίδα κυκλοφορίας, προκειμένου να αποφύγει τη διαφαινόμενη σύγκρουσή του με το δικό της όχημα, κινήθηκε αμέσως αριστερότερα, παραμένοντας όμως εντός του χρησιμοποιήσιμου από οχήματα μέρους το δρόμου. Την ίδια ώρα, ο εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KJD 392, αφού στο μεταξύ είχε βγει από κάποιο χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με τη πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη, βρισκόταν σε αναμονή προκειμένου να εισέλθει κι αυτός στην οδό Μελίνας Μερκούρη που αποτελεί κύριο δρόμο, με πρόθεση να στρίψει αριστερά. Ωστόσο, επειδή, για κάποιο λόγο είχε ήδη εισέλθει στο δρόμο κατά 20 περίπου εκατοστά απέκοψε την πορεία του οχήματος της εναγόμενης, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση των οχημάτων τους. Συγκεκριμένα, η αριστερή μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου της εναγόμενης χτύπησε στην μπροστινή δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του εναγόμενου, το οποίο μετατοπίστηκε κατά 90 περίπου μοίρες αριστερά και ακινητοποιήθηκε σχεδόν ολόκληρο έξω από το δρόμο. Υπό αυτές τις συνθήκες, το αυτοκίνητο της εναγόμενης, αφού συνέχισε την πορεία του συγκρούστηκε διαδοχικά, αρχικά, με το σταθμευμένο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KMG 734 (δεύτερη σύγκρουση) και έπειτα με το επίσης σταθμευμένο αυτοκίνητο της ενάγουσας (τρίτη και επίδικη σύγκρουση) οπότε και ακινητοποιήθηκε στην τελική του θέση σύμφωνα με το σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος, σε μία απόσταση 15 περίπου μέτρων από το σημείο της πρώτης σύγκρουσης. Τα δύο σταθμευμένα αυτοκίνητα με τα οποία συγκρούστηκε το όχημα της εναγόμενης βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου στην οδό Μελίνας Μερκούρη, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η ίδια στον ουσιώδη χρόνο, εκτός του δρόμου, σε σημείο όπου υπάρχει πεζοδρόμιο και χωμάτινος χώρος. Το ωφέλιμο ή χρησιμοποιήσιμο από οχήματα πλάτος του δρόμου στο σημείο του επίδικου ατυχήματος είναι 7,90 μ. Στον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας του δρόμου, επομένως, κάθε λωρίδα είχε πλάτος 3,95 μ. Το πλάτος των σταθμευμένων αυτοκινήτων στη δεξιά πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη κυμαίνεται μεταξύ 1,60 μ. και 1,90 μ. Τα εν λόγω οχήματα ήταν σταθμευμένα σε μικρή απόσταση από την άκρη του δρόμου, με βόρεια κατεύθυνση. Τέλος, εάν ο εναγόμενος, δεν εισερχόταν καθόλου στην οδό Μελίνας Μερκούρη, η εναγόμενη, που στο μεταξύ κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση του οχήματός της με το άγνωστο αυτοκίνητο, θα συνέχιζε την πορεία της στον ίδιο δρόμο, χωρίς να προκληθεί το επίδικο ατύχημα. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης: Σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 2, σελ. 8 και 9: «Η αμέλεια ως αυτοτελές αδίκημα, μπορεί να ορισθεί ως η παράβαση υποχρέωσης επιμέλειας, που οφείλεται από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, η οποία προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα. Εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος, δηλαδή, ότι ο εναγόμενος υπείχε υποχρέωση επιμέλειας έναντί του, ότι ο εναγόμενος παρέβη την υποχρέωση αυτή και ότι, ως συνέπεια της παράβασης, ο ενάγων υπέστη ζημιά.» Καθ' όλα σχετικά είναι και τα αποσπάσματα που εκτίθενται στη συνέχεια από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα: Σύμφωνα με τη Μαυρίδης ν. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lane [1988] 2 All E.R. 25 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and The Abadesa [1967] 1 All E.R. 672, 677, είναι: To Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ εναγομένων, από τη μια, και ενάγοντα, από την άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα». Συναφώς με τα παραπάνω και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι 'μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous ν. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou ν. Adamou
(1988)1 C.L.R.727». Καθ' όλα σχετικά και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475: «. η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς, θα υπενθυμίζαμε πως, γενικά, εφόσο η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια*». Ομοίως και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντη κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιλήψεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Και λίγο παρακάτω: «Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία.» Προστίθενται και τα εξής από την απόφαση στην υπόθεση Νικολαϊδης κ.ά ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422: «Όπως κατ' επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για [*429] προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ" Νεοφύτου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Καθόλα σχετικά και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Παύλου ν. Παπακυπριανού
(2000)1 Α.Α.Δ. 974: «. έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών (Βλ. Varnakides v. Police
(1969)2 C.L.R. 1, Νικολαΐδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)Α.Α.Δ. 422, 428, Κυριάκου κ.α. ν. Κανάρη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1436). Σε σχέση με τον οδηγό οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κύριου δρόμου, έχει νομολογηθεί ότι, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπεί από πάροδο στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει (Βλ. Varnakides v.Papamichael and Another
(1970)1 C.L.R. 367 και Χατζηγιάννη ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150, 154). Δεν έχει καθήκον να λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις εκτός εάν είχε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ένδειξη ότι άλλος οδηγός που χρησιμοποιεί το δρόμο θα εισέρχετο στον κύριο δρόμο από πάροδο χωρίς να σταματήσει στη συμβολή των δύο δρόμων και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει (Βλ. Τουλουπή ν. Λαμπασκή
(1997)1 Α.Α.Δ. 1172, Σοφοκλέους ν. Χαριλάου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1645).» Από την ίδια απόφαση σε άλλο σημείο παρακάτω: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Κρίνονται υπό το πρίσμα της διλημματικής κατάστασης που προκάλεσε ο άλλος οδηγός. Ένα εσφαλμένο μέτρο που λαμβάνεται από ένα οδηγό κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης δεν συνιστά κατ' ανάγκη αμέλεια (Βλ. Ioannou and Another v. Michaelides
(1966)1 C.L.R. 235, Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746, 750, 751, Georgiades v. HadjiSavva
(1984)1 C.L.R. 597, Roussou v. Aristodemou
(1989)1 C.L.R. 12, Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 190, Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110, Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1 Α.Α.Δ. 642, Παπαχριστοδούλου ν. Χ" Νεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426, Κασιέρη κ.ά. ν. Κυριάκου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1246 και Ξυπτερά, πιο πάνω). Όπως λέχθηκε στην Adamis, πιο πάνω, (σε μετάφραση από το αγγλικό κείμενο) "οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο, κρίνονται υπό το πρίσμα της αγωνιώδους κατάστασης στην οποία ανευρίσκει τον εαυτό του, και του γεγονότος ότι ένας οδηγός κάτω από τέτοια πίεση μπορεί να επιλέξει πορεία η οποία δεν είναι η πλέον ενδεδειγμένη υπό τις δεδομένες συνθήκες. Δεν έχει την άνεση ή τον αναγκαίο χρόνο να αξιολογήσει διαζευκτικές λύσεις που του προσφέρονται" (Βλ. και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110, 1115, 1116. Βλ. επίσης Georghiades, πιο πάνω, στη σελ. 602: "... η λήψη περαιτέρω ή διαφορετικών μέτρων αποφυγής της σύγκρουσης με πιθανά καλύτερα αποτελέσματα δεν πρέπει να εξετάζεται και να μελετάται αυστηρά και με μαθηματικό τρόπο εντός της ήρεμης ατμόσφαιρας της αίθουσας του Δικαστηρίου με απόντα τα στοιχεία του πανικού και της αγωνίας ..." ).» Τέλος, σύμφωνα με την Κωνσταντίνου κ.ά Κατσιαρδή
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178: «Όταν οδηγός επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια στην οδήγηση, και αντιμετωπίζει κίνδυνο τον οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος, οφείλει να λάβει μέτρα αποφυγής του. Ποία είναι τα ορθά και αναμενόμενα μέτρα είναι κάτι που κρίνεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Όταν ο κίνδυνος είναι απρόσμενος και ξαφνικός και δεν προσφέρονται περιθώρια χώρου και χρόνου, έστω δευτερολέπτου, δεν αναμένεται ο οδηγός να ασκήσει ήρεμη κρίση. Η αντίδραση του θα οφείλεται, κατά κύριο λόγο, μάλλον στη λειτουργία των αντανακλαστικών του. Σ΄ αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια ο κάθε οδηγός μπορεί να αντιδράσει διαφορετικά. Δεν αναμένεται να κριθεί η ορθότητα της αντίδρασης του εκ των υστέρων με την άνεση χρόνου και σκέψης που διαθέτουν τρίτοι, οι οποίοι και σε μια τέτοια περίπτωση προβαίνουν σε άσκηση επί χάρτου.» Με υπαγωγή των γεγονότων καθώς και των συνθηκών που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Η εναγόμενη καθώς ήδη έχει αναφερθεί ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό της στον κύριο δρόμο της οδού Μελίνας Μερκούρη νόμιμα και κανονικά και με χαμηλή ταχύτητα, τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, ξαφνικά βρέθηκε αντιμέτωπη με το άγνωστο αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, το οποίο, προκειμένου να προσπεράσει τα σταθμευμένα αυτοκίνητα που βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, κινήθηκε δεξιότερα και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε η εναγόμενη, βασικά, ανακόπτοντας της το δρόμο. Υπό τις δοσμένες συνθήκες και προς αποφυγή της επικείμενης σύγκρουσης, αυτή κινήθηκε αμέσως αριστερότερα. Ωστόσο, την ίδια ώρα, ο εναγόμενος, ο οποίος οδηγώντας το δικό του αυτοκίνητο επιχειρούσε να εισέλθει στον ίδιο δρόμο από χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας η οποία βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη, κατά παράβαση των νομικών καθηκόντων και υποχρεώσεών του και οδηγώντας αμελώς, ενώ βρισκόταν σε στάση αναμονής είχε ήδη εισέλθει στο δρόμο, έστω κατά 20 περίπου εκατοστά, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει κατά πόσο αυτό ήταν ασφαλές, τόσο για τον ίδιο όσο και για την εναγόμενη, ιδίως, αν ληφθεί υπόψη, ότι, καθ' ομολογία του είχε δει τόσο το άγνωστο αυτοκίνητο που εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ανέκοψε την πορεία της εναγόμενης όσο και την τελευταία, η οποία, στην προσπάθειά της να αποφύγει τη σύγκρουση με το εν λόγω όχημα κινήθηκε αριστερότερα. Μολονότι ο ίδιος εισήλθε μόλις 20 περίπου εκατοστά στο δρόμο, το γεγονός αυτό, ήταν αρκετό για τη σύγκρουση του οχήματος της εναγόμενης με το δικό του όχημα, που με τη σειρά της οδήγησε στις άλλες δύο συγκρούσεις που ακολούθησαν. Του αυτοκινήτου της εναγόμενης με το σταθμευμένο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KMG 734 και στη συνέχεια με το σταθμευμένο, επίσης, αυτοκίνητο, της ενάγουσας. Αν ληφθεί υπόψη πόσο γρήγορα εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα που περιβάλλουν τις τρεις συνολικά συγκρούσεις και η κατάσταση στην οποία βρέθηκε η εναγόμενη κατά το κρίσιμο χρόνο, η οποία, ενώ οδηγούσε νόμιμα και κανονικά το αυτοκίνητό της μέσα στο δρόμο, ξαφνικά βρέθηκε αντιμέτωπη μίας κατάστασης τύπου συμπληγάδων, όπου, από τη μια θα έπρεπε να κινηθεί - όπως και έκανε - αριστερότερα για να αποφύγει τη σύγκρουση του οχήματός της με το άγνωστο αυτοκίνητο που της απέκοψε το δρόμο από τη δεξιά πλευρά όπως οδηγούσε η ίδια και από την άλλη, ουσιαστικά ταυτόχρονα θα έπρεπε να κινηθεί δεξιότερα προς αποφυγή της σύγκρουσης του οχήματός της με το όχημα του εναγόμενου που εισήλθε στο δρόμο, κατά 20 περίπου εκατοστά, αποκόπτοντάς της και αυτό το δρόμο, το γεγονός ότι δεν απέφυγε τη σύγκρουση με το όχημα του εναγόμενου, κατά τη γνώμη μου δεν την καθιστά ένοχη αμέλειας, είτε γι αυτή τη σύγκρουση που μοιραία επήλθε είτε για τις άλλες δύο που ακολούθησαν και αποτελούν απότοκο της πρώτης. Ούτε και προκύπτει από τη μαρτυρία ότι θα μπορούσε να προβλέψει ποια θα ήταν η οδική συμπεριφορά είτε του οδηγού του άγνωστου αυτοκινήτου είτε του εναγόμενου, για να διαμορφώσει ανάλογα τη δικής της. Στην περίπτωσή της τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής η νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. την Παύλου καθώς και τη Νικολαΐδης κ.ά (ανωτέρω)). Θα έλεγα πως, το σχέδιο της σκηνής του επίδικου ατυχήματος αποτυπώνει εναργώς την κατάσταση στην οποία βρέθηκε η εναγόμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο καθώς και τα αίτια των τριών, διαδοχικά, συγκρούσεων που συνθέτουν το επίδικο ατύχημα. Ασφαλώς, για την εναγόμενη, το επίδικο ατύχημα ήταν αναπόφευκτο, επομένως, αυτή, ουδεμία ευθύνη φέρει για την πρόκλησή του και τις επακόλουθες ζημιές που υπέστη το όχημά της ενάγουσας συνεπεία αυτού. Θεωρώ πως, γενεσιουργός αιτία του επίδικου ατυχήματος ήταν η αμελής οδική συμπεριφορά, κατά κύριο λόγο, του οδηγού του άγνωστου αυτοκινήτου, ο οποίος ανέκοψε την πορεία της εναγόμενης, αναγκάζοντάς την να κινηθεί αριστερότερα για να μη συγκρουστεί μαζί του και κατά δεύτερο λόγο, του εναγόμενου, ο οποίος επιχείρησε να εισέλθει στον ίδιο δρόμο που οδηγούσε η εναγόμενη, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως κατά πόσο θα μπορούσε να το κάνει με ασφάλεια, με αποτέλεσμα την απόφραξη του δρόμου για δεύτερη φορά στην εναγόμενη, σχεδόν ταυτόχρονα με την πρώτη και τη σύγκρουση των δύο οχημάτων που επέφερε τις άλλες δύο. Δεν έχει ισχυριστεί καμιά πλευρά μα ούτε και προκύπτει από τη μαρτυρία ότι για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος ευθύνεται καθοιονδήποτε τρόπο, είτε η ενάγουσα είτε ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής KMG 734, οι οποίοι είχαν σε τέτοιο σημείο έξω από το δρόμο σταθμευμένα τα οχήματά τους, οπότε, ουδεμία ευθύνη μπορεί να τους αποδοθεί για το ατύχημα. Έχοντας κατά νουν τους καθοριστικούς παράγοντες για σκοπούς καθορισμού της ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, που είναι η υπαιτιότητα η οποία συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας μεταξύ των ενεχόμενων οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (βλ. τη Χριστοδούλου, ανωτέρω), επιμερίζοντας την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και τη ζημιά που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία αυτού, την επιμερίζω σε ποσοστό 60% στον οδηγό του άγνωστου αυτοκινήτου και σε ποσοστό 40% στον εναγόμενο. Και με δεδομένο ότι οι ειδικές αποζημιώσεις της ενάγουσας έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων στο ποσό €2.200,00, με νόμιμο τόκο από 20.11.2009 εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου, για το ποσό των €880,00, με τόκο 5,5%, από 20.11.2009 μέχρι εξοφλήσεως. Η αγωγή εναντίον της εναγόμενης απορρίπτεται. Τέλος απορρίπτεται και η απαίτηση του εναγόμενου εναντίον της εναγόμενης για συνεισφορά. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Η ενάγουσα, ως επιτυχούσα διάδικος έναντι του εναγόμενου δικαιούται και στα έξοδα της έναντί του, σε ποσοστό ανάλογο της επιτυχίας της αγωγής της. Ωστόσο, την ίδια ώρα υποχρεούται να καταβάλει όλα τα έξοδα της εναγόμενης, αφού, η αγωγή της εναντίον της απότυχε πλήρως. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται ως ακολούθως: Ένα σετ, υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος της εναγόμενου, καταβλητέα σε ποσοστό 40%. Δεύτερο σετ, υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος της ενάγουσας. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TΑ Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - τροχαίο ατύχημα - αμέλεια (ευθύνη πρόκλησης του ατυχήματος και επιμερισμός της ευθύνης). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο