← Κύπρος

Abacus (Seychelles) Ltd., υπό την ιδιότητα των ως καταπιστευματοδόχοι του εγγεγραμμένου στις Σεϋχέλλες καταπιστεύματος γνωστού ως M.S. Capital Trust κ

Abacus (Seychelles) Ltd., υπό την ιδιότητα των ως καταπιστευματοδόχοι του εγγεγραμμένου στις Σεϋχέλλες καταπιστεύματος γνωστού ως M.S. Capital Trust κ.α. ν. Majgaard Ltd. κ.α., Αγωγή αρ.: 2797/16, 22/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A332 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2797/16 Μεταξύ: Abacus (Seychelles) Ltd., υπό την ιδιότητα των ως καταπιστευματοδόχοι του εγγεγραμμένου στις Σεϋχέλλες καταπιστεύματος γνωστού ως M.S. Capital Trust, από Σεϋχέλλες Anglo Management Services Ltd., υπό την ιδιότητα των ως καταπιστευματοδόχοι του εγγεγραμμένου στις Σεϋχέλλες καταπιστεύματος γνωστού ως M.S. Capital Trust, από Σεϋχέλλες Εναγόντων Και Majgaard Ltd., από Λεμεσό Torben Majgaard, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενων -------------------------------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 10.11.2016 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Σώζος Α. Πούγιουρος (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Γεωργίου) Για τους εναγομένους 1 - καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης με κα Μ. Λοϊζου για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Θεοδώρου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες παρουσιάζονται στην Έκθεση Απαίτησης ως καταπιστευματοδόχοι του εγγεγραμμένου στις Σεϋχέλλες καταπιστεύματος, γνωστού ως M.S. Capital Trust. Με την αγωγή τους αξιώνουν από τους εναγόμενους την καταβολή του ποσού των $2.000.000= (Δύο εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής) ή το αντίστοιχο σε Ευρώ, πλέον τόκους και έξοδα, στη βάση, κατ' ισχυρισμόν, παράβασης σύμβασης πώλησης μετοχών και συμφωνίας εγγύησης. Όπως διατείνονται, με την πιο πάνω ιδιότητα τους πώλησαν στους εναγόμενους 1, βάσει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 15.3.2012 μετοχές της, συσταθείσης στην Κύπρο, εταιρείας Ciklum Holding Ltd (το 11% του ονομαστικού της κεφαλαίου ανήκε στο καταπίστευμα) έναντι του τιμήματος των $5.000.000 (πέντε εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής). Ο εναγόμενος 2 («μέτοχος και/ή επωφελούμενος των εναγόμενων 1 αλλά και ιδρυτής της εταιρείας»), εγγυήθηκε, υπό την προσωπική του ιδιότητα, την αποπληρωμή του τιμήματος. Τον Μάρτιο του 2012, οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στους εναγόμενους 1 και καταβλήθηκε το ποσό των $3.000.

  1. Έκτοτε οι εναγόμενοι αρνούνται και/ή παραλείπουν να καταβάλλουν το οφειλόμενο υπόλοιπο των $2.000.
  2. Οι ενάγοντες πέτυχαν μονομερώς την έκδοση του ακόλουθου Διατάγματος: «Διάταγμα που απαγορεύει στον εναγόμενο 1 από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώσει τις μετοχές τις οποίες κατέχει στην εταιρεία Ciklum Group Holdings Ltd, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους (British Virgin Islands) μέχρι τελικής εκδίκασης της πιο πάνω αγωγής». Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και στη Δ.48 θ.θ.1 και 2, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση, εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση της Αικατερίνης Γεωργίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Όπως αναφέρει η ομνύουσα, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου και από επικοινωνία που είχε με τους ενάγοντες. Η μαρτυρία της (παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης) έχει ως εξής: «
  3. Οι ενάγοντες 1 και 2 είναι επενδυτικές εταιρείες με έδρα των στις Σεϋχέλλες.
  4. Οι ενάγοντες ήσαν από το 2009 και εξακολουθούν να είναι αδιάλειπτα μέχρι σήμερα, οι κατονομαζόμενοι καταπιστευματοδόχοι σε καταπίστευμα το οποίο συστάθηκε στις Σεϋχέλλες και ενεγράφη ως διεθνές καταπίστευμα από την Αρχή Διεθνών Επιχειρήσεων με αριθμό Τ000410 στις 12.7.10 (αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής επισυνάπτεται ως «τεκμήριο 1»).
  5. Στις 15.3.12 ο εναγόμενος 1 με τη γραπτή εγγύηση του εναγόμενου 2 υπέγραψαν συμφωνία μεταβίβασης μετοχών (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην παρούσα ως «τεκμήριο 2») μαζί με τους ενάγοντες υπό την ιδιότητα των ως καταπιστευματοδόχων του εν λόγω καταπιστεύματος M.S. Capital Trust, για αγορά του 11% του ονομαστικού κεφαλαίου της εταιρείας Ciklum Holding Ltd., από Λεμεσό έναντι τιμήματος αγοράς Δολ. ΗΠΑ 5.000.000,
  6. Ο εναγόμενος 1 κατέβαλε έναντι του ρηθέντος τιμήματος Δολ. ΗΠΑ 3.000.000,00 και έτσι παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο του ρηθέντος τιμήματος Δολ. ΗΠΑ 2.000.000,
  7. Οι εν λόγω μετοχές μεταβιβάσθηκαν πλήρως στον εναγόμενο
  8. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του ενάγοντα όπως, μεταξύ άλλων με επιστολές των δικηγόρων του ενάγοντα ημερομηνίας 24.2.16 και 21.6.16 (αντίγραφα επιστολών επισυνάπτονται ως τεκμήρια «3» και «4» αντίστοιχα), οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα παράλειψαν να καταβάλουν την εν λόγω δόση ή οποιοδήποτε μέρος αυτής.
  9. Στις 3.2.14, ο εναγόμενος 1 απέστειλε στους ενάγοντες γραπτή επιβεβαίωση της οφειλής του προς το εν λόγω Καταπίστευμα για το αξιούμενο ποσό των ΔΟΛ ΗΠΑ 2.000.000,- μείον ποσού ΔΟΛ ΗΠΑ 97.452,18 που ο εναγόμενος 1 ισχυριζόταν ότι αποτελούν έξοδα (transaction cost) (αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού του εναγόμενου 1 επισυνάπτεται ως «τεκμήριο 5»).
  10. Ο εναγόμενος 1 είναι σήμερα ο κάτοχος του 60% των μετοχών της εταιρείας Ciklum Group Holdings Ltd., εταιρεία από τις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους.
  11. Ο εναγόμενος 1 στερείται οποιωνδήποτε άλλων περιουσιακών στοιχείων πέραν των εν λόγω μετοχών στην εν λόγω εταιρεία Ciklum.
  12. Ο εναγόμενος 2 στερείται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο και διαμένει και εργάζεται σε διάφορες χώρες αλλά δεν διαμένει ή εργάζεται ή έστω από ότι γνωρίζω επισκέπτεται την Κύπρο.
  13. Οι ενάγοντες έχουν πληροφορηθεί περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, 2016 ότι ο εναγόμενος 1 προτίθεται να πωλήσει πλήρως όλες τις μετοχές τις οποίες κατέχει στην εν λόγω εταιρεία Ciklum και να αποξενώσει οποιαδήποτε του περιουσία.
  14. Από τότε μέχρι σήμερα έχουμε προβεί σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με την εταιρεία Ciklum Holding Ltd., από Λευκωσία, η οποία έχει παρόμοιο όνομα με την πιο πάνω BVI εταιρεία.
  15. Αυτό που προέκυψε από την έρευνα στον Έφορο Εταιρειών είναι ότι ενώ ο εναγόμενος 1 σε κάποιο στάδιο ήταν μέτοχος της εν λόγω Κυπριακής εταιρείας Ciklum σήμερα δεν είναι και ο αποκλειστικός μέτοχος της Κυπριακής εταιρείας Ciklum είναι η εν λόγω εταιρεία Ciklum Group Holdings Ltd., από το BVI.
  16. Ακολούθως κατά τον μήνα Οκτώβριο προσπαθήσαμε ως δικηγόροι των εναγόντων να προβούμε σε έρευνα στο BVI αναφορικά με την πιο πάνω εταιρεία Ciklum Group Holdings Ltd., αλλά μόνο πρόσφατα καθορθώσαμε να πληροφορηθούμε ότι ο εναγόμενος 1 είναι ο κάτοχος 60% των μετοχών της εν λόγω εταιρείας.
  17. Σε περίπτωση εξασφάλισης απόφασης εναντίον των εναγομένων ή του εναγόμενου 1, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ο εναγόμενος 1 να μην έχει οποιαδήποτε περιουσία και η τυχόν απόφαση υπέρ των εναγόντων να μην μπορεί να εκτελεστεί.
  18. Σε τέτοια περίπτωση ο εναγόμενος 2 ο οποίος δεν είναι στην Κύπρο δύναται να μην ανευρεθεί ή και να μην καταστεί δυνατή η εκτέλεση της τυχόν απόφασης εναντίον του.
  19. Έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό για τους ενάγοντες για να έχουν ελπίδες είσπραξης οποιουδήποτε ποσού που τυχόν θα αποφασισθεί να καταβληθεί στους ίδιους, να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  20. Οι εναγόμενοι 1 και 2 μέχρι σήμερα εξακολουθούν να οφείλουν το ρηθέν ποσό Δολ ΗΠΑ 2.000.000,-.
  21. Είναι επείγον όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα γιατί ο εναγόμενος 1 προτίθεται να πωλήσει ή μεταβιβάσει ή αποξενώσει τις ρηθείσες μετοχές σε τρίτους.» Η εναγόμενη 1 ενίσταται στην οριστικοποίηση του Διατάγματος. Στην καταχωρηθείσα εκ μέρους της Ένσταση, προβάλλει έντεκα

(11)συνολικά λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής: Η Καθ' ης η Αίτηση 1, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν και δεν είναι ιδιοκτήτρια οποιωνδήποτε μετοχών στην εταιρεία Ciklum Group Holdings Ltd, οι οποίες «έχουν δεσμευθεί με το Προσωρινό Διάταγμα». Κατά το στάδιο έκδοσης του Διατάγματος, δεν υφίστατο το στοιχείο του κατεπείγοντος. Υπήρξε «προφανής και εκτεταμένη παράβαση του καθήκοντος ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης (full and frank disclosure)» εκ μέρους της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της ακύρωσης του Προσωρινού Διατάγματος. Δεν έχει αποδειχθεί η «ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων». Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη ή/και περιέχει μαρτυρία που τίθεται παράτυπα. Η Ένσταση στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, στις αρχές του κοινοδικαίου και/ή του δικαίου της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια ή/και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Ελένης Κυρίσαββα, εκ των διοικητικών συμβούλων της εναγόμενης 1, δεόντως εξουσιοδοτημένης, η οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Η μαρτυρία της συνοψίζεται ως εξής: «Εξ' όσων έχει ενημερωθεί από τον Torben Majgaard (διευθυντή της εναγόμενης 1 ο οποίος διαμένει μόνιμα και εργάζεται εκτός Κύπρου) η εναγόμενη 1 δεν είναι ιδιοκτήτρια οποιωνδήποτε μετοχών στην εταιρεία Ciklum Group Holdings Ltd, από τις Βρεττανικές Παρθένες Νήσους ούτε ήταν ιδιοκτήτρια των εν λόγω μετοχών κατά το στάδιο έκδοσης του Προσωρινού Διατάγματος. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, επιβάλλει την ακύρωση του Διατάγματος, χωρίς εξέταση της ουσίας του, αφού τούτο δεσμεύει περιουσία που δεν ανήκει στην καθ' ης η αίτηση, ούτε ανήκε σ' αυτήν είτε κατά το στάδιο έκδοσης του Διατάγματος είτε σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο. Οι Αιτητές, επί του σημείου τούτου, παραπλάνησαν το Δικαστήριο. Τούτο φανερώνει τα αλλότρια κίνητρα τους και γι' αυτό το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Όλες οι συνομιλίες και διαβουλεύσεις σε σχέση με τη συμφωνία ημερομηνίας 15.3.2012 (Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση της Αικατερίνης Γεωργίου), γίνονταν εκ μέρους του κ. Torben Majgaard (εξακολουθεί να είναι ο διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης 1), για λογαριασμό της εναγόμενης 1 και του κ. Michael Schneider, ιδιοκτήτου ή δικαιούχου των εναγόντων, ο οποίος πάντοτε μιλούσε εκ μέρους των. Η εν λόγω συμφωνία δεν έχει υπογραφεί εκ μέρους της εναγόμενης
  1. Και τούτο επειδή, κατά τον χρόνο εκείνο, τα μέρη δεν είχαν συμφωνήσει σ' ότι αφορά τον χρόνο και τις προϋποθέσεις καταβολής του υπόλοιπου ποσού των $2.000.000,00 (Δύο εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής). Οι διαπραγματεύσεις επί τούτου συνεχίζοντο και εν τέλει συνήφθη προφορική συμφωνία τον Ιούλιο του
  2. Είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Τ. Majgaard και του Μ. Schneider, ότι το ποσό των $2.000.000= δεν θα ήταν καταβλητέο παρά μόνο εάν η εναγόμενη 1 επιτύγχανε να πωλήσει τις μετοχές σε τρίτο επενδυτή και βάσει αυτής της πώλησης επιτύγχανε καθαρό κέρδος ύψους τουλάχιστον $4.000.000=. Το ότι μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 «τα μέρη συζητούσαν το ζήτημα» επιβεβαιώνεται από ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ Majgaard και Shneider (Τεκμήριο 1). Το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας, επιβεβαιώνεται «σε αρκετές συνομιλίες» που είχαν οι Majgaard και Shneider. Επιβεβαιώνεται επίσης και σε επιστολή (Τεκμήριο 2) που απέστειλε ο δικηγόρος των εναγόντων, προς τρίτα πρόσωπα στις 6.7.
  3. Αφ' ης στιγμής ο όρος αυτός της συμφωνίας δεν υλοποιήθηκε δεν ενεργοποιήθηκε η υποχρέωση της εναγόμενης 1 να καταβάλει οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό στους ενάγοντες, πέραν του ποσού που ήδη κατέβαλε σ' αυτούς. Πέραν τούτου, οι ενάγοντες παρά τις υποσχέσεις των προς την εναγόμενη 1, δεν την εφοδίασαν με αποδεικτικά στοιχεία από τις αρμόδιες φορολογικές Αρχές της Δανίας σε σχέση με την καταβολή του ποσού των $3.000.000=. Οι ενάγοντες «προσπάθησαν να πείσουν» την εναγόμενη 1 να υπογράψει «νέα συμφωνία που θα προνοούσε για καταβολή του ανταλλάγματος άνευ όρων». Απέστειλαν στον Majgaard έγγραφο με την ονομασία «Debt Instrument» (Τεκμήριο 3) παρουσιάζοντας σ' αυτή το ποσό το οποίο αξιώνουν με την παρούσα αγωγή ως δήθεν δάνειο. Η εναγόμενη 1 αρνήθηκε να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο το οποίο ήταν παραπλανητικό και δεν είχε σχέση με τα όσα τα μέρη συζητούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η, κατ' ισχυρισμόν των εναγόντων, γραπτή επιβεβαίωση της οφειλής εκ μέρους της εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 5 στην 'Ενορκη Δήλωση της Αικατερίνης Γεωργίου) ουδέποτε απεστάλη από την τελευταία. Το έγγραφο αυτό κατασκευάστηκε «εντελώς παράνομα» από τους ενάγοντες, το οποίο ψευδώς παρουσιάζουν ως έγγραφο που ετοιμάστηκε και προωθήθηκε από την εναγόμενη
  4. Τα προαναφερόμενα γεγονότα απεκρύβησαν από το Δικαστήριο κατά το στάδιο της εξέτασης της μονομερούς αίτησης. Οι ενάγοντες οι οποίοι με τη συμπεριφορά τους έχουν παραβεί τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν έναντι της εναγόμενης 1, παρουσίασαν μια εικόνα «που πολύ απέχει από την πραγματική και αληθινή εικόνα» και γι' αυτό το Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Όσον αφορά τον εναγόμενο 2, η απαίτηση εναντίον του είναι πρόωρη καθότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας (τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση της Αικατερίνης Γεωργίου) και συγκεκριμένα από το άρθρο 7, η εγγύηση τελεί υπό τον όρο της έναρξης διαδικασιών εκκαθάρισης της εναγόμενης 1, οι οποίες δεν έχουν (με οποιοδήποτε τρόπο) αρχίσει, γεγονός που καθιστά την αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2, υποκείμενη σε απόρριψη. Τέλος, οι ενάγοντες δεν έχουν παρουσιάσει στο Δικαστήριο τους όρους του καταπιστεύματος και δεν έχουν αποδείξει ότι «νομιμοποιούνται ενεργητικά και ότι έχουν την εξουσία να ενεργούν εκ μέρους του καταπιστεύματος». Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Επίσης, νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προυποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του ΄Αρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6. Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ΄ επείγον της αίτησης, ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και η παράκαμψη του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Στην υπόθεση Χ΄΄Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ. 203, στη σελίδα 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- «....... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατ΄ επείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, το κρίσιμο στοιχείο για την Αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος, δεν είναι ο χρόνος έγερσης της Αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός Αιτητή, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του Αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας, όσο με την αναγκαιότητα, αυτή να χορηγείται χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Στην αγωγή με αριθμό 3568/2010 του Ε.Δ. Λεμεσού, Vianova Holdings Ltd v. 1. Brassolis Holdings Ltd κ.α. ημερ. 5.11.2010, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Χ. Μαλαχτός έθεσε το θέμα ως εξής: «Εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας όσο με την αναγκαιότητα αυτή να χορηγείτο χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Το ζήτημα δεν ήταν πως η αίτηση δεν μπορούσε να αναβληθεί για λίγες μέρες ώστε να ειδοποιηθούν οι εναγόμενοι αλλά ότι οι τελευταίοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού η ενάγουσα εξασφαλιστεί με την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Επιβαλλόταν τα εκδοθέντα διατάγματα να χορηγηθούν χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά η οποία να ειδοποιείτο για την έκδοση τους με την επίδοση τους.» Στην προκειμένη περίπτωση ως προς το στοιχείο του κατεπείγοντος, κρίνω πως με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο από πλευράς εναγόντων, έχει ικανοποιηθεί το εν λόγω κριτήριο. Η Αικατερίνη Γεωργίου στην Ένορκη της Δήλωση, αναφέρει πως οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2016, πως η εναγόμενη 1 προτίθετο να πωλήσει όλες τις μετοχές που κατείχε στην εταιρεία Ciklum και να αποξενώσει την περιουσία της. Από εκείνη την χρονική στιγμή οι ενάγοντες άρχισαν να διερευνούν το θέμα, προβαίνοντας στις ενέργειες που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση. Λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που απαιτήθηκε για την έρευνα και για όλες τις άλλες ενέργειες των εναγόντων, θεωρώ πως οι τελευταίοι έδρασαν χωρίς χρονοτριβή στην καταχώριση τόσο της αγωγής όσο και της υπό κρίση Αίτηση. Από τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε καταδειχθεί το κατεπείγον του θέματος. Είχε επίσης καταδειχθεί πως η εναγόμενη 1 δεν θα έπρεπε να ελάμβανε γνώση προτού οι ενάγοντες εξασφαλιστούν με το εκδοθέν Διάταγμα. Από πλευράς εναγόμενης 1, δεν ετέθη οτιδήποτε ώστε το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφαση του επί του σημείου τούτου. Επανερχόμενη στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ώστε το προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα να οριστικοποιηθεί, καθώς και στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί είναι πως, ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του προρηθέντος άρθρου. Με βάση την Έκθεση Απαίτησης, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση (μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτήν τεκμήρια) που την συνοδεύει, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Βάση της αγωγής είναι η, κατ' ισχυρισμόν, παράβαση εκ μέρους των εναγόμενων 1 και 2, της συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών της Ciklum Holding Ltd. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται πως οι εναγόμενοι, κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, δεν τους έχουν εξοφλήσει το συμβατικό τίμημα. Παρόλο που η εναγόμενη 1 αρνείται την ύπαρξη της συμφωνίας της 15.3.2012, εντούτοις παραδέχεται, εμμέσως, την καταβολή του ποσού των τριών εκατομμυρίων δολλαρίων Αμερικής (ισχυρίζεται πως οι ενάγοντες δεν την εφοδίασαν με αποδεικτικά στοιχεία από τις αρμόδιες φορολογικές Αρχές της Δανίας σε σχέση με την καταβολή του ποσού αυτού) και απαντά στους ισχυρισμούς των εναγόντων σε σχέση με την αξίωση τους για την καταβολή του υπολοίπου των δύο εκατομμυρίων, δίδοντας την δική της εκδοχή. Οι εκατέρωθεν προβαλλόμενοι ισχυρισμοί θα εξεταστούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο, κατά την ακρόαση δηλαδή της υπόθεσης και όχι τώρα. Τα όσα η πλευρά των εναγόντων έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας), είναι αρκετά ώστε να καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αυτή είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1 Β Α.Α.Δ. 1245). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ., 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκεται η εξασφάλιση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ώστε να εξανεμιστεί ο κίνδυνος η αγωγή να καταστεί άνευ αντικειμένου, σε περίπτωση που η εναγόμενη 1 αποξενώσει τις μετοχές σε τρίτους. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να θεωρηθεί και εν προκειμένω θεωρώ ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει το Προσωρινό Διάταγμα αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις, το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς των εναγόντων-αιτητών. Θα εξετάσω στη συνέχεια την εισήγηση του συνηγόρου της Εναγομένης 1, ότι υπήρξε «προφανής και εκτεταμένη παράβαση του καθήκοντος ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης». Όπως έχει προαναφερθεί, η έκδοση Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex parte), συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1463). Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (Ubberima Fides)εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Το καθήκον του αιτητή να ενεργήσει απόλυτα καλόπιστα και να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα πηγάζει και πάλι από τους κανόνες της επιείκειας που επιβάλλουν ότι οποιοσδήποτε έρχεται στο Δικαστήριο και ζητά επιείκεια είναι απαραίτητο να έρθει με καθαρά χέρια. [Γενικός Εισαγγελέας και άλλος (αρ. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 349, Resola (ανωτέρω)]. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι, το καθήκον του αιτητή είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν θα αποφάσιζε κατά πόσον θα ενέκρινε την αίτηση. Δεν εναπόκειται σ΄ αυτόν να κρίνει ποιά έχουν σημασία και ποιά όχι. Στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 595 διευκρινίστηκε ότι η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και ότι η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών, καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή. Κατά συνέπεια, το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Δέστε επίσης Hani Mousa El - Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836, στη σελίδα
  1. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Η προαναφερόμενη εισήγηση της εναγόμενης 1 δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το γεγονός πως αυτή προβάλλει μία εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή από αυτή των εναγόντων, δεν μπορεί να εκληφθεί πως οι τελευταίοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν απεκάλυψαν όλες τις αντικειμενικά ουσιώδεις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Είναι καλά γνωστό πως στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα επί των επιδίκων θεμάτων της αγωγής, αλλά θα εξετάσει μόνο κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, βρίσκω ότι και οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32, του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, ικανοποιούνται. Ασκώντας δε την διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω επίσης ότι είναι δίκαιο υπό τις ανωτέρω συνθήκες, να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. Δια ταύτα το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιείται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης
  2. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.