← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ MIROSLAW MRUKWA, Αρ. αίτησης: 1/2014, 17/2/2014

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ MIROSLAW MRUKWA, Αρ. αίτησης: 1/2014, 17/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A48 Αρ. αίτησης: 1/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133(I)/2004 KAI ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ MIROSLAW MRUKWA 17 Φεβρουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κα Παπαμιλτιάδους για κ. Α. Αριστείδη Για τον Εκζητούμενο: κ. Γ. Κούμας Εκζητούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στις 3.8.2009 το Regional Court of Gliwice της Πολωνίας εξέδωσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης για τον εκζητούμενο (στο εξής το «ΕΕΣ»). Το ΕΕΣ εκδόθηκε για άσκηση ποινικής δίωξης του εκζητούμενου καθώς και για την εκτέλεση δύο ποινών φυλάκισης σχετικά με αδικήματα κατά περιουσίας που διαπράχθηκαν, όπως αναφέρεται στο ΕΕΣ, μεταξύ 1998-2003. Οι Πολωνικές Αρχές διαβίβασαν το ΕΕΣ στις Κυπριακές Αρχές στις 3.1.2014. Στις 9.1.2014 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης του εκζητούμενου δυνάμει του άρθρου 16

(2)του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Ν.133
(1)/2004 (στο εξής ο «Νόμος»). Ο εκζητούμενος συνελήφθη στις 13.1.2014 και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 14.1.
  1. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, το Δικαστήριο βεβαιώθηκε ότι ο συλληφθείς είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ΕΕΣ. Ακολούθως τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του ΕΕΣ και για το δικαίωμα του να διορίσει δικηγόρο, το οποίο εξάσκησε, καθώς και το δικαίωμα του να λάβει αντίγραφα των σχετικών εγγράφων της διαδικασίας με δικά του έξοδα, που επίσης εξάσκησε. Ο εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, ο δε εκζητούμενος διατάχθηκε να παραμείνει υπό κράτηση. Σημειώνω ότι ο εκζητούμενος, με τη σύμφωνη γνώμη του εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα, αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους στις 22.1.
  2. Η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρκετές φορές, εν αναμονή επιπρόσθετων και συμπληρωματικών στοιχείων και διευκρινήσεων που τόσο η Κεντρική Αρχή όσο και το ίδιο το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 21
(2)του Νόμου, ζήτησαν επανειλημμένα από τις Πολωνικές Αρχές αναφορικά με το ΕΕΣ. Στο θέμα αυτό θα αναφερθώ κατωτέρω. Από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και το μέρος εκείνο της μαρτυρίας που δεν αμφισβητείται από τις δύο πλευρές προκύπτουν τα ακόλουθα σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων: (α) Επιδιώκεται η παράδοση του εκζητούμενου για να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του σε σχέση με τα αδικήματα υπό αριθμούς 1-9 όπως περιγράφονται στο ΕΕΣ. Τα αδικήματα αυτά διαπράχθηκαν, όπως ισχυρίζονται οι Πολωνικές Αρχές, την περίοδο 1998-2003 και αφορούν κυρίως κλοπές αυτοκινήτων, κατά παράβαση προνοιών του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα. (β) Επιδιώκεται επίσης η παράδοση του εκζητούμενου για να εκτίσει ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν σε σχέση με τα αδικήματα 10 και 11 του ΕΕΣ, τα οποία επίσης είναι αδικήματα κλοπής αυτοκινήτων. (γ) Η ποινή για το αδίκημα 10 του ΕΕΣ επιβλήθηκε στις 26.9.
  1. Το ΕΕΣ, Μέρος Β, σελ. 2, αναφέρει σε σχέση με την ποινή αυτή ότι κατέστη «legally binding on 10.2.2004». Η ποινή για το αδίκημα 11 του ΕΕΣ επιβλήθηκε στις 23.9.
  2. Σύμφωνα με το ίδιο σημείο του ΕΕΣ, η ποινή αυτή κατέστη «legally binding on 27.1.2004». Δεν υπάρχει οποιαδήποτε επεξήγηση αναφορικά με το ποια είναι η διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας της κάθε απόφασης και της ημερομηνίας που κατέστη «Iegally binding». Σημειώνω επίσης ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών σε σχέση με το κατά πόσο οι ποινές αυτές εκκρεμούν προς εκτέλεση και κατά πόσο είναι ή ήταν εις γνώση του εκζητούμενου ότι κατέστησαν εκτελεστές. Θα επανέλθω στο θέμα αυτό. (δ) Στις 19.3.2004, μεταγενέστερα δηλαδή της επιβολής των ποινών για τα αδικήματα 10 και 11 του ΕΕΣ, οι Πολωνικές Αρχές εξέδωσαν διαβατήριο στον εκζητούμενο (Τεκμήριο 24). (ε) Ο εκζητούμενος ήρθε στην Κύπρο το 2004 όπου και διαμένει μόνιμα μέχρι σήμερα. Εργοδοτήθηκε αρχικά στον Οργανισμό Κώστα Παπαέλληνα (Τεκμήριο 26) και μεταγενέστερα, από το 2005 μέχρι σήμερα, στην εταιρεία Blue Point Yachting Ltd (Τεκμήριο 27). Καταβάλλει δε εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 28). (στ) Με τον ερχομό του στην Κύπρο απέκτησε σχετική άδεια διαμονής Υπηκόου Κράτους Μέλους της ΕΕ (Τεκμήριο 25) και, αργότερα, δελτίο ταυτότητας αλλοδαπού (Τεκμήριο 4). (ζ) Είναι παντρεμένος και στις 19.3.2006 απέκτησε μια θυγατέρα (Τεκμήριο 29) η οποία γεννήθηκε στην Κύπρο και τώρα φοιτά στο δημοτικό σχολείο. Όταν γεννήθηκε η κόρη του, κατόπιν αίτησης του ιδίου και της συζύγου του προς τις Πολωνικές Αρχές η οποία υπεβλήθη ταχυδρομικώς, η κόρη τους απέκτησε Πολωνικό πιστοποιητικό γέννησης το οποίο εκδόθηκε το
  3. (η) Στις 9.12.2009, μαζί με τη σύζυγο του, υπέγραψαν συμφωνία για αγορά κατοικίας στην Λάρνακα (Τεκμήριο 31) για την οποία συνήψαν δάνειο (Τεκμήριο 32). Εκτενέστερη αναφορά στα διάφορα γεγονότα, στο βαθμό που είναι σχετικά, γίνεται κατωτέρω. Νομικές αρχές Τα Ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης προέκυψαν από την Απόφαση Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τις 13.6.2002 και ο σχετικό Νόμος θεσπίστηκε προς υλοποίηση της Απόφασης Πλαίσιο. Ο σκοπός δε του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι η απλοποίηση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της διαδικασίας παράδοσης προσώπων που ενέχονται στη διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων[1]. Θα ξεκινήσω με το άρθρο 2
(2)του Νόμου το οποίο θέτει το υπόβαθρο για την ερμηνεία και εφαρμογή των προνοιών του Νόμου. Το συγκεκριμένο άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση...» Οι σχετικές πρόνοιες του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση αναφέρουν τα εξής:
  1. The Union is founded on the principles of liberty, democracy, respect for human rights and fundamental freedoms, and the rule of law, principles which are common to the Member States.
  2. The Union shall respect fundamental rights, as guaranteed by the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms signed in Rome on 4 November 1950 and as they result from the constitutional traditions common to the Member States, as general principles of Community law. Ακολούθως, το άρθρο 4 του Νόμου καθορίζει τον τύπο και περιεχόμενα που πρέπει να έχει ένα Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Θα παραθέσω μόνο το άρθρο 4
(1)(στ) και (ζ) που προνοούν ότι: «Το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:. (στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και (ζ) στο μέτρο του δυνατού, τις οποιεσδήποτε λοιπές συνέπειες, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε παρεπόμενης ποινής της αξιόποινης πράξης.» Θα επανέλθω στα άρθρα 2 και 4 του Νόμου μετέπειτα. Στο άρθρο 13 του Νόμου καταγράφονται λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Δεν θα παραθέσω αυτούσιο το άρθρο 13 αφού δεν θεωρώ ότι θα ήταν ωφέλιμο. Στην παρούσα περίπτωση, από τα δεδομένα που έχω ενώπιον μου, δεν ισχύει καμία από τις περιπτώσεις του άρθρου 13 και επομένως δεν συντρέχει κανένας λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Αναφέρω ότι ούτε η πλευρά του εκζητούμενου ισχυρίστηκε ότι συντρέχει λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Το άρθρο 14 του Νόμου καθορίζει λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Και πάλιν δεν θα παραθέσω αυτούσιο το άρθρο
  1. Θα περιοριστώ μόνο να αναφέρω ότι, από τα ενώπιον μου δεδομένα δεν ισχύει κανένας από τους λόγους του άρθρου 14, κάτι που είναι αποδεκτό και από την πλευρά του εκζητούμενου. Μαρτυρία και αξιολόγηση. Στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης, κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων, ορισμένα από τα οποία από κοινού από τις δύο πλευρές. Επίσης, μαρτυρία έδωσε ο κ. Χίντικος, αρμόδιος λειτουργός της Κεντρικής Αρχής και ο ίδιος ο εκζητούμενος. Η μαρτυρία δόθηκε ενόρκως και τα όσα αναφέρω σε σχέση με την αξιολόγηση της είναι υπό την αίρεση του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Σίγουρα η αξιολόγηση δεν γίνεται για να διακριβωθεί κατά πόσο ο εκζητούμενος είναι ένοχος για τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ, ούτε και για διακρίβωση της ορθότητας των όσων αναφέρονται στο ΕΕΣ. Σκοπός της αξιολόγησης είναι μόνο να υποβοηθηθεί το Δικαστήριο στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου ώστε να επιτρέπεται η ικανοποίηση του αιτήματος των Πολωνικών αρχών για παράδοση του εκζητούμενου. Υπό αυτή την αίρεση, αναφέρω ότι δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο κ. Χίντικος κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και επομένως η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Σημειώνω ότι τα όσα κατέθεσε δεν αμφισβητήθηκαν ουσιαστικά ούτε από την πλευρά του εκζητούμενου. Στην ουσία μαρτύρησε αναφορικά με τα γεγονότα, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν από κοινού και εκείνα που παρουσίασε ο ίδιος και που αφορούσαν κυρίως επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ των αρμοδίων τμημάτων των δύο κρατών, και κατέθεσε ως μάρτυρας της Κεντρικής Αρχής στα πλαίσια του συγκεκριμένου της ρόλου όπως καθορίζεται από το άρθρο 5 του Νόμου. Ο κ. Χίντικος παρουσίασε στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, το μεγάλο όγκο αλληλογραφίας που ανταλλάχθηκε μεταξύ της Κεντρικής Αρχής και των Πολωνικών Αρχών. Έκανε επίσης αναφορά στο ιστορικό και στις διάφορες σχετικές ημερομηνίες, πχ την χρονική περίοδο διάπραξης των αδικημάτων, τον χρόνο έκδοσης του ΕΕΣ και τον χρόνο διαβίβασης του στην Κύπρο. Ερωτώμενος από τον δικηγόρο του εκζητούμενου επί συγκεκριμένων θεμάτων, ανέφερε ότι η Κεντρική Αρχή ζήτησε τρεις φορές διευκρινίσεις από την Πολωνία σε σχέση με τον χρόνο που διέρρευσε και την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε από το 2003 (που τελειώνει η ισχυριζόμενη περίοδος διάπραξης των αδικημάτων) μέχρι την έκδοση του ΕΕΣ τον Αύγουστο
  2. Αυτό έγινε με τις επιστολές Τεκμήρια 12, 13 και
  3. Ανέφερε ότι δεν υπήρξε καμία απάντηση από την Πολωνία σε σχέση με το θέμα αυτό. Το ότι δεν υπήρξε καμία σχετική απάντηση είναι βέβαια ξεκάθαρο και από μια απλή ανάγνωση των διάφορων επιστολών που στάληκαν από την Πολωνία και είναι κατατεθειμένες ως Τεκμήρια. Ερωτήματα αναφορικά με τον χρόνο που διέρρευσε από την περίοδο 1998-2003 μέχρι την έκδοση του ΕΕΣ το 2009 υποβλήθηκαν και από το ίδιο το Δικαστήριο αλλά δεν υπήρξε καμία σχετική απάντηση από την Πολωνία. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία επεξήγηση αναφορικά με την καθυστέρηση που έχει επιδειχθεί από τις Πολωνικές Αρχές από το 2003 μέχρι την έκδοση του ΕΕΣ το
  4. Ο κ. Χίντικος ανέφερε επίσης ότι ζητήθηκαν διευκρινίσεις αναφορικά με το χρόνο που διέρρευσε και την καθυστέρηση μεταξύ της έκδοση του ΕΕΣ τον Αύγουστο 2009 και τη διαβίβαση του στην Κύπρο στις 3.1.
  5. Θα αναφερθώ στις σχετικές απαντήσεις των Πολωνικών αρχών κατωτέρω. Επιπρόσθετα, στην επιστολή από τις Πολωνικές Αρχές, Τεκμήριο 13, γίνεται αναφορά σε τρείς ημερομηνίας, συγκεκριμένα στις 22.1.2004, 16.1.2006 και 13.12.
  6. Δεν ήταν ξεκάθαρο το τι συνέβηκε τις ημερομηνίες αυτές και το Δικαστήριο, κατά την δικάσιμο 22.1.2014 ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις. Ο κ. Χίντικος ανέφερε ότι την ίδια ημέρα στάληκε επιστολή από την Κεντρική Αρχή προς τις Πολωνικές Αρχές με την οποία ζητούνταν οι σχετικές διευκρινίσεις (Τεκμήριο 14). Όπως ανέφερε απαντώντας σε ερώτηση του δικηγόρου του εκζητούμενου, και όπως φαίνεται εξάλλου και από το φάκελο και τα Τεκμήρια, ούτε το ερώτημα αυτό του Δικαστηρίου απαντήθηκε ποτέ από τις Πολωνικές Αρχές. Αναφέρω ότι επιπρόσθετα από τις επιστολές που στάληκαν από την Κεντρική Αρχή προς τις Πολωνικές Αρχές για περαιτέρω στοιχεία και διευκρινίσεις, απεύθυνε και το ίδιο το Δικαστήριο αιτήματα για περαιτέρω πληροφορίες δυνάμει του άρθρου 21
(2)το Νόμου που προβλέπει ότι: «Αν η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν, ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση, ζητεί, μέσω της Κεντρικής Αρχής, την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών στοιχείων, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15 του παρόντος Νόμου και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση τήρησης των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 23 του παρόντος Νόμου.» Άλλα σημεία της μαρτυρίας του κ. Χίντικου στα οποία θεωρώ ότι πρέπει να αναφερθώ είναι η διαπίστωση του ότι δεν δικαιολογείται η διαφορά μεταξύ της επιβληθείσας ποινής για το αδίκημα 10 (στο ΕΕΣ αναφέρεται ότι η επιβληθείσα ποινή είναι 2 χρόνια) και της αναφοράς σε μεταγενέστερο σημείο του ΕΕΣ υπό τον τίτλο «remaining sentence to be served» (όπου γίνεται αναφορά σε 1 χρόνο, 7 μήνες και 1 ημέρα). Ερωτώμενος πως ήταν δυνατή η έκδοση του δελτίου ταυτότητας αλλοδαπού που εξέδωσαν οι Κυπριακές αρχές στις 6.11.2009 (μετά δηλαδή από την έκδοση του ΕΕΣ) ανέφερε ότι αυτό σήμαινε πως τα στοιχεία του εκζητούμενου και η ύπαρξη του ΕΕΣ εναντίον του δεν ήταν καταχωρημένα σε κάποια διεθνή βάση δεδομένων όπου ανταλλάσσονται πληροφορίες για θέματα αυτής της φύσης μεταξύ κρατών μελών. Αυτό θεωρώ ότι είναι σημαντικό σαν ένδειξη ότι ακόμα και μετά την έκδοση του ΕΕΣ οι αρχές της Πολωνίας δεν έδειξαν πρόθεση ή προθυμία να προωθήσουν την εκτέλεση του μέχρι τον Ιανουάριου 2014, θέμα στο οποίο θα επανέλθω. Κατέθεσε ενόρκως και ο ίδιος ο εκζητούμενος ο οποίος (και πάλιν υπό την αίρεση του περιορισμένου σκοπού της παρούσας διαδικασίας) πρέπει επίσης να πω ότι μου έκανε καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Εξάλλου δεν κατέθεσε ούτε και αντεξετάστηκε επί θεμάτων που άπτονται της διάπραξης ή όχι των αδικημάτων για τα οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ αλλά τα όσα ανέφερε περιορίστηκαν σε θέματα που είχαν σχέση με την υπό εξέλιξη υπόθεση και δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης από την Γενική Εισαγγελία. Κατέθεσε και αυτός αριθμό εγγράφων που αφορούσαν κυρίως γεγονότα που συνέβησαν από το 2003 μέχρι και σήμερα. Αναφέρω μόνο ότι ο εκζητούμενος αντεξετάστηκε επί του ισχυρισμού του ότι το 2006 εξασφάλισε πιστοποιητικό γέννησης της κόρης του από την Πολωνία. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι μετά τη γέννηση της στην Κύπρο, αυτός και η σύζυγος του αποτέθηκαν με σχετική αίτηση στο ληξιαρχείο στην Πολωνία και ζήτησαν πιστοποιητικό γέννησης. Οι δύο γονείς υπέβαλαν, μεταξύ άλλων, αντίγραφα του διαβατηρίου τους και έδωσαν τη διεύθυνση διαμονής τους στην Κύπρο όπου οι Πολωνικές Αρχές τους απέστειλαν ταχυδρομικώς το εν λόγω πιστοποιητικό γέννησης μετά την έκδοση του στις 24.10.
  1. Σημειώνω και θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό ότι αυτό έγινε το 2006, μετά τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία ζητείται η έκδοση του εκζητούμενου και μετά την επιβολή σε αυτόν των ποινών που αφορούν τα αδικήματα 10 και 11 του ΕΕΣ. Τονίζω ιδιαίτερα ότι το πιστοποιητικό γέννησης εκδόθηκε από τις αρχές της περιοχής Ruda Slaska, όπου εδρεύει το Πολωνικό Δικαστήριο που του επέβαλε την ποινή για τα αδικήματα 10 και 11 του ΕΕΣ το 2003 καθώς και το Δικαστήριο που εξέδωσε το ίδιο το ΕΕΣ το
  2. Ανάλυση. Προτού προχωρήσω στην ανάλυση των όσων έχω ενώπιον μου, δεν μπορώ να αφήσω ασχολίαστο το γεγονός ότι για την διαμόρφωση έστω και αυτής της ελλιπούς εικόνας που έχω σήμερα μπροστά μου απαιτήθηκε η ανταλλαγή μεγάλου όγκου αλληλογραφίας μεταξύ της Κυπριακής Κεντρικής Αρχής και των Πολωνικών Αρχών. Κατά την άποψη μου, ένα ΕΕΣ πρέπει να είναι ξεκάθαρο, χωρίς κενά και ασάφειες. Ο σκοπός και ο στόχος της θέσπισης των Ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης είναι βεβαίως η διευκόλυνση και απλοποίηση των διαδικασιών διαβίβασης εκζητουμένων προσώπων μεταξύ κρατών μελών. Όμως, παρά το απλοποιημένο της διαδικασίας, οι ελάχιστες προϋποθέσεις του Νόμου πρέπει να πληρούνται. Ένα ΕΕΣ πρέπει να έχει τέτοια μορφή και τέτοιο περιεχόμενο που, ως ένα αυτόνομο έγγραφο (stand alone document), να μπορεί να οδηγήσει σε ικανοποίηση του αιτήματος παράδοσης του προσώπου στο οποίο αναφέρεται. Παρά το ότι ο Νόμος παρέχει τη δυνατότητα να ζητηθούν περαιτέρω στοιχεία από τη χώρα που επιδιώκει την παράδοση, πιστεύω ότι είναι προς το συμφέρον της ταχύτητας εξέτασης και διεκπεραίωσης τέτοιων αιτημάτων αλλά και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ένα ΕΕΣ να μην δημιουργεί την ανάγκη για να ζητηθούν επανειλημμένως διευκρινίσεις και επεξηγήσεις. Αυτό είναι κάτι που δεν συντείνει στην γρήγορη κατάληξη της διαδικασίας. Άρθρο 4 του Νόμου Πριν ένα Δικαστήριο αποφασίσει την παράδοση ενός εκζητούμενου, πρέπει να ικανοποιηθεί ότι το ΕΕΣ πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Νόμου αναφορικά με το περιεχόμενο. Έχω ήδη κάνει ειδική αναφορά στο άρθρο 4
(1)(στ) και (ζ) του Νόμου ανωτέρω. Στην παρούσα περίπτωση από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχω ενώπιον μου πλήρη εικόνα αναφορικά με τις ποινές που φαίνεται να έχουν επιβληθεί στον εκζητούμενο για τα αδικήματα 10 και 11 του ΕΕΣ. Εκτός από τις επισημάνσεις για ασυμφωνία δεδομένων και κενά στην πληροφόρηση που αναφέρω πιο πάνω, προσθέτω και το εξής. Κατόπιν σχετικού ερωτήματος που υπέβαλε το Δικαστήριο και διαβίβασε η Κεντρική Αρχή στην Πολωνία, οι Πολωνικές Αρχές απάντησαν ότι ο εκζητούμενος δικάστηκε στην παρουσία του για τα αδικήματα 10 και 11 του ΕΕΣ. Απάντησαν επίσης ότι οι δύο αντίστοιχες ποινές που φαίνεται ότι εκκρεμούν προς εκτέλεση του επιβλήθηκαν στην παρουσία του, στις 26.9.2003 και 23.9.2003 αντίστοιχα (Τεκμήρια 14 και 15). Παρά τις διευκρινίσεις δεν ήταν ακόμα ξεκάθαρο γιατί, εφόσον οι εν λόγω ποινές του επιβλήθηκαν στην παρουσία του, δεν εκτελέστηκαν άμεσα και ανταλλάχτηκε περαιτέρω αλληλογραφία για το θέμα αυτό με τις Πολωνικές Αρχές (Τεκμήρια 16 και 20). Απάντησαν ότι, σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα της Πολωνίας, ποινή φυλάκισης είναι άμεσα εκτελεστή μόνο εάν αφορά περίοδο που υπερβαίνει τα 3 χρόνια. Αυτό δεν ίσχυε στην περίπτωση των δύο ποινών που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο και αυτό είναι και ο λόγος που δεν εκτελέστηκαν άμεσα (Τεκμήριο 21). Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 21: «...according to the Polish Code of Penal Proceedings (article 258, para 2) if a prison sentence is imposed, the penalty can be immediately executed only if the sentence of deprivation of liberty exceeds the limit of 3 years imprisonment or is equal this limit. In Polish penal law sentence of at least 3 years of imprisonment is treated as a severe penalty and the court can consider the possibility of applying the detention immediately after the sentence was announced to accused. There was no need, no obligation in both court cases of Miroslaw Mrukwa to apply this regulation because the ordered sentences deprivation of liberty are lower than 3 years.» Δεν έχει δοθεί καμία εξήγηση ή πληροφόρηση αναφορικά με το κατά πόσο οι δύο αυτές ποινές κατέστησαν εκτελεστές, και, αν ναι, πότε. Ούτε έχει διευκρινιστεί το κατά πόσο ο εκζητούμενος γνώριζε ότι αυτές κατέστησαν εκτελεστές. Δηλαδή, δεν έχω οτιδήποτε ενώπιον μου που να εισηγείται ότι ο εκζητούμενος γνώριζε ότι οι ποινές που του επιβλήθηκαν κατέστησαν ή θα καθίσταντο εκτελεστές σε συγκεκριμένη ημερομηνία και, εν γνώσει του, εγκατέλειψε την Πολωνία για να αποφύγει την σύλληψη και εκτέλεση των ποινών αυτών. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα δεν μπορώ να καταλήξω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Νόμου σε σχέση με το περιεχόμενο του ΕΕΣ αφού δεν είμαι σε θέση να έχω σαφή εικόνα αναφορικά με τις ποινές για την έκτιση των οποίων οι Πολωνικές αρχές ζητούν την παράδοση του εκζητούμενου. Άρθρο 2
(2)του Νόμου Σαφώς ο Νόμος δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες πρόνοιες για παραβίαση του δικαιώματος δίκης εντός ευλόγου χρόνου[2] ούτε και κυρώσεις στην περίπτωση καθυστέρησης των διωκτικών αρχών της αιτήτριας χώρας να προωθήσουν το αίτημα τους για παράδοση εκζητούμενου προσώπου. Όμως το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου προστατεύεται τόσο από την Ευρωπαϊκή Συνθήκη για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών[3] όσο και από το Σύνταγμα[4]. Επομένως, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάσει εάν, στην παρούσα περίπτωση, ικανοποίηση του αιτήματος των Πολωνικών Αρχών είναι συμβατή με το άρθρο 2
(2)του Νόμου. Όπως διασαφηνίστηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Έφεση 221/2013, ημερ. 2.9.2013: «.η παράγραφος 12 του Προοιμίου, θέτει με πολλή σαφήνεια την αρχή ότι η Απόφαση-Πλαίσιο «respects fundamental rights and observes the principles recognised by Article 6 of the Treaty on European Union...». Τα ίδια, ουσιαστικά, αναπαράγονται και στο άρθρο 2
(2)του Νόμου. Στο Handbook on the European Arrest Warrant (πιο πάνω), καθίσταται σαφές από την ανάλυση που γίνεται στις σελίδες 171-176, ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Απόφασης-Πλαίσιο, ενώ η παράγραφος 13 του Προοιμίου βασίζεται στις αρχές που αναπτύχθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τα εθνικά Δικαστήρια των κρατών μελών, ως αποτέλεσμα της απόφασης Soering v. U.K. αρ. 14038/88, ημερ. 7.7.
  1. Το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης προνοεί ότι η Ένωση εδράζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, η δε Ένωση πρέπει να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά τυγχάνουν εγγύησης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «as general principles of Community law.» Σχετική είναι επίσης και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Μιχάλη Μιχαηλίδη ν Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφεση 248/2013, ημερ. 17.9.
  2. Στρέφομαι επομένως να εξετάσω το δικαίωμα για δίκη εντός εύλογου χρόνου που έχει εγερθεί από την πλευρά του εκζητουμένου. Η υπόθεση Αίτηση Drazdova Natalia Sergeenva, Πολ. Έφεση 260/12, αφορούσε διαδικασία προνομιακού εντάλματος habeas corpus που εκδόθηκε στη βάση δικαιώματος που παρέχεται ειδικά από τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/
  3. Όμως αντλώ καθοδήγηση από την απόφαση εκείνη σε σχέση με το πώς αντιμετωπίζεται και το ποιες παραμέτρους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην αξιολόγηση του θέματος του εύλογου χρόνου. Επομένως, και με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που δίνει η απόφαση εκείνη όταν ένα Δικαστήριο εξετάζει το θέμα του χρόνου, το κριτήριο δεν είναι τόσο το μήκος του χρόνου, όσο η ποιότητά του. Το ζήτημα εξετάζεται επομένως σε συνάρτηση με το γεγονός ότι με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του εκζητούμενου μπορεί να έχουν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό που θα ήταν άδικο και καταπιεστικό να εκδοθεί αφού η τυχόν έκδοση του θα είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη ανατροπή των δεδομένων της ζωής του και των ευλόγων προσδοκιών του. Στην παρούσα περίπτωση, έχω ήδη αναφέρει πολλές φορές πιο πάνω ότι τα αδικήματα για τα οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ αφορούν την περίοδο 1998-2003, ότι το ΕΕΣ εκδόθηκε τον Αύγουστο 2009 και ότι διαβιβάστηκε στις Κυπριακές Αρχές για εκτέλεση τον Ιανουάριου
  4. Τα χρονικά διαστήματα που διέρρευσαν είναι πολύ μεγάλα και η μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του εκζητούμενου, τα τελευταία 10 περίπου χρόνια που διαμένει μόνιμα και νόμιμα στην Κύπρο, είναι τεράστια. Τόσο με πρωτοβουλία των εκπροσώπων της Κεντρικής Αρχής όσο και κατόπιν αιτημάτων του Δικαστηρίου στάληκε αριθμός επιστολών (Τεκμήρια 7, 9, 11, 14, 16, 18) στην Πολωνία με τις οποίες ζητούνταν διευκρινίσεις σε σχέση με την καθυστέρηση αυτή. Επαναλαμβάνω την προηγούμενη διαπίστωση μου ότι δεν έχει δοθεί καμία εξήγηση από τις Πολωνικές Αρχές αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από την περίοδο 1998-2003 μέχρι την έκδοση του ΕΕΣ το 2009 και επομένως το χρονικό αυτό διάστημα παραμένει αδικαιολόγητο. Σε σχέση με τον χρόνο που διέρρευσε από την έκδοση του ΕΕΣ το 2009 μέχρι τη διαβίβαση του στην Κύπρο το 2014, οι Πολωνικές Αρχές, ανέφεραν ότι το ΕΕΣ διαβιβάστηκε στην Κύπρο όταν λήφθηκαν πληροφορίες πως ο εκζητούμενος βρισκόταν εδώ (Τεκμήρια 12 και 13). Θεωρώ ότι η αναφορά αυτή είναι γενική και αόριστη. Σημειώνω ότι στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κωνσταντίνου (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), το Εφετείο εξέτασε το θέμα της καθυστέρησης βασιζόμενο σε μαρτυρία αναφορικά με συγκεκριμένα γεγονότα και ημερομηνίες κατά τις οποίες λήφθηκαν πληροφορίες από συγκεκριμένα άτομα για τη διάπραξη των αδικημάτων και εμπλοκή του εκζητούμενου και κατέληξε σε εύρημα ότι με βάσει τη μαρτυρία αυτή δεν υπήρχε ολιγωρία ή καθυστέρηση σε βαθμό που να προσκρούει στο άρθρο 2
(2)του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση επαναλαμβάνω ότι, αν και ζητήθηκε πολλάκις, η μόνη εξήγηση που δόθηκε από τις Πολωνικές Αρχές ήταν η αόριστη και γενική αναφορά ότι δεν είχαν προηγουμένως πληροφορίες ότι ο εκζητούμενος ήταν στην Κύπρο. Η αναφορά αυτή πόρρω απέχει από τα συγκεκριμένα στοιχεία που είχε ενώπιον του το Εφετείο στην υπόθεση Κωνσταντίνου (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) και που του επέτρεψαν να αξιολογήσει το θέμα του χρόνου. Επομένως, ελλείψει οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου ή πληροφορίας δεν είμαι σε θέση να καταλήξω ότι η καθυστέρηση μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ (1998-2003) και έκδοσης του ΕΕΣ
(2009)μέχρι και τη διαβίβαση του στην Κύπρο
(2014)είναι δικαιολογημένη. Κατά συνέπεια, το κατά πόσο η τυχόν παράδοση του εκζητούμενου θα ήταν άδικη και καταπιεστική για το ίδιο πρέπει να εξεταστεί με βάσει το γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε και η καθυστέρηση παραμένουν αδικαιολόγητα από την πλευρά της αιτήτριας χώρας. Χωρίς να θέλω να μακρηγορήσω, επαναλαμβάνω ότι ο εκζητούμενος ήρθε στην Κύπρο προ δεκαετίας, είναι παντρεμένος και έχει μια κόρη 8 χρονών η οποία γεννήθηκε στην Κύπρο και φοιτά σήμερα στο δημοτικό σχολείο. Αγόρασε σπίτι για το οποίο έχει συνάψει δάνειο. Έχει εδώ και χρόνια σταθερή εργασία, με υπεύθυνα καθήκοντα και φαίνεται ότι χαίρει της εκτίμησης και υποστήριξης του εργοδότη του. Συνυπολογίζοντας τα δεδομένα αυτά καταλήγω ότι το μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της τέλεσης των αδικημάτων για τα οποία επιζητείται η παράδοση του εκζητούμενου μέχρι σήμερα και η μεταβολή στις προσωπικές του συνθήκες από τότε, θα καθιστούσαν αναμφίβολα καταπιεστική και άδικη την παράδοση του στις Πολωνικές αρχές. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση του κου Αριστείδη ότι η καθυστέρηση είναι εξ υπαιτιότητας του ιδίου του εκζητούμενου. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου δεν δείχνουν άτομο το οποίο συνειδητά προσπαθούσε να αποφύγει τη σύλληψη και την έκτιση ποινών που εκκρεμούσαν εναντίον του («in hiding»). Θυμίζω πως στις 19.3.2004, δηλαδή μετά την διάπραξη των αδικημάτων και επιβολή των ποινών για τα οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ και μετά που αυτές κατέστησαν «legally binding», (χωρίς να έχω ενώπιον μου οποιαδήποτε πληροφορία για το ποιο είναι το έννομο αποτέλεσμα που το κατέστησαν «legally binding») οι Πολωνικές αρχές εξέδωσαν διαβατήριο στον εκζητούμενο (Τεκμήριο 24) το οποίο χρησιμοποίησε για να εισέλθει νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η διαγωγή του εκζητούμενου μετά την άφιξη του στην Κύπρο το 2004 επίσης δεν συνάδει με τη θέση ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο γνώριζε ότι εκκρεμούσαν προς εκτέλεση εναντίον του ποινές φυλάκισης και το οποίο κρυβόταν. Με την έλευση του στην Κύπρο απέκτησε άδεια παραμονής υπηκόου κράτους μέλους της ΕΕ (Τεκμήριο 25) δηλώνοντας στις Κυπριακές αρχές την ταυτότητα του και διεύθυνση διαμονής του. Απέκτησε σταθερή εργασία καταβάλλοντας εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήρια 26, 27 και 28). Με την γέννηση της κόρης του το 2006, και πάλιν μετά την επιβολή των ποινών και μετά που αυτές κατέστησαν «legally binding», αποτάθηκε στις Πολωνικές αρχές για έκδοση πιστοποιητικού γέννησης αποκαλύπτοντας ξανά την ταυτότητα του και τη διεύθυνση διαμονής του στην Κύπρο, όπου του απεστάλη τελικά ταχυδρομικώς το εν λόγω πιστοποιητικό (Τεκμήριο 30). Αγόρασε σπίτι και συνήψε δάνειο για το σκοπό αυτό (Τεκμήρια 31 και 32) Τα πιο πάνω δεν συνηγορούν στο ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο κρύβεται για να αποφύγει τον εντοπισμό του. Επομένως, δεν μπορώ να συμπεράνω ότι συνέτεινε ο ίδιος στην καθυστέρηση στον εντοπισμό του από τις Πολωνικές Αρχές. Αντίθετα δεν μπορώ να του αποδώσω ευθύνη για την καθυστέρηση αυτή. Κατάληξη Ενόψει όλων των πιο πάνω, το αίτημα των Πολωνικών Αρχών απορρίπτεται. Όλοι οι περιοριστικοί όροι που έχουν επιβληθεί σε σχέση με τον Mirolaw Mrukwa ακυρώνονται. Οι Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας διατάσσονται όπως παραδώσουν στον Mirolaw Mrukwa τα ταξιδιωτικά του έγγραφα που κρατούν υπό την φύλαξη τους. Τα έξοδα της διερμηνέως θα πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίγραφο της παρούσας απόφασης να κοινοποιηθεί αμέσως στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Hadjiametovic v Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 473, Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 519, Office of the King´s Prosecutor, Brussels v Cando Armas
(2006)2 A.C. 1, Dabas v High Court of Justice, Madrid
(2007)UKHL
  1. [2] Νικόλας Κυριάκου ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση 196/2013, ημερ. 19.7.13 [3] Άρθρο
  2. [4] Άρθρο 30
(2). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.