Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Κυριάκος Αργυρού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1814/2013, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A57 Αρ. Αγωγής: 1814/2013 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων και 1. Κυριάκος Αργυρού 2. Μαρία Λένα Παρασκευά 3. Έλενα Σπαρσή Εναγομένων Αίτηση της Εναγόμενης 3 ημερομηνίας 26.9.2013 για παραμερισμό απόφασης 28 Φεβρουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3 / Αιτήτρια: κος Χριστοδούλου για Γιάννη Πολυχρόνη Για Ενάγοντες / Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μιχαήλ για Αντώνης Ανδρέου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. (κα Αχιλλέως για ν΄ ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτηση της Εναγόμενης 3 / Αιτήτριας ημερομηνίας 29.6.2013 για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της στην αγωγή συνεπεία της παράληψης της να εμφανιστεί στην διαδικασία. Λόγω της φύσεως της υπό κρίσης Αίτησης, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να ξεκινήσω με μια σύντομη παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης, όπως προκύπτει από γεγονότα που δεν αμφισβητούνται καθώς και από το φάκελο του Δικαστηρίου. Ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 23.5.2013 στο οποίο αναγραφόταν ως διεύθυνση της Εναγόμενης 3 η οδός Αναστάσεως 11, 7560 Περβόλια. Η αγωγή αφορούσε αξιώσεις των Εναγόντων σε σχέση με ποσά οφειλόμενα ως υπόλοιπα στεγαστικού δανείου, πλέον τόκους καθώς και διατάγματα σχετικά με ενυπόθηκο ακίνητο και άλλες εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί για το επίδικο δάνειο. Σύμφωνα με την οπισθογράφηση, η Εναγόμενη 3 ήταν εγγυήτρια της Εναγόμενης 1 καθώς και ιδιοκτήτρια του ενυπόθηκου ακινήτου. Όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αυτό επιδόθηκε στις 28.5.2013 στην Εναγόμενη 3. Η επίδοση φαίνεται να έγινε στον Μαζωτό και το κλητήριο αφέθηκε στην παρουσία και έναντι της υπογραφής της Μαρίας Λένα Παρασκευά, Εναγόμενης 2 στην αγωγή, που περιγράφεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ως ενήλικας, θυγατέρα και συγκάτοικος της Εναγόμενης 3. Στις 11.6.2013 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων ένεκα της παράληψης τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης και στις 20.6.2013 εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων ερήμην τους. Ακολούθησε στις 5.9.2013 η καταχώρηση από τους Ενάγοντες, αίτησης έρευνας εναντίον των Εναγομένων. Η αίτηση αυτή επιδόθηκε στην Εναγόμενη 3 στις 13.9.2013. Όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση επίδοσης της αίτηση έρευνας που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, η επίδοση έγινε προσωπικά στην Εναγόμενη 3 στα Περβόλια. Ακολούθως, στις 26.9.2013, η Εναγόμενη 3 καταχώρησε την παρούσα Αίτηση με την οποία ζητά, μεταξύ άλλων: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την απόφαση που εκδόθηκε από αυτό στην αγωγή.» Η Αίτηση βασίζεται στην Δ.17 Θ.10 και Δ.48 Θ.9(
- h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της ίδιας της Εναγόμενης 3 / Αιτήτριας καθώς και σε ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2 στην οποία είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη της δήλωση, η εναγόμενη 3 αναφέρει ότι στις 13.9.2013 της επιδόθηκε η αίτηση έρευνας των Εναγόντων και μετά λίγων ημερών ζήτησε συμβουλή από δικηγόρο διότι πριν την επίδοση της εν λόγω αίτησης δεν γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής εναντίον της. Μετά από έρευνα του δικηγόρου της στο φάκελο της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι η αγωγή είχε επιδοθεί στις 28.5.2013 όχι στην ίδια προσωπικά αλλά στην κόρη της, την Εναγόμενη 2, και σε διεύθυνση άσχετη με τον συνήθη τόπο διαμονής της ιδίας αλλά στο σπίτι της κόρης της στο Μαζωτό. Προσθέτει ότι η αναφορά στην σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης ότι είναι συγκάτοικος της κόρης της είναι λανθασμένη αφού η ίδια διαμένει στα Περβόλια στην διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα, που είναι και η ίδια διεύθυνση στην οποία της επιδόθηκε η αίτηση έρευνας. Σημειώνει επίσης ότι αφότου συνομίλησε με την κόρη της, αυτή την ενημέρωσε ότι δεν είχε δώσει σημασία στα έγγραφα που της είχε επιδώσει ο επιδότης διότι δεν είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο τους. Η κόρη της την ενημέρωσε επίσης ότι δεν είχε αναφέρει σε κανένα ότι συγκατοικεί με την Εναγόμενη 3 και, εν πάση περιπτώσει κάτι τέτοιο δεν ισχύει γιατί η κόρη της είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος και το ενοίκιο που καταβάλλει πληρώνεται από το Γραφείο Ευημερίας. Καταλήγει ότι για τους λόγους αυτούς η ίδια δεν έλαβε ποτέ γνώση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον της αφού η επίδοση δεν έγινε ποτέ στον τόπο διαμονής της. Έλαβε γνώση της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον της μόνο με την επίδοση σε αυτής της αίτησης έρευνας, η οποία της επιδόθηκε προσωπικά στην διεύθυνση διαμονής της. Περάν αυτών, η Εναγόμενη 3 / Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι έχει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή την οποία πρέπει να της δοθεί η ευκαιρία να προβάλλει. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, αμφισβητεί ως καταχρηστικό και/ή παράνομο τον τόκο υπερημερίας και άλλες πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας δανείου, ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία είναι καταχρηστική και/ή ανισοβαρής και κατά συνέπεια οι όροι της ανεφάρμοστοι, άκυροι και παράνομοι καθώς και ότι η υποθήκη που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εξασφαλίζει το δάνειο, δεν καλύπτει την επίδικη συμφωνία και αντίκειται στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Στην ένορκη δήλωση της που επίσης υποστηρίζει την Αίτηση, η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι όταν παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα που της είχε επιδοθεί για την Εναγόμενη 3/Αιτήτρια, δεν είχε αντιληφθεί ότι αφορούσε την μητέρα της και για αυτό δεν την είχε ενημερώσει σχετικά ενώ δεν ανέφερε σε κανένα ότι η μητέρα της διαμένει μαζί της, ούτε και διέμενε ποτέ μαζί της. Οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης περιλαμβάνουν τους εξής: (α) η Αίτηση είναι αβάσιμη, παράτυπη, κακόπιστη, καταχρηστική, αδικαιολόγητη και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς, (β) δεν έχει καταχωρηθεί εμφάνιση ή έστω εμφάνιση υπό διαμαρτυρία γα την Εναγόμενη 3/Αιτήτρια και επομένως η Αίτηση είναι νομικά ανύπαρκτη, (γ) η επίδοση ήταν νομότυπη, (δ) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ή της επίδοσης, (ε) η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια έχει καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, (στ) δεν έχει καταδειχτεί εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση, και (ζ) ενδεχόμενος παραμερισμός της απόφασης θα έπληττε την αρχή της τελεσιδικίας και θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση αφού θα τους εμπόδιζε να εισπράξουν το λαβείν τους. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Παντελάκη Παντελή, υπαλλήλου των Εναγόντων. Αυτός παραθέτει το ιστορικό της αγωγής και αναφέρει ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση τριών μηνών από την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου. Προσθέτει ότι οι δικηγόροι που καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση δεν έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και επομένως η Αίτηση είναι νομικά ανύπαρκτη, ότι η Εναγόμενη 3 / Αιτήτρια δεν έχει δείξει εύλογη επιμέλεια σε σημείο που να έχει απεμπολήσει το δικαίωμα της να προωθεί την παρούσα Αίτηση και ότι τα όσα αναφέρει για προώθηση της Αίτησης είναι δικαιολογίες και προϊόν δεύτερης σκέψης. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια, μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτήν ερχόταν σε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του αναφορικά με την αγωγή και επομένως εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση της επίδοσης. Αναφέρει ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε με σκοπό να καθυστερήσουν τα μέτρα εκτέλεσης που λαμβάνουν οι Ενάγοντες και για να καθυστερήσει η διαδικασία και ότι η Αίτηση είναι μια προσπάθεια της Εναγόμενης 3 να αποποιηθεί των ευθυνών της. Αναφορικά με τον τρόπο επίδοσης του κλητηρίου, λέει ότι αυτή έγινε νομότυπα και έγκυρα αφού έγινε σε ενήλικα συγκάτοικο της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ο ενόρκως δηλών λέει ότι είναι αβάσιμοι, γενικοί και ατεκμηρίωτοι. Κατόπιν αιτήματος της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας, εκδόθηκε διάταγμα αντεξέτασης του κ. Παντελάκη Παντελή ο οποίος και αντεξετάστηκε επί συγκεκριμένων σημείων της ενόρκου δηλώσεως του. Θα αναφερθώ με περισσότερη λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε αντεξεταζόμενος στη συνέχεια. Οι δικηγόροι του κάθε μέρους ανέπτυξαν τις θέσεις τις κάθε πλευράς στις γραπτές αγορεύσεις τους με εκτενή αναφορά στη στα γεγονότα, τις νομικές αρχές που διέπουν τα υπό εξέταση ζητήματα και τη σχετική νομολογία. Νομικές Αρχές Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε συνεπεία παράληψης εμφάνισης διάδικου εδράζεται στην Δ.17 Θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Η Δ.17 δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, επομένως η καθοδήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη νομολογία. Το θέμα αυτό αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων[1]. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646 και συνόψισε τις αρχές που προκύπτουν από την νομολογία ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεση.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία. αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του.» Αναφορικά με το τι συνιστά καλή υπεράσπιση, σημειώνω ότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί μόνο η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλής τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης[2]. Στην Land Securities plc v Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, εξηγήθηκε πως πρέπει να προσεγγίζεται ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση». Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «If the term 'prima facie case' is used, .this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην περίπτωση που ο αιτητής επιτύχει στην κατάδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αίτηση για παραμερισμό απόφασης δύναται ακόμα να απορριφθεί εάν ο αιτητής επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που να ισοδυναμεί με καταφρόνηση Δικαστικής διαδικασίας[3]. Σημαντικός επίσης παράγοντας τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας είναι η ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στην Αγγλική υπόθεση Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, η οποία υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια[4], ο Megaw L.J. ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «.if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgement, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequences to the administration of justice.» Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, πρέπει επίσης να αναφέρω ότι αιτήσεις τροποποίησης χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά περιπτώσεις όπου η απόφαση της οποίες επιδιώκεται ο παραμερισμός εκδόθηκε μετά που το κλητήριο επιδόθηκε κανονικά στον εναγόμενο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απόφαση για παραμερισμό λαμβάνεται με γνώμονα τις προϋποθέσεις που παραθέτω πιο πάνω. Η δεύτερη «κατηγορία» αφορά περιπτώσεις όπου η επίδοση δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο και επομένως ένας εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης. Όπως λέχθηκε σχετικά στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, η οποία υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερη νομολογία[5]: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή. το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος).» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 26, para. 559: «When a judgement in default of appearance... has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service... it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defense on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgement or order.» Ανάλυση Με δεδομένες τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος. Το βάρος βρίσκεται βεβαίως στους ώμους του Αιτητή. Θεωρώ ότι θα πρέπει πρώτα να εξετάσω τους λόγους που προβάλλει η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια για την μη εμφάνιση της στην αγωγή. Η θέση της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας είναι απλή. Ισχυρίζεται ότι δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία διότι δεν έλαβε γνώση αφού η επίδοση έγινε με τρόπο αντικανονικό. Η Δ.5 Θ.2 που αφορά την επίδοση αναφέρει τα ακόλουθα: «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (i) with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof . Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment.» Στην παρούσα περίπτωση, η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση της, αναφέρει ότι η διεύθυνση διαμονής της είναι στα Περβόλια όπως αναγράφεται τόσο στο κλητήριο ένταλμα όσο και στην αίτηση έρευνας ( η οποία της επιδόθηκε εκεί). Δεν διαμένει στο Μαζωτό όπου μένει η κόρη της, Εναγόμενη 2, στην οποία επιδόθηκε το κλητήριο. Τη θέση της επανέλαβε και η Εναγόμενη 2 η οποία, στην ένορκη δήλωση της που επίσης υποστηρίζει την Αίτηση, αναφέρει ότι η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια δεν διαμένει μαζί της. Σημειώνω ότι η θέση αυτή δεν αντικρούστηκε ευθέως από τους Ενάγοντες στην ένσταση τους (ως επεξηγώ πιο κάτω για τα όσα προκύπτουν από την αντεξέταση του κ. Παντελή) ενώ δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούσες επί του ζητήματος αυτού. Προσθέτω ότι τα όσα ισχυρίζεται η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια φαίνεται να συνάδουν και με την στάση των ίδιων των Εναγόντων οι οποίοι στο κλητήριο, στην αίτηση έρευνας και στις διάφορες επιστολές που έστελλαν κατά καιρούς στην Εναγόμενη 3 (αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους) αναγράφεται ως διεύθυνση της η οδός Αντιστάσεως 11, 7560 Περβόλια και όχι οποιαδήποτε διεύθυνση στο Μαζωτό. Επομένως καταλήγω ότι η αγωγή δεν επιδόθηκε σε διεύθυνση η οποία ήταν η διεύθυνση διαμονής της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας. Επανερχόμενη τώρα στην Δ.5 Θ.2, σημειώνω ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από την πλευρά των Εναγόντων ότι η διεύθυνση στο Μαζωτό είναι η διεύθυνση εργασίας της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας. Προσθέτω επίσης ότι ο Μαζωτός, όπου διαμένει η Εναγόμενη 2 που δέχτηκε την επίδοση, δεν βρίσκεται «within the town or village or within the lands thereof». Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν έγινε με ενδεδειγμένο τρόπο και κρίνεται αντικανονική. Αυτό το δεδομένο, μαζί με την θέση της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας ότι δεν έλαβε γνώση ότι εκκρεμούσε εναντίον της η αγωγή αλλά η πρώτη φορά που το έμαθε ήταν με την επίδοση της κλήσης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης έρευνας, οδηγούν στο αναπόδραστο αποτέλεσμα του παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. Ακόμα όμως και αν δεν παραμεριζόταν η απόφαση για αυτό τον λόγο, η κατάληξη της Αίτησης θα ήταν η ίδια αφού κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για παραμερισμό της απόφασης στα πλαίσια της Δ.17 Θ.
- Συγκεκριμένα: (α) Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά τον πρωταρχικό παράγοντα που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας[6]. Όπως προκύπτει από τη νομολογία που έχω ήδη παραθέσει, σαφώς δεν θα ήταν ορθό να προβώ σε ανάλυση και αξιολόγηση των ισχυρισμών που προβάλλει η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια αναφορικά με την υπεράσπιση που λέει ότι έχει επί της ουσίας της αγωγής. Αυτό θα ήταν άτοπο και άσκοπο στο παρόν στάδιο. Επομένως, θα περιοριστώ μόνο να εξετάσω κατά πόσο οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι αρκετοί που να δημιουργούν μια εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση. Όπως ανέφερα στην αρχή οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση με την αγωγή αξίωναν, μεταξύ άλλων, ποσά που ισχυρίζονται ότι τους οφείλει η Εναγόμενη 3 δυνάμει συμφωνίας εγγύησης που υπέγραψε με την οποία εγγυήθηκε υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 καθώς και διάταγμα για εκποίηση ακινήτου της Εναγόμενης 3 που είναι επιβαρυμένο με υποθήκη υπέρ τους ως εξασφάλιση των ίδιων υποχρεώσεων. Δεν θα επαναλάβω τα όσα προβάλλει στην ένορκη δήλωση της η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια προς υπεράσπιση της διότι τα έχω ήδη αναφέρει. Θα αρκεστώ μόνο να πω ότι αμφισβητεί τη νομιμότητα και εγκυρότητα προνοιών των επίδικων συμφωνιών καθώς και το ότι το επίδικο έγγραφο υποθήκης όντως καλύπτει τις επίδικες υποχρεώσεις του Εναγόμενου
- Παρά το ότι οι Ενάγοντες / Καθ΄ ων η Αίτηση επισυνάπτουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους αντίγραφα των επίδικων εγγράφων, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει θα ήταν αδόκιμο να εξετάσω στο στάδιο αυτό τα εν λόγω έγγραφα, τη νομιμότητα, εγκυρότητα ή έννομα αποτελέσματα τους[7]. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας κρίνω ότι έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση ικανή να της δώσει το δικαίωμα για επανάνοιγμα της υπόθεσης. Δεν απαιτείται περισσότερη ανάλυση της υπεράσπισης αυτής αφού κάτι τέτοιο θα μετέτρεπε τη διαδικασία αυτή σε δίκη επί της ουσίας και θα ήταν εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της. (β) Έρχομαι τώρα να εξετάσω αν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης από την Εναγόμενη 3/Αιτήτρια. Οι Ενάγοντες προσεγγίζουν το θέμα της καθυστέρησης ως θέμα του χρόνου που διέρρευσε μεταξύ της επίδοσης του κλητηρίου και της καταχώρησης της Αίτησης παραμερισμού. Διαφωνώ με αυτή την προσέγγιση. Πιστεύω ότι η ορθή προσέγγιση είναι να εξεταστεί αν υπήρξε καθυστέρηση με γνώμονα τον χρόνο κατά τον οποίο η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια έλαβε γνώση για την αγωγή και τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. Όπως έχω ήδη αναφέρει, θεωρώ ότι η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια έλαβε γνώση για την αγωγή όταν της επιδόθηκε η κλήση για την αίτηση έρευνας στις 13.9.2013 και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 26.9.
- Με αυτό το δεδομένο δεν διακρίνω ότι υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση. Όπως έχω ήδη αναφέρει, στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης αντεξετάστηκε ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, Παντελάκης Παντελή. Από τη μαρτυρία του σημειώνω τα εξής: (α) δεν έχει μιλήσει με τον επιδότη που επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στην Εναγόμενη 3/Αιτήτρια, (β) δεν γνωρίζει προσωπικά ότι η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια συγκατοικεί με την Εναγόμενη 2 και η αναφορά αυτή στην ένορκη του δήλωση προέρχεται από πληροφορίες που έχει λάβει από τους δικηγόρους των Εναγόντων, (γ) οι επιστολές που απέστελλαν κατά καιρούς οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη 3/Αιτήτρια (και που επισυνάπτει ως Τεκμήρια στην ένορκη του δήλωση) αποστέλλονταν στην διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα, στα Περβόλια, και όχι στη διεύθυνση που φαίνεται ότι αυτό επιδόθηκε, στο Μαζωτό, και οι επιστολές αυτές δεν επεστράφησαν ως μη παραληφθείσες, (δ) η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά σε χρόνους που δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς αλλά πιστεύει ότι ήταν μεταξύ της επίδοσης του κλητηρίου και της έκδοσης της απόφασης. Από αυτές τις τηλεφωνικές επικοινωνίες κατέληξε το συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια είχε λάβει γνώση της αγωγής. Δεν θα αξιολογήσω τη μαρτυρία του γιατί δεν θα ήταν πρόσφορο για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ακόμα και αν αποδεχτώ τη μαρτυρία του στην ολότητα της το αποτέλεσμα της Αίτησης είναι προδιαγεγραμμένο από άλλους παράγοντες και δεν θα άλλαζε. Θα σχολιάσω μόνο τα όσα αναφέρει και σημειώνω στην παράγραφο (δ) πιο πάνω για να πω ότι το συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια είχε λάβει γνώση για την αγωγή ενωρίτερα από ότι αυτή ισχυρίζεται, αποτελεί τη γνώμη που είχε διαμορφώσει ο μάρτυρας από τις μεταξύ τους συνομιλίες και όχι αποδεδειγμένο γεγονός. Επομένως θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ στη γνώμη του αυτή για να καταλήξω σε εύρημα ότι παρά το αντικανονικό της επίδοσης και τη δεδηλωμένη θέση της ιδίας, η Εναγόμενη 3 είχε όντως λάβει γνώση για την αγωγή με την επίδοση του κλητηρίου. Τέλος ένας άλλος λόγος ένστασης των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση είναι το γεγονός ότι αυτή καταχωρήθηκε χωρίς η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια να έχει καταχωρήσει πρώτα σημείωμα εμφάνισης. Δεν συμφωνώ με την θέση τους αυτή. Εμφάνιση, μετά την έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, μπορεί να καταχωρηθεί μόνο με άδεια του Δικαστηρίου και υπό τους όρους που μπορεί να θέσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας για τον παραμερισμό της σχετικής απόφασης[8]. Κατάληξη Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος και ως αποτέλεσμα η Αίτηση επιτυγχάνει. Η απόφαση ημερομηνίας 20.6.2013 παραμερίζεται και ακυρώνεται στο βαθμό που αφορά την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 3 να καταχωρήσει Υπεράσπιση στην αγωγή εντός 30 ημερών από σήμερα, αφού καταχωρήσει δεόντως σημείωμα εμφάνισης. Έρχομαι τώρα στο θέμα των εξόδων. Το κύριο κριτήριο το οποίο επηρεάζει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών αναφορικά προς τη δημιουργία των εξόδων τα οποία αναπόφευκτα χάνονται[9]. Ένεκα του ότι ο βασικός λόγος παραμερισμού της απόφασης είναι η αντικανονικότητα της επίδοσης, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό να καταδικαστεί η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια στα έξοδα που χάνονται εξαιτίας του παραμερισμού. Σε σχέση δε με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [2] Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 [3] Σχετικές οι Phylactou v. Michael
(1992)1 C.L.Rρ 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941. [4] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 [5] Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) A.A.Δ. 43, Lion Insurance v Νικηφόρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1610 [6] Κωνσταντινίδη ν Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774 [7] Φυλακτού ν Μιχαήλ (ανωτέρω), Ανδρέας Γιάγκου κ.α. ν Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολ. Έφεση 233/2009, ημερ. 24.1.2014 [8] Ανδρέας Γιάγκου κ.α. ν Λουκίας Φωτίου (ανωτέρω). [9] Phylactou v. Michael (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο