KAMAGAMES LTD ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ.α., Αρ. Αγωγής 1966/13, 23/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A435 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1966/13 Μεταξύ: KAMAGAMES LTD, από την Λεμεσό Εναγόντων Και
- Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ., από τη Λεμεσό
- Άντρης Αντωνιάδου, από τη Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, από τη Λευκωσία
- Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από τη Λευκωσία
- Υπουργού Οικονομικών, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από τη Λευκωσία
- Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, από τη Γερμανία Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση ημερ. 17.4.2014 για προσωρινά διατάγματα 23.12.2014 Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Δ. Μιχαήλ Για Εναγομένους 1 & 2-Καθ' ων 1 και 2: κα Χρ. Αχιλλέως για Ανδρέα Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 3-Καθ' ης 3: κ. A. Γεωργίου για Αλέκο Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια διατηρούσε καταθετικό λογαριασμό στην καθ' ης 1 (στη συνέχεια «Λαϊκή Τράπεζα») ο οποίος τον Μάρτιο του έτους 2013, όταν ψηφίστηκε και τέθηκε σε ισχύ ο γνωστός Νόμος περί Εξυγίανσης των Τραπεζών και τα επακόλουθα διατάγματα, παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο ύψους 3.927.620,61 δολάρια Αμερικής, που αντιστοιχεί σε €3.026.834,
- Μετά τα γνωστά γεγονότα του Μαρτίου, 2013, που οδήγησαν την Κυπριακή οικονομία στα πρόθυρα κατάρρευσης, ψηφίστηκε ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013, Ν.17
(1)/2013 (στη συνέχεια «ο Περί Εξυγίανσης Νόμος») και ακολούθησαν διάφορα διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης (Καθ' ης 3) δυνάμει του αναφερθέντος Νόμου. Ενδιαφέρουν τα εξής δύο: (α) Το Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013) και (β) Το περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 279/2013). Με το πρώτο (Κ.Δ.Π. 104/2013) μεταβιβάστηκαν περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου, καθώς και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους καταθέτες της μέχρι €100.000 ανά καταθέτη. Ως ημερομηνία μεταβίβασης καθορίστηκε η 29 Μαρτίου, 2013 και ώρα 6.10 π.μ. Οι καταθέσεις που υπερέβαιναν το ποσό των €100.000 παρέμεναν στη Λαϊκή και ο κάθε καταθέτης διατηρεί δικαίωμα αξίωσης για αποζημίωση (βλ. Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά. υποθέσεις 551/2013 και άλλες, Απόφαση Ολομέλειας ημερομηνίας 7.6.2013). Με το δεύτερο (Κ.Δ.Π. 279/2013) που δημοσιεύτηκε στις 30.7.2013, εκδόθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου και παραχωρήθηκαν στη Λαϊκή Τράπεζα το 18,056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου, προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας, χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης. Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή που καταχώρισε η αιτήτρια στις 20.5.2013, διεκδικεί από όλους τους εναγόμενους την πληρωμή του πιο πάνω ποσού που ήταν κατατεθειμένο στο λογαριασμό που διατηρούσε στην Λαϊκή Τράπεζα κατά την 26.3.
- Εναγόμενοι 4 και 5 είναι η Κυπριακή Δημοκρατία και ο Υπουργός Οικονομικών, αντίστοιχα, και Εναγόμενη 6 είναι η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα. Με την εξεταζόμενη αίτηση, την οποία καταχώρισε στις 17.4.2013, ζητά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι καθ' ων (Εναγόμενοι 1-3) όπως εκδώσουν και παραδώσουν στην αιτήτρια την αντίστοιχη αξία του ανωτέρω πιστωτικού υπολοίπου της σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, οι οποίες εκδόθηκαν και παραχωρήθηκαν στη Λαϊκή Τράπεζα, με βάση το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 279/
- Ζητούν επίσης διάταγμα που να τους απαγορεύει να διαθέσουν τις μετοχές που δικαιούται να λάβει η αιτήτρια με βάση το πιστωτικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός της (Παρακλητικό Β) ενώ με το Παρακλητικό Γ ζητούν διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στις καθ' ων να αποξενώσουν ακίνητη περιουσία της Λαϊκής Τράπεζας που περιγράφεται στην αίτηση, ήτοι 6 συνολικά ακίνητα κείμενα στις Επαρχίες Λευκωσίας και Λεμεσού. Σημειώνεται πως η αιτήτρια είχε καταχωρίσει και στο παρελθόν αίτηση για προσωρινά διατάγματα, ήτοι την ίδια ημέρα που καταχώρισε την αγωγή (20.5.2013), την οποία όμως απέσυρε στις 15.1.2014, ημερομηνία που ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση. Επανήλθε με την εξεταζόμενη αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της, Igor Chuprin, που παραθέτει το ιστορικό των γεγονότων της ψήφισης του πιο πάνω Νόμου και Διαταγμάτων, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη του λογαριασμού και του πιστωτικού υπολοίπου της αιτήτριας. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει πως παρότι η Λαϊκή αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας, προτού η αιτήτρια ανοίξει τον επίδικο λογαριασμό (Φεβρουάριο του έτους 2011) παρουσιαζόταν στο ευρύ κοινό ως φερέγγυα τράπεζα ενώ την ίδια στιγμή απορροφούσε και συνέχιζε να απορροφά κεφάλαια από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (στη συνέχεια "ELA"). Υποστηρίζει δε πως η καθ' ης αντλούσε και χρησιμοποιούσε τα κεφάλαια του ELA καταχρηστικά και αντίθετα με τους σκοπούς χορήγησης αυτής της διευκόλυνσης, ενώ η καθ' ης 3 Κεντρική Τράπεζα ανέχθηκε αυτή την κατάσταση, γνωρίζοντας ότι η καθ' ης αντλούσε καταχρηστικά κεφάλαια από τον ELA. Αναφέρει περαιτέρω πως οι καθ' ων 2 και 3 προσπαθούν να διαθέσουν τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας και επικαλείται προς τούτο σχετικές ανακοινώσεις στον τύπο και το διαδίκτυο (Τεκμήρια 11 και 12), μέσω των οποίων εκφράζεται η πρόθεση για πώληση του 18% των μετοχών που κατέχει η Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου. Οι καθ' ων καταχώρισαν ενστάσεις με τις οποίες υποστηρίζουν το ανεδαφικό της αίτησης, για τους ακόλουθους κυρίως λόγους: α. Οι ενάγοντες απέτυχαν να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε από τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. β. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων. γ. Ο επηρεασμός ή η έκταση του επηρεασμού των καταθέσεων των εναγόντων, θα διαφανεί μόνο με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Λαϊκής. Συνεπώς η αξίωση τους είναι πρόωρη. δ. Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος τεκμαίρεται συνταγματικός ενώ τα εκδοθέντα Διατάγματα δεν έχουν ανακληθεί ούτε έχουν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και παράγουν έννομα αποτελέσματα. ε. Δεν δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται με τα Παρακλητικά Α και Β γιατί είναι προστακτικού χαρακτήρα. στ. Τα Διατάγματα εκδόθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης του κράτους και/ή για λόγους δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας. ζ. Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους υπόλοιπους καταθέτες της Λαϊκής στους οποίους επιβλήθηκαν τα ίδια μέτρα εξυγίανσης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, παραπέμποντας σε νομικά συγγράμματα καθώς και στην πλούσια επί των εγειρομένων ζητημάτων νομολογία. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
- με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
- εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών και δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 υπέρ της αιτήτριας. Παρόμοια αιτήματα υποβλήθηκαν κατά κόρον το τελευταίο διάστημα από καταθέτες και το Δικαστήριο μου, όπως και άλλα Επαρχιακά Δικαστήρια, είχαν την ευκαιρία να αποφασίσουν τα εγειρόμενα ζητήματα. Όπως υποδείχθηκε από το παρόν Δικαστήριο σε άλλη πρόσφατη υπόθεση (Απόφαση ημερ. 6.10.2014 στην αίτηση για συντηρητικά διατάγματα ημερ. 14.1.2014 στην αγωγή αρ. 4453/2013, Ε.Δ. Λεμεσού μεταξύ Sabanov Alexei κ.ά. v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά.) δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν οι αιτούμενες θεραπείες, αφού κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αναίρεση της ισχύος του Περί Εξυγίανσης Νόμου και των αναφερθέντων Διαταγμάτων, κατά παράβαση του τεκμηρίου της νομιμότητας και συνταγματικότητας του Νόμου. Είναι δε πολύ καλά γνωστό ότι η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας του νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του (βλ. Α. Εftymiou Enterprises Ltd κ.ά. ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά. (Αρ. 2)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1596). Οι εισηγήσεις του συνηγόρου της αιτήτριας περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου και των Διαταγμάτων δεν μπορούν να αποφασιστούν στα πλαίσια της εξεταζόμενης αίτησης. Ο νόμος και τα Διατάγματα τεκμαίρονται για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας συνταγματικά. Πέραν των πιο πάνω, τυχόν αποδοχή της αίτησης, με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα καταστρατηγούσε τις πρόνοιες και τους σκοπούς των αναφερθέντων Νόμων και Διαταγμάτων. Όπως ορθά υποδεικνύεται από τους συνηγόρους των καθ' ων, οι πράξεις τις οποίες η αιτήτρια επιδιώκει μέσω των διαταγμάτων να εμποδίσει, έχουν συντελεστεί. Η αιτήτρια είναι μέτοχος του 18% της Τράπεζας Κύπρου και το όποιο ποσό εισπραχθεί από τη διάθεση της θα χρησιμοποιηθεί για να αποζημιωθούν όλοι οι καταθέτες της κατ' αναλογίαν των καταθέσεων τους και όχι προνομιακά, όπως επιδιώκει με την αίτηση της η αιτήτρια. Συντρέχουν όμως και άλλοι λόγοι για απόρριψη της αίτησης. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η αιτήτρια δεν κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, εφόσον η Κεντρική Τράπεζα, εναντίον της οποίας στρέφεται η αίτηση, διαθέτει περιουσία για να αποζημιώσει την αιτήτρια σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσης της. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Κεντρικής Τράπεζας, προβάλλεται ισχυρισμός πως είναι σε θέση να ικανοποιήσει την όποια απόφαση εκδοθεί προς όφελος της αιτήτριας. Αλλά και επί του ισοζυγίου της ευχέρειας η πλάστιγγα γέρνει σαφώς προς όφελος των εναγομένων. Δεν θα ήταν ορθό, πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα που θα αναιρούσαν την ισχύ του Νόμου και των Διαταγμάτων, με πιθανές ολέθριες συνέπειες για την οικονομία και τον τόπο γενικότερα. Υποδεικνύεται, συναφώς, πως με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 25 του Νόμου, «..υπερισχύει η ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος, ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 του Νόμου». Από την άλλη, η αιτήτρια δεν κινδυνεύει να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αφού η αξίωση της θα διαπιστωθεί όταν υλοποιηθούν τα μέτρα εξυγίανσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου. Σχετική επί του προκειμένου είναι η ακόλουθη επισήμανση στην αναφερθείσα απόφαση της Ολομέλειας (Χριστοδούλου πιο πάνω): «Ως προς τούτο δε, είναι σημαντικό να τονισθεί και η θεμελιακή διάσταση του άρθρου 3
(2)(δ) του Νόμου ότι οι πιστωτές (και τούτο αναφέρεται σε όλους τους πιστωτές, περιλαμβανομένων των καταθετών) του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος (εδώ της Λαϊκής) 'δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση'. Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ' επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Υποδεικνύεται, τέλος, ότι η αιτήτρια επεδίωξε με την προηγηθείσα αίτηση της, την οποία απέσυρε τον Ιανουάριο του έτους 2014 την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επανήλθε με την εξεταζόμενη αίτηση, χωρίς στο μεταξύ να ενδιαφερθεί να προωθήσει την αγωγή, καταχωρώντας Έκθεση Απαίτησης, παρότι έχουν παρέλθει πέραν των 18 μηνών από την καταχώριση της αγωγής. Έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί ότι η εξασφάλιση ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός. (βλ. Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 A.A.Δ. 1453, Κίτσιος κ.ά. ν. Α.C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262). Στην κρινόμενη υπόθεση, η πιο πάνω διαπιστωθείσα καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας, δημιουργεί βάσιμα την εντύπωση ότι η εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος αποτελεί αυτοσκοπό για την αιτήτρια. Για τον πρόσθετο αυτό λόγο θα απέρριπτα την αίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος της αιτήτριας/ενάγουσας και υπέρ των καθ' ων/εναγομένων 1, 2 και 3, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Νοείται ότι οι εναγόμενες 1 και 2 που έχουν κοινή εκπροσώπηση και καταχώρισαν κοινή ένσταση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα - Κούρεμα Καταθέσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο