← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. EBRAHIM MANAFZADEH ASADI κ.α., Αρ. Αγωγής: 3148/09, 31/1/2014

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. EBRAHIM MANAFZADEH ASADI κ.α., Αρ. Αγωγής: 3148/09, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3148/09 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED, από Λευκωσία Ενάγουσα - και -

  1. EBRAHIM MANAFZADEH ASADI, από Ιράν
  2. PATROCLOS & KATHRIUM KTIRIODOMIKI LTD, από Λάρνακα Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Γ. Ζαχαρίου Για την Εναγόμενη αρ. 2: κ. Ν. Κλεάνθους ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 το ποσό των €199.973.5 σεντ πλέον τόκο από 22/5/2009 και διατάγματα, δυνάμει σύμβασης δανείου με τον Εναγόμενο 1, σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων του Εναγομένου 1 στην Ενάγουσα που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο που υπέγραψε με την Εναγομένη 2, σύμβασης εγγύησης με την Εναγόμενη 2 και έξοδα. Η αγωγή δεν επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 και η υπόθεση προχώρησε μόνο εναντίον της Εναγομένης 2 η οποία καταχώρησε υπεράσπιση και αρνείται την αξίωση της Ενάγουσας για δύο ουσιαστικά λόγους οι οποίοι δεν χρειάζεται τώρα να καταγραφούν. Η Ενάγουσα προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις

(4)μάρτυρες (Μ.Ε.) και η Εναγόμενη μία μάρτυρα (Μ.Υ). Η μαρτυρία όλων τυγχάνει σχολιασμού και αξιολόγησης κατωτέρω. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, τις εκφρασθείσες θέσεις των διαδίκων μερών, την αποδοχή ή μη αμφισβήτηση της μαρτυρίας ή μη προσκομισθείσας αντίθετης μαρτυρίας και την μαρτυρία του Παναγιώτη Αζά, ΜΕ1, υπαλλήλου της Ενάγουσας που ως εκ της θέσης του κατείχε τα Τεκμήρια 1-7 η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και αποδέχομαι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι πιστωτικό ίδρυμα και ασκεί τραπεζικές εργασίες. Στα πλαίσια των εργασιών αυτών η Ενάγουσα δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 6/2/07, Τεκμήριο 1, παρείχε δάνειο ύψους €201.500 προς τον Εναγόμενο 1, για την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς εκ μέρους του από την Εναγόμενη 2 ενός διαμερίσματος με αρ. 501 στο Carisa Kalypso Court στη Λάρνακα επί του ακινήτου με τα στοιχεία που φαίνονται στο πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 7. Ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων του, ημερομηνίας 6/2/07, Τεκμήριο 6, στην Ενάγουσα που πήγαζoυν από το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 7. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου η Εναγόμενη 2 υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 3/5/07, Τεκμήριο 5. Στις 24/3/07 εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας για το ως άνω διαμέρισμα, Τεκμήριο 13, και η Εναγόμενη 2 απέστειλε γραπτή ειδοποίηση ημερομηνίας 12/10/07, περί τούτου, στον Εναγόμενο 1, Τεκμήριο 15, ήτοι επτά
(7)σχεδόν μήνες μετά την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας, με την οποία τον καλούσε να έρθει σε επαφή μαζί της για να γίνει συνάντηση για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του και την τακτοποίηση του οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με την εν ισχύ συμφωνία τους καθώς και να μιλήσει στον δικηγόρο του εάν προχώρησε με την αίτηση στο Υπουργικό Συμβούλιο και εάν έλαβε την άδεια για την μεταβίβαση. Επίσης ότι η μεταβίβαση έπρεπε να γίνει εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της επιστολής και ότι η ασφάλεια του διαμερίσματος δεν θα ανανεώνετο εκ μέρους της και ήταν ευθύνη του. Η Εναγόμενη 2 με επιστολή της ημερομηνίας 15/10/07, Τεκμήριο 8, ενημέρωσε την Ενάγουσα για την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας και την καλούσε να ετοιμάσει τα έγγραφα υποθήκης για να μπορέσει να μεταβιβάσει το διαμέρισμα στο όνομα του Εναγομένου
  1. Έκτοτε και μέχρι την καταχώρηση της αγωγής στις 22/10/09 τα μόνα γραπτά διαβήματα που έγιναν από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές ήταν, η μεν Ενάγουσα να στείλει στον Εναγόμενο 1 στις 9/1/09 επιστολή, Τεκμήριο 11, στη διεύθυνση που είχε στο Ιράν, με την οποία τον ειδοποιούσε για την αλλαγή επιτοκίου, η οποία επιστράφηκε πίσω ως εξάγεται από το φάκελο με τον οποίο αποστάληκε η επιστολή και επισυνάπτεται με το Τεκμήριο 11 και το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13/2/09, Τεκμήριο 10, με το οποίο του αναφέρετο ότι το στεγαστικό του δάνειο έδειχνε καθυστερήσεις εκ €6.996, η επιστροφή των επιστολών της και η μη απάντηση στα τηλεφωνήματα που του εγίνοντο, όπως και τα μέτρα που θα λαμβάνοντο και τις συνέπειες που θα είχε αν δεν εκπληρούσε τις υποχρεώσεις του στις επόμενες δύο εβδομάδες. Από το Τεκμήριο 12, ηλεκτρονικό μήνυμα που στάληκε από την Τράπεζα Κύπρου στην Ενάγουσα, φαίνεται να έγιναν κάποιες ενέργειες μεταξύ των ημερομηνιών 27/3/09 και 10/4/09 από τον Εναγόμενο 1, για μεταφορά χρημάτων, ήτοι €5.000 από την Τράπεζα Κύπρου στην Ενάγουσα, οι οποίες όμως δεν καρποφόρησαν. Ως αποτέλεσμα της μη καταβολής των δόσεων από τον Εναγόμενο 1 προς την Ενάγουσα η τελευταία με επιστολές της ημερομηνίας 21/5/09, Τεκμήριο 3, προς τον Εναγόμενο 1 και την Εναγόμενη 2 τερμάτισε την συμφωνία δανείου. Αφού κινήθηκε η αγωγή στις 22/10/09 η Εναγόμενη 2 με επιστολή ημερομηνίας 11/2/10, Τεκμήριο 9, ζήτησε από την Ενάγουσα, μέσω της υπαλλήλου της Παναγιώτας Κωνσταντά ΜΕ2, να την ενημερώσει για τα έξοδα της υποθήκης καθώς και για οποιαδήποτε άλλα έξοδα έπρεπε να πληρωθούν για να μπορέσει να προχωρήσει με την μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του Εναγόμενου
  2. Επισύναπτε δε και αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας για την ετοιμασία των εγγράφων υποθήκης. Στις 2/11/11 η Εναγόμενη 2 απέστειλε επιστολή, Τεκμήριο 14, στην Ενάγουσα, η οποία ήταν σε συνέχεια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με κάποια Μαρία Θεοδώρου, υπάλληλο της Ενάγουσας, με την οποία τους εφοδίασε με τα στοιχεία του Εναγομένου 1 σχετικά με την διεύθυνση του, το τηλέφωνο του, το φαξ του και το E.mail του. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό, Τεκμήριο 4, που αφορά την περίοδο 6/2/07 μέχρι 18/10/13 για την κατάσταση λογαριασμού του Εναγομένου 1, Τεκμήριο 2, το οφειλόμενο ποσό την 1/7/13 ανήρχετο στις €302.533.64 σεντ. Να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι όλες τις ενέργειες, επικοινωνίες, γραπτές και προφορικές, επαφές ή/και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που αφορούν την παρούσα υπόθεση αλλά και γενικά για όλες τις υποθέσεις παρόμοιας φύσης εκ μέρους της Εναγομένης 2 διεξήγοντο από την Μαρία Βουρή, υπάλληλο της Εναγόμενης
  3. Σημείο τριβής και αντιπαράθεσης τελικά αποτέλεσε ο όρος 23 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 5, ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στο παρόν έγγραφο, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για το ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ με αριθμό 501 στο CARISA CALYPSO COURT το οποίο ανεγείρεται στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής C346 Φύλλο / Σχέδιο XLI/57.1.I τεμάχιο 351 περιοχή ΣΚΑΛΑ, επαρχία ΛΑΡΝΑΚΑΣ στο όνομα του EBRAHIM MANAFZADEH ASADI (TEHRAN PASS. NO. G6819076) (που στη συνέχεια θα αναφέρεται 'ο Αγοραστής'), την μεταβίβαση του στο όνομα του Αγοραστή και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της Τραπέζης ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα, η παρούσα εγγύησή μου θα τερματισθεί. Η υποθήκη η οποία θα εγγραφεί θα είναι για ποσό ίσο με 120%, πλέον τόκων, των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με τη Τράπεζα κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για τέτοιο άλλο ποσό το οποίο θα υποδείξει η Τράπεζα και βεβαίως η μαρτυρία που σχετίζεται με αυτόν υπό το φως της ερμηνείας που αποδίδεται σε αυτόν από έκαστο των διαδίκων μερών.» Η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι από τη στιγμή που εκδόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας και εκφράστηκε η ετοιμότητα της να προβεί σε αυτή, αφού και ο Εναγόμενος 1 ήταν έτοιμος προς τούτο, στέλλοντας την επιστολή ημερομηνίας 15/10/07, Τεκμήριο 8, στην Ενάγουσα, και αδιαφόρησε η Ενάγουσα να ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα για υποθήκευση του διαμερίσματος όπως έπραξε και μεταγενέστερα που εγέρθηκε η αγωγή, στο κάλεσμα της επιστολής της ημερομηνίας 11/2/10, Τεκμήριο 9, ουδεμία ευθύνη έχει πλέον επί τη βάσει της συμφωνίας εγγύησης, αφού έπραξε αυτό που προνοείται σε αυτήν και υπεύθυνη πλέον για την μη μεταβίβαση και τιτλοποίηση του διαμερίσματος στο όνομα του Εναγόμενου 1 και υποθήκευσης τούτου προς όφελος της Ενάγουσας είναι η ίδια η Ενάγουσα. Προς απόδειξη της θέσης αυτής η Εναγόμενη 2 πρόσφερε τη μαρτυρία της Μαρίας Βουρή, υπαλλήλου της, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή της απόφασης, που είναι υπεύθυνη για όλα τα θέματα που αφορούν τους αγοραστές ακινήτων από αυτή. Η μάρτυρας μεταξύ άλλων ανάφερε ότι μετά την επιστολή ημερομηνίας 15/10/07, Τεκμήριο 8, κατά διαστήματα επικοινώνησε είτε με την Παναγιώτα Κωνσταντά, ΜΕ2 είτε με τη Στέλλα Πιερέττη, ΜΕ3, για την ετοιμασία των εγγράφων υποθήκης του διαμερίσματος αλλά η απάντηση κάθε φορά ήταν θα το δούμε και θα σας ενημερώσουμε και ουδέποτε της αναφέρθηκε ότι υπήρχε κάποιο ζήτημα, όπως το ακατόρθωτο της επικοινωνίας τους με τον Εναγόμενο 1, τον οποίο ενημέρωσε και ήταν αγανακτισμένος με τη στάση αυτή της Ενάγουσας. Άλλωστε με τον Εναγόμενο 1 είχε και έχει επικοινωνία και αν της αναφέρετο κάτι τέτοιο, χωρίς να αποτελεί δική της ευθύνη, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την Ενάγουσα για αυτό το σκοπό, όπως το έπραξαν και το
  4. Υποβλήθηκαν αρκετές ερωτήσεις και απάντησε για το είδος της επικοινωνίας που είχε με τον Εναγόμενο 1, την ετοιμότητα της Εναγόμενης 2 και του Εναγόμενου 1 όπως την διαβεβαίωνε για την υλοποίηση των πιο πάνω, που αμφισβητήθηκε έντονα από την δικηγόρο της Ενάγουσας, με υποβολές για έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους της Εναγομένης 2 να υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα, και την πρακτική για την ταυτόχρονη μεταβίβαση στον αγοραστή και υποθήκευση του ακινήτου προς όφελος της Ενάγουσας. Αφού, λοιπόν, συνεχίζει, η Εναγόμενη 2 έκδωσε ξεχωριστό τίτλο για το διαμέρισμα και ήταν και είναι μέχρι σήμερα έτοιμη να μεταβιβάσει στον Εναγόμενο 1 το διαμέρισμα με ταυτόχρονη υποθήκευση του στην Ενάγουσα και η τελευταία δεν ανταποκρίνεται, παραβιάζοντας τη σύμβαση εγγύησης, έπραξε ότι προνοείται από τη σύμβαση εγγύησης και ως εκ τούτου απαλλάγηκε από αυτή. Από την άλλη η Ενάγουσα προσκόμισε την μαρτυρία τεσσάρων
(4)μαρτύρων, ως καταγράφεται και στην αρχή της απόφασης, για να αποδείξει την υπόθεση της και την ορθότητα της θέσης της που αναφέρθηκε ανωτέρω. Η Παναγιώτα Κωνσταντά, ΜΕ2, είναι η προϊστάμενη του τμήματος στεγαστικών δανείων. Αφού αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση ως το ηλεκτρονικό μήνυμα που απευθύνετο σε αυτή από την Εναγόμενη 2 και προωθήθηκε σε αυτή στο προσωπικό της E-MAIL από άλλη συνάδελφο της που το παρέλαβε, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, και έκτοτε δεν είχε άλλη επικοινωνία αναφορικά με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είτε με τον Εναγόμενο 1 είτε με την Εναγόμενη
  1. Άλλωστε δεν χειρίζετο το φάκελο του Εναγομένου 1 αυτή και ως εκ τούτου δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με το Τεκμήριο 8 αφού άλλος συνάδελφος της ήταν υπεύθυνος, που εξ' όσων πιστεύει θα προέβει στις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν. Σε σχέση με το Τεκμήριο 8, είπε ότι το είδε στο φάκελο του Εναγομένου 1 πριν την έγερση της αγωγής, χωρίς να ενθυμείτε πότε ακριβώς, και μίλησε με τη συνάδελφο της που χειρίζετο την υπόθεση για να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 1 αλλά δεν ενθυμείτο εάν είχε επικοινωνία, με την Εναγόμενη 2, δηλαδή με την Βουρή, που γνώριζε ότι ήταν η υπεύθυνη για τον χειρισμό τέτοιων υποθέσεων, που στη συνέχεια ανάφερε ότι δεν είχε επικοινωνία είτε μετά την επιστολή Τεκμήριο 8, είτε μετά την επιστολή Τεκμήριο
  2. Χωρίς δε να αποκλείει το ενδεχόμενο να μίλησαν, δεν πίστευε ότι μίλησαν και ότι ήταν με δική της υπόδειξη που στάληκε το Τεκμήριο 9 από την Εναγόμενη 2 και απευθύνετο σε αυτή προσωπικά. Τέλος συμφώνησε ότι στο φάκελο του Εναγομένου 1 δεν ανευρέθηκε επιστολή εκ μέρους της Ενάγουσας προς αυτόν που να τον καλεί να έρθει για να γίνει η μεταβίβαση. Η Στέλλα Πιερέττη, ΜΕ3, λειτουργός στο τμήμα στεγαστικών δανείων της Ενάγουσας ανάφερε ότι μετά την παραλαβή της επιστολής ημερ. 15/10/07, Τεκμήριο 8, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 1 τηλεφωνικά, αφού τότε δεν είχαν ηλεκτρονική διεύθυνση, χωρίς όμως ανταπόκριση, όπως και στη συνέχεια, όμως δεν στάληκε επιστολή με την οποία να καλείται να έρθει για την μεταβίβαση του διαμερίσματος. Για την μη ανταπόκριση του ήταν ενήμερη η Βουρή, όχι όμως γραπτώς. Ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του Εναγομένου 1 και η υποθήκευση του προς όφελος της Ενάγουσας, αφού δεν είχαν τα στοιχεία για τα έγγραφα υποθήκης τα οποία ετοίμαζε αυτή. Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατή και η απαλλαγή της Εναγόμενης 2 από την σύμβαση εγγύησης με βάση τον όρο
  3. Η Εναγόμενη 2 δε από την ημερομηνία 15/10/07 που έστειλε την πιο πάνω επιστολή, Τεκμήριο 8, μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2010 που έστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 9, δεν είχε καμία άλλη επαφή μαζί τους. Σε υποβολές ότι η Βουρή επικοινώνησε μαζί της πολλές φορές και της είπε για να ετοιμάσει τα έγγραφα υποθήκης απάντησε αρνητικά, υποδεικνύοντας, με νόημα, σε απάντηση προγενέστερης σχετικής υποβολής, ότι ούτε η Βουρή έχει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι τους πληροφόρησε να ετοιμάσουν τα έγγραφα υποθήκης και δεν ήταν έτοιμοι. Στη συνέχεια όμως παραδέχθηκε ότι μετά τις 15/10/07 είχε 3-4 φορές επικοινωνία με τη Βουρή. Τελευταία μάρτυρας για την Ενάγουσα κλήθηκε η Χριστίνα Γεωργίου ΜΕ4, η οποία είναι λειτουργός στο τμήμα καθυστερήσεων της Ενάγουσας, η οποία ανάφερε ότι περί το έτος 2008 άρχισε να έχει καθυστερήσεις στις δόσεις του ο Εναγόμενος 1 και προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικά αλλά αυτός δεν απαντούσε. Επειδή στη συνέχεια εξακολουθούσε να έχει καθυστερήσεις στις δόσεις του περί τον Φεβρουάριο του 2009 του στάληκε ηλεκτρονικό μήνυμα όπως και επιστολή που ήρθε πίσω, Τεκμήρια 10 και 11, όπως και τηλεφωνήματα χωρίς ανταπόκριση. ΄Ομως κατά την άποψη της εκ του Τεκμηρίου 12 που φαίνεται να έγινε προσπάθεια εκ μέρους του να γίνει έμβασμα για το ποσό των €5000 από την Τράπεζα Κύπρου προς την Ενάγουσα, που δεν καρποφόρησε, φαίνεται ότι λάμβανε τα μηνύματα αλλά δεν απαντούσε. Ως εκ των πιο πάνω τερματίστηκε η συμφωνία δανείου και η υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο της οποίας πλέον επιλαμβάνονται οι δικηγόροι της Ενάγουσας. Ο συνήγορος της Εναγόμενης 2 πέραν της βασικής και κύριας θέσης ότι κακώς εγέρθηκε η αγωγή εναντίον της αφού εκπλήρωσε τον όρο 23 της σύμβασης εγγύησης με την έκδοση του τίτλου, την ετοιμότητα της να το μεταβιβάσει στον Εναγόμενο 1 που ήταν έτοιμος προς τούτο και δεν υλοποιήθηκε εξ' υπαιτιότητας της Ενάγουσας και ως εκ τούτου απαλλάγηκε της υποχρέωσης της αυτή, εισηγήθηκε επίσης ότι από τη στιγμή που δεν επιδόθηκε η αγωγή στον Εναγόμενο 1 δεν μπορεί το Δικαστήριο να γνωρίζει το ακριβές ποσό της οφειλής μέχρι να αποδειχθεί η υπόθεση εναντίον του. ΄Αλλωστε η Εναγόμενη 2 δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να αποδείξει ούτε να αντικρούσει οτιδήποτε σε σχέση με το πραγματικό χρεωστικό υπόλοιπο. Ως εκ τούτου θα έπρεπε, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αποδειχθεί πρώτα εναντίον του Εναγομένου 1 και μετά να άρχιζε η ακρόαση της αγωγής εναντίον της Εναγομένης
  4. Από την άλλη πλευρά η δικηγόρος της Ενάγουσας εισηγήθηκε καταρχάς ότι από την Έκθεση Υπεράσπισης προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της Εναγομένης 2 ήταν ότι έπαυε να ισχύει η εγγύηση της με την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου τα όσα αναφέρθησαν, πέραν τούτου, στη μαρτυρία της μάρτυρος υπεράσπισης εκφεύγουν από τις έγγραφες προτάσεις. Ακολούθως ανάφερε ότι ο όρος 23 δεν υλοποιήθηκε και υφίσταται αφού μόνο ο τίτλος εκδόθηκε και δεν πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση και η υποθήκευση του διαμερίσματος. Η ετοιμότητα δε της Εναγόμενης 2 για μεταβίβαση ήταν και είναι ανύπαρκτη, όπως και του Εναγόμενου 1, αφού για την πραγματοποίηση της δεν απαιτείται η σύμπραξη της Ενάγουσας και θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς αυτή, παραθέτοντας τη μαρτυρία που προσκομίστηκε και από τις δύο πλευρές με έμφαση στις ανακολουθίες της μάρτυρας υπεράσπισης για την επικοινωνία της με τον Εναγόμενο
  5. Τόνισε επίσης ότι πουθενά στον όρο 23 της σύμβασης δεν γίνεται αναφορά για ταυτόχρονη μεταβίβαση και υποθήκευση του ακινήτου που ήταν μια βασική θέση της Εναγόμενης 2 για την επίρριψη της ευθύνης στην Ενάγουσα για τη μη υλοποίηση του όρου
  6. Τέλος σχολιάζοντας την θέση του δικηγόρου της Εναγομένης 2 ότι δεν μπορεί να προχωρήσει η υπόθεση εναντίον της χωρίς πρώτα να αποδειχθεί η υπόθεση εναντίον του Εναγομένου 1, ανάφερε ότι τούτο δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία που επικαλέσθηκε. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας τόσο τους υπόλοιπους μάρτυρες της Ενάγουσας (ΜΕ2-4) όσο και την μάρτυρα υπεράσπισης (ΜΥ) και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ειλικρίνεια τους, την ευθύτητα τους, την ευκαιρία που είχαν να γνωρίζουν για τα θέματα που αποτέλεσαν τον ουσιαστικό και βασικό άξονα αντιπαράθεσης όπως και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Όλοι οι μάρτυρες σε γενικές γραμμές μου έκαναν καλή εντύπωση, όμως αυτό δεν εξυπακούει ότι όλοι ανέφεραν όλη την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ΜΕ2 και 3 δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο όταν ανάφεραν ότι η Μαρία Βουρή, ΜΥ1, δεν επικοινώνησε μαζί τους μετά την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 15/10/07, Τεκμήριο 8, αφού η Παναγιώτα Κωνσταντά, ΜΕ2, όταν αναφέρθηκε για το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 11/2/10, Τεκμήριο 9, που απευθύνετο προσωπικά σε αυτή δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να στάληκε κατόπιν δικής της προτροπής αν και δεν το πίστευε και επί τούτου του θέματος η Μαρία Βουρή ήταν πιο πειστική και σίγουρη για την επικοινωνία της με την μάρτυρα αυτή αλλά και ως θέμα λογικής θα επιδίωκε την επικοινωνία με την προϊσταμένη του τμήματος για διευθέτηση του θέματος για να καταστεί δυνατή η απαλλαγή της Εναγόμενης 2 από την εγγύηση. Η δε Στέλλα Πιερέττη, ΜΕ3, ενώ αρχικά αρνήθηκε ότι είχε επικοινωνία με την Μαρία Βουρή μετά την επιστολή, Τεκμήριο 8, παραδέχθηκε τελικά ότι είχε 3-4 φορές επικοινωνία με την Βουρή γεγονός που ενισχύει το δίκαιο της εμμονής της Βουρή ότι η είχε επικοινωνία με αυτή για το αναφερθέν πιο πάνω θέμα. Επίσης ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι, από ότι του είπαν οι συνάδελφοι του, γνώριζε ότι είχε γίνει επικοινωνία τηλεφωνικά με την Εναγόμενη
  7. Ακόμη όπως του ανάφερε η Κωνσταντά δεν ενθυμείτο κάτι για το Τεκμήριο 9, το οποίο κατά τον ίδιο δεν υπήρχε στο φάκελο του πελάτη, εννοώντας τον Εναγόμενο 1, και ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι η Βουρή σίγουρα ενθυμείτο για την επικοινωνία τους καλύτερα από ότι η Κωνσταντά. Ως εκ των πιο πάνω απορρίπτω και δεν αποδέχομαι τους ισχυρισμούς των Μ.Ε.2 και 3 ότι δεν είχαν επικοινωνία μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 8 με την Μαρία Βουρή. Από την άλλη όμως δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της Μαρίας Βουρή ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πάντοτε και είναι μέχρι σήμερα έτοιμος για τη μεταβίβαση αφού τίποτε το απτό δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει τούτο. Απεναντίας ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε σε επίπεδο λόγου και όχι πραγματικού γεγονότος. Χειροπιαστό παράδειγμα απόδειξης του ισχυρισμού της αυτού θα ήταν εάν ο Εναγόμενος 1 εμφανίζετο σε οιονδήποτε στάδιο ενώπιον της ή των υπαλλήλων της τράπεζας και τους έλεγε ότι ήταν έτοιμος για τη μεταβίβαση και την υποθήκευση ή ακόμη αφού εξακολουθεί να έχει επικοινωνία μαζί του εάν παρουσιάζετο έστω και τώρα. Η εντύπωση που θα αφήνετο μάλιστα, εκ των πραγμάτων, από ένα τέτοιο ισχυρισμό, εάν ευσταθούσε, είναι ότι ο Εναγόμενος 1 απέφευγε να έχει οιανδήποτε επικοινωνία με την Ενάγουσα αφού στα καλέσματα της στο τηλέφωνο και στην ηλεκτρονική διεύθυνση του που είναι η ίδια με αυτή που έχει η Βουρή δεν ανταποκρίνετο. Επίσης η μη ετοιμότητα του Εναγόμενου 1 για να γίνει η μεταβίβαση και υποθήκευση του διαμερίσματος εξάγεται και από την μη τελεσφόρηση του εμβάσματος του ποσού των €5000 για καθυστερημένες δόσεις από την Τράπεζα Κύπρου προς την Ενάγουσα περί το Μάρτιο του 2009 αφήνοντας έτσι την Ενάγουσα να προχωρήσει στον τερματισμό του δανείου. Επομένως αυτό το μέρος της μαρτυρίας της Μαρίας Βουρή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και απορρίπτεται. Την μαρτυρία της Χριστίνας Γεωργίου, η ΜΕ4, η οποία εργάζετο στο τμήμα καθυστερήσεων κατά την επίδικη περίοδο η οποία κρίνεται ευθύς, ειλικρινής και χωρίς αντιφάσεις την αποδέχομαι. Πέραν των όσων γεγονότων ήδη έχουν αποδειχθεί και καταγραφεί στην αρχή της απόφασης έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη 2 δια μέσω της Βουρής επικοινώνησε με την Ενάγουσα για να ετοιμάσει η τελευταία τα έγγραφα υποθήκης. Όμως η αποδοχή της επικοινωνίας αυτής δεν αποδεικνύει συνάμα και την ετοιμότητα του Εναγόμενου 1 να έρθει στην Κύπρο για να γινει η μεταβίβαση και υποθήκευση του διαμερίσματος αφού ουδέποτε ανταποκρίθηκε έμπρακτα. Η επιθυμία και διάθεση της Εναγόμενης 2 προς υλοποίηση της μεταβίβασης είναι δεδομένη και αποδεκτή αφού με αυτό τον τρόπο, και την υποθήκευση φυσικά του διαμερίσματος, θα απαλλάσσετο από το βάρος της εγγύησης που έδωσε στην Ενάγουσα. Ποια όμως είναι η σημασία της έκδοσης του ξεχωριστού τίτλου του διαμερίσματος και του διαβήματος της Εναγομένης 2 με την επιστολή ημερομηνίας 15/10/07, Τεκμήριο 8, προς την Ενάγουσα και της μετέπειτα επικοινωνίας σε κάποια διαστήματα με αυτή για την ετοιμασία των εγγράφων υποθήκης και της μη ανταπόκρισης της Ενάγουσας υπό το πρίσμα των θέσεων που προβλήθηκαν και προωθήθηκαν για την ερμηνεία του όρου 23 της σύμβασης εγγύησης; Πριν απαντηθεί το ερώτημα αυτό ορθότερο είναι όπως το Δικαστήριο επιληφθεί του θέματος ότι η αγωγή δεν θα πρέπει να προχωρήσει αλλά να παύσει εναντίον της Εναγομένης 2 επειδή δεν έχει επιδοθεί στον Εναγόμενο 1 και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί η υπόθεση εναντίον της, προαπαιτούμενο κατά τον κ. Κλεάνθους, για να προχωρήσει η υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης 2 ή άλλως πως ότι είναι πρόωρη η αγωγή εναντίον της Εναγομένης
  8. Η θέση αυτή δεν έχει έρεισμα στη νομολογία ή απάντηση της οποίας δίνεται στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ, Πολιτική Έφεση 123/10, ημερομηνίας 18/2/11 στην οποία αφού γίνεται αναφορά στην Σιαμμάς v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1021 που κρίνεται εσφαλμένη αναφέρονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Σιαμμάς, η έκδοση απόφασης εναντίον του εγγυητή λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, αφαιρεί οποιαδήποτε υπεράσπιση από τον πρωτοφειλέτη «εφόσον το Δικαστήριο διαπίστωσε ήδη την ύπαρξη και την οφειλή του χρέους και εξέδωσε απόφαση για τον εγγυητή». Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η δυναμική του σκεπτικού της απόφασης στην υπόθεση Σιαμμάς επηρεάζεται ως εκ των πραγμάτων από τα πιο πάνω, για τους λόγους που ακολουθούν, η έκδοση απόφασης εναντίον του εγγυητή δεν συνεπάγεται τις συνέπειες που υποδεικνύονται στην υπόθεση Σιαμμάς. Τέτοια απόφαση είναι δυνατό να εκδοθεί δυνάμει των προνοιών του θ.4 της Δ.17 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, οι οποίες αντιστοιχούν με αυτές του θ.4 της Δ.13 των παλαιών Αγγλικών Δικονομικών Κανονισμών και οι οποίες έχουν ως εξής: «
  1. Where the writ of summons is for a liquidated demand, whether specially indorsed or otherwise, and there are several defendants, of whom one or more appear to the writ, and another or others of them fail to appear, the plaintiff may apply for judgment, as in the preceding rule, against such as have not appeared, and may issue execution upon such judgment without prejudice to his right to proceed with the action against such as have appeared." Προκύπτει επομένως ότι η δυνατότητα έκδοσης ξεχωριστών αποφάσεων εναντίον συνεναγομένων στη βάση ξεχωριστών αιτήσεων για απόφαση, είναι θεσμικά κατοχυρωμένη. Η απόφαση στη Σιαμμάς εκδόθηκε χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στις πρόνοιες του θ.4 της Δ.17 και κατά πλήρη παραγνώριση και παραβίαση τους. Επομένως, είναι εσφαλμένη. Όμως, η απόφαση Σιαμμάς είναι εσφαλμένη και για τους πιο κάτω λόγους: Έκδοση απόφασης εναντίον συνεναγομένου δεν προκαθορίζει ούτε και προαποφασίζει κατ' ανάγκη, ως το σκεπτικό της υπόθεσης Σιαμμάς εισηγείται, τη μοίρα της αξίωσης εναντίον άλλου συνεναγομένου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται ξεχωριστά και με βάση το υλικό που ο αιτητής επιλέγει να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση αναφορικά με την εμβέλεια του πεδίου εφαρμογής των προνοιών του θ.4 της Δ.17, παραπέμπουμε στην επεξηγηματική σημείωση του συγγράμματος Annual Practice του 1958 υπό τον τίτλο «Some Defendants not Served», σελ. 156». Έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι προαπαιτούμενο η απόδειξη της υπόθεσης εναντίον του Εναγομένου 1 για να καταστεί δυνατό να προχωρήσει η αγωγή εναντίον της Εναγομένης
  2. Η συλλογιστική ότι δεν είναι μέρος της σύμβασης δανείου, ως αφήνεται να νοηθεί, η Εναγομένη 2 και ως εκ τούτου δεν είχε λόγο να προβεί σε οτιδήποτε σχετίζεται με αυτή, δηλαδή την σύμβαση δανείου, όπως το νόμιμο αυτής ή το χρεωστικό υπόλοιπο από αυτή, ή και ότι δεν νομιμοποιείται σε εξέταση, σε ότι σχετίζεται με αυτή, παραγνωρίζει το γεγονός ότι η σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε η Εναγόμενη 2 με την Ενάγουσα έχει ακριβώς ως κύρια και μοναδική αιτία τη σύμβαση δανείου την οποία υπηρετεί και ως εκ τούτου υπόλογη στο οιονδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο είναι και η Εναγόμενη 2 η οποία είχε κάθε δικαίωμα να αμφισβητήσει οτιδήποτε σε σχέση με τη σύμβαση δανείου μη εξαιρουμένου και του χρεωστικού υπολοίπου. Απόρροια των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω είναι ότι αυτή η θέση της Εναγομένης 2 δεν μπορεί να ευσταθίσει και απορρίπτεται. Στρεφόμενο τώρα το Δικαστήριο στο θέμα, που κύρια η Εναγομένη 2 προβάλλει, ότι έπραξε ότι της αναλογούσε με βάση τον όρο 23 της σύμβασης εγγύησης και τοιουτοτρόπως έχει απαλλαγεί από αυτή, αφού πρώτα αναφέρω ότι η θέση αυτή καταγράφεται έστω και αν δεν είναι διατυπωμένη με τον καλύτερο τρόπο στην παρ. 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης, διαπιστώνεται ότι η Εναγομένη 2 πράγματι εκπλήρωσε το ένα από τα τρία γεγονότα του όρου 23, ήτοι την έκδοση ξεχωριστού τίτλου του διαμερίσματος, που κατ' ακρίβεια είχε εκδοθεί ένα
(1)και πλέον μήνα πριν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης, με την συντέλεση των οποίων απαλλάσσετο της εγγύησης και επιπρόσθετα κάλεσε την Ενάγουσα να ετοιμάσει τα έγγραφα υποθήκης του διαμερίσματος, τα οποία με βάση την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου έχει αποδειχθεί και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν ετοιμάστηκαν ούτε κλήθηκε από την Ενάγουσα ο Εναγόμενος 1 για να γίνει η υποθήκευση αφού βεβαίως γίνει η μεταβίβαση στο όνομα του Εναγομένου 1 από την Εναγομένη
  1. Σημειώνω εδώ ότι η μαρτυρία της Χριστίνας Γεωργίου, ΜΕ4, που έγινε αποδεκτή έχει σχέση μόνο με τις προσπάθειες της να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 1 για σκοπούς ενημέρωσης του για τις καθυστερημένες δόσεις του. Είναι γεγονός ότι στον όρο 23 δεν αναφέρεται ρητά ποιος από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει την υποχρέωση για την εκπλήρωση των τριών γεγονότων για απαλλαγή της Εναγομένης 2 από την εγγύηση. Εκ της ιδιότητας του κάθε συμβαλλόμενου μέρους και της σύμβασης πώλησης του διαμερίσματος εξάγεται χωρίς κανένα ενδοιασμό η αμφισβήτηση ότι το μόνο πρόσωπο που ήταν σε θέση να εκπληρώσει και εκπλήρωσε την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ήταν η Εναγόμενη
  2. Σημειώνω και πάλι ότι η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας ολοκληρώθηκε πριν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης γιατί έχει και τούτο τη σημασία του από την σκοπιά ότι ουσιαστικά όταν υπογράφετο η σύμβαση εγγύησης εκείνο που παρέμενε προς εκπλήρωση ήταν η μεταβίβαση και υποθήκευση του διαμερίσματος. Επίσης το μόνο πρόσωπο που ήταν σε θέση και συνεπώς είχε και την υποχρέωση να εκτελέσει την μεταβίβαση ήταν και πάλι η Εναγόμενη
  3. Όμως η μεταβίβαση του διαμερίσματος από την Εναγομένη 2 στον Εναγόμενο 1 παρά την επιθυμία και διάθεση της και την λεκτική μόνο, εκφρασθείσα εκ μέρους της Εναγομένης 2, ετοιμότητας του Εναγομένου 1 για την υλοποίηση της μεταβίβασης, ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Όσον αφορά την τέλεση του τρίτου γεγονότος, της υποθήκης του διαμερίσματος, αυτό ήταν μεικτό, υπό την έννοια, ως ανάφερε η Βουρή, ήταν πάγια πρακτική να γίνεται ταυτόχρονα με την μεταβίβαση αφού τα έγγραφα υποθήκης τα ετοίμαζε η Ενάγουσα και τα υποθηκευτικά έξοδα πληρώντο από τον αγοραστή του διαμερίσματος, στην περίπτωση μας από τον Εναγόμενο
  4. Η αποτίναξη όμως του βάρους της εγγύησης της Εναγόμενης 2 και της απαλλαγής από αυτή μπορούσε να επέλθει μόνο με την συντέλεση και των τριών γεγονότων. Η συμπερίληψη μάλιστα της υποθήκης προς όφελος της Ενάγουσας δεν είναι τυχαία, αφού η Ενάγουσα έδινε δάνειο σε ένα πρόσωπο το οποίο της παρουσίαζε η Εναγομένη 2 ως αγοραστή ενός διαμερίσματος που ανέγειρε η ίδια, που δεν πρόσφερε το πρόσωπο αυτό καμία εξασφάλιση για το δάνειο που λάμβανε και ουσιαστικά εξυπηρετείτο η Εναγόμενη 2 με την πώληση του ανεγερθέντος διαμερίσματος εκ μέρους της. Η συμπερίληψη δηλαδή στον όρο 23 της σύμβασης εγγύησης της υποθήκης του διαμερίσματος προς όφελος της Ενάγουσας ήταν το αντιστάθμισμα στην ανύπαρκτη εξασφάλιση από τον Εναγόμενο 1 του δανείου που λάμβανε από την Ενάγουσα για να μη δύναται από τη μια η Εναγομένη 2 να το μεταβιβάσει στον Εναγόμενο 1 και η Ενάγουσα να παρέμενε χωρίς καμία εξασφάλιση και από την άλλη η μη υλοποίηση του όρου 23 να καθιστά υπεύθυνη για το όποιο χρεωστικό υπόλοιπο την Εναγομένη 2, που σε τελική ανάλυση αυτή βοηθείτο από την Ενάγουσα για την πώληση του διαμερίσματος στον Εναγόμενο 1 ο οποίος τίποτε δεν πρόσφερε στην Ενάγουσα για εξασφάλιση όταν λάμβανε το δάνειο. Επισημαίνεται σε αυτό το σημείο ότι αν και η σύμβαση δανείου έγινε στις 6/2/07 το ποσό του δανείου αποδεσμεύθηκε και εκταμιεύθηκε ως εμφαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2 και το πιστοποιητικό, Τεκμήριο 4, στις 4/5/07, δηλαδή μία
(1)ημέρα μετά την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης στις 3/5/07, Τεκμήριο
  1. Γεγονός που καταδεικνύει την σημασία που αποδίδετο στη σύμβαση εγγύησης και ειδικότερα στον όρο 23 αυτής, αφού με αυτό παρείχετο η μόνη εξασφάλιση για το δάνειο. Η πρακτική της ταυτόχρονης μεταβίβασης και υποθήκευσης ακινήτου που ακολουθείτο σε όλες τις όμοιες περιπτώσεις από την Ενάγουσα και Εναγομένη 2 δεν αλλοιώνει και δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τις πιο πάνω διαπιστώσεις και αναφορές για το ζήτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο αλλά απεναντίας ενδυναμώνει την αναγνώριση του βάρους που επιφορτίστηκε η Εναγόμενη 2 από τον όρο 23 της σύμβασης εγγύησης προκειμένου να απαλλαγεί από αυτή. Καθίσταται έτσι φανερό ότι η Εναγόμενη 2 δεν μπορεί να απαλλαγεί της εγγύησης της και η σχετική θέση της απορρίπτεται. Με βάση τους όρους σύμβασης εγγύησης η Εναγόμενη 2 είναι υπόλογη και υπεύθυνη στο χρεωστικό υπόλοιπο που φαίνεται στο Τεκμήριο 2 που εκδόθηκε δυνάμει του Τεκμηρίου 4, και με βάση το οποίο αποδεικνύεται η αξίωση της Ενάγουσας ως αυτή εμφαίνεται στην παρ. 10 Α της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας. Σε σχέση με τα διατάγματα τα οποία αξιώνονται από την Ενάγουσα εν απουσία και σχετικής αιτιολόγησης από την Ενάγουσα κρίνεται ότι δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν με βάση το περιεχόμενο τους εναντίον της Εναγομένης 2 αφού αυτά στηρίζονται στην συμφωνία εκχώρησης που υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου
  2. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον της Εναγομένης
  3. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 2 για το ποσό των €199.973.59 σεντ πλέον τόκου προς 3 μηνών LIBOR πλέον 4.1943% ετησίως από 22.5.09 πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους €505.66 σεντ μέχρι 21.5.09 του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 κάθε έτους, πλέον έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.