← Κύπρος

Κούλλας Παναγιώτη Βαρνάβα ν. Κατερίνας Καλλιτσιώνη κ.α., Αρ.αγωγής 2027/2009, 26/2/2014

Κούλλας Παναγιώτη Βαρνάβα ν. Κατερίνας Καλλιτσιώνη κ.α., Αρ.αγωγής 2027/2009, 26/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 2027/2009 Μεταξύ: Κούλλας Παναγιώτη Βαρνάβα, Ενάγουσας και

  1. Κατερίνας Καλλιτσιώνη
  2. Αντώνη Καλλιτσιώνη
  3. Αντρούλλα Καλλιτσιώνη Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 3.9.2013 Ημερομηνία: 26.2.
  4. Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κ.Α.Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π.Ποιητής & Σία Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Μ.Χατζηκωνσταντή για Γ.Φ.Πιττάτζης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την Εκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα παντρεύτηκε τον Εναγόμενο 2 το 1997 και ο γάμος τους διήρκεσε για δέκα χρόνια. Πριν το γάμο η Εναγόμενη 3, μητέρα του Εναγόμενου 2, της μεταβίβασε μερίδιο σε ένα κτήμα ώστε το ζεύγος να ανεγείρει την κατοικία του. Η κατοικία ανεγέρθηκε και εξοπλίστηκε με δαπάνες της Ενάγουσας και καθόλου συνεισφορά του Εναγόμενου
  5. Σε μεταγενέστερο στάδιο κατόπιν υπόδειξης των Εναγομένων, η Ενάγουσα μεταβίβασε πίσω στην Εναγόμενη 3 το μερίδιο ώστε να επιτευχθεί διαχωρισμός του κτήματος και να μεταβιβαστεί στην Ενάγουσα, από τα οικόπεδα που θα προέκυπταν, αυτό μέσα στο οποίο ήταν κτισμένη η κατοικία. Όμως, στο μεταξύ, κλονίστηκαν οι σχέσεις του ζεύγους και η Εναγόμενη 3 δεν μεταβίβασε το οικόπεδο στην Ενάγουσα. Μετά τη διάσταση ή διαζύγιο η Ενάγουσα εγκατέλειψε ή εκδιώχθηκε από την κατοικία η οποία έκτοτε κατέχεται και χρησιμοποιείται από την Εναγόμενη 1, αδελφή του Εναγόμενου
  6. Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει δήλωση ότι η κατοικία ανεγέρθηκε με δική της δαπάνη, ότι εξαπατήθηκε από τους Εναγόμενους για να επαναμεταβιβάσει το μερίδιο της στην Εναγόμενη 3, ότι δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια ή μεριδιούχος της κατοικίας και του οικοπέδου μέσα στο οποίο αυτή βρίσκεται, αποζημιώσεις και άλλες συναφείς θεραπείες Αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης πως η Ενάγουσα καταχώρησε την αίτηση 22/2009 Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον του Εναγόμενου 2 για τον καθορισμό της συνεισφοράς της στην κατοικία και τον εξοπλισμό της. Ο Εναγόμενος 2 με αίτηση του, ημερ. 4.12.2009, ζήτησε την απόρριψη ή αναστολή της εναντίον του διαδικασίας στην παρούσα αγωγή για το λόγο ότι αποτελούσε κατάχρηση. Η αίτηση απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.12.
  7. Κρίθηκε πως το επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή δεν αφορούσε σε περιουσιακή διαφορά ή άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά μεταξύ συζύγων που να καλύπτεται από τις διατάξεις του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90και Ν.232/91)και πως η προώθηση της παρούσας αγωγής δεν ήταν καταχρηστική. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή Εκθεση Υπεράσπισης και η αγωγή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες για πρώτη φορά στις 27.5.
  8. Ακολούθησαν διάφορες ημερομηνίες στις οποίες η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση. Την 22.8.2012 η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση ζητώντας την παραπομπή της παρούσας αγωγής για εκδίκαση από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας. Η αίτηση της απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.8.
  9. Αναφέρθηκε ότι: «...προκύπτει από αυτά ότι ουδεμία σχέση έχει η απαίτηση της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή με οποιαδήποτε περιουσία την οποία απέκτησε ο εναγόμενος 2 ως οι πρόνοιες του Νόμου 232/1991, ανωτέρω, ορίζουν και στην οποία αυτός έχει οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα δυνάμει καταπιστεύματος ή και άλλως πως. Μάλλον, η απαίτηση της στρέφεται αποκλειστικά εναντίον της εναγομένης 3 διεκδικώντας από αυτή συγκεκριμένη περιουσία, στη βάση ότι αυτή ουσιαστικά της ανήκει και θα πρέπει να της επιστραφεί ή να της αποδοθεί η αξία η οποία έχει προστεθεί σε αυτή λόγω της οικονομικής συνεισφοράς της σχετικά, στη βάση, όπως γίνεται αντιληπτό, του δόγματος του άδικου πλουτισμού. Σαφώς, για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο.» Επανήλθαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την υπό κρίση Αίτηση, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση «Από το διάταγμα που εξέδωσε το Δικαστήριο την 29/08/2013 και όπως φαίνεται και από τη δικογραφία, δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 1 και 2». Βασίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην παρατήρηση του Δικαστηρίου στην Ενδιάμεση Απόφαση της 29.8.2013 ότι «Μάλλον, η απαίτηση της στρέφεται αποκλειστικά εναντίον της εναγομένης 3 ...». Πρόκειται, ενδεχομένως, για την έκφραση κάποιας σκέψης ή γνώμης από το Δικαστήριο. Αγωγή μπορεί να παραμερισθεί και απορριφθεί συνοπτικά σύμφωνα με τη Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραλείπουν να αναφέρουν στην Αίτηση τους. Η Δ.27 θ.3 αναφέρει ότι: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Η Δ.27 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου των δικογράφων ως επίσης και εξουσία με συνοπτική διαδικασία να αναστέλλει ή να απορρίπτει αγωγή όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudes

(1965)1 C.L.R. 176, Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 949). O σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (βλ. Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370, The Heirs of Late Theodora Panayi v. The Administrator of the Estate of the Late Stylianos Mandriottis
(1963)2 C.L.R. 167, 170). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα, η δικαιοδοσία για απόρριψη αγωγής in limine, ασκείται με άκρα φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η αιτία αγωγής είναι έκδηλα και σχεδόν αναντίλεκτα ελαττωματική ή όπου η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική. Εξετάζοντας την υπό κρίση Αίτηση, το Δικαστήριο οφείλει να περιοριστεί στα όσα δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης για να διαπιστώσει κατά πόσο αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1 και 2. Αρκεί να γίνει αναφορά στους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ότι εξαπατήθηκε από όλους τους Εναγόμενους εναντίον των οποίων διεκδικεί αποζημιώσεις και ότι η Εναγόμενη 1 παράνομα κατέχει την κατοικία η οποία της ανήκει χωρίς τη συγκατάθεση της και διεκδικεί από αυτή αποζημιώσεις και γι΄ αυτό το λόγο. Στην Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, 1121 αναφέρθηκε ότι: «Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο . είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246.) Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής, η έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. (Βλ. Costas Mavromoustaki v. I. Yeroudes etc
(1965)1 C.L.R. 176, Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 C.L.R. 305.).» Τα ζητήματα που εγείρονται και αφορούν τους Εναγόμενους 1 και 2 είναι ζητήματα που μπορεί να αποφασιστούν μόνο κατά το στάδιο της δίκης. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........................ Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.