APEX TRADING FZE ν. GLOBAL MARKETING AND SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3357/13, 9/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3357/13 Μεταξύ: APEX TRADING FZE Ενάγουσας και GLOBAL MARKETING AND SERVICES LIMITED HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένων ------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 06/09/2013 για έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου, 2014. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Εταιρεία-Αιτήτρια: κος Χριστοδούλου για Χρ. Δημητριάδη Για Εναγόμενη 2-Καθ'ης Αίτηση: κα Ισιδώρου για Μαρκίδη και Βελάρη ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα-Αιτήτρια με την αίτηση της είχε ζητήσει απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 ή στους διευθυντές και ή στους εκπροσώπους και ή στους αντιπροσώπους αυτών από του να αποχωριστούν ή και να πληρώσουν για οποιοδήποτε λόγο και σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή και να μεταφέρουν ή και να αποσύρουν ή και να επιβαρύνουν ή και να δεσμεύσουν ή και να αποξενώσουν οποιοδήποτε ποσό χρημάτων το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1, τον οποίο διατηρεί στην Εναγομένη 2, με αριθμό ΙΒΑΝ CY 06005002400002400162597301 και ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό μέχρι το ποσό των $39.932,55 ή το ισάξιο σε ευρώ μέχρι την ολοκλήρωση της υπό εκδίκαση αγωγής. Επιπρόσθετα είχε ζητηθεί, από την Ενάγουσα Εταιρεία, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγομένη 2 όπως ετοιμάσει και καταχωρήσει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση στην οποία να αποκαλύπτει τα ονόματα και τις διευθύνσεις όλων των πρώην και νυν διευθυντών καθώς και του γραμματέα της Εναγομένης 1, τις οποιεσδήποτε τυχόν αλλαγές στους διευθυντές ή και το γραμματέα της Εναγομένης 1 και την ημερομηνία που αυτές επισυνέβησαν καθώς και τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1 και όπως παραδώσει αντίγραφο της ένορκης δήλωσης στους δικηγόρους της Ενάγουσας Εταιρείας. Νομική βάση για την αίτηση αποτέλεσαν τα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η υπόθεση Mareva Compani Naviera s.a. -v- International Bulk Carriers S.A.
(1980)1 ALL E.R. 213, οι μετέπειτα αποφάσεις των Αγγλικών αλλά και των Κυπριακών Δικαστηρίων, οι αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων Norwich, η Δ.48 θ.1-9 καθώς και η εγγενής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η αίτηση κατεγράφησαν στην ένορκη δήλωση του Ambalal Chelaram, διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα ως εκ της θέσεως του και λόγω της εμπλοκής του, η Ενάγουσα Εταιρεία καθώς και η συσχετιζόμενη με αυτήν εταιρεία KAM TRADING PLC είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένες στην Αιθιοπία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αντίστοιχα. Στις 29/05/13 η κινέζικη εταιρεία Xiamen Eastwood Industry Co Ltd, η οποία είναι συνεργάτης της Ενάγουσας Εταιρείας, είχε εκδώσει επ' ονόματι της Ενάγουσας ένα τιμολόγιο για την πώληση διάφορων προϊόντων. Η Ενάγουσα είχε καταβάλει, έναντι του συγκεκριμένου τιμολογίου, το ποσό των $18.295,05 ενώ το υπόλοιπο ποσό, των $39.932,55, θα το κατέβαλλε μέσα Ιουνίου του
- Στις 11/06/13 είχε ληφθεί, από τον ομνύοντα, ηλεκτρονικό μήνυμα από την συνάδελφό του κα Beshadu, όπως ο ίδιος νόμιζε, με το οποίο του δίδονταν οδηγίες όπως το υπόλοιπο ποσό πληρωθεί στο λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγόμενη 1, σε παράρτημα της Εναγόμενης 2 στην Λάρνακα, με κωδικό swift HEBACY2N και IBAN CY
- Το ηλεκτρονικό μήνυμα καθώς και τα άλλα μηνύματα που είχαν ακολουθήσει δεν είχαν στην πραγματικότητα σταλεί από την κα Bashadu αλλά από κάποιο άγνωστο πρόσωπο το οποίο είχε παραβιάσει παράνομα το λογισμικό πρόγραμμα της Ενάγουσας Εταιρείας έτσι ώστε να εξαπατήσει την Ενάγουσα και να καταχραστεί τα λεφτά. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, πιστεύοντας ότι επικοινωνούσε με την κα Beshadu, είχε πληροφορήσει, το συγκεκριμένο άγνωστο πρόσωπο, ότι η πληρωμή δεν μπορούσε να προχωρήσει το άγνωστο πρόσωπο, το οποίο προσποιείτο ότι είναι η κα. Beshadu, επέμενε όπως γίνει η πληρωμή στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Αποφασίστηκε η επανέκδοση του τιμολογίου από την Εναγόμενη 1 και ακολούθως ολοκληρώθηκε η πληρωμή του ποσού των $39.932,55 στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 1 στις 13/06/
- Ακολούθησε, στις 25/06/13, ηλεκτρονικό μήνυμα από την πραγματική κα Beshadu το οποίο αφορούσε την διευθέτηση της πληρωμής, στην εταιρεία Xiamen Eastwood Industry Co. Ltd, το συντομότερο δυνατόν. Τότε ήταν που ο ίδιος είχε αντιληφθεί ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία είχε λάβει, δεν είχαν προέλθει από την κα Beshadu. Ακολούθησε, στις 27/06/13, ηλεκτρονικό μήνυμα, από εκπρόσωπο της Ενάγουσας Εταιρείας προς την Εναγομένη 2 με την οποία της είχε ζητηθεί να μην αποξενώσει το ποσό που είχε κατατεθεί από την Ενάγουσα στο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 2 σε απάντηση της είχε αναφέρει ότι δεν θα μπορούσε να παραχωρήσει οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με την Εναγομένη Εταιρεία
- Έκτοτε η Ενάγουσα προσπαθεί να βρει πληροφορίες σε σχέση με την Εναγομένη Εταιρεία 1, η οποία δεν μπορούσε να εντοπιστεί στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας, γι' αυτό και οι δικηγόροι της Ενάγουσας τη συμβούλεψαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης έτσι ώστε να ταυτοποιηθούν οι αδικοπραγήσαντες. Διευκρινίζει, ο ομνύοντας, ότι η Εναγόμενη Εταιρεία 2, η οποία είναι ο τραπεζίτης της Εναγόμενης 1, είναι η αθώα εθελοντής στην εξαπάτηση της Ενάγουσας για αυτό και δεν προτίθεται να αξιώσει εναντίον της αποζημιώσεις. Παρά το γεγονός αυτό όμως πρώτον, έχει όλες τις πληροφορίες που αφορούν την Εναγόμενη 1, οι οποίες είναι απαραίτητες στην Ενάγουσα και δεύτερον, κατακρατεί το ποσό των $39.932,55, στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1, ως καταπίστευμα προς όφελος της Ενάγουσας που είναι ο πραγματικός δικαιούχος του συγκεκριμένου ποσού. Καταλήγει ότι τα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν μονομερώς αφού η συμπεριφορά της Εναγομένης, η οποία συνιστά απάτη, κατατάσσει την υπόθεση ως ιδιάζουσα και κατεπείγουσα. Είναι η θέση του ότι η Ενάγουσα έχει καλή υπόθεση με πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Εκδόθηκε μονομερώς το απαγορευτικό διάταγμα που αφορούσε την μη αποξένωση οποιουδήποτε ποσού χρημάτων από τον συγκεκριμένο λογαριασμό ενώ σε σχέση με το αιτητικό Β της Αίτησης, δηλαδή την αποκάλυψη εκ μέρους της Εναγόμενης 2 των ονομάτων των διευθυντών και γραμματέα της Εναγομένης 1 καθώς και των διευθύνσεών τους, ορίστηκε για επίδοση στους Εναγόμενους
- Η Εναγομένη Εταιρεία 2 αντιμετώπισε την υπό κρίση αίτηση με την καταχώρηση ένστασης στην οποία ένσταση καταγράφονται οι ακόλουθοι λόγοι ενστάσεως: Ότι η αίτηση είναι παράτυπη ή και αβάσιμη και δεν στηρίζεται σε νομοθετική διάταξη, ότι η Εναγόμενη 2 δεσμεύεται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και από τις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 μέχρι 2013 και δεν μπορεί να αποκαλύψει οτιδήποτε σχετικό με τον συγκεκριμένο πελάτης της, ότι η Αιτήτρια Εταιρεία δεν προσδιορίζει οποιοδήποτε λόγο ή και επαρκείς λόγους γιατί ζητεί τα συγκεκριμένα διατάγματα και δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον έκδοσής τους, ότι η Εναγόμενη 2 δεσμεύεται από συμβατική σχέση να δέχεται οδηγίες και να εκτελεί οδηγίες των πελατών της σε σχέση με τους λογαριασμούς που διατηρούν, ότι η Εναγόμενη 2 ως αθώο εμπλεκόμενο μέρος δεν πρέπει να αναμιχθεί σε οποιαδήποτε ισχυριζόμενη διάπραξη αδικήματος και ότι η Ενάγουσα δεν έχει προκαταβάλει στην Εναγομένη 2 τα πραγματικά έξοδα που θα προκύψουν από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €500- πλέον δικηγορικά έξοδα. Η ένσταση βασίστηκε στη Δ.28 θ. 1-15, στη Δ.48 θ.1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 21, 29, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 6
(1)(ζ) και 10
(1)του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, στο άρθρο 3 του Περί Αποδείξεως Νόμου καθώς και στις γενικές και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η ένσταση καταγράφηκαν στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Ιωσηφίδη, Λειτουργού Ανάπτυξης Εργασιών του Κέντρου Διεθνών Επιχειρήσεων της Εναγομένης
- Σύμφωνα με τον ομνύοντα ο ίδιος είναι εξουσιοδοτημένος στη σύνταξη της ενόρκου δηλώσεως γιατί λόγω και της θέσης του γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η αίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Υποστηρίζει, ο ομνύοντας, ότι η Εναγομένη 2 δεσμεύεται από συμβατική υποχρέωση εμπιστοσύνης προς τους πελάτες της καθώς επίσης και από το τραπεζικό απόρρητο, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα Εταιρεία - Αιτήτρια δεν προσδιορίζει τους λόγους γιατί είναι αναγκαία η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όπως ο ίδιος αντιλαμβάνεται σκοπός της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης είναι η υποβοήθηση της Ενάγουσας Εταιρείας στην προώθηση της αγωγής της. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η υπό κρίση αίτηση είναι πρόωρη εφόσον ως αθώο εμπλεκόμενο μέρος δεν πρέπει να αναμιχθεί από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Θα πρέπει πρώτα να επιβεβαιωθεί ότι οι τελικοί δικαιούχοι του λογαριασμού είναι οι ισχυριζόμενοι αδικοπραγούντες και αν προκύψει αναγκαιότητα προς τούτο να διαταχθεί η οποιαδήποτε αποκάλυψη εναντίον της Εναγομένης
- Καταλήγει, ότι οι επίδικες πληρωμές είχαν γίνει σε λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγομένη 1, στην Εναγομένη
- Δεν φαίνεται να έχει επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα στην Εναγόμενη
- Κατά την ακρόαση και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας, με αναφορά στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε σχέση με την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης του τύπου Norwich Pharmacal, ισχυρίστηκαν ότι πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ότι οι λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι έχουν προβληθεί από την Εναγομένη 2 - Καθ΄ης η Αίτηση δεν ευσταθούν γιατί η παροχή πληροφοριών από τραπεζικούς οργανισμούς σε τέτοιες περιπτώσεις εξαιρείται και επιπρόσθετα το τραπεζικό απόρρητο δεν συμπεριλαμβάνει την διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου μιας εταιρείας. Καταλήγει, η Ενάγουσα - Αιτήτρια, ότι το δημόσιο συμφέρον θα εξυπηρετηθεί με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Εναγόμενη 2 - Καθ΄ης η Αίτηση, μέσω της ευπαίδευτου συνηγόρου της, δήλωσε ότι δεν ενίσταται στο να γίνει απόλυτο το διάταγμα για την μη αποξένωση του συγκεκριμένου ποσού και περιόρισε την ένστασή της στην αποκάλυψη των στοιχείων που αφορούν την ταυτότητα των διευθυντών και του γραμματέα της Εναγομένης 1 καθώς και των διευθύνσεών τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 2 - Καθ΄ης η Αίτηση προώθησε την θέση ότι η οποιαδήποτε αποκάλυψη θα οδηγήσει στην παραβίαση του άρθρου 29 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, αφού σύμφωνα με το συγκεκριμένο άρθρο απαγορεύεται η αποκάλυψη οποιασδήποτε σχετικής πληροφορίας σχετικής με λογαριασμό οποιουδήποτε πελάτη εκτός με την συγκατάθεσή του ή δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι δεν αναφέρει η Ενάγουσα - Αιτήτρια κατά πόσο είναι έτοιμη να καταβάλλει οποιαδήποτε έξοδα ήθελαν προκύψει από την συμμόρφωση της Εναγομένης 2 με τα αιτούμενα διατάγματα. Από όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Εναγόμενη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση τράπεζα δεν έχει ένσταση στο να καταστεί απόλυτο το διάταγμα ημερομηνίας 06/09/13 και επιπρόσθετα έχει δηλωθεί από την ευπαίδευτη συνήγορό της ότι έχει συμμορφωθεί. Η διαφωνία της έγκειται στην έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης. Τα πράγματα θα κριθούν κάτω από τις αρχές που θέτει η κλασσική υπόθεση Norwich Pharmacal Co and other v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 943 και οι αποφάσεις που ακολούθησαν με την εξέλιξη τόσο της αγγλικής καθώς και της κυπριακής νομολογίας. Κλασικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Reid στην Norwich Pharmacal : « [the authorities].........seem to me to point to a very reasonable principle that if though no fault of his own a person gets mixed up in the tortuous act of others so as to facilitate their wrongdoing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did. It may be that if this causes him expense the person seeking the information ought to reimburse him. But justice requires that he should cooperate in righting the wrong if he unwittingly facilitated its perpetration.» Σε ελεύθερη μετάφραση: « [ οι αρχές]... μου φαίνεται ότι οδηγούν στην καθόλα λογική αρχή ότι εάν χωρίς οποιοδήποτε δικό του φταίξιμο ένα άτομο αναμιχθεί σε αδικοπραξία που διενεργήθηκε από άλλους έτσι ώστε να την διευκολύνει ο ίδιος δεν θα επωμιστεί οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη όμως υπέχει καθήκον να βοηθήσει τον αδικοπραγέντα δίνοντας του πλήρεις πληροφορίες και αποκαλύπτοντάς του την ταυτότητα των αδικοπραγήσαντων. Θεωρώ ότι δεν έχει σημασία κατά πόσο είχε αναμειχθεί εκούσια ή γατί είχε καθήκον να ενεργήσει όπως ενήργησε. Αν υποστεί όμως οποιαδήποτε έξοδα λόγω της αποκάλυψης αυτός που επιζητεί την αποκάλυψη οφείλει να αποζημιώσει. Η δικαιοσύνη απαιτεί την συνεργασία του εμπλακέντος μέρους στο να διορθωθεί το λάθος, του οποίου την διενέργεια είχε άθελά του διευκολύνει.» Στην κυπριακή νομολογία η αρχή της Norwich Pharmacal εφαρμόστηκε πολύ πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Avila Management Services LTD κ.α v. Frantisek Stepanek κ.α. Πολ. Εφ. 54/2012 ημερ. 27/06/2012. Αναφορά μπορεί να γίνει και σε δυο πρόσφατες αγγλικές αποφάσεις, την Various Claimants v. Newsgroup Newspapers [2013] EWHC 2119 (Ch) και NML Capital Ltd v. Chapman Freeborn Holdings Ltd and others [2013] EWCA Civ. 589. Εκείνο που τονίστηκε τόσο στην Norwich καθώς και στις αποφάσεις που ακολούθησαν, μεταξύ αυτών η British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, η Harrington v. North Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666 και η Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193 είναι πως η θεραπεία της αποκάλυψης παρέχεται από το Δίκαιο της Επιείκειας, ως ένα όπλο υποβοήθησης ενός διαδίκου, σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία, εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή διευκόλυνσης στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν τα ίδια δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Σημειώνονται τα ακόλουθα από την Norwich: "Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for it being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sough, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose". Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η αποκάλυψη ως θεραπεία του Δικαίου της Επιείκειας έχει μακράν ιστορία. Ο κύριος λόγος για την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης ήταν η υποβοήθηση ενός μέρους στην υπάρχουσα διαδικασία. Αυτό όμως είχε επεκταθεί, αρκετά νωρίς, στο να βοηθηθεί ένα άτομο το οποίο είχε κατά νου την έγερση δικαστικών διαδικασίας εναντίον του ατόμου από το οποίο επιζητείται η αποκάλυψη, εάν για διάφορους λόγους ήταν δίκαιο και αναγκαίο, σε εκείνο το στάδιο, να είχε προβεί σε αποκάλυψη. Πραγματικά σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο επιζητείται η αποκάλυψη ήταν η διαπίστωση της ταυτότητας πιθανών άλλων εναγομένων. Δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο ενάγοντας ήταν υποχρεωμένος, με κάποιο τρόπο, να προχωρήσει εναντίων των προσώπων από τους οποίους είχε ζητήσει την αποκάλυψη εάν διαπίστωνε, μετά την διαταγή για αποκάλυψη, ότι θα τον βόλευε να αποσύρει την απαίτηση εναντίων εκείνων των προσώπων και να επικεντρωθεί στο αγώγιμο δικαίωμά του εναντίων αυτών που η ταυτότητά τους είχε αποκαλυφθεί κατά την αποκάλυψη. Όμως θεωρώ ότι θα μπορούσε να το πράξει αν το επιθυμούσε.» Των πιο πάνω σημειωθέντων οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal επαναδιατυπώθηκαν με σαφήνεια στην υπόθεση Mitsui Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να παρασχεθεί θεραπεία της φύσης Norwich κατεγράφησαν στην σελίδα 518 της συγκεκριμένης απόφασης και είναι οι ακόλουθες: "The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer, (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; And (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; And (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued". . . . . . . . . . . . . . . . . . . Πιο κάτω στην ίδια σελίδα: "I consider first whether the second condition is satisfied. I proceed in this judgment on the basis that the claimant needs further information which the defendant is likely to be able to provide before it can fully and properly plead a breach of the first limb .. . In a word the information sought is necessary to enable the action to be brought". In my judgment despite the argument of Mr Carr QC that there is no authority directly in point, it is clear that the exercise of the jurisdiction of the court under Norwich Pharmacal against third parties who are mere witnesses, innocent of any participation in the wrongdoing being investigated is a remedy of last resort. (It is the claimant's case that the defendant is such an innocent third party.) The jurisdiction is only to be exercised if the innocent third parties are the only practicable source of information. The whole basis of the jurisdiction against them is that, unless and until they disclose what they know, there can be no litigation in which they can give evidence: see e. g. Lord Kilbrandon in Norwich Pharmacal
(1973)2 All ER 943 at 973, 975,
(1974)AC 133 at 203, 205. Whilst there is a public interest in achieving justice between disputing parties, there is also a public interest in not involving third parties if this can be avoided: see John Donaldson MR in Harrington v. North London Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666 at 670-671,
(1984)1 WLR 1293 at 1299. The jurisdiction is both exceptional and only to be exercised when it is necessary: Lord Woolf CJ in Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193 at
(75). The necessity required to justify exercise of this intrusive jurisdiction is a necessity arising from the absence of any other practicable means of obtaining the essential information". Από την Norwich και τις αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων που ακολούθησαν προκύπτουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται σε κάθε περίπτωση, για να καταστεί δυνατή η παροχή της συγκεκριμένης, κατ εξαίρεση, θεραπείας: (α) δεν πρέπει να υπάρχει παραβίαση του κανόνα του απλού μάρτυρα (mere witness rule) βλ. εκτενή αναφορά του Mr Justice Mann στην απόφαση Various Claimants v. Newsgroup Newspapers (ανωτέρω), παρ. 30 της απόφασης και επέκεινα. (β) ο καθ' ου η αίτηση, αθώα ή μη, είναι αναμεμειγμένος ή εμπλέκεται ή διευκόλυνε την αδικοπραξία βλ. R (Mohamed) v. Secretary of State for Foreign & Commonwealth Affairs (No. 1) [2009] 1 WLR 2579, παρ. 70. (γ) το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαίο να εκδοθεί το διάταγμα για σκοπούς εξυπηρέτησης της δικαιοσύνης. (δ) ότι είναι αναγκαίες οι πληροφορίες και γενικά η αποκάλυψη, προκειμένου να έχει ο ενάγων την πλήρη εικόνα της αδικοπραξίας, για να είναι δυνατή η καταχώριση της Αγωγής ή της Έκθεσης Απαιτήσεως. (ε) το αθώο τρίτο μέρος να είναι η μόνη, πρακτικώς εφικτή, πηγή πληροφόρησης του ενάγοντα. Ο τελευταίος όρος προστέθηκε από το σκεπτικό της απόφασης Mitsui ( ανωτέρω). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω βασικές αρχές που αφορούν την νομική βάση για την έκδοση ενός διατάγματος του τύπου Norwich το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει την αίτηση αρχικά κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)και τις αρχές της επιείκειας, για να αποφασίσει κατά πόσο θα εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα έχουν καταγραφεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την απόφαση Odysseos v. Pieris (Estates) & Others
(1982)1 ΑΑΔ 557 να συνιστά απόφαση σταθμό. Κατεγράφησαν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις στην σελίδα 568 και είναι οι ακόλουθες: Πρώτον, να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη δεύτερον, να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία και τρίτον, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, με βάση τα όσα η Αιτήτρια - Ενάγουσα Εταιρεία παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει σοβαρή ένδειξη περί διάπραξης αδικοπραξίας σε βάρος της, ήτοι απάτης, από την Εναγόμενη 1. Σημειώνω ότι, όπως έχει ερμηνευθεί και εφαρμοσθεί η αρχή Norwich, ο όρος αδικοπραξία επεκτείνεται και περιλαμβάνει και την περίπτωση της απάτης. Σχετική επίσης είναι η απόφαση στην υπόθεση Bankers Trust Co v. Shapira and others
(1980)3 All E.R. 355 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά από τον Lord Denning: «This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and the correspondence relating to it. It should only be done when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money - as for instance, when the customer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into the account at the bank». Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ambalal Chelaram, ότι η Εναγόμενη 2- Καθ΄ ης η Αίτηση συνιστά αθώο εθελοντή στην εξαπάτηση της Ενάγουσας πλην όμως είναι η μόνη που γνωρίζει τα ονόματα των διευθυντών και γραμματέα της Εναγομένης 1 καθώς και την διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της. Σύμφωνα με την απόφαση Ashworth Hospital Authority v. MGM Ltd (ανωτέρω) η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος Norwich δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το διάταγμα στρέφεται εναντίον του αδικοπραγήσαντα ή παραβάτη συμβατικών υποχρεώσεων του. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα έλαβε μέρος ή αναμείχθηκε στην παράνομη πράξη που είναι η βάση της αίτησης για αποκάλυψη. Από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου η εμπλοκή της Εναγόμενης 2 εστιάζεται στην συνεργασία της με την Εναγόμενη 1 και έχει καταδειχθεί ότι η ίδια η Εναγόμενη 2 είχε μεταφέρει το εμβασθέν από την Ενάγουσα Εταιρεία ποσό στον λογαριασμό, τον οποίο διατηρεί, η Εναγομένη 1. Δηλαδή, υποβοήθησε άθελά της στην διάπραξη της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας. Είναι, εν πάση περιπτώσει, παραδεκτό ότι η Εναγομένη 2 είναι ο τραπεζίτης της Εναγομένης 1 και ότι ο μόνος λόγος που δεν επιθυμεί να προβεί σε αποκάλυψη των ζητηθέντων στοιχείων της Εναγομένης 1 είναι το απόρρητο, δυνάμει του άρθρου 29 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 1997 μέχρι 2013, που διέπει την συγκεκριμένη συμβατική σχέση. Ακριβώς από αυτή την συμβατική σχέση προκύπτει η γνώση των πληροφοριών που ζητούνται από την Ενάγουσα - Αιτήτρια. Για την εξέταση της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 εκείνο που έχει σημασία σε τέτοιου είδους αγωγές, όπως η παρούσα, είναι η Ενάγουσα να μπορεί να στοιχειοθετήσει ότι μια αδικοπραξία ή οποιοδήποτε άλλο αγώγιμο δικαίωμα έχει συντελεστεί εναντίον της έστω και αν κάποια «κομμάτια του πάζλ» ελλείπουν βλ. Cartoon Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd
(2003)EWCH 616 (Ch). Με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, οι πληροφορίες που επιζητούνται με το αιτούμενο διάταγμα είναι απαραίτητες για την στοιχειοθέτηση των γεγονότων που αποδεικνύουν την απάτη σε βάρος της Ενάγουσας- Αιτήτριας καθώς και της αδικοπραξίας ή άλλου αγώγιμου δικαιώματος που δυνατόν να έχει, ώστε να καταστεί δυνατή η επιτυχής προώθηση των απαιτήσεων της με τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον όλων εκείνων που ενέχονται στην αδικοπραξία και συνακόλουθα στην πρόκληση της ζημιάς της. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση και κατά πόσο αυτή πληρείται η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 2 είναι η μόνη που κατέχει οποιαδήποτε στοιχεία εντοπισμού της Εναγομένης 1 αφού διατηρεί, η Εναγόμενη 1, λογαριασμό σε παράρτημα, στην Λάρνακα, του τραπεζικού ιδρύματος της Εναγόμενης 2 - Καθ ης η Αίτηση. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια μέσω των δικηγόρων της δεν μπόρεσε να εντοπίσει οποιαδήποτε εταιρεία με το όνομα της Εναγομένης 1 στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών στην Κύπρο και δεν έχει οποιοδήποτε τρόπο ανεύρεσης των ονομάτων των διευθυντών καθώς και του γραμματέα της Εναγομένης 1 αλλά και της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου της. Στην Mitsui & Co. Ltd - v - Nexen Petroleum U.K. Ltd (ανωτέρω) κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «The exercise of the court's jurisdiction to order Norwich Pharmacal relief against third parties who were mere witnesses innocent of any participation in the wrongdoing being investigated was a remedy of last resort. The jurisdiction was only to be exercised if the innocent third parties were the only practicable source of information. The basis of the jurisdiction against them was that, unless and until they disclosed what they knew, there could be no litigation in which they could give evidence.» Στην κρινόμενη περίπτωση ο ισχυρισμός της Αιτήτριας για έλλειψη των απαραίτητων στοιχείων, ο οποίος δεν αντικρούστηκε από την Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση, για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των ισχυριζόμενων πράξεων ή παραλείψεων της Εναγόμενης 1, αν δεν της δοθούν κάποια στοιχεία και πληροφορίες, δύναται να στοιχειοθετήσει την τρίτη προϋπόθεση ειδικά αφού στην ένσταση δεν έχει προσδιοριστεί επαρκώς ή προσδιοριστεί συγκεκριμένη βλάβη της Εναγόμενης 2 - Καθ' ης η Αίτηση. Ο μόνος λόγος που επικαλείται η Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση, για την μη παροχή των συγκεκριμένων πληροφοριών, είναι οι πρόνοιες του άρθρου 29 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Το συγκεκριμένο άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: « 29.
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ............................... (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη· ή ............................... (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Το Δικαστήριο συμφωνεί με την θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας - Αιτήτριας ότι το άρθρο 29 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομοθετική διάταξη το δημόσιο συμφέρον υπερτερεί της εμπιστευτικής σχέσης τραπεζίτη - πελάτη. Σχετικό με το θέμα είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L v. Planet
(1990)J.L.R 294: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The Court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interest of justice.». Σύμφωνα με αυτό τούτο το λεκτικό του άρθρου 29 απαγορεύεται η κοινοποίηση πληροφοριών προς ίδιο όφελος οποιουδήποτε λειτουργού του τραπεζικού ιδρύματος. Στην παρούσα περίπτωση πρώτον, η αιτούμενη αποκάλυψη δεν αφορά οποιαδήποτε στοιχεία των λογαριασμών της Εναγομένης 1 δεύτερον, η αποκάλυψη των ονομάτων των διευθυντών και του γραμματέα της Εναγομένης 1 δεν θα γίνει για ίδιο όφελος οποιουδήποτε υπαλλήλου ή λειτουργού της Εναγομένης 2 - Καθ΄ης η Αίτηση αλλά για να μπορέσει η Ενάγουσα να προχωρήσει με την αξίωσή της και τρίτον, οι συγκεκριμένες πληροφορίες δεν είναι απόρρητες εφόσον οι νόμιμα εγγεγραμμένες εν τη Κύπρο εταιρείες υποβάλλουν τα συγκεκριμένα στοιχεία στον Έφορο Εταιρειών ο οποίος καταρτίζει αρχείο στο οποίο έχει πρόσβαση το κοινό. Ενόψει των πιο πάνω και η τρίτη προϋπόθεση έχει ικανοποιηθεί εφόσον με βάση τα στοιχεία ενώπιον μου, χωρίς τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολη η προώθηση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας - Αιτήτριας εφόσον δεν θα είναι σε θέση να προσκομίσει στο Δικαστήριο πλήρη αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα περί της ύπαρξης της Εναγόμενης εταιρείας καθώς και σε σχέση με την ισχυριζόμενη απάτη με τη σύμπραξη άλλων προσώπων και συνεπακόλουθα της απαίτησής της. Κατά συνέπεια σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος είναι αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο λόγω μη εντοπισμού των υπεύθυνων, για την ισχυριζόμενη απάτη, προσώπων. Αναμφίβολα το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Αιτήτριας. Επαναλαμβάνεται ότι κανένας ουσιαστικός λόγος δεν έχει προσφερθεί από μέρους των Εναγομένων 2 - Καθ' ων η Αίτηση ώστε να δημιουργούνται βάσιμες ανησυχίες για τυχόν βλάβη τους. Επιπρόσθετα οι προϋποθέσεις που έθεσε η υπόθεση Mitsui & Co. (ανωτέρω) ως προς την έκδοση διατάγματος του τύπου Norwich έχουν ικανοποιηθεί σε σχέση με την Εναγόμενη 2. Ότι δηλαδή έχει καταδειχθεί α) η διάπραξη ή τουλάχιστον διάπραξη εκ πρώτης όψεως αδικοπραξίας, ήτοι απάτης, σε βάρος της Ενάγουσας β) ότι η Ενάγουσα χρειάζεται τις αιτούμενες πληροφορίες διαφορετικά δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την Αγωγή της εναντίον των προσώπων που κατ' ισχυρισμό διέπραξαν σε βάρος της την απάτη, ήτοι την Εναγόμενη 1 και γ) η Καθ'ης η Αίτηση 2 είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες που είναι απαραίτητες για προώθηση της αγωγής της εναντίον εκείνων των συγκεκριμένων προσώπων που την εξαπάτησαν. Όσον αφορά τα στοιχεία (α) και (β) σημειώνεται ότι πρόκειται περί μιας υπόθεσης που ενέχει τα στοιχεία απάτης και δόλου οπότε η έκδοση των διαταγμάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία (βλ. Re Bernard L. Madoff Investment Securities LLC
(2009)EWHC442(Ch). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα του τύπου Norwich Pharmacal. Εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 2- Καθ' ης η Aίτηση ως η παράγραφος Β της αίτησης. Παραχωρείται χρόνος συμμόρφωσης 20 ημερών από την επίδοση του διατάγματος σ' αυτήν. Το απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 06/09/13 καθίσταται απόλυτο. Σε σχέση με τα έξοδα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην Avilia Management Services Limited v. Frantisek Stepanek (ανωτέρω): «Στο Civil Litigation 2006-2007 των Inns of Court School of Law,αναφέρονται τα εξής, στη σελ. 212, παρ. 21.2.8: «A claimant will normally be required to pay the legal costs and any other expenses incurred by a blameless defendant in complying with a Norwich Pharmacal order. It may be possible to recover such costs and expenses from the wrongdoer if liability is eventually established, provided it was foreseeable that the claimant would need to make a Norwich Pharmacal application before bringing the substantive proceedings (Totalise plc v. Motley Fool Ltd (No. 2) The Times, 10 January 2002).» Σε μετάφραση: «Θα ζητηθεί κατά κανόνα από τον ενάγοντα να καταβάλει τα δικαστικά και άλλα έξοδα τα οποία θα υποστεί ο αναίτιος εναγόμενος συμμορφούμενος με τη διαταγή Norwich Pharmacal. Πιθανόν να είναι δυνατή η ανάκτηση των δικαστικών και άλλων εξόδων από τον αδικοπραγούντα υπό την προϋπόθεση ότι ήταν προβλεπτό ότι ο ενάγων θα αναγκαζόταν να προωθήσει αίτηση για Norwich Pharmacal προτού εγείρει την ουσιαστική διαδικασία (Totalise plc v. Motley Fool Ltd (No. 2) The Times, 10 Ιανουαρίου 2012).» Η αρχή της επιδίκασης εξόδων υπέρ του εναγομένου στις υποθέσεις τύπου Norwich Pharmacal, ακόμη και της παροχής ασφάλειας για τυχόν έξοδα και απώλειες που θα υποστούν οι εναγόμενοι για την εξασφάλιση των στοιχείων και των πληροφοριών, δεν είναι ασυνήθης. Εφαρμόζεται επίσης, τουλάχιστον σ΄ ό,τι αφορά την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, διοικητικά, δικαστικά και άλλα, που θα υποστούν τρίτα πρόσωπα τα οποία θα πρέπει να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου και σε υποθέσεις Mareva, όπου συνήθως τράπεζες, ως τρίτα πρόσωπα, πρέπει να ελέγξουν διάφορους λογαριασμούς για να διαπιστώσουν κατά πόσο ο εναγόμενος έχει τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα του ή σε συνδεδεμένες μ΄ αυτόν εταιρείες, στοιχεία τα οποία οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριό επί ποινή περιφρόνησης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Τέτοιοι όροι είναι συνήθεις και επιβάλλονται από το Δικαστήριο κατά την έκδοση Mareva Injunctions (δέστε Z.Ltd v. A-Z
(1982)1 Q.B. 558). Η διαταγή εξόδων ως ανωτέρω ενδείκνυται όμως όταν ο εναγόμενος θεωρείται αμέτοχος στις όλες αδικοπραξίες («blameless defendant») και είναι αθώο μέρος.» Κατά ακολουθία της πιο πάνω παραταθείσας νομικής αρχής τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι στην πορεία της αγωγής. Τα δε έξοδα που θα επωμισθεί η Εναγόμενη 2 για σκοπούς συμμόρφωσης με το διάταγμα τύπου Norwich επιδικάζονται εναντίον της Ενάγουσας- Αιτήτριας. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο