← Κύπρος

ΜΗΛΙΩΤΗΣ & ΣΠΥΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2032/2012, 31/3/2014

ΜΗΛΙΩΤΗΣ & ΣΠΥΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2032/2012, 31/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A105 Αρ. Αγωγής: 2032/2012 Μεταξύ: ΜΗΛΙΩΤΗΣ & ΣΠΥΡΟΥ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. MARIOS KYRIAKOU PERIVALLONTIKI LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 7.3.2013 για έκδοση συνοπτικής απόφασης 31 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Γ. Αργυρίδης Για Εναγόμενους: Καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 27.6.2012 ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνουν: «(α) προσωπικά και αλληλεγγύως εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 το ποσό των €44.706,44 δυνάμει τεσσάρων μη τιμημένων τραπεζικών επιταγών και/ή δυνάμει με εξοφληθέντων προϊόντων και/ή εμπορευμάτων και/ή προς εξόφληση υπολοίπου λογαριασμού στη βάση τιμολογίων και/ή μη εξοφληθέντων τιμολογίων και/ή βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή ένεκα ολικής αποτυχίας του ανταλλάγματος (total failure of consideration) και/ή ως χρήματα αναληφθέντα και εισπραχθέντα (money had and received). Διαζευκτικά και άνευ βλάβης του (α) ανωτέρω οι Ενάγοντες αξιώνουν: (β) €44.706,44 εναντίον της Εναγόμενης 1 δυνάμει μη εξοφληθέντων προϊόντων και/ή εμπορευμάτων και/ή προς εξόφληση υπόλοιπου λογαριασμού στη βάση τιμολογίων και/ή μη εξοφληθέντων και/ή στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή ένεκα ολικής αποτυχίας του ανταλλάγματος (total failure of consideration) και/ή ως χρήματα αναληφθέντα και εισπραχθέντα (money had and received) (γ) €44.706,44 εναντίον της Εναγόμενης 2 δυνάμει τεσσάρων μη τιμηθέντων τραπεζικών επιταγών. (δ) Νόμιμο τόκο. (ε) Έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.» Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή στις 30.1.
  3. Στις 7.3.2013 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση (στο εξής η «Αίτηση») με την οποία ζητούν συνοπτική απόφαση εναντίων των Εναγομένων πλέον έξοδα. Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1 και 2, Δ.48 Θ.1-9, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Σπύρου, διευθύντριας των Εναγόντων, υπεύθυνης για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των λογαριασμών και των τιμολογίων των πελατών των Εναγόντων και η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπικό χειρισμό της και ότι έχει στην κατοχή, φύλαξη και έλεγχο της όλα τα σχετικά έγγραφα που την αφορούν. Στην ένορκη της δήλωση αναφέρει επίσης ότι οι Ενάγοντες ασχολούνται με την εισαγωγή και εμπορεία σιδήρου και συναφείς εργασίες. Το 2011, σε διάφορες ημερομηνίες, πώλησαν στους Εναγόμενους 1 εμπορεύματα και προϊόντα συνολικής αξίας €44.706,44 και επισυνάπτει αντίγραφα των σχετικών τιμολογίων καθώς και τη σχετική κατάσταση λογαριασμού. Τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στους Εναγόμενους 1 οι οποίοι τα παρέλαβαν υπογράφοντας τα σχετικά δελτία αποστολής. Μεταγενέστερα, όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα οι Εναγόμενοι 2 παρέδωσαν στους Ενάγοντες 4 επιταγές (αντίγραφο των οποίων επισυνάπτει) τις οποίες είχαν εκδώσει οι Εναγόμενοι 2 για το συνολικό ποσό των €44.706,44 προς εξόφληση των εν λόγω τιμολογίων. Συνεχίζει λέγοντας ότι οι επιταγές αυτές κατατέθηκαν προς εξαργύρωση από τους Ενάγοντες και επιστράφηκαν ατίμητες και ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καταβάλλει έκτοτε οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους, ότι το υπόλοιπο ποσό των €44.706,44 παραμένει οφειλόμενο και ζητά απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και
  4. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μάριου Κυριάκου, διευθυντή και των δύο Εναγομένων εταιρειών. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν είναι οι ακόλουθοι: (α) Δεν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις και κριτήρια για έκδοση συνοπτικής απόφασης. (β) Έχουν γνήσια και καλή υπεράσπιση στην αγωγή και υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και εγείρονται θέματα που χρήζουν εκδίκασης και που τους δίνουν το δικαίωμα να προβάλλουν την υπεράσπιση τους. (γ) Έκδοση συνοπτικής απόφασης θα τους αποστερούσε το δικαίωμα να ακουστούν και να θέσουν αναλυτικά τις θέσεις τους οι οποίες είναι καθ' όλα βάσιμες. (δ) Η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. (ε) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1 και δεν έχει ικανοποιηθεί η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. (στ) Οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν το αναφερόμενο ποσό. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μάριου Κυριάκου ο οποίος όπως έχω ήδη αναφέρει, είναι διευθυντής των Εναγομένων εταιρειών, ο οποίος επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους πιο πάνω λόγους έφεσης. Επιπρόσθετα, λέει ότι η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα αφού δεν καθορίζει το βαθμό εμπλοκής της στα επίδικα γεγονότα. Προσθέτει ότι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν το αναφερόμενο ποσό. Αναφέρει ότι «τιμολόγια και/ή δελτία παραδόσεων και/ή επιταγές» εκδόθηκαν έναντι «κάποιας παραγγελίας σιδήρου» το οποίο «αποδείχτηκε ότι δεν ήταν της αρεσκείας μου και/ή κατάλληλο προς τον σκοπό χρήσης του. Συγκεκριμένα το κατά παραγγελία σίδηρο δεν ανταποκρινόταν στις προδιαγραφές της αρχικής συμφωνηθέντας με τους Ενάγοντες παραγγελίας και/ή περιγραφής της οποίας τους είχε δοθεί. Το εν λόγω προϊόν δεν ανταποκρινόταν στις κατάλληλες προδιαγραφές και/ή δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας και/ή ήταν ελαττωματικό. Παρ' όλο που το αναφερόμενο προϊόν δεν ήταν της αρεσκείας μου εξαναγκάστηκα να το αποδεχτώ και να εκδώσω τις επίδικες επιταγές, με την προϋπόθεση ότι το εμπόρευμα αυτό θα επιστραφεί και θα αντικατασταθεί. Ως εκ τούτου είχα επιστρέψει το εν λόγω εμπόρευμα. Αυτό ουδέποτε αντικαταστάθηκε.» Συνεχίζει λέγοντας ότι για τον λόγο αυτό οι Εναγόμενοι συμφώνησαν να μην αξιώσουν οποιοδήποτε ποσό και επιφυλάσσει, όπως λέει, το δικαίωμα του να αναφερθεί στα θέματα αυτά με περισσότερη λεπτομέρεια κατά την ακρόαση. Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, αναφέρει ότι είχαν δοθεί ως εγγύηση και ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι οι Ενάγοντες θα τις κατάθεταν προς πληρωμή και τελειώνει λέγοντας ότι οι επιταγές, τιμολόγια και οποιοδήποτε υπόλοιπο λογαριασμού έχει εξοφληθεί. Σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης αλλά το Δικαστήριο εξέτασε βεβαίως τους λόγους ένστασης τους οποίους προβάλλουν καθώς και το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας που να δικαιολογούν την ικανοποίηση του αιτήματος των Εναγόντων. Νομικές αρχές και ανάλυση. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, η Δ.18 Θ.1(α) προνοεί τα ακόλουθα: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Επομένως, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά ώστε το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εκδώσει απόφαση συνοπτικά είναι οι ακόλουθες: (α) το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, (β) ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί στη διαδικασία, και (γ) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή[1]. Εάν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή[2]. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και έχω ήδη αναφέρει, το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και οι Εναγόμενοι έχουν εμφανιστεί στη διαδικασία. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, παρά την αντίθετη θέση των Εναγομένων, βρίσκω ότι και αυτή ικανοποιείται. Η ενόρκως δηλούσα είναι διευθύντρια των Εναγόντων και επομένως είναι αρμόδια να ορκιστεί εκ μέρους τους ενώ τα όσα αναφέρει (και τα οποία έχω ήδη παραθέσει) με ικανοποιούν ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και δηλώνει την πεποίθηση της ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι το βάρος έχει μετατοπιστεί στους ώμους των Εναγόμενων οι οποίοι όφειλαν να δείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Σύμφωνα με τη νομολογία, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς για ύπαρξη καλής υπεράσπισης[3]. Στην υπόθεση Trands Middle East Trading (T.M.E.T) v Abdul Aziz Tlais

(1991)1 Α.Α.Δ.239, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση. Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Επιπρόσθετα, στην Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνας
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, αναφέρθηκε ότι: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση.» Οι Εναγόμενοι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους προβάλλουν κάποιους ισχυρισμούς και έχω παραθέσει πιο πάνω σχετικά αποσπάσματα. Παρατηρώ ότι κάποιοι από τους ισχυρισμούς που προβάλλουν δεν υποστηρίζονται από καμία αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα. Ενδεικτικά, ενώ προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι επέστρεψαν τα εμπορεύματα, δεν αναφέρουν πότε τα επέστρεψαν και σε ποιον τα παρέδωσαν. Ενώ αναφέρουν ότι εξαναγκάστηκαν να εκδώσουν τις επίδικες επιταγές, δεν αναφέρουν ποιος τους εξανάγκασε και με ποιο τρόπο. Ενώ αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν να μην αξιώσουν οποιοδήποτε ποσό για τα προϊόντα που «πώλησαν και/ή παρέδωσαν» δεν λένε ποιος συμφώνησε εκ μέρους τους και πότε. Υπενθυμίζω ότι οι Εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να δείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίδουν το δικαίωμα να προβάλλουν υπεράσπιση. Στην υπόθεση N.V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1912 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την υποχρέωση αυτή: «.το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου.» Πέραν των πιο πάνω, πρέπει να πω ότι οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, δεν είναι πειστικοί ενώ σε ορισμένα σημεία στερούνται λογικής. Από τη στιγμή που η θέση των Εναγομένων είναι ότι τα προϊόντα «δεν ανταποκρίνονταν στις κατάλληλες προδιαγραφές και/ή δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας και/ή ήταν ελαττωματικό» και είχαν επιστραφεί στους Ενάγοντες, δεν συνάδει αυτό με τον ισχυρισμό τους ότι, παρά το γεγονός αυτό, εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές. Όπως επίσης στερείται λογικής η θέση τους ότι «ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι οι επιταγές θα γίνονταν κατάθεση». Να αναφέρω ότι οι διαζευκτικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση, και που αφορούν ουσιώδη ζητήματα, εξουδετερώνουν την όποια βαρύτητα της. Δεν μπορώ επίσης να κατανοήσω την αναφορά του ενόρκως δηλούντα ότι επιφυλάσσει το δικαίωμα του να αναφερθεί στα όσα λέει με περισσότερη λεπτομέρεια κατά την ακρόαση. Είχε ξεκάθαρη υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο όλες τις σχετικές λεπτομέρειες ώστε να διακριβωθεί εάν οι Εναγόμενοι έχουν υπεράσπιση στην αγωγή για να τους δοθεί το δικαίωμα να την προβάλλουν. Σημειώνω επίσης ότι οι Εναγόμενοι, και οι Εναγόμενοι 2 ειδικότερα, δεν προβάλλουν ούτε και παραθέτουν γεγονότα που να στοιχειοθετούν οποιαδήποτε από τις αποδεκτές υπερασπίσεις στο αγώγιμο δικαίωμα της ακάλυπτης επιταγής. Το μόνο γεγονός που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο (Τεκμήρια Ι, Κ, Λ, Μ) είναι ότι οι εν λόγω επιταγές επιστράφηκαν διότι ο λογαριασμός των Εναγομένων 2 δεν είχε επαρκή υπόλοιπα για να πληρωθούν. Κρίνω επομένως ότι οι Εναγόμενοι δεν έχει αποσείσει το βάρος περί της ύπαρξης καλόπιστης υπεράσπισης και δεν έχουν καταδείξει ότι υπάρχουν γεγονότα που πρέπει να τους επιτρέψουν να προβάλλουν την υπεράσπιση τους στην αγωγή. Κατάληξη Καταλήγω ότι δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων ως η αξίωση των Εναγόντων. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για ποσό €44.706,44 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Spyros Stavrinides v Ceskoslavenska Obchondi Banka S.A
(1972)1 C.L.R. 130 [2] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Kyprianides v Ioannou
(1996)1 C.L.R. 265, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 204, CYEMS Co Ltd v The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 [3] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Hermes Insurance Co Ltd v Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.