ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. SOMERVILLE PATERSON κ.α., Αρ. Αγωγής: 3155/09, 7/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3155/09 ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Ενάγοντας και
- SOMERVILLE PATERSON
- ANDREA STEPHANIDA BIKOW
- G. HASSAPIS & SONS LIMITED
- G.N. HASSAPIS BROS LIMITED Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/11/13 ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 1 ΚΑΙ 2 (Α) ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 3 ΚΑΙ 4 ΛΟΓΩ ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 28/5/13, (Β) ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΠΟΥ ΝΑ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 3 ΚΑΙ 4 ΣΕ ΕΙΔΙΚΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΗΤΟΙ ΝΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΟΥΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΚΑΙ/Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ Ημερομηνία: 7 Ιανουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κ. Μάρκος Γρηγόρης Δράκος Για Εναγόμενους 3 και 4 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γρ. Σαββίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 θ.6) το οποίο καταχωρήθηκε στις 23/10/09 αξιώνουν εναντίον όλων των εναγομένων συγκεκριμένο ποσό σε ελβετικά φράγκα ή το ισάξιο σε ευρώ, τόκους και διάφορα διατάγματα που εκπηγάζουν από συμβάσεις δανείου, εκχώρησης, εγγύησης και υποθήκης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν την υπεράσπιση τους στις 24/4/10 και οι Εναγόμενοι 3 και 4 στις 13/4/
- Στις 16/9/11 έγινε αλλαγή του δικηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 από τους νυν δικηγόρους τους. Την ίδια ημέρα οι νέοι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 2 καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και προσθήκης ανταπαίτησης. Οι Ενάγοντες έφεραν ένσταση η οποία καταχωρήθηκε στις 28/12/11 και το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 6/7/12 εξέδωσε διάταγμα τροποποίησης όπως καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος. Η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης καταχωρήθηκε στις 26/7/
- Η απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2 και η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση της καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες στις 3/9/
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με αίτηση τους ημερομηνίας 28/9/12 ζήτησαν από το Δικαστήριο διατάγματα ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων από τους Ενάγοντες και τους Εναγόμενους 3 και
- Τελικά στις 3/10/12 εκδόθηκε εκατέρωθεν διάταγμα για τους Ενάγοντες και Εναγόμενους 1 και 2 ενώ η αίτηση για τους Εναγόμενους 3 και 4 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Η αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες στις 22/10/
- Αφού μεσολάβησε αίτηση ημερομηνίας 12/10/12 των Εναγομένων 1 και 2 για παράδοση έκθεσης απαίτησης τους εναντίον των Εναγομένων 3 και 4, και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, αυτή καταχωρήθηκε στις 19/12/12, και η υπεράσπιση σε αυτή στις 17/4/
- Στις 28/5/13 εκδόθηκε διάταγμα ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 3 και 4 και των Εναγομένων 1 και 2 μετά των Εναγομένων 3 και
- Οι Ενάγοντες προς συμμόρφωση με το διάταγμα, έναντι των Εναγομένων 3 και 4, προέβηκαν δια μέσου του Παναγιώτη Αζά σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Το ίδιο έπραξαν και οι Εναγόμενοι 3 και 4 δια μέσου του Γιώργου Χασάπη στις 4/10/
- Αφού έγινε και άλλη μία απλή αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης από τους Εναγόμενους 1 και 2 ημερομηνίας 24/9/13 την ίδια ημέρα που ήταν ορισμένη, δηλαδή στις 10/10/13 και αφού δόθηκε η συγκατάθεση των Εναγόντων και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο αυτή έγινε χειρόγραφα. Την ίδια ημέρα, που καταχωρήθηκε η πιο πάνω αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης από τους Εναγόμενους 1 και 2, δηλαδή 24/9/13, καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 αίτηση για ειδική αποκάλυψη εναντίον των Εναγόντων. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 5/12/13 απέρριψε την αίτηση ειδικής αποκάλυψης την οποία είχε επιφυλάξει στις 12/11/13, Την ημέρα που το Δικαστήριο επιφύλασσε την απόφαση, ήτοι στις 12/11/13, οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για ειδική αποκάλυψη εναντίον των Εναγομένων 3 και
- Είναι αυτή την αίτηση που τώρα το Δικαστήριο επιλαμβάνεται. Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές (στο εξής Αιτητές) αιτούνται τα ακόλουθα διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 (στο εξής Καθ' ων η Αίτηση): «
- Διάταγμα που να παραμερίζει την Υπεράσπιση των Εναγομένων 3 και 4 στην απαίτηση των Εναγομένων 1 και 2 διότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν συμμορφώθηκαν με το διάταγμα αποκάλυψης του δικαστηρίου ημερομηνίας 28/5/
- Διαζευκτικά, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 3 και 4 όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος προβούν σε, καταχωρήσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2, ένορκη δήλωση που να αποκαλύπτει κατά πόσο έχουν ή είχαν στην κατοχή, έλεγχο ή φύλαξη τους τα ακόλουθα έγγραφα (οποιασδήποτε μορφής, ηλεκτρονικής ή άλλης) και/ή κατηγορίες εγγράφων που αφορούν, περιέχουν, καταγράφουν και/ή επιμαρτυρούν: 2.
- επικοινωνίες (οποιασδήποτε μορφής) και/ή συναλλαγές και/ή συμφωνίες μεταξύ των Εναγόντων (συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων, αξιωματούχων, αντιπροσώπων και/ή άλλων εκπροσώπων τους) και της BMS Holdings (συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων, αξιωματούχων, αντιπροσώπων και/ή άλλων εκπροσώπων της), 2.
- έγγραφα (οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένης ηλεκτρονικής) που αφορούν, δείχνουν και/ή τείνουν να δείξουν τις υποθήκες και/ή εμπράγματα βάρη που οι ενάγοντες έχουν ή είχαν επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 5641, Φ/Σχ. L/29, τεμάχιο 524, Επαρχία Λάρνακος ή μέρος αυτού, 2.
- έγγραφα (οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένης ηλεκτρονικής) που αφορούν, δείχνουν και/ή τείνουν να δείξουν ποιος χρηματοδοτούσε την ανέγερση του συγκροτήματος Majestic Gardens επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 5641, Φ/Σχ. L/29, τεμάχιο 524, Επαρχία Λάρνακος ή μέρος αυτού,, 2.
- έγγραφα (οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένης ηλεκτρονικής που αφορούν, δείχνουν και/ή τείνουν αν δείξουν σε ποιο στάδιο βρίσκονταν οι προσπάθειες για την ανέγερση του θερέτρου γκολφ στην περιοχή Τερσεφάνου, και ποιο ήταν το αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα ανάπτυξης, 2.5 έγγραφα (οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένης ηλεκτρονικής που αφορούν, δείχνουν και/ή τείνουν αν δείξουν πως πληρώθηκαν οι εναγόμενοι 3 και 4 το αντίτιμο για την πώληση της κατοικίας στους εναγόμενους 1 και 2, 2.6 έγγραφα (οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένης ηλεκτρονικής που αφορούν, δείχνουν και/ή τείνουν αν δείξουν τις τιμές στις οποίες αγόρασαν άλλοι αγοραστές κατοικίες στα συγκροτήματα Majestic Gardens I και II, και με ποιους μεσίτες, και τι προμήθειες λάμβανε η BMS Holdings και άλλοι μεσίτες για τις πωλήσεις, 2.7 επικοινωνίες (οποιασδήποτε μορφής) μεταξύ των Εναγομένων 3 και 4 (συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων, αξιωματούχων, αντιπροσώπων και/ή άλλων εκπροσώπων τους) και των Εναγόντων (συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων, αξιωματούχων, αντιπροσώπων και/ή άλλων εκπροσώπων τους) αναφορικά με την ανάπτυξη του συγκροτήματος Majestic Gardens που ανεγέρθηκε επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 5641, Φ/Σχ. L/29, τεμάχιο 524, επαρχία Λάρνακος.» Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.28, Θ. 1, 2, 4, 5, 10, 11, 12, 13, 14, Δ.48, Θ.1-13, Δ.64 Θ.1 και 2, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από δωδεκασέλιδη ένορκη δήλωση της ασκούμενης δικηγόρου Εύας Μιντή στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, με την οποία ένορκη δήλωση, επισυνάπτονται 11 τεκμήρια. Οι Καθ' ων η Αίτηση αντέδρασαν με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης προβάλλοντας δέκα λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη, αντικανονική, λανθασμένη, καταχρηστική, κακόπιστη, υποβλήθηκε καθυστερημένα και αποσκοπά στην πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης, επιδιώκοντας ανίχνευση μαρτυρίας. Επίσης δεν νομιμοποιούνται οι αιτητές στα αιτούμενα διατάγματα ούτε παρέχεται δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 22 του ΚΕΦ. 9, στο Bankers Book Evidence Act 1879, στη Δ.28 Κ.1-15, Δ.48 Κ.1-9, Δ.64 Κ.1, Δ.30 Κ.1-7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο στήριξης της ένστασης περιέχεται στην ένορκη δήλωση του Νικόλα Καπελάκη, δικηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση. Δεν χρειάζεται να καταγραφούν ως έχουν οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, αφού αυτές θα σχολιασθούν κατωτέρω, στα κύρια και ουσιαστικά θέματα, χωρίς να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα δεν βρίσκονται υπόψη του Δικαστηρίου. Απεναντίας, το Δικαστήριο τα έχει όλα κατά νου. Ο δικηγόρος των Αιτητών στην αγόρευση του αφού εκφράζει προσωπικές αντιλήψεις του για το Κυπριακό Τραπεζικό σύστημα και τη σχέση του με τους επιχειρηματίες ανάπτυξης γης, και συνεχίζει και με άλλα θέματα, ακολούθως καταπιάνεται με τις θέσεις του για την ουσία της υπόθεσης για να καταλήξει ότι, για τους συγκεκριμένους λόγους που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, τους οποίους αναπτύσσει, επιχειρηματολογεί επί αυτών και παραπέμπει σε σχετικές αυθεντίες στην αγόρευση του, δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι αποκρυσταλλώνει τη νομική βάση του πρώτου αιτητικού στη Δ.28 Κ.12, του δεύτερου αιτητικού στη Δ.28 Κ.1 και
- Διασαφηνίζεται δε ότι με το πρώτο αιτητικό επιδιώκεται η διαγραφή της υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση στην έκθεση απαίτησης τους και με το δεύτερο αιτητικό η αποκάλυψη εγγράφων. Από την άλλη ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση στην αγόρευση του επισημαίνει ότι σε καμία περίπτωση δεν παραβιάσθηκε το διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων για να μπορούν οι Αιτητές να ζητούν διαγραφή της υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση ως το πρώτο αιτητικό. Σε σχέση με το δεύτερο αιτητικό εισηγείται ότι δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του σχετικού κανονισμού και άρθρου που επικαλούνται οι Αιτητές. Συνεχίζει αναφέροντας ότι από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαπιστώνεται ότι μόνο εικασίες, υποψίες και φαντασίες εκφράζονται σε αυτή για την ύπαρξη εγγράφων. Σκοπός είναι το «ψάρεμα» μαρτυρίας και/ή να εκμαιεύσουν μαρτυρία για να κρίνουν αν βοηθούν στην στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών τους. Αφού γίνεται ειδική αναφορά στις πέντε
(5)κατηγορίες εγγράφων, όπως τις διαχωρίζει, που ζητείται η αποκάλυψη τους, εξηγεί γιατί δεν είναι σχετικά και/ή δεν υπάρχουν και ζητεί την απόρριψη της αίτησης. Θεωρώ ότι είναι βοηθητικό να καταγραφούν οι διατάξεις επί των οποίων εδράζονται τα δύο αιτητικά. ΠΡΩΤΟ ΑΙΤΗΤΙΚΟ Το πρώτο αιτητικό εδράζεται στη Δ.28 κ.12 που προβλέπει τα εξής: «
- If any party refuses to allow inspection at the place named by him in that behalf and within the prescribed time of any document which he has not objected to produce, or if he fails to comply with any order for discovery or inspection of documents, he shall be liable to attachment. He shall also, if a plaintiff, be liable to have his action dismissed for want of prosecution, and, if a defendant, to have his defence (if any) truck out, and to be placed in the same position as if he had not defended, and the party seeking discovery or inspection may apply to the Court for an order to that effect, and an order may be made accordingly.» Σε μετάφραση: «
- Αν οιοσδήποτε διάδικος αρνείται να επιτρέψει επιθεώρηση στο μέρος που κατονομάζεται από αυτόν γι' αυτό τον σκοπό και εντός του περιγραφομένου χρόνου, οιουδήποτε εγγράφου που δεν έφερε ένσταση για την προσαγωγή του ή αν παραλείψει να συμμορφωθεί με οιονδήποτε διάταγμα για αποκάλυψη ή επιθεώρηση εγγράφων θα υπόκειται σε σύλληψη. Επίσης θα υπόκειται, στη περίπτωση του Ενάγοντα, σε απόρριψη της αγωγής για παράλειψη προώθησης της και αν είναι Εναγόμενος θα παραγράφεται η υπεράσπιση του και θα περιέχεται στην κατάσταση κάποιου που δεν έχει καταχωρήσει υπεράσπιση και ο διάδικος που ζητά αποκάλυψη ή επιθεώρηση θα μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για τέτοιο διάταγμα και το διάταγμα θα δίδεται ανάλογα με την αίτηση.» ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΙΤΗΤΙΚΟ Το δεύτερο αιτητικό βασίζεται στη Δ.28 κ.1 και 11 και προνοούν τα ακόλουθα: «
- Any party may, without filling any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit: provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery shall file his affidavit.». ............................. «
- The Court of a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them.» Σε μετάφραση: «
- Οιοσδήποτε διάδικος μπορεί, χωρίς να καταχωρήσει ένορκη δήλωση, να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή για διάταγμα που να διατάσσει οιονδήποτε άλλο διάδικο σε οιονδήποτε ζήτημα να αποκαλύψει ενόρκως τα έγγραφα που είναι ιή ήταν στην κατοχή του ή έλεγχο του και που σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα. Κατά την ακρόαση τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί είτε να αρνηθεί ή να την αναβάλει, αν ικανοποιηθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία ή δεν είναι αναγκαία σε τέτοιο στάδιο του ζητήματος ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα είτε γενικό είτε περιορισμένο για ορισμένη κατηγορία εγγράφων, που θα κρίνει το Δικαστήριο ή Δικαστής ότι είναι αναγκαίο νοουμένου ότι η αποκάλυψη δεν θα διατάσσεται όταν και ότε το Δικαστήριο ή Δικαστής θα είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαία είτε για την δίκαια περίπτωση του ζητήματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Αν εκδοθεί διάταγμα για αποκάλυψη, τέτοιο διάταγμα θα ειδικεύει το χρόνο εντός του οποίου ο διάδικος που διατάσσεται θα καταχωρήσει την ένορκο δήλωση.» ..............................
- Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν αίτησης από οιονδήποτε διάδικο στη ζήτημα, σε οιονδήποτε χρόνο, ανεξάρτητα αν μια ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει διαταχθεί ή γίνει, να εκδώσει διάταγμα που να ζητεί από οιονδήποτε διάδικο να δηλώσει με ένορκη δήλωση κατά πόσο οιονδήποτε ειδικό έγγραφο η έγγραφα ή οιαδήποτε τάξη ή τάξεις εγγράφων που ειδικεύεται ή καθορίζεται στην αίτηση είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του και αν δεν ήταν ή ήσαν στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του πότε τα αποξενώθηκε και τι απέγιναν. Τέτοια αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που να αναφέρει ότι εξ όσων κάλλιον πιστεύει ο ενόρκως δηλών ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται η αίτηση έχει ή είχε σε κάποιο στάδιο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του το ειδικό ή ειδικά έγγραφα ή τη τάξη ή τάξεις εγγράφων που ειδικεύονται να καθορίζονται στην αίτηση και ότι σχετίζονται με τα ζητήματα της υπόθεσης ή σε μερικά ή σε ένα από αυτά.» Έχω διεξέλθει προσεκτικά μία προς μία τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και την αντίστοιχη αναφορά της αγόρευσης του δικηγόρου των Αιτητών. Προκύπτει ότι το παράπονο των Αιτητών για μη αποκάλυψη εγγράφων συγκεκριμενοποιείται (Α) σε έγγραφα ή οποιαδήποτε άλλη μορφή επικοινωνίας που εικάζεται ότι ανταλλάγησαν μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση και της BMS. (Β) Έγγραφα οιασδήποτε μορφής που να δείχνουν ή αφορούν υποθήκες ή εμπράγματα βάρη επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 5641 της επαρχίας Λάρνακας. (Γ) Έγγραφα οιαδήποτε μορφής που αφορούν ή δείχνουν ποιος χρηματοδοτούσε την ανέγερση του συγκροτήματος Majestic Gardens επί του αναφερθέντος ακινήτου. (Δ) Έγγραφα οιασδήποτε μορφής που αφορούν ή δείχνουν σε πιο στάδιο βρίσκονταν οι προσπάθειες για την ανέγερση του θερέτρου γκολφ στην περιοχή Τερσεφάνου και ποιο ήταν το αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα ανάπτυξης, (Ε) Έγγραφα οιασδήποτε μορφής που αφορούν ή δείχνουν πως πληρώθηκαν οι Εναγόμενοι 3 και 4 το αντίτιμο για την πώληση της κατοικίας στους Εναγόμενους 1 και
- (Στ) Έγγραφα οιασδήποτε μορφής που αφορούν ή δείχνουν τις τιμές που αγόρασαν άλλοι αγοραστές κατοικίες στα συγκροτήματα Majestic Gardens 1 και 2 και με ποιους μεσίτες και τι προμήθειες λάμβανε η BMS και οι άλλοι μεσίτες για τις πωλήσεις και (Ζ) Επικοινωνίες οιασδήποτε μορφής μεταξύ Εναγομένων 3 και 4 και των Εναγόντων αναφορικά με την ανάπτυξη του συγκροτήματος Majestic Gardens που ανεγέρθηκε επί του αναφερθέντος ακινήτου. Εκ των πιο πάνω καθίσταται αναγκαία η αναφορά στην ουσία της διαφοράς. Οι Ενάγοντες κατά ή περί την 5/2/08 στη Λάρνακα κατόπιν αίτησης των Εναγομένων 1 και 2, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας παραχώρησαν σε αυτούς στεγαστικό δάνειο ύψους 321.000.00 ελβετικών φράγκων το οποίο θα εξοφλείτο με 156 μηνιαίες δόσεις. Προβλέπετο επίσης στην έγγραφη συμφωνία η καταβολή συγκεκριμένου τόκου και άλλοι όροι οι οποίοι στο παρόν στάδιο δεν είναι ανάγκη να καταγραφούν. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 για καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του ως άνω ποσού με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 5/2/08 εκχώρησαν τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 25/9/07 μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 με τους Εναγόμενους 3 και 4 του διαμερίσματος αρ. 205 επί του Block A "MAJESTIC GARDENS 2" επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5641, Φ/Σχ. L/29, τεμάχιο 524, τοποθεσία «Ζίλαρος» στη Λάρνακα. Ούτε γι' αυτό το έγγραφο χρειάζεται να γίνει τώρα αναφορά. Για καλύτερη εξασφάλιση των Εναγόντων οι Εναγόμενοι 3 και 4 στις 12/2/08 υποθήκευσαν το ως άνω ακίνητο προ όφελος των Εναγόντων και εγγυήθηκαν τους Εναγόμενους 1 και 2 στο ως άνω ποσό μετά τόκων και άλλων επιβαρύνσεων και εξόδων. Επειδή, κατά τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέβησαν την μεταξύ τους συμφωνία, αξιώνουν το ποσό των 332.226.07 ελβετικά φράγκα και/ή το ισάξιο ποσό σε ευρώ και τόκους, όπως και διατάγματα που πηγάζουν από τις συμφωνίες που αναφέρονται στην αρχή της απόφασης. Τα ίδια αξιώνουν και εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 και επιπλέον διάταγμα για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης τους στις 26/3/
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους ημερομηνίας 26/7/12 ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι ξεγελάστηκαν ή εξαπατήθηκαν από τους Ενάγοντες δια μέσου της εταιρείας BMS η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων και μαζί με τους Εναγόμενους 3 και 4 προωθούσαν τον εν λόγω συγκρότημα με την προβολή ψευδών παραστάσεων σχετικών με την αξία της κατοικίας, την αξιοποίηση της, τη θέση της, επειδή πρόβαλλαν ότι δίπλα της θα βρίσκετο θέρετρο γκολφ, που ήταν ζήτημα τυπικών διαδικασιών για την εξασφάλιση των αδειών ανέγερσης του, των τόκων που θα καταβάλλοντο στους Ενάγοντες και τον τρόπο πληρωμής. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν προσωπική επαφή με αξιωματούχους των Εναγόντων αλλά με την BMS η οποία τελικά τους πληροφόρησε ότι ο δικηγόρος Ιωσήφ Φράγκος είχε διορισθεί για να ενεργεί εκ μέρους του κάθε αγοραστή και έτσι υπόγραψαν πληρεξούσιο στον κ. Παστελλίδη που ήταν δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του κ. Φράγκου για υπογραφή της σύμβασης δανείου. ΄Ηταν δηλαδή συνέπεια των ψευδών παραστάσεων που αναλυτικά αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. που αποφάσισαν να αγοράσουν την κατοικία και να συνάψουν τη συμφωνία δανείου με τους Ενάγοντες. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης αποδίδεται πρωταγωνιστικός ρόλος στην BMS αφού με αυτή είχαν τις επαφές. Με την ανταπαίτηση τους αξιώνουν το ποσό των £54.000 στερλινών ή το ισάξιο σε ευρώ που πλήρωσαν στην BMS για την αγορά και επίπλωση της κατοικίας και το οποιοδήποτε ποσό ήθελε βρεθεί ότι οφείλουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 στους Ενάγοντες δυνάμει της απαίτησης των Εναγόντων. Επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ισχυριζόμενη σύμβαση δανείου είναι άκυρη καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος. Κατόπιν αίτησης ημερομηνίας 12/10/12 οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν έκθεση απαίτησης εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 στις 19/12/12 η οποία ουσιαστικά βασίζεται στις ίδιες αιτίες ανταπαίτησης που στρέφονται εναντίον των Εναγόντων, για ψευδείς παραστάσεις, απάτη, αμέλεια, παράβαση καθήκοντος και αξιώνουν αποζημιώσεις στο ύψος των ζημιών που υπέστησαν, δήλωση ότι η σύμβαση αγοράς έχει ανακληθεί και έξοδα. Οι παραστάσεις στις οποίες επικαλείται ότι προέβησαν οι Εναγόμενοι 3 και 4 - Καθ' ων η Αίτηση και τις οποίες, ίδιες, μάλιστα αποδίδουν και στους Ενάγοντες και στην BMS καταγράφονται στις παρ. 6, 7, 8 και 11 της ΄Εκθεσης Απαίτησης τους εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 - Καθ' ων η Αίτηση των οποίων τις λεπτομέρειες αιτιολόγησης παραθέτει στις παραγράφους 16, 17 και
- Σχετικές βέβαια είναι και οι υπόλοιπες παραγράφοι. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την Έκθεση Υπεράσπισης τους στην ΄Εκθεση Απαίτησης των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών στις 17/4/13 με την οποία αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών και καταγράφουν τους δικούς τους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν χρειάζονται στο στάδιο αυτό να αναφερθούν. Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το στάδιο ότι τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, ως μέρος του φακέλου της διαδικασίας οι παρ. 3, 5, 6 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 που αναφέρονται στη δράση της BMS, η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση, και στις παρ. 6, 6.1, 7, 7.6, 8, 11, 12, 16, 16.5, 17, 17.1, 17.2, 17.3, 17.4, 18, 18.1-18.3 αλλά κυρίως στην παρ. 7.6 στην οποία αναφέρεται ρητά ότι «Η BMS ενεργούσε στην ουσία ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων». Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων προνοείται στη Δ.28 Κ.
- Η αίτηση δυνάμει της διαταγής αυτής μπορεί να γίνει μονομερώς και χωρίς να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (βλ. και Δ.48 Κ.8
(1)(ζ)). Η αποκάλυψη εγγράφων, την οποία μπορεί να ζητήσει οιοσδήποτε των διαδίκων, σε οποιοδήποτε στάδιο αλλά συνήθως με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων έχει σκοπό τη λήψη πληροφοριών και παρουσίαση εγγράφων, σχετικών με την διαφορά των διαδίκων για την προετοιμασία της ακρόασης. Καθιστά έτσι δυνατή τη χρήση τους είτε προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους ή αντίκρουσης των ισχυρισμών της άλλης πλευράς. Επιπλέον στοχεύει στην ορθή παρουσίαση της υπόθεσης, την αποφυγή ή μη αύξηση των εξόδων και την αποτροπή αιφνιδιασμού κατά την διάρκεια της δίκης. Συμβάλλει δηλαδή στην δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Σχετικά με την αντιδικία έγγραφα είναι αυτά τα οποία εμπεριέχουν πληροφορίες τέτοιες που είναι δυνατό είτε άμεσα είτε έμμεσα να βοηθήσουν τον αιτούντα διάδικο είτε με την προώθηση της υπόθεσης του είτε με την βλάβη της υπόθεσης του αντιδίκου του ή αντικριζόμενα δίκαια να οδηγούν στις ανωτέρω συνέπειες από αυτά. Η σχετικότητα ενός εγγράφου δεν εξαρτάται από την κρίση ή τι πιστεύει ο αιτητής ή ο καθ' ου η αίτηση αλλά κρίνεται και αποφασίζεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας στη βάση των έγγραφων προτάσεων. Η κρίση όμως για τη σχετικότητα ή μη ενός εγγράφου προϋποθέτει υπαρκτό αντικείμενο σε σχέση με το οποίο αυτή διαμορφώνεται. Η αποκάλυψη σχετικών εγγράφων δεν περιορίζεται σε έγγραφα τα οποία είναι δυνατό να γίνουν αποδεκτά ως μαρτυρία. Τα έγγραφα για τα οποία ζητείται η αποκάλυψη πρέπει να ήταν ή να βρίσκονται στην κατοχή, εξουσία ή έλεγχο του διαδίκου που καλείται να προβεί στην αποκάλυψη. Η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η αποκάλυψη εγγράφων δεν επιτρέπεται για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. Το Δικαστήριο θα αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων αν κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της εκδίκασης της υπόθεσης είτε πρόκειται για την αιτία της αγωγής ή κάποιου επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Δηλαδή το Δικαστήριο θα απορρίψει αίτηση για αποκάλυψη αν εύλογα βγαίνει το συμπέρασμα ότι δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Βλέπε σχετική νομολογία, National Bank of Greece S.A. v. Mitsides and another
(1962)1 C.L.R. 40, Τυλλήρης v. Λαϊκής Τράπεζας
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271, G.A.P. Navigation v. Merzano Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624, Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.2)
(2001)1(Β)Α.Α.Δ. 798, Kipagrotiki Ltd v. Παναγιώτη Σάββα
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 1610, 1613, Transmarine Shipping Ltd v. Ονουφρίου κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 151, Merchants & Manufactures Insurance Co Ltd v. Davies
(1937)2 ALL E.R. 767 C.A., Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 ALL E.R. 431, 432, Vernon v. Bosley (No.2)
(1997)1 ALL E.R. 614, Halsburys Laws of England, 4η ΄Εκδοση, τόμος 13, σελ. 2 επόμενα, Annual Practice του 1958, 713, 714, 716,
- Στην συγκεκριμένη υπό κρίση αίτηση αποκρυσταλλώθηκαν οι επιδιώξεις των Αιτητών, και από την αγόρευση του συνηγόρου τους, στη νομική βάση της Δ.28 Κ.11 και
- Η αίτηση δυνάμει της Δ.28 Κ.11 (ειδική αποκάλυψη) αλλά και Κ.12 πρέπει να γίνεται δια κλήσεως και να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και όπου χρειάζεται να επισυνάπτονται σχετικά έγγραφα. Αφού λοιπόν προηγήθηκε η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων κατά την ημερομηνία που αναφέρεται ανωτέρω, ήτοι στις 4/10/13 από τους Εναγόμενους 3 και 4 δια της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Χασάχη, διευθυντή τους, δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου στη βάση της Δ.28 Κ.1 (γενική αποκάλυψη) και οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι της άποψης ότι δεν απέληξε στην αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων, ορθώς υποβλήθηκε η αίτηση στη βάση της Δ.28 Κ.11 ζητώντας τα έγγραφα όπως καταγράφονται ανωτέρω για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Η ορθότητα βέβαια της επίκλισης της σχετικής διαταγής και κανονισμού είναι μόνο ως προς το νομικό έρεισμα εξέτασης της. Το πιο κάτω απόσπασμα που παρατίθεται από την απόφαση Astra - Nat Productions v. Neo - Art Productions [1928] W.N.218 στην υπόθεση TBF (CYPRUS) LTD v. ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ κ.ά.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 153, 159 είναι άμεσα σχετικό. «The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient.» .............................. ...In his Lordhip's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by baking a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Σε μετάφραση: «Η παρούσα αίτηση έγινε δυνάμει της διαταγής 31 κανονισμός 19 (α)
(3)με τον οποίο εδίνετο η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου ή τάξης εγγράφων όπου εκ πρώτης όψεως η αρχική ένορκη δήλωση εγγράφων του μέρους εναντίον του οποίου έγινε η αίτηση ήταν ανεπαρκής.» ............................. .. Κατά την άποψη του δικαστή κατόπιν αίτησης δυνάμει της διαταγής και κανονισμού ήταν αναγκαίο για τον αιτητή να εκτοπίσει τον όρκο της αντίδικης πλευράς τουλάχιστο στο βαθμό στο να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι υφίσταντο κάποια έγγραφα τα οποία ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα της αγωγής τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στην ένορκη δήλωση εγγράφων της άλλης πλευράς.» Έτσι όταν ζητείται η αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου ή τάξης ή κατηγορίας εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Κ.11 είναι αναγκαίο να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης που προηγήθηκε ήταν ανεπαρκής ή ελλιπής όπως βέβαια και η σχετικότητα και η κατοχή του εγγράφου ή κατηγορίας ή τάξης εγγράφων. Χρήζει πρώτα μια μικρή αναφορά στο μέρος της αγόρευσης του δικηγόρου των Αιτητών που σχολιάζει την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5/12/13 επί του ιδίου θέματος, με αφορμή την παρούσα αίτηση για να δηλώσει με άκομψο τρόπο ότι είναι λανθασμένη. Η κάθε αντίθετη άποψη είναι καλοδεχούμενη και πολλές φορές είναι εποικοδομητική ίσως και διορθωτική ως και αναθεωρητική. Όμως αυτή μπορεί να εκφρασθεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος τρόπος είναι η άσκηση του δικαιώματος της έφεσης που προνοείται από τη σχετική διαταγή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο δεύτερος τρόπος είναι στα πλαίσια καλόπιστης νομικής συζήτησης ή έκφρασης γραπτής ή προφορικής γνώμης γενικώς ή καλόπιστης νομικής κριτικής της ίδιας της απόφασης εκτός δικαστικής διαδικασίας και αφού έχει ολοκληρωθεί αυτή. Ασφαλώς και η κάθε αίτηση κρίνεται στα πλαίσια και στη βάση των δικών της δεδομένων και ορθώς ο δικηγόρος των Αιτητών στην αγόρευση του επικεντρώνεται επί αυτού του θέματος και επιχειρηματολογεί επισημαίνοντας στο Δικαστήριο τις διαφορές που κατά την άποψη του υπάρχουν στις δύο αιτήσεις έτσι ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο να μη διελάθει της προσοχής του κάποιο στοιχείο που θα οδηγούσε ίσως σε διολίσθηση του Δικαστηρίου σε σφάλμα. Όμως τούτο πρέπει να γίνεται με αβρότητα και με έμπρακτο σεβασμό ο οποίος εκφράζεται ακριβώς με το μη χαρακτηρισμό της ενδιάμεσης απόφασης. Το Δικαστήριο έστω και αν ο δικηγόρος των Αιτητών προβαίνει σε χαρακτηρισμό της ενδιάμεσης απόφασης του δεν απαντά και δεν προβαίνει σε δικαιολόγηση της καθότι ολοκλήρωσε και τέλειωσε το έργο του με την εκφώνηση της. Για το Δικαστήριο η ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 5/12/13 ανήκει στην ιστορία. Κριτής τούτης, αν χρειασθεί να ασκηθεί το ένδικο μέσο της έφεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο. Σε άλλη περίπτωση αν αποτελέσει θέμα καλόπιστης νομικής συζήτησης και κριτικής γενικώς ή ειδικώς ο κάθε γνώστης αυτής. Πρώτο θέμα που το Δικαστήριο θα εξετάσει, μετά την πιο πάνω αναφορά, είναι η εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να αγνοηθεί ως παράτυπη καθότι έγινε από πρόσωπο που δεν μπορεί να ορκισθεί ως προς τα γεγονότα. Πρώτο γιατί έγινε από δικηγόρο και δεν δίνεται καμία εξήγηση γιατί δεν έγινε από τον ίδιο τον διάδικο και δεύτερο γιατί ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει τις πηγές πληροφόρησης του ως προνοείται στη Δ.39. Για τα δύο αυτά θέματα επικαλέσθηκε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου αλλά και Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι ενδιάμεσες Αιτήσεις βασίζονται εκτός άλλων και στη Δ.48 Θ.1-4. Η ερμηνεία που είχε δοθεί από προηγούμενη νομολογία σε θέματα που ρυθμίζουν την αποδεικτική διαδικασία και μέθοδο των ενόρκων δηλώσεων επικυρώθηκε από την απόφαση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λιμιτεδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Ο αιτητής έχει υποχρέωση στις περιπτώσεις που τα γεγονότα, που είναι θεμελιωτικά του επίδικου θέματος δικαιώματος, δεν προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου να τα παρουσιάσει με ένορκο Δήλωση του (Δ.48 Θ.1, 2 και 3). Περαιτέρω είναι επιφορτισμένος με το βάρος απόδειξης των γεγονότων αυτών όταν αμφισβητούνται ή όταν ο ισχυρισμός του αντιδίκου του είναι ότι δεν έχουν συμβεί τα πραγματικά γεγονότα τα οποία επικαλείται ο αιτητής. Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους. (Βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λιμιτεδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd, Πολιτική Έφεση 9984, ημερομηνίας 29.10.1999. Στην υπόθεση THANOS HOTELS LTD v. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επομένως και την ένσταση, να γίνεται από δικηγόρο αναμένοντας, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Σημειώνεται από το παρών Δικαστήριο ότι αντί να εκλείψει το φαινόμενο αυτό, από τη Δικαστική γνώση που έχει επιλαμβανόμενο σωρεία ενδιάμεσων αιτήσεων, έχει επιταθεί σε τέτοιο βαθμό που οι δικηγόροι πλέον παίζουν και το ρόλο του μάρτυρα. Ανησυχητικό και ανεπιθύμητο είναι το φαινόμενο που παρουσιάζεται, τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν είτε την αίτηση είτε την ένσταση να γίνονται από ασκούμενους δικηγόρους. Ο λόγος, γιατί σε περίπτωση που κριθεί αρμόζουσα περίπτωση η αντεξέταση τους είναι δυνατό να αποβεί μοιραία γι' αυτόν, η απόφαση του να συνεχίσει ή όχι τη δικηγορία, από μια δυνητικά ενδεχόμενη τραυματική ή άσχημη εμπειρία ή στη χειρότερη περίπτωση να αποβεί μοιραία για τον ίδιο ως άνθρωπο και ως δικηγόρο αν κριθεί αναξιόπιστος. Στην προσφυγή 1045/05 DULAL v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνία 27/10/05 με μονομελή σύνθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, in Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, in Re An Advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης.» Στην προσφυγή Svetlana Shalaeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας 869/05, ημ. 24/3/06 το ίδιο το Δικαστήριο με τη DULAL αφού αναφέρεται στην πιο πάνω νομολογία αποδέχεται την ένορκη δήλωση που προέβει ο δικηγόρος γιατί το βάρος απόδειξης δεν το είχε η προσφεύγουσα αλλά η Κυπριακή Δημοκρατία. Αν το είχε, δυνατό να κατέληγε ότι η ένορκη δήλωση να μην ήταν επαρκής. Στην υπόθεση DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLENA κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 λέχθηκαν τα εξής υπό τριμελή σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείο: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υποθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εντούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησης του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας - καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποια επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει.» Στην αίτηση LI XIN
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 με μονομελή σύνθεση και ο ίδιος Εφέτης με αυτή της DULAL, ανωτέρω, αφού επαναλαμβάνεται η ίδια νομολογία που αναφέρεται στην DULAL επειδή δεν υπήρχε εμφάνιση από την άλλη πλευρά, αν και δεν είχε ικανοποιηθεί πλήρως ότι ήταν αδύνατο για τον αιτητή να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση, κατέληξε, έστω και με κάποιο δισταγμό, να δεχθεί την ένορκη δήλωση του δικηγόρου του, επισημαίνοντας ότι θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν υπήρχε εμφάνιση και άρνηση των ισχυρισμών, οπότε θα τίθετο θέμα ο δικηγόρος του αιτητή να είναι ταυτόχρονα και μάρτυρας, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Ακολούθησε η απόφαση στην προσφυγή 925/2010 ημερομηνία 20/8/10 HINFU HUANG v. Κυπριακής Δημοκρατίας με μονομελή σύνθεση στην οποία ειπώθηκαν τα παρακάτω: «Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, οι δικηγόροι των διαδίκων θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα και τη μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την υπόθεση του πελάτη τους. Είναι δε ανεπιθύμητο όπως προβαίνουν οι ίδιοι σε ενόρκους δηλώσεις και δεν πρέπει να ορκίζονται ως προς γεγονότα, εκτός αν τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, όπως για παράδειγμα επειδή ο πελάτης βρισκόταν στο εξωτερικό και δεν θα ήταν εύκολο να ακολουθηθούν άλλες προσφερόμενες διαδικασίες (Ahapittas v. Rock Chick Ltd
(1968)1 CLR, In Re Efthymiou
(1987)1 CLR 36). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 1045/2005, Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.10.2005, στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση, το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο προσφυγής εναντίον διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αιτητή, είχε γίνει όχι από τον ίδιο τον αιτητή, αλλά από δικηγόρο, κρίθηκε ότι ήταν από μόνο του επαρκής λόγος για την απόρριψη της αίτησης. Κατ' ανάλογο δε τρόπο και στην παρούσα διαδικασία, τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης μεταφέρονται όχι από τον αιτητή, αλλά από δικηγόρο και αυτό θα ήταν επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης, αφού καμιά εξήγηση δεν έχει δοθεί γιατί ήταν δύσκολο ή αδύνατο να προβεί στην ένορκη δήλωση ο ίδιος ο αιτητής, ο οποίος συνεχίζει να βρίσκεται στην Κύπρο, έστω και υπό κράτηση.» Στην αίτηση Νεόφυτου Γεωργιάδη
(2010)1 Α.Α.Δ. 1413 με μονομελή σύνθεση και ο ίδιος Εφέτης της DULAL και της LI XIN, ανωτέρω, ακολουθεί την ίδια θέση όπως και στις αναφερθείσες προηγούμενες αποφάσεις του. Στην υπόθεση NIKITIN ALEXANDER v. GRIGOREY ALEXANDER, Πολιτική Έφεση 66/11, ημερομηνίας 28/5/13 αναφέρονται τα ακόλουθα: «. Ο ενόρκως δηλών την αίτηση γα προσωρινό διάταγμα, δικηγόρος Μιχάλης Χαραλάμπους, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση και πρωτοδίκως και κατ' έφεση, κατά παράβαση της νομολογίας που καθιστά άκρως ανεπιθύμητο τέτοιο χειρισμό εφόσον ο δικηγόρος είναι ταυτόχρονα και ομνύων, (δέστε In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 A.A.Δ. 743 - η απόφαση στην Rybolovlev v. Rybolovlev στην οποία αναφέρεται ο εφεσίβλητος δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οποτεδήποτε διάδικος είναι στο εξωτερικό, θα πρέπει η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αντί για παράδειγμα, από μια γραμματέα του δικηγόρου), .». Στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD v. ΤΖΟΖΕΦΙΝ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση 236/2010, ημερομηνίας 13/6/13 το Ανώτατο Δικαστήριο με τριμελή σύνθεση ως Εφετείο λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. ΄Εφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).» Με βάση την πιο πάνω νομολογία δεν θα ήταν δυνατό εκ μόνου του λόγου ότι την ένορκη δήλωση κάμνει δικηγόρος χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν γίνεται από το διάδικο αυτή καθίσταται απορριπτέα. Να σημειωθεί ότι αν και αναφέρεται ότι είναι δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση την υπόθεση την χειρίζεται άλλος δικηγόρος, ήτοι ο κ. Σαββίδης. Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της εισήγησης ότι ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει τις πηγές πληροφόρησης του είναι ορθή. Πράγματι στην ένορκη δήλωση δεν αναφέρει τα ονόματα των εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων των Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι είναι νομικά πρόσωπα. Σε τέτοια περίπτωση όπου διάδικος είναι νομικό πρόσωπο ο ομνύων πρέπει να αναφέρει το όνομα του φυσικού προσώπου που είναι διευθυντής, γραμματέας κλπ του νομικού προσώπου από το οποίο πήρε τις πληροφορίες ή του οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Διαφορετικά δεν συνάδει η ένορκη δήλωση με την Δ.39 Θ.2 και ως εκ τούτου πρέπει να αγνοείται. Κατά συνέπεια η αναφορά του ομνύοντα ότι τις πληροφορίες και στοιχεία συνέλεξε από αντιπροσώπους και εκπροσώπους των Καθ' ων η Αίτηση, δεν είναι σύμφωνη με την Δ.39 Θ.2 και ως εκ τούτου η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αγνοείται. Όμως η ένορκη δήλωση έχει ακόμη ένα ουσιώδη σφάλμα που από μόνο του καθιστά απορριπτέα την ένορκη δήλωση. Δεν αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή ούτε και το φυσικό πρόσωπο ως διευθυντής ή γραμματέας της εταιρείας που τον εξουσιοδότησε. Από την άλλη, οι λόγοι ένστασης στο βαθμό που δεν χρειάζονται υποστήριξη από ένορκη δήλωση, γιατί τα γεγονότα που περιβάλλουν αυτούς εμφαίνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου παραμένουν προς εξέταση. Όπως βέβαια και η αγόρευση του δικηγόρου την οποία έχει δικαίωμα να προβεί έστω και αν δεν υποβληθεί καν ένσταση και παρευρίσκεται στη διαδικασία, ασφαλώς όμως μόνο στο βαθμό που τούτο είναι δυνατό σύμφωνα με την νομολογία αφού η αγόρευση δεν αποτελεί μαρτυρία. Τέτοιοι λόγοι είναι ο ένατος λόγος που αναφέρεται σε καθυστέρηση και τούτο μπορεί να διαφανεί από το φάκελο του Δικαστηρίου που στην συγκεκριμένη περίπτωση λαμβανομένων υπόψη την πορεία της υπόθεσης, έστω με κάποιο δισταγμό, αφού πέρασε περισσότερος από ένας μήνα η καταχώρηση από την αποκάλυψη δεν ευσταθεί, και ο πρώτος και ο δεύτερος στους οποίους αναφέρεται ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική καθότι σχετίζονται με τη νομική βάση της αίτηση και τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Δηλαδή αν εμφαίνονται από αυτά σφάλματα ή παρατυπίες όπως π.χ. αν στηρίζεται η αίτηση σε λάθος Διαταγή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως βέβαια ήδη έχει αναφερθεί αν εμφαίνονται σφάλματα από το φάκελο του Δικαστηρίου. Φαίνεται λοιπόν ότι η αίτηση εδράζεται επί της ορθής νομικής βάσης Δ.48 Θ.1, 2 και Δ.28 Θ.1 και
- Επίσης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία προβαίνει η ασκούμενη δικηγόρος, στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, Εύα Μιντή. Από αυτή τη σκοπιά η Μιντή εντάσσεται στους δικηγόρους των Αιτητών. Άλλωστε αναφέρεται σε έγγραφα που έχει στην κατοχή της με αυτή την ιδιότητα της. ΄Ετσι έρχεται στο προσκήνιο από ποιον εξουσιοδοτήθηκε και ποια είναι η πηγή πληροφόρησης της για τα διάφορα θέματα. Όσον αφορά το θέμα της εξουσιοδότησης σχετική είναι η παρ. 3 της ένορκης δήλωσης της. Σε αυτή όμως δεν αναφέρεται ρητά και ξεκάθαρα από ποιον είναι εξουσιοδοτημένη όπως ρητά και ευθέως αναφέρει στην παρ. 13 την πηγή πληροφόρησης για τα νομικά θέματα που βασίζει τους ισχυρισμούς της ότι δεν αποκαλύφθηκαν όλα τα έγγραφα. Στην πρώτη γραμμή έντεχνα αναγράφεται «είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους των Αιτητών». Χωρίς αμφιβολία είναι εκ μέρους των Αιτητών που προβαίνει στην ένορκη δήλωση. το ερώτημα είναι ποιος την εξουσιοδότησε. Είναι οι δικηγόροι των Αιτητών; Είναι οι Αιτητές; Είναι κάποιο άλλο πρόσωπο; Η λέξη δεόντως δεν αποτελεί από μόνη της ικανοποιητικός προσδιορισμός του προσώπου που την εξουσιοδότησε. Το δεόντως δεν αυτοπροσδιορίζει το πρόσωπο που την εξουσιοδότησε αλλά παραπέμπει στη νομιμότητα και/ή νομότυπο της εξουσιοδότησης, το οποίο βέβαια έχει ως υπόβαθρο ότι τούτο μπορεί να το κάνει το πρόσωπο που έχει την εξουσία και το δικαίωμα προς τούτο. Έτσι θα έπρεπε ρητά να αναφέρεται ότι εξουσιοδοτήθηκε από τους ίδιους τους Αιτητές κάτι όμως που δεν αναγράφει στην ένορκη δήλωση της ούτε μπορεί να εκλειφθεί ότι έτσι είναι, με τα όσα αναφέρονται στην παρ. 3, ότι δηλαδή εξουσιοδοτήθηκε από τους Αιτητές. Τον συλλογισμό μου αυτό ενισχύουν οι επόμενες τρεις γραμμές της παρ. 3 της ένορκης δήλωσης, στην οποία αναφέρεται «προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους των Αιτητών διότι οι Αιτητές είναι και οι δύο κάτοικοι εξωτερικού και δεν ήταν σε θέση να ταξιδεύουν ο ίδιοι αυτό το Διάστημα.» Όσο και αν αυτή η παράγραφος αποσκοπεί στο να δικαιολογήσει το λόγο που δεν προέβηκαν οι ίδιοι οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση, η οποία παρεμπίπτοντος είναι πανομοιότυπη με την παρ. 3 της ίδιας ενόρκως δηλούσας που προέβει στις 24/9/13, δηλαδή 1 ½ μήνα πριν προβεί στην παρούσα στις 12/11/13, και η οποία ασφαλώς δεν εξηγεί γιατί δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψουν οι Αιτητές, εντούτοις καταδεικνύει συνάμα θετικά τον ως άνω συλλογισμό του Δικαστηρίου, αναμένετο, τουλάχιστο, να αναφέρει η ενόρκως δηλούσα ένα τρόπο ή μέσο επικοινωνίας που έλαβε την εξουσιοδότηση. Κάτι τέτοιο όμως δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της. Να σημειωθεί, ότι ισχυρίζεται ότι τα ζητήματα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της είναι διαδικαστικά ή που προκύπτουν από έγγραφα στην κατοχή της. Όσον αφορά την πηγή πληροφόρησης της αυτή καταγράφεται στην παρ. 4 της ένορκης δήλωσης της και αποτελεί την προσωπική της γνώση εκτός όπου αναφέρει διαφορετικά. Όταν δεν είναι στην προσωπική της γνώση αναφέρει την πηγή πληροφόρησης της και σε τέτοια περίπτωση τα γεγονότα που αναφέρει είναι αληθή εξ όσων καλύτερα γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται. Όσον αφορά τα νομικά θέματα δηλώνει ως πηγή πληροφόρησης της τον δικηγόρο Μάρκο - Γρηγόρη Δράκο. ΄Αρα ως προς αυτά δηλώνει ευθαρσώς και ξεκάθαρα την πηγή πληροφόρησης της, τα οποία σχετίζονται μεταξύ άλλων και με τα έγγραφα που κατά τους ισχυρισμούς της δεν αποκαλύφθηκαν. Σε σχέση με τα τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 τα οποία επισυνάπτει με την ένορκη δήλωση της σχετική είναι η παράγραφος 32 της ένορκης δήλωσης της στην οποία αναφέρονται τα εξής «Ειδικότερα επισυνάπτω τα ακόλουθα έγγραφα που μας έδωσαν οι αιτητές». Η λέξη «μας», δηλαδή πληθυντικός αριθμός, καταδεικνύει ότι δεν έδωσαν σε αυτήν οι Αιτητές τα έγγραφα. Ως εκ τούτου τίθεται το ερώτημα σε ποιον τα έδωσαν και πως περιήλθαν στην κατοχή της. Ως προς τούτο καμία περαιτέρω αναφορά δεν γίνεται και επομένως δεν αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης της με βάση την οποία τα πιο πάνω τεκμήρια περιήλθαν στην κατοχή της. Σε αντίθεση με τα ανωτέρω τεκμήρια, για τα τεκμήρια 8 και 9 αναφέρει ότι της τα έδωσε ο δικηγόρος Μάρκος - Γρηγόρης Δράκος και για το τεκμήριο 10 ότι της το έδωσαν οι Αιτητές που όπως πληροφορείται τους έδωσε η BMS, παρότι δεν αναφέρεται πώς της το έδωσαν οι Αιτητές και ποιος από αυτούς, αφού βρίσκονται στην Αγγλία, όπως και από ποιον πληροφορήθηκε ότι τους Αιτητές το τεκμήριο 10 τους το έδωσε η BMS. Από τα πιο πάνω αποδεικνύεται ότι η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει από ποιο εξουσιοδοτήθηκε να προβεί στην ένορκη δήλωση και εκτός από τα τεκμήρια 1, 2, 3, 8, 9, 10 και 11 και τα νομικά θέματα που σχετίζονται με τον ισχυρισμό για παράνομη μη αποκάλυψη, αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της, για τα υπόλοιπα δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της και δη για τα τεκμήρια 4, 5, 6 και
- Με βάση μόνο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν αναφέρει η ενόρκως δηλούσα από ποιον εξουσιοδοτήθηκε να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι αρκετός λόγος για να απορριφθεί η αίτηση. Επι πλέον και αν ακόμη προχωρούσα στην εξέταση της αίτησης με μόνο το τεκμήριο 1 (διάταγμα αποκάλυψης), το τεκμήριο 2 (επίδοσης διατάγματος αποκάλυψης), το τεκμήριο 3 (ένορκη δήλωση αποκάλυψης), το τεκμήριο 8, που αποτελεί απόσπασμα από ιστοσελίδα αλλά πουθενά δεν αναφέρονται σε αυτό οι Καθ' ων η Αίτηση, το τεκμήριο 9, που είναι ανακοίνωση του Medgolf Group τον Μαϊο του 2010, δηλαδή δύο και πλέον χρόνια μετά την επίδικη συμφωνία και στην οποία δεν αναφέρονται οι Καθ' ων η Αίτηση αλλά ο Γιώργος Χασάπης, το τεκμήριο 10 που είναι η ανάλυση της τιμής αγοράς και το τεκμήριο 11 που είναι η συμφωνία αγοράς, τίποτε από αυτά δεν υποστηρίζει ή θεμελιώνει την Αίτηση των Αιτητών στην βάση των εγγράφων που ζητείται η αποκάλυψη τους. Ειδικά σε σχέση με τα τεκμήρια 10 και 11 έχει γίνει αποκάλυψη του πωλητηρίου εγγράφου, δηλαδή του τεκμηρίου
- Για πληρότητα της απόφασης θα εξετάσω ένα προς ένα τα έγγραφα που ζητείται η αποκάλυψη τους ή και καταγράφονται ανωτέρω αλλά και κατωτέρω με βάση τις κατηγορίες εγγράφων όπως τις διαχώρισε η ενόρκως δηλούσα Μιντή. Από όλα τα πιο πάνω είτε ξεχωριστά είτε όλα μαζί εξεταζόμενα δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δημιουργήθηκε έστω και στον πιο μικρό βαθμό εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι η BMS αντιπροσώπευε ή εκπροσωπούσε ή συνεργάζετο με τους Καθ' ων η Αίτηση με τον τρόπο που υποψιάζονται ή εικάζεται από τους Αιτητές. Εδώ θα πρέπει σημειωθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση στην παρ. 7.6 της Έκθεσης Απαίτησης των Αιτητών εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 - Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η BMS ενεργούσε στην ουσία ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Διερωτάται επομένως κάποιος ποια είναι η γραμμή πλεύσης των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών, έστω και αν στην ΄Εκθεση Απαίτησης μπορεί να συνυπάρχουν διαζευκτικοί ισχυρισμοί, όταν με αυτό το ρητό και καθαρό τρόπο θεωρούν ότι η BMS ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Εν ανυπαρξία της προϋπόθεσης του υπαρκτού αντικειμένου οδηγεί αναπόφευκτα και στην ανυπαρξία της σχετικότητας των εγγράφων για τα οποία ζητείται, που ας σημειωθεί, αν και χαρακτηρίζονται ως κατηγορίες εγγράφων από τους Αιτητές, εντούτοις δεν εξειδικεύονται με τον δέοντα τρόπο και παραμένουν στα πλαίσια της γενικότητας. Εξηγείται η διαπίστωση αυτή και παρακάτω ως ακολούθως. (Α) Επικοινωνίες μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση και τη BMS (Αιτητικό 2.1 και 2.7). Για να είναι καταρχάς δυνατή η αποκάλυψη τέτοιων εγγράφων, δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ή έστω να φαίνεται απλώς κάποια σχέση μεταξύ τους αλλά αυτή η σχέση να είναι τέτοια που να σχετίζεται με την Έκθεση Απαίτησης των Αιτητών εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση η οποία έχει ως αιτίες αγωγής την απάτη, τις ψευδείς και/ή δόλιες παραστάσεις, την αμέλεια και την παράβαση καθήκοντος όπως προσδιορίζονται στους ισχυρισμούς των Αιτητών. Από το σύνολο των ισχυρισμών της Μιντή που περιέχονται στην ένορκη δήλωση και από τα επισυναπτόμενα με αυτή τεκμήρια καταδεικνύεται ότι δεν δημιουργήθηκε η απαραίτητη και αναγκαία σχετικότητα των εγγράφων που ζητούνται με τους Καθ' ων η Αίτηση στη βάση των αιτιών αγωγής που στηρίζουν τις αξιώσεις τους οι Καθ' ων η Αίτηση. Κύρια θέση των Αιτητών είναι ότι η BMS ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Καθ' ων η Αίτηση αλλά και ότι ενεργούσαν μαζί ως σύμπραξη. Με όσα οι ίδιοι οι Αιτητές επικαλούνται ως ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση και τα επισυναπτόμενα με αυτή τεκμήρια καταδεικνύεται ότι καμιά αναφορά δεν υπάρχει είτε εκ μέρους κάποιου διευθυντή, γραμματέα κλπ της BMS που να υποστηρίζει την ως άνω θέση, είτε από τα έγγραφα, αφού καμιά αναφορά δεν γίνεται σε αυτά για τους Καθ' ων η Αίτηση. Το μόνο που ξεπροβάλλει από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό είναι η σχέση των αιτητών με την BMS η οποία όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται στην παρ. 3 της Έκθεσης Απαίτησης τους εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση η BMS δραστηριοποιείτο μεταξύ άλλων στην προώθηση, πώληση και χρηματοδότηση κυπριακών εξοχικών κατοικιών σε βρετανούς αγοραστές στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η Αίτηση όπως αναφέρεται στην παρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης εξ' ιδίας πρωτοβουλίας παρευρέθη σε συνάντηση/παρουσίαση που οργάνωσε η BMS με σκοπό η BMS να προωθήσει ή/και να πείσει τους Αιτητές να αγοράσουν κατοικία στα εν λόγω συγκροτήματα. Όλα τα άλλα που ισχυρίζεται για εκπροσώπηση, αντιπροσώπευση, ότι ενεργούσε μαζί ή από κοινού ή σε συνεργασία με τους Καθ' ων η Αίτηση ή ότι η BMS ενεργούσε υπό ή εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραμένουν μόνο σε επίπεδο υποψιών και εικασιών οι ισχυρισμοί τους. (Β) Σε σχέση με έγγραφα που αφορούν το ακίνητο (Αιτητικό 2.
- και 2.3) όπως για παράδειγμα, εισηγείται η Μιντή, εκτιμήσεις, υποθήκες ή επιβαρύνσεις πέραν του ότι για τους ίδιους πιο πάνω λόγους δεν έχει αποδειχθεί η σχετικότητα τους, ειδικά για το ακίνητο, έχει γίνει αποκάλυψη για τον τίτλο του ακινήτου και για υποθήκες αναφέρεται ρητά στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων ότι προς εξασφάλιση τους οι Καθ' ων η Αίτηση υποθήκευσαν το εν λόγω ακίνητο προς όφελος των Εναγόντων. Εάν οι Αιτητές ζητούσαν επιθεώρηση εγγράφων και λήψη αντιγράφων του πιστοποιητικού τίτλου ακινήτου σε αυτό θα φαίνετο και η υποθήκη. Ούτε μπορεί να συνδεθεί το αίτημα για αποκάλυψη τέτοιων εγγράφων με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης των Αιτητών εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και τη σχετικότητα τους με αυτούς. Να προσθέσω ότι γι' αυτά τα έγγραφα το Δικαστήριο επιλήφθηκε και στην προηγούμενη αίτηση ειδικής αποκάλυψης που έκαναν οι Αιτητές εναντίον των Εναγόντων και σχετική αναφορά γίνεται στις σελίδες 16 και 17 της απόφασης ημερομηνίας 5/12/13 στις οποίες παραπέμπω. (Γ) Όσον αφορά τα έγγραφα για καταστάσεις λογαριασμού (Αιτητικό 2.4) όπως προσδιορίζεται στις παρ. 41 έως 45 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, πέραν των όσων αναφέρονται γενικά πιο πάνω και ειδικά στο (Α) τίποτε δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνδέει τους Καθ' ων η Αίτηση με αυτά και επί τη βάσει της Έκθεσης Απαίτησης των Αιτητών εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση να καταδεικνύεται η σχετικότητα τους. Μάλιστα για το θέρετρο γκολφ οι ίδιοι οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει ότι άλλη είναι η εταιρεία που έχει σχέση με αυτό, σύμφωνα με το τεκμήριο 9 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση της Μιντή που συνοδεύει την αίτηση. (Δ) Επίσης σε σχέση με έγγραφα σχετικά με την πληρωμή του αντιτίμου πώλησης (Αιτητικό 2.5) ισχύουν τα όσα καταγράφονται στο (Α) ως άνω και καμία σχετικότητα τους δεν φαίνεται να υπάρχει με τα επίδικα θέματα όπως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης των Αιτητών εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Τέλος, όσον αφορά το (Ε) έγγραφα για τιμές στις οποίες πωλήθηκαν άλλες κατοικίες (Αιτητικό 2.6) ήτοι άλλα πωλητήρια έγγραφα, ποιος ήταν ο μεσίτης και η προμήθεια του, είναι εντελώς έξω από κάθε ευρύ κύκλο σχετικότητας εγγράφων με βάση την ΄Εκθεση Απαίτησης των Αιτητών εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Ως εκ των πιο πάνω δεν χρειάζεται να γίνει οιοσδήποτε σχολιασμός για το αιτητικό παραμερισμού της υπεράσπισης αφού η απόρριψη του αιτητικού για περαιτέρω αποκάλυψη καθιστά άνευ αντικειμένου τούτο. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με €1100 έξοδα υπέρ των Εναγομένων 3 και 4 - Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ..................................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο