ΝΤΙΝΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΥΙΩΝ ΛΤΔ ν. Ξενοφώντος Βάσου Κυριακίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1959/09, 24/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1959/09 Μεταξύ: ΝΤΙΝΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΥΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και
- Ξενοφώντος Βάσου Κυριακίδη Εναγόμενου ---------------------------------------- Αίτηση έρευνας ημερομηνίας 30/04/2013 εναντίον των Εναγόντων και του Ντίνου Φιλίππου Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα. Αλεξάνδρου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. (κ. Γεωργίου για ν' ακούσει απόφαση) Για Καθ' ου η Αίτηση: κ. Λουκαίδης (κα Ζίκκου για ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εναγόμενος-Αιτητής με την αίτησή του ημερομηνίας 30/04/2013, ζήτησε την εξέταση του διευθυντή της Ενάγουσας -Καθ΄ης η Αίτηση 1 αναφορικά με τη δυνατότητά της να πληρώνει κάποιο ποσό μηνιαίως για εξόφληση των δικηγορικών εξόδων που προέκυψαν από την αγωγή. Ο Ενάγοντας - Καθ΄ ου η Αίτηση 2 στην ένστασή του, που καταχωρίστηκε στις 27/11/13, ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία, Ενάγουσα, έχει διαλυθεί, δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα και αδυνατεί να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό. Στην Ένορκη του Δήλωση, που συνοδεύει την Ένσταση του, καταγράφει ότι είναι ο διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας, η οποία έχει διαλυθεί. Η Ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα και αδυνατεί να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό. Εξεταζόμενος ενόρκως από την δικηγόρο του Εναγόμενου-Αιτητή ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά με την οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας Εταιρείας: Η Ενάγουσα Εταιρεία είχε αυτοδιαλυθεί και το κατάστημα είχε κλείσει. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν υπάρχει διάταγμα διάλυσης της αλλά η διαγραφή της είχε ξεκινήσει από τον καιρό που είχε αρχίσει η επιβολή του τέλους για τις εγγεγραμμένες εταιρείες, το οποίο δεν είχε πληρωθεί από το
- Δήλωσε ότι ο ίδιος ήταν ο διευθυντής της Εταιρείας και είχε συνταξιοδοτηθεί από το
- Σε ερώτηση κατά πόσο είχε δηλώσει ψευδώς κατά την ακρόαση της αγωγής, το 2011, ότι ήταν ο διευθυντής της Ενάγουσας απάντησε καταφατικά. Ισχυρίστηκε ότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο της Ενάγουσας είναι ένα κτήμα στην Ορμήδεια. Υποστήριξε ότι λόγω του ότι ήταν οικογενειακή επιχείρηση δεν είχε ούτε γραφεία ούτε καρέκλες και ότι περιουσιακό στοιχείο είχε η εταιρεία ήταν περιουσία της οικογένειας. Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης η κα. Αλεξάνδρου εισηγήθηκε ότι με βάση τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα δεν λειτουργεί και ότι μοναδικός λόγος που επικαλείται την διαγραφή είναι για να αποφύγει να πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα που προέκυψαν από την αγωγή γιατί θεωρεί την απόφαση, στην αγωγή, λανθασμένη εξ ου και έχει ασκηθεί, από την Ενάγουσα Εταιρεία έφεση. Αντίθετη ήταν η άποψη του κου Λουκαίδη ο οποίος εισηγήθηκε ότι δεν έχει η Ενάγουσα Εταιρεία κινητή περιουσία ή αντικείμενα για να πωληθούν και να αποπληρωθεί το ποσό. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2, Ντίνος Φιλίππου, είπε ψέματα στο Δικαστήριο με απώτερο στόχο να αποφευχθεί η καταβολή των δικηγορικών εξόδων του Εναγόμενου τα οποία προέκυψαν από το αποτέλεσμα της αγωγής. Αν πράγματι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν έχει οποιαδήποτε οικονομική δυνατότητα τότε πως έδωσε οδηγίες για άσκηση έφεσης και αν δεν είναι ο κ. Φιλίππου ο διευθυντής της τότε ποιος έδωσε τις οδηγίες για την καταχώριση ένστασης στην υπό κρίση αίτηση. Ούτε και αναμένει, ο κ. Φιλίππου, ότι το Δικαστήριο θα πιστέψει ότι η ακίνητη περιουσία της εταιρείας ήταν οικογενειακή περιουσία. Σημειώνεται δε ότι όντως είχε δώσει μαρτυρία, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ως διευθυντής της Ενάγουσας ενώ κατά την εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι από το 2007 είχε αποχωρήσει και είχε συνταξιοδοτηθεί. Δεν μπορεί να γίνουν πιστευτές οι θέσεις του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι βασικές αρχές που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, έχουν καθοριστεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισόδημα και τις εύλογες προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του χρεώστη. Όταν δεν πρόκειται περί εταιρείας τις οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Δεν εκδίδεται διάταγμα εάν αυτό θα επηρεάσει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του (βλ. Christoforou v. Athanasiou
(1981)1 C.L.R. 696 και Λαϊκή Τράπεζα ν. Χαραλάμπους
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 556). Τα κριτήρια πάνω στα οποία το Δικαστήριο μπορεί να βασίσει την απόφασή του, για προσδιορισμό της μηνιαίας δόσης για αποπληρωμή του δικαστικού χρέους, έχουν παρατεθεί στην υπόθεση Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 686 και υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034 και είναι τα ακόλουθα: «Ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, Μέρος ΙΧ-Η διαδικασία έρευνας σχετικά με τα μέσα του εξ αποφάσεως οφειλέτη είναι ανακριτικού χαρακτήρα- Η οικονομική ευχέρεια του οφειλέτη συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του για αξιοπρεπή διαβίωση, (στέγαση, διατροφή, ιατρική περίθαλψη, μόρφωση παιδιών, και ευχέρεια για οικονομική διακίνηση του οφειλέτη) - Μετά τη διαπίστωση της οικονομικής ευχέρειας ο επακριβής καθορισμός του ποσού της δόσεως επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου». Το Δικαστήριο αφού λάβει υπόψη του τα εισοδήματα του χρεώστη και τις οικογενειακές του ανάγκες, μπορεί να διατάξει την καταβολή ποσού που είναι περίσσευμα από τις απολαβές, μετά από την αφαίρεση εύλογου ποσού που είναι αναγκαίο για τη συντήρηση του χρεώστη και των εξαρτωμένων του, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Gesico Photographic v. J.K. Video
(1991)1 Α.Α.Δ. 134 στη σελίδα 141. Στην Μιχαήλ κ.α. v. Α/φοί Πούλλου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1759, τονίζονται τα ακόλουθα: «Η έρευνα η οποία διεξάγεται από το δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας στοχεύει στη διαπίστωση του κατά πόσο ο συγκεκριμένος χρεώστης έχει την ικανότητα να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος του με περιοδικές δόσεις ανάλογα με τα οικονομικά μέσα που διαθέτει. Η έρευνα δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση του χρεώστη. Το δικαστήριο μπορεί να ακούσει μάρτυρες, των οποίων η μαρτυρία κρίνεται ως αναγκαία για τους σκοπούς της έρευνας. Το δικαστήριο με βάση την ολότητα της ενώπιόν του μαρτυρίας μπορεί να διατάξει τον εξ' αποφάσεως χρεώστη να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του με περιοδικές δόσεις. Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη είναι το εισόδημα του χρεώστη και οι εύλογες προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες. Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίζει βασικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του». Ένας χρεώστης δεν πρέπει ν΄ αφεθεί να δημιουργεί υποχρεώσεις άλλες από τις ουσιαστικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του και να τις χρησιμοποιεί για να αποφύγει την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του (βλ. ΣΠΕ Αραδίππου ν. Έλλη Ιακώβου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2032). Σχετική με το τι η νομολογία θεωρεί ως άμεσες ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειάς του, είναι η απόφαση Ρολάνδης κ.ά ν. Κούτσιου
(1970)1 C.L.R. 25, όπου λέχθηκε ότι τα έξοδα για κατανάλωση τσιγάρων ή αλκοόλ δεν αποτελούν ουσιαστικές ανάγκες. Σύμφωνα με τη νομολογία όπως έχει πρόσφατα επαναδιατυπωθεί στην Γιαννάκης Κλεοβούλου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 207, στην οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό της υπόθεσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν. Κωνσταντίνου (ανωτέρω): «Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητά της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Με αυτά θέλουμε να τονίσουμε ότι τα προβλεπόμενα από το νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. ........................................................................................... Η δικηγόρος της εφεσίβλητης αναγνώρισε - και έτσι είναι - ότι μεταγενέστερες του δικαστικού χρέους υποχρεώσεις δεν έχουν προτεραιότητα. Ιδίως όταν δεν υπάρχει καν δικαστική απόφαση εναντίον του χρεώστη γι΄ αυτές. Δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγησή της ότι παρά τον κανόνα αυτό, η υστερογενής σύναψη χρέους έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό. Θα εξουδετέρωνε πλήρως την υποχρέωση αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Και θα μπορούσε να προβληθεί σε κάθε περίπτωση ως δικαιολογία για αδυναμία πληρωμής.» Έχει νομολογηθεί, περαιτέρω, πως άλλα χρέη για τα οποία δεν υπάρχει διαταγή μηνιαίων πληρωμών ή μεταγενέστερες του δικαστικού χρέους υποχρεώσεις, δεν έχουν προτεραιότητα στο εξ αποφάσεως χρέος (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου, (ανωτέρω) και Κλεοβούλου v. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, (ανωτέρω). Το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία, η οποία είναι ανακριτικής φύσης, έχει και το ίδιο υποχρέωση να ερευνήσει τις οικονομικές συνθήκες του χρεώστη, στην υπό κρίση περίπτωση της Ενάγουσας Εταιρείας και αν προκύψει από την ανάκριση αυτή ότι υπάρχει περίπτωση να μην πληγεί η αξιοπρεπής διαβίωσή του, τότε θα πρέπει να εκδίδεται το κατάλληλο διάταγμα. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, στη βάση των όσων ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ανέφερε, ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, αναφορικά με τις οικονομικές ανάγκες της Ενάγουσας Εταιρείας και τις δυνατότητες της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση 1, συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1, Εταιρεία, δεν έχει οποιεσδήποτε οικονομικές υποχρεώσεις καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είναι ασφαλές και δίκαιο να εκδώσω διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος-Καθ΄ου η Αίτηση 2 να πληρώνει το ποσό των €200- μηνιαίως για εξόφληση των δικηγορικών εξόδων που προέκυψαν από την αγωγή. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι δεν έχει καμιά περιουσία η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση 1. Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση 1 εταιρεία μέσω του διευθυντή της να πληρώνει €200- το μήνα από 02/03/2014, πλέον έξοδα της παρούσας διαδικασίας ύψους €700- πλέον φ.π.α., πλέον €23- έξοδα επίδοσης. (Υπ.) ........................................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο