← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΘΕΟΚΛΗ & ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ.αγωγής 1973/2012, 12/2/2014

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΘΕΟΚΛΗ & ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ.αγωγής 1973/2012, 12/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 1973/2012 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσα και

  1. ΘΕΟΚΛΗ & ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ
  2. Κώστας Λειβαδιώτης του Μιχαήλ
  3. Φίλιππος Θεοκλή του Σέργη Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 7.12.2012 Ημερομηνία: 12.2.
  4. Για την Ενάγουσα: κ.Γ.Πέτρου για.Θεόδωρος Μ. .Ιωαννίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 - 3: κ.Α.Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με Κλητήριο Ενταλμα ειδικά οπισθογραφημένο κάτω από τη Δ.2, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία και τους Εναγόμενους 2 και 3 ποσό €887.631,69 με τόκο προς 14% ετησίως από 7.5.2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω αξιώνεται η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την εκποίηση δύο υποθηκών (Υ6940/07 και Υ2050/09) προς ικανοποίηση της ισχυριζόμενης οφειλής. Αμφότερες οι υποθήκες αφορούν ακίνητες ιδιοκτησίες που ανήκουν εξ ολοκλήρου ή μερικώς στην Εταιρεία. Η Εταιρεία ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια δυνάμει δύο συμφωνιών δανείου ημερομηνίας 28.9.2007 και 18.5.
  5. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται ως εγγυητές της πρωτοφειλέτριας δυνάμει εγγράφων εγγυήσεως ημερομηνίας 28.9.2007 και 18.5.
  6. Φαίνεται πως με το δεύτερο δάνειο εξοφλήθηκε το πρώτο και η αγωγή εδράζεται, ουσιαστικά, στο δεύτερο. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης την 21.9.2012 και την 7.12.2012 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η Τράπεζα εξαιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον τους κάτω από τη Δ.18 θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 7.12.2012 του Αδάμου Καφά, υπαλλήλου της, υπεύθυνου διαχείρισης οριστικών καθυστερήσεων στην υποδιεύθυνση Λάρνακας. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης ΄Ενστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 19.2.2013 του Εναγόμενου 2, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαιώνει ενόρκως και ο Εναγόμενος
  7. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης αφορούν στη δικονομική ορθότητα της αίτησης την οποία προσβάλλουν, αλλά και ζητήματα ουσιαστικά ως προς την αξίωση. Είναι εμφανές από το λεκτικό της Δ.18, θ

(1)(α) ότι ο ενάγοντας, πέραν του να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο κάτω από τη Δ.2, θ.6 και ότι ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση, πρέπει να στηρίζει την αίτηση του με ένορκη δήλωση από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα επαληθεύοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται, δηλώνοντας ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Το ζήτημα της καταλληλότητας του προσώπου που ορκίστηκε την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης εγείρουν οι Εναγόμενοι με τον τρίτο λόγο ένστασής τους. Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, πραγματεύεται το ζήτημα και αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39, θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αναγνωρίζεται, ωστόσο, στην περίπτωση που ο ενάγοντας είναι εταιρεία πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. (Βλ. ακόμη Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168, 1171). Ο Καφάς αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκής του δήλωσης ότι: «... έχω θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν εις την ως άνω υπόθεση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ εις την παρούσα ένορκο δήλωσιν. Για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήμουν στην υπηρεσία της ενάγουσας σαν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στον οποίον περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των Εναγομένων. Στο τμήμα μας κατέχουμε και φυλάττουμε όλα τα σχετικά έγγραφα και έχουμε την ευθύνη της παρακολούθησης των εν λόγο λογαριασμών. Σε μένα έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού των Εναγομένων τα έγγραφα των οποίων έχω στην κατοχή μου και υπό τον έλεγχο και φύλαξη μου. Ετοιμάζω τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και την παρούσα.» Δεν αποδίδει δίκαια τη θέση του Καφά η αναφορά του Εναγόμενου 2 ότι οι ισχυρισμοί Καφά για την οφειλή στηρίζονται σε μια κατάσταση λογαριασμού. Ο Καφάς έχει εξηγήσει, στην ένορκη του δήλωση, την προσωπική του συμμετοχή στα γεγονότα και πως ο ίδιος ετοίμασε την κατάσταση. Προκύπτει από τα λεχθέντα του, και στο σημείο αυτό να σημειώσω πως δεν ζητήθηκε η αντεξέτασή του, πως ήταν πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18, θ.1 για να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής όπως και έπραξε παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Έχω, στην προκειμένη περίπτωση, ικανοποιηθεί για την τήρηση από την Τράπεζα των προϋποθέσεων ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Από την άλλη πλευρά, οι Εναγόμενοι πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα τα οποία να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να τους παράσχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Είναι, συνεπώς, το βάρος στους ώμους των Εναγομένων να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση (βλ. Κypros Kyprianides v. Symeon Ioannou
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, 269, Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, 337-8, CΥ.Ε.Μ.S. Cο. ν. Central Co-operative Industries
(1982)1 Α.Α.Δ. 897. 905: ". . . the burden is on the defendant to satisfy the Court that he bona fide has a good defence in the sense that there is a triable issue to be argued before a competent Court ." και Χριστάκης Αυγουστή ν. Γεωργίου Πύρυλλου,
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ.5). Στο ερώτημα περί τίνος πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ώστε να αρνηθεί στον ενάγοντα απόφαση εδώ και τώρα απαντά ο Λόρδος Μπλάκμπερν στην απόφασή του στην κλασσική υπόθεση John Wallingford v. The Directors etc. of the Mutual Society [1879-1880] 5 Α. Ο. (Η.L) 685, 704: "Now I think what we have to see here is, what is that the Judge is to be satisfied of, in order to induce him to refuse to make the order for the plaintiff to sign judgment. If he is satisfied upon the affidavits before him that there really is a defence upon the merits, it is a matter of right, unless there be something very extraordinary (which I can hardly conceive), that the defendant should be able to raise that defence upon the merits, either to the whole or to a part. He may fall far short of satisfying a Judge that there is a defence upon the merits; still he may do so if he discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. And that, my Lords, raises another question altogether. There may very well be facts brought before the Judge which satisfy him that it is reasonable, sometimes without any terms and sometimes with terms, that the defendant should be able to raise this question, and fight it if he pleases, although the Judge is by no means satisfied that it does amount to a defence upon the merits. I think that when the affidavits are brought forward to raise that defence they must, if I may use the expression, condensed upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if it was true, that you owed the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the Judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud, that will not do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the Judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality, and every other defence that might be mentioned.» Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.18 (Δ.14 στην Αγγλία) ετέθησαν από παλιά και επαναλαμβάνονται στις πιο τελευταίες αποφάσεις των Δικαστηρίων. Σκοπός της Διαταγής είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί (βλ. Roberts v. Plant
(1985)1 Q.Β. 597 και Robinson & Co. ν. Lynes
(1984)2 Q.B. 577). Στην υπόθεση Jacobs v. Booth's Distillery Co. 85 L.T.R. 262, αναφέρεται ότι: «People do not seem to understand that the effect of Order XIV, is, that, upon the allegation of the one side or the other, a man is not to be permitted to defend himself in a Court; that his rights are not to be litigated at all. There are some things too plain for argument; and where there were pleas put in simply for the purpose of delay, which only added to the expense, and where it was not in aid of justice that such things should continue, Order XIV was intended to put an end to that state of things, and to prevent such defences from defeating the right of parties by delay, and at the same time causing great loss to plaintiffs who were endeavouring to enforce their rights.» και στη συνέχεια: «The view which I think ought to be taken of Order XIV is that the tribunal to which the application is made should simply determine, 'is there a triable issue to go before a jury or a court?'. It is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all. It ought to make the order only when it can say to the person who opposes the order, 'You have no defence. You could not by general demurrer, if it were a poing of law, raise a defence here. We think it is impossible for you to go before any tribunal to determine the question of fact'. We are not expressing any opinion whatever upon the merits of the case.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Anglo-Italiano Bank v. Wells and Davies, 38 L.T. 197, στη σελ.199, αναφέρεται ότι: «The order on which this decision is made is most useful order. It is entended to prevent a man, clearly entitled to money, from being delayed where there is no fairly arguable defence to be brought forward.» Οι πιο πάνω υποθέσεις και αρχές υιοθετήθηκαν στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Kyprianides, CY.E.M.S. Insurance και Ηermes Insurance και επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239,. 243-4 όπου αναφέρεται ότι: «Ή βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd. v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 Α.Α.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Πιο πρόσφατα, στην Ανδρονίκου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 977, 980-1 υιοθετείται απόσπασμα από την Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 818, 824-6 όπου αναφέρεται ότι: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Ενδιαφέρει ουσιαστικά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 από το οποίο θα πρέπει να διαπιστώσω κατά πόσον οι Εναγόμενοι με ικανοποιούν ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή κατά πόσον έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία μπορούν να κριθούν ικανοποιητικά για να τους παράσχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν εξετάζονται οι προβαλλόμενες θέσεις του ενιστάμενου δεν κρίνεται η αξιοπιστία του ομνύοντα. Δεν θα πρέπει να εξακριβώσω, και ούτε θα μπορούσα, κατά πόσο ότι ο Εναγόμενος 2 ορκίζεται ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια. Είναι αρκετό εάν οι ισχυρισμοί του, εφόσον ήθελαν γίνουν πιστευτοί τεκμηριώνουν υπεράσπιση. Όπως πολύ εύστοχα και περιεκτικά ετέθη το ζήτημα στην υπόθεση Melita Manufacturers Ltd. v. Chris Ioannou Ltd.
(1996)1(B) A.A.Δ. 1238, η συζήτηση αφορά στην ύπαρξη ή μη υπεράσπισης και κατ΄ ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Υποστηρίζεται πως οι όροι των επίδικων συμβάσεων δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Πρόδηλα αυτό που εννοεί ο Εναγόμενος 2 είναι ότι οι συμφωνίες συνομολογήθηκαν με την υπογραφή τυποποιημένων προπαρασκευασμένων εγγράφων της Τράπεζας που περιέχουν τους συνήθεις όρους (standard terms), που η Τράπεζα χρησιμοποιεί στις εργασίες της. Πρόνοιες των τυποποιημένων συμφωνιών χαρακτηρίζονται ως καταχρηστικές που δημιουργούν ανισότητα ανάμεσα στην Τράπεζα και τους Εναγόμενους. Οι όποιοι όροι εφόσον δεν καθιστούσαν τις συμφωνίες άκυρες λόγω παρανομίας, σε σχέση με τον περί Καταχρηστικών Ρήτρων σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 στον οποίο αναφέρεται ο Εναγόμενος 2 ή άλλως, και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός πως οι Εναγόμενοι συμβλήθηκαν άλλως παρά με την ελεύθερη τους βούληση δεν τεκμηριώνουν καμιά υπεράσπιση. Ο Εναγόμενος 2 αρνείται περαιτέρω την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού που παρουσιάστηκε από την Τράπεζα. Η κατάσταση λογαριασμού αναφέρεται μόνο στο χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 7.5.2012, που είναι και το ποσό της αξίωσης και προστίθενται περαιτέρω τόκοι μέχρι 31.5.2012. Δεν καταγράφονται στην κατάσταση οι χρεώσεις ή και πιστώσεις που δημιούργησαν το χρεωστικό υπόλοιπο. Ο Εναγόμενος 2 διατείνεται ότι οι Εναγόμενοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν όλες τις λεπτομέρειες των χρεωπιστώσεων του λογαριασμού ή το ακριβές υπόλοιπο και υποστηρίζει πως η Τράπεζα προέβαινε σε παράνομες αδικαιολόγητες και αυθαίρετες χρεώσεις στο λογαριασμό περιλαμβανομένου παράνομου τόκου. Ο ισχυρισμός για παράνομες ή και αδικαιολόγητες χρεώσεις περιλαμβανομένων τόκων θα πρέπει να αντιμετωπιστεί κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης όπως έχει παρουσιαστεί. Αναφέρεται στην Ανδρονίκου, 985, πως: «Θα ήταν άδικο να θεωρήσουμε πως η υποχρέωση των εφεσειόντων -εναγομένων επεκτεινόταν μέχρι σημείου που να πρέπει με λεπτομέρεια να διαχώριζαν το ακριβές ποσό που δέχονταν ότι όφειλαν, αφού στα ποσά που απαιτούνταν συμπεριλαμβανόταν και η κεφαλαιοποίηση τόκων και η κατά τον ισχυρισμό τους χρέωση παράνομου επιτοκίου που καθιστούσε ένα τέτοιο υπολογισμό πολύ δύσκολο.» Ο τόκος που η Τράπεζα δικαιούτο να χρεώσει σύμφωνα με τις συμφωνίες, είναι συνάρτηση του εκάστοτε βασικού επιτοκίου της τράπεζας και του EURIBOR όπως ίσχυε την πρώτη μέρα κάθε μήνα. Πρόκειται για μια μεταβλητή για την οποία κανένα στοιχείο δεν παρατίθεται. Ούτε στην κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε φαίνεται ποιο επιτόκιο χρησιμοποιείτο κατά περίοδο. Οι συμφωνίες προέβλεπαν ένα μηχανισμό χρέωσης του τόκου, ωστόσο δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε υπερχρέωση αντισυμβατικά ή και παράνομα. Δεν υπάρχουν στοιχεία ελέγχου, ώστε να ήταν δυνατή η απόρριψη του ισχυρισμού για παράνομους ή αντισυμβατικούς τόκους ή άλλες χρεώσεις. Συνεπώς η επιμέρους αυτή πτυχή της υπόθεσης πρέπει να αφεθεί να οδηγηθεί σε δίκη ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο η διαφορά, ποιο μέρος της αν καθόλου, συνίσταται σε παράνομες ή αντισυμβατικές χρεώσεις. Έχω υπόψη πως τα γεγονότα της υπόθεσης είναι μεταγενέστερα του χρόνου που τέθηκε σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν.160
(1)/99) την 1.1.2001, όμως η φιλελευθεροποίηση δεν δικαιολογεί μια χρέωση που είναι πέραν της συμφωνηθείσας. Στην υπόθεση Chain Gulf Traders Ltd. v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168, 1171 αναφέρεται πως: «Σημειώνουμε όμως πως δεν υποστηρίζουν τελικά οι εφεσίβλητοι πως ως θέμα γενικής αρχής δεν παρέχεται άδεια για υπεράσπιση προκειμένου να ελεγχθούν λογαριασμός στον οποίο θεμελιώνεται η αξίωση ή δοσοληψίες μεταξύ πρωτοφειλέτη και δανειστή, από τον εγγυητή. Οι εφεσείοντες υποστηρίζουν πως η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση ήταν εσφαλμένη και παρέπεμψαν στις σελ. 193 και 197 του Annual Practice του 1954. Αναφέρονται εκεί αποφάσεις. (Βλ. και τις σελ. 265 και 269 της έκδοσης του 1958) σύμφωνα με τις οποίες, σε σχέση με λογαριασμούς πρέπει να χορηγείται άδεια για υπεράσπιση όταν υπάρχει εύλογη αιτία για έρευνα προς εξακρίβωση του οφειλομένου ποσού και, επίσης, όταν ο εγγυητής δεν αποδέχεται το χρέος και δεν φαίνεται πως απλώς επιδιώκει καθυστέρηση.» (Βλ. ακόμη F.P.P. Fish Processing Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1230 και Deme-Dairy Ltd κ.ά. v. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2007)1 (Β) όπου το ζήτημα δεν περιορίζεται στον εγγυητή). Η υπόθεση της Τράπεζας είναι ότι το δάνειο των €880.000 παραχωρήθηκε στην έννοια ότι το ποσό εκταμιεύτηκε προς όφελος της Εταιρείας που το έλαβε. Αυτό αναφέρεται στην παράγρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης την οποία ο Καφάς υιοθετεί με την παράγρ. 2 της ένορκης του Δήλωσης. (βλ. σε αντιδιαστολή την Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 846 όπου είχε εγκριθεί όριο, ωστόσο δεν υπήρχε μαρτυρία ότι χρησιμοποιήθηκε). Ο Εναγόμενος 2, που πέραν από εγγυητής είναι και διευθυντής της πρωτοφειλέτριας, δεν εγείρει ζήτημα ότι η Εταιρεία δεν έλαβε το ποσό του δανείου. Περαιτέρω, δεν υποστηρίζει πως έγιναν από οιονδήποτε πληρωμές έναντι του δανείου. Έτσι, παρά τη θέση πως τόκοι χρεώθηκαν παράνομα και αντισυμβατικά, η αξίωση στην έκταση που αφορά το ποσό που η Τράπεζα δάνεισε στην Εταιρεία παρουσιάζεται εκ πρώτοις απρόσβλητη. Και τούτο γιατί έστω κι' αν είχαν πράγματι χρεωθεί τόκοι παράνομα αυτό δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συμφωνίας δανείου και θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση με παραμερισμό του παράνομου τοκισμού (Louis Georges Fashions Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 272). Όμως, δεν οδηγείται η αίτηση σε τέτοια κατάληξη γιατί δεν φαίνεται να είναι η υπόθεση της Τράπεζας ότι δεν είχαν γίνει πληρωμές. Τουλάχιστον όπως δικογραφεί την αξίωσή της. Στην παράγρ. 10 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι η Εταιρεία «έπαυσε να καταβάλλει οποιαδήποτε ποσά στο λογαριασμό της». Επομένως, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι από το ποσό της αξίωσης των €887.631,69 που κατά την Τράπεζα ήταν το χρέος την 7.5.2012, το €880.000 συνιστά το κεφάλαιο και δεν περιέχει παράνομους ή αντισυμβατικούς τόκους ή άλλες τέτοιες χρεώσεις. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός πως δεν αμφισβητείται η λήψη του ποσού των €880.000 από την Εταιρεία μέρος του μπορεί να αποπληρώθηκε και οι τόκοι να υπερβαίνουν την διαφορά με το ποσό της αξίωσης. Δεν είναι συνεπώς πρόσφορο να εκδοθεί συνοπτική απόφαση ούτε για το ποσό των €880.000, γιατί κι' αυτό μπορεί να περιέχει παράνομους ή αντισυμβατικούς τόκους ή άλλες χρεώσεις που δεν μπορούν να καθοριστούν στην παρούσα διαδικασία, παρά μόνο μέσα στα πλαίσια της δίκης όταν θα δοθεί λεπτομερείς μαρτυρία των χρεώσεων. Είναι η περαιτέρω θέση της Τράπεζας πως με επιστολή της ημερομηνίας 7.5.2012 που αποστάληκε προς τους Εναγόμενους τερμάτισε την συμφωνία δανείου και την λειτουργία του αντίστοιχου λογαριασμού της Εταιρείας. Στην παράγρ. 7 (θ) της Ένορκης του Δήλωσης ο Εναγόμενος 2 προβάλλει την θέση ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν τις επιστολές της Τράπεζας και ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν για τον ισχυριζόμενο τερματισμό. Ουσιαστικά οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι έγινε τερματισμός. Ο τερματισμός μπορεί να είναι προϋπόθεση για την γένεση του αγώγιμου δικαιώματος για την ανάκτηση του χρέους. (βλ. Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1465) ανάλογα και με τους όρους της σχετικής συμφωνίας στην βάση της οποίας χορηγήθηκε το δάνειο. Χωρίς να υπεισέρχομαι περαιτέρω στο ζήτημα σημειώνω ότι επρόκειτο για συμφωνία που προνοούσε συγκεκριμένο τρόπο αποπληρωμής. Δεν είναι κατάλληλο το στάδιο τούτο για να εξεταστεί το νομικό ζήτημα που εγείρεται στη βάση της προβαλλόμενης θέσης. Δεν είναι το ζήτημα τόσο απλό και όχι δυσεπίλυτο ώστε να δικαιολογείται κρίση επ' αυτού χωρίς να δοθεί άδεια να καταχωρηθεί υπεράσπιση. Το κατάλληλο στάδιο εκδίκασης είναι κατά την δίκη, όπου θα δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να προβάλουν με λεπτομέρεια τις θέσεις τους (βλ. Ανδρονίκου, 984-5). Επομένως και αυτή η παράμετρος συνιστά επιπρόσθετο λόγο για να παρασχεθεί άδεια στους Εναγομένους για να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Στην Σχίζας v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1866, 1871, αναφέρεται ως κατακλείδα απόσπασμα από την Zervos v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 όπου αναφέρεται ότι: «Έχουμε τη γνώμη πως θα έπρεπε να δοθεί η ευκαιρία στον εφεσείοντα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη θέση του. Δεν πρόκειται για περίπτωση απλού υπόλοιπου λογαριασμού, για τον οποίο δεν μπορούσε να προβληθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ. 1 (α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στους Εναγομένους όπως καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.