Χαράλαμπου Μούζουρου ν. Λουκά Πίττακου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2661/09, 20/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2661/09 Μεταξύ: Χαράλαμπου Μούζουρου Ενάγοντα -Αιτητή και
- Λουκά Πίττακου
- Ανδρέα Ποιητή, ως διαχειριστών της περιουσίας της αποβιωσάσης Σόφης Παναγή Εναγόμενων-Καθ' ων η Αίτηση --------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 17/06/2013 για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Ταουξιή για Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. και Κ. Σέργη (για να ακούσει απόφαση κα Βασιλείου και κα Κυριάκου) Για Εναγόμενο 2-Καθ' ου η Αίτηση: κ. Λουκαϊδης για Α. Ποιητή & ΣΙΑ (για να ακούσει απόφαση κα Ζίκκου και κα Ελευθερίου για κ. Παπαφιλίππου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας-Αιτητής με την Αίτηση του ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εκδώσει διάταγμα για την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών σε σχέση με τις παραγράφους 2, 3 και 4 της Ανταπαίτησης των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση. Στις 11/06/13 με επιστολή τους οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση παραχώρησαν λεπτομέρειες σε σχέση με την παράγραφο 2 και την παράγραφο 3 της Ανταπαίτησης. Η πλευρά των Αιτητών ικανοποιήθηκε με τις παραχωρηθείσες λεπτομέρειες σε σχέση με την παράγραφο 2 της Ανταπαίτησης πλην όμως ζήτησε όπως η Αίτηση προχωρήσει και εκδικασθεί σε σχέση με τις παραγράφους 3 και 4 της Ανταπαίτησης. Συγκεκριμένα αναφορικά με την παράγραφο 3 της Ανταπαίτησης ζήτησε όπως παραχωρηθούν λεπτομέρειες κατά πόσο ο Λούκας Πίττακος, σύζυγος της αποβιώσασας και ο Ερμής Πίττακος, τέκνο της αποβιώσασας, εργάζονταν κατά τον επίδικο χρόνο και ποιες ήταν οι απολαβές τους. Σε σχέση δε με την παράγραφο 4 της Ανταπαίτησης οι Αιτητές ζήτησαν λεπτομέρειες αναφορικά με το ακριβές χρηματικό ποσό που η αποβιώσασα κατέβαλλε στα τέκνα της μηνιαίως ως βοήθεια, για τα έξοδα και τις ανάγκες του Ερμή και του Ιάκωβου Πίττακου καθώς και για τα έξοδα της ίδιας της αποβιώσασας μηνιαίως. Νομική βάση της Αίτησης αποτέλεσαν οι Δ.19 θ.4-9, Δ.30, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, η Δ.19 θ.4-9 και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου Η συγκεκριμένη Αίτηση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίας Καμάρη, δικηγόρου στο γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση του Ενάγοντα. Σύμφωνα με την ομνύουσα ζητούνται περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες λόγω του ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 1 και 2, όπως κατεγράφησαν στην Ανταπαίτησή τους, είναι γενικοί, αόριστοι και ασαφής και δεν αφήνουν περιθώριο προετοιμασίας της Υπεράσπισης του Ενάγοντα. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα είναι ο ισχυρισμός της ότι ο Ενάγοντας θα βρεθεί προ εκπλήξεως κατά την ακρόαση λόγω του ότι είναι άγνωστη σε αυτόν η φύση και η έκταση των αξιώσεων των Εναγομένων σε σχέση με την Ανταπαίτηση τους. Έγκριση του αιτήματος, σύμφωνα με την ομνύουσα, θα οδηγήσει σε σαφή πληροφόρηση και ενημέρωση του Ενάγοντα για τη φύση και την έκταση της Απαίτησης των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι είχαν διαταχθεί, στις 16/01/12 όπως αποκαλύψουν τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους πλην όμως στις 16/03/12, είχαν δηλώσει ότι δεν είχαν στην κατοχή τους ή στον έλεγχο τους οποιαδήποτε έγγραφα που να σχετίζονται με την υπό κρίση αγωγή. Είναι περαιτέρω η θέση της ομνύουσας ότι η παροχή λεπτομερειών, σε σχέση με την εργασία και τις μηνιαίες απολαβές της αποβιώσασας τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος καθώς και σε σχέση με τις απολαβές του συζύγου της αλλά και τα έξοδα ολόκληρης της οικογένειας, είναι αναγκαία και δικαιολογημένη λόγω του ότι η αξίωση των Εναγομένων αφορά απώλεια εξάρτησης, των συγκεκριμένων προσώπων, από την αποβιώσασα. Είναι απαραίτητο, σύμφωνα με την ομνύουσα, όπως ο Ενάγοντας γνωρίζει το βαθμό εξάρτησης την προσώπων αυτών με την αποβιώσασα. Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησε Ένσταση και ισχυρίστηκε ότι οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες έχουν δοθεί με επιστολή του δικηγόρου των Εναγόμενων ημερομηνίας 11/06/
- Σε σχέση δε με την παράγραφο 4 ισχυρίστηκαν ότι οι υπό-παράγραφοι (α), (β) και (γ) της παραγράφου 4 της Ανταπαίτησης καταγράφουν επαρκείς λεπτομέρειες και ως εκ τούτου ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν δικαιούται να αξιώνει περαιτέρω λεπτομέρειες. Νομική βάση της Ένστασης αποτέλεσαν οι Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, η Δ.19 θ.4-9 και η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με Ένορκη Δήλωση της κας Κατερίνας Κονναρή, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο του δικηγόρου των Εναγομένων. Σύμφωνα με την ομνύουσα οι δικηγόροι του Ενάγοντα είχαν ζητήσει με επιστολή τους, ημερομηνίας 07/06/13, περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με τις παραγράφους 2, 3 και 4 της Ανταπαίτησης. Ο δικηγόρος των Εναγομένων είχε παραχωρήσει τις λεπτομέρειες με επιστολή του ημερομηνίας 11/06/13, η οποία κατατέθηκε και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, ο Αιτητής δεν δικαιούται να αξιώνει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες καθότι είτε έχουν παραχωρηθεί ή παρέχονται σε αυτή τούτη την Ανταπαίτηση. Η συνήγορος του Αιτητή κατέθεσε γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη των θέσεων της, της οποίας το περιεχόμενο βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο κ. Λουκαϊδης επίσης παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση, στην οποία καταγράφονται οι θέσεις του, της οποίας το περιεχόμενο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.19 θ.4-9 και Δ.48 θ.1-4, 8 και
- Η βασική αρχή των διατάξεων αυτών είναι ότι οι διάδικοι πρέπει να γνωρίζουν την υπόθεση του αντιδίκου τους κατά την ακροαματική διαδικασία. Σχετική είναι η αναφορά στο Annual Practice
(1956), στη σελ.339, στην οποία αναφέρεται: «In every pleading a certain amount of detail is necessary to ensure clearness and to prevent "surprise" at the trial. Each party must state his case with precision, otherwise his opponent will not know for certain what is the real point in dispute and therefore will not be able to properly prepare his evidence for the trial.» Ως προς το σκοπό για τον οποίο δίδονται λεπτομέρειες, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake, Precedents of Pleadings (12η έκδοση, 1975), στις σελίδες 112 και 113: «The function of particulars operates in a variety of ways, and, indeed has been expressed in several ways, each of which emphasizes a particular aspect of such function, as follows:
(1)to inform the other side of the nature of the case they have to prove;
(2)to prevent the other side being taken by surprise. As Cotton L.J. stated, "The object of particulars is to enable the party asking for them to know what case he has to meet at the trial, and so to save unnecessary expense, and avoid allowing parties to be taken by surprise."
(3)to enable the other side to know what evidence they ought to be prepared with and to prepare for trial. As Lord Radcliffe said, "It seems to me that it is the purpose of such particulars that they should help to define the issues and to indicate to the party who asks for them how much of the range of his possible evidence will be relevant and how much irrelevant to those issues. Proper use of them shortens the hearing and reduces costs. But if an appellate court is to treat reliance upon them as pedantry or mere formalism, I do not see what part they have to play in our trial system";
(4)to limit the generality of the pleadings or of the claim or the evidence;
(5)to limit and define the issues to be tried and as to which discovery is required;
(6)to tie the hands of the party so that he cannot without leave go into any matter not fairly included therein, and conversely if a party should omit to request or apply for an order for particulars which ought to have been given, the opposing party will be entitled to give evidence at the trial of any fact which supports any material allegation in his pleading. On the other hand, it is not the function of particulars to take the place of necessary averments in the pleading nor to state the material facts omitted in order, by filling the gaps, to make good an inherently bad pleading; nor is it the function of particulars to obtain information which can only be obtained by interrogatories and the court will not sanction any attempt to administer interrogatories in the guise of seeking particulars." Έχει νομολογηθεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να διαταχθούν μόνο αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία. Δίδονται, για να γνωρίζει ο αντίδικος τι θα πρέπει να αντιμετωπίσει στη δίκη. Σκοπούν στη διευκρίνιση και εξειδίκευση των ουσιαστικών γεγονότων και όχι στην αποκάλυψη της μαρτυρίας με την οποία θα αποδειχθούν. (Βλ. Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 157 και Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. K. Antiques & Fine Arts (Cyprus) Ltd κ.α Πολ. Εφ. 75/09 και 81/09 ημερ. 20/03/12). Όπου οι ισχυρισμοί στα δικόγραφα της άλλης πλευράς είναι ανεπαρκώς διατυπωμένοι παρέχεται στο διάδικο η ευχέρεια να αποταθεί για την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Αίας Λτδ ν. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα - και όχι μαρτυρία - δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση υπαγορεύεται για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς την μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά.» Σχετική είναι και η υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1152, όπου λέχθηκε ότι: «Η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σκοπεί στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται τη διευκρίνιση των επιδίκων θεμάτων όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα. Θα συνιστούσε εκτροπή όπως αναγνωρίζει η νομολογία η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά στα δικόγραφα.» Αποσκοπεί, η παροχή λεπτομερειών, στο να πληροφορήσει την άλλη πλευρά σχετικά με το ποια θα είναι η φύση της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, σε αντιδιαστολή όμως με τον τρόπο που ο αντίδικος θα την αποδείξει. Με την παροχή των καταλλήλων λεπτομερειών αποφεύγεται το ενδεχόμενο η άλλη πλευρά να βρεθεί προ εκπλήξεως, κάτι που θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα αχρείαστα έξοδα, σε περίπτωση, για παράδειγμα, που η υπόθεση παίρνει διαφορετική τροπή από εκείνη που ήταν λογικά αναμενόμενη και η άλλη πλευρά αναγκάζεται να ζητήσει αναβολή. Ακριβώς, εάν στα δικόγραφα περιλαμβάνονται επαρκείς λεπτομέρειες έτσι που ο κάθε διάδικος να γνωρίζει ποιους ισχυρισμούς θα έχει να αντιμετωπίσει, η κάθε πλευρά θα γνωρίζει εκ των προτέρων ποια μαρτυρία θα πρέπει να είναι έτοιμη να παρουσιάσει για να αντικρούσει την υπόθεση της άλλης πλευράς. Μια άλλη πτυχή του θέματος είναι ο περιορισμός της γενικότητας που συχνά παρατηρείται στα δικόγραφα και ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων, τόσο για σκοπούς εκδίκασης της υπόθεσης, όσο για σκοπούς αποκάλυψης εγγράφων. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίσθηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 CLR 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο την διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ' απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας .». Στην υπόθεση Χριστοδούλου Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 157, λέχθηκε ότι η Δ.19 θ.6 θα πρέπει να αντικρισθεί υπό το πρίσμα της Δ.19 θ.4 στην οποία καθορίζεται ότι τα δικόγραφα περιέχουν γεγονότα και όχι μαρτυρία. Με αυτή την έννοια περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξή τους. Ούτε νομικά σημεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο λεπτομερειών στα δικόγραφα. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις όπως η εγκυρότητα μιας συμφωνίας. Όπου, όμως, το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε από την επενέργεια ορισμένου γεγονότος αυτό πρέπει να αναφέρεται στα δικόγραφα (βλ. Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστράτιου Οικονομίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 669). Έχει επίσης νομολογηθεί στην απόφαση Κουρσουμπά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, ότι διάδικος ο οποίος παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μην μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη γενικού ισχυρισμού (βλ. επίσης Α.Η.Κ. κ.ά ν. Rawnsello Trad. Co. Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1570). Στην απόφαση Μαρία Αβραάμ v. Ιnvestylia Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 892, 896-7, λέχθηκε: «Είναι καλά νομολογημένο ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες, ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίσει πλήρη και καθαρή εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει και τούτο, για να μην βρεθεί προ εκπλήξεων. Σε περίπτωση που ο κανόνας αυτός παραβιάζεται, τότε ο αντίδικος έχει το δικαίωμα να ζητήσει και να επιτύχει την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να διατάσσεται η άλλη πλευρά να δώσει τις απαιτούμενες, υπό τις περιστάσεις, λεπτομέρειες». Προβάλλει, δια μέσου της νομολογίας, ως γενική αρχή ότι η αίτηση λεπτομερειών δεν μπορεί να απομονωθεί από το ουσιαστικό δικαίωμα και τη θεραπεία που επιζητείται με την αγωγή, η οποία πρέπει να είναι υπόψη του Δικαστηρίου για να αποφασίσει τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Η πλήρης και σαφής εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης που θα αντιμετωπιστεί κατά την ακρόαση βρίσκεται στο επίκεντρο μιας αίτησης για λεπτομέρειες βλ. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 ΑΑΔ 649 στη σελίδα 652. Είναι νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι για να καθοριστεί ο βαθμός εξάρτησης πρέπει να υπάρχουν τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να μπορεί η αντίθετη πλευρά να έχει πρόσβαση στα γεγονότα που της επιτρέπουν να προβεί σε τέτοιους υπολογισμούς ώστε να μπορεί να τους ελέγξει, παραδεχόμενη ίσως και ορισμένα ποσά ή καταθέτοντας τέτοια ποσά στο Δικαστήριο Perestrello v. United Paint Co. Ltd [1969] 3 All E.R.479 και Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ v. Σάββα (ανωτέρω). Εγείρεται θέμα εξάρτησης των δυο τέκνων της αποβιώσασας, στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων. O καθορισμός του βαθμού εξάρτησης καθορίζεται από συγκεκριμένα κριτήρια τα οποία καταγράφηκαν με σαφήνεια στην απόφαση Θεοφάνης Καζάκου ν. Δωρέττα Αβρααμίδου κ.α.
(2000)1Γ ΑΑΔ 1626, στην σελίδα 1645: «Από τη σχετική νομολογία φαίνεται ότι ο καθορισμός των αποζημιώσεων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58
(15)του Κεφ. 148 μπορεί να γίνει:
(1)Για κάθε κονδύλι ξεχωριστά (The item by item approach).
(2)Για το κερδαινόμενο εισόδημα μείον τα προσωπικά έξοδα του αποθανόντος (The earning minus living expenses approach), και
(3)Με την Κλασσική Ποσοστιαία Προσέγγιση (The conventional percentage approach or the Rule of thumb approach). Η πρώτη περίπτωση εφαρμόζεται σε υποθέσεις όπου προσφέρεται ακριβής μαρτυρία για κάθε ένα κονδύλι της εξάρτησης ξεχωριστά (όπως π.χ. η πληρωμή του ενοικίου, επιδιορθώσεις του οικογενειακού σπιτιού, έξοδα φοίτησης των τέκνων, έξοδα συντήρησης αυτοκινήτου, ασφάλεια, έξοδα διακοπών, και άλλα), το άθροισμα των οποίων καθορίζει το συνολικό ποσό. Η δεύτερη προσέγγιση εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ακριβής μαρτυρία της εξάρτησης και η εικόνα δεν μπορεί να συμπληρωθεί με το συνολικό άθροισμα συγκεκριμένων κονδυλίων. Σύμφωνα με τη δεύτερη προσέγγιση το Δικαστήριο αφού καταλήξει στον καθορισμό του καθαρού εισοδήματος του αποθανόντος αφαιρεί από αυτό τα προσωπικά έξοδα του θανόντος και παραμένει το εκ πρώτης όψεως πόσο της εξάρτησης, στο οποίο μπορεί να προστεθούν άλλα οφελήματα τα οποία εδικαιούτο ο αποθανών.» Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη και αφού εξέτασα τα δικόγραφα των δύο πλευρών, σε σχέση με τις αρχές που η νομολογία έχει καταγράψει και διέπουν τις αιτήσεις τέτοιου είδους, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής δικαιούται τις αιτούμενες λεπτομέρειες που αφορούν την παράγραφο 4 της Ανταπαίτησης και εκδίδω διάταγμα ώστε οι Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1 και 2 να παραδώσουν τις αιτούμενες λεπτομέρειες εντός 20 ημερών ως αυτές ζητούνται στην Αίτηση. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα ως η παρ. Α της Αίτησης σε σχέση με την παράγραφο 4 της Ανταπαίτησης. Οι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες να δοθούν στον Αιτητή -Ενάγοντα εντός 20 ημερών από την επίδοση του σχετικού διατάγματος. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Αιτητή και εναντίον των Εναγόμενων-Καθ' ων η Αίτηση. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο