← Κύπρος

ΜΑΡΙΟΣ Κ. ΠΕΤΡΟΥ ν. ΚYRIACOS PETROU INVESTMENTS & SONS (SUCCESSORS LTD) κ.α., Αρ.Αγωγής 4046/2012, 28/2/2014

ΜΑΡΙΟΣ Κ. ΠΕΤΡΟΥ ν. ΚYRIACOS PETROU INVESTMENTS & SONS (SUCCESSORS LTD) κ.α., Αρ.Αγωγής 4046/2012, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 4046/2012 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΣ Κ. ΠΕΤΡΟΥ Ενάγοντας και

  1. ΚYRIACOS PETROU INVESTMENTS & SONS (SUCCESSORS LTD)
  2. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  3. ΓΙΑΝΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  4. K & Y THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTIONS LTD Eναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 16.5.2013 28 Φεβρουαρίου, 2014 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Μ.Χαμπή για Ν.Κ.Κλεάνθους & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 - 4 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ.Β.Λοϊζου για Ανδρέας Β.Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Κλητήριο Ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο κάτω από τη Δ.2, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, o Eνάγοντας αξιώνει από τις Εναγόμενες 1 και 4 Εταιρείες και τους Εναγόμενους 2 και 3 ποσό €1.300.000 με τόκο προς 4.25% ετησίως από 9.9.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 ενάγονται ως οι πρωτοφειλέτες αφού υπέγραψαν προς όφελος του Ενάγοντα «... γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραμμάτιο και/ ή χρεωστικόν ομόλογον και/ή ανάληψη υποχρέωσης και/ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους δια ποσό €1.300.000 ... ως αξία που λήφθηκε σε μετρητά και/ή έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, πληρωτέον μέχρι και/ή την 30 Ιουνίου 2012». Η Εναγόμενη 4 ενάγεται ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης την 5.12.2012 και την 16.5.2013 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία ο Ενάγοντας εξαιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον τους κάτω από τη Δ.18 θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερομηνίας 16.5.2013 του Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερομηνίας 18.9.2013 του Εναγόμενου 3, διευθυντή των Εναγομένων 1 και 4 εταιρειών και εξουσιοδοτημένου από όλους τους Εναγόμενους. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης αφορούν στη δικονομική ορθότητα της Aίτησης την οποία προσβάλλουν, αλλά και ζητήματα ουσιαστικά ως προς την αξίωση. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.12.2013, επιτράπηκε στον Ενάγοντα να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση. Αυτή καταχωρίστηκε την 16.12.
  5. Την ίδια ημέρα επιτράπηκε στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν Απαντητική Ενορκη Δήλωση. Την 23.12.2013 καταχωρίστηκε Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση από τον Εναγόμενο
  6. Είναι εμφανές από το λεκτικό της Δ.18, θ

(1)(α) ότι ο ενάγοντας, πέραν του να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο κάτω από τη Δ.2, θ.6 και ότι ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση, πρέπει να στηρίζει την αίτηση του με ένορκη δήλωση από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα επαληθεύοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται, δηλώνοντας ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Eπισυνάπτει ο Ενάγοντας το γραμμάτιο που κατά την αξίωση υπόγραψαν οι Εναγόμενοι και αναφέρει ότι ολόκληρο το ποσό του γραμματίου πλέον τους σχετικούς τόκους παραμένει οφειλόμενο σε αυτόν. Έχω, στην προκειμένη περίπτωση, ικανοποιηθεί για την τήρηση από τον Ενάγοντα των προϋποθέσεων ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Από την άλλη πλευρά, οι Εναγόμενοι πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα τα οποία να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να τους παράσχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Είναι, συνεπώς, το βάρος στους ώμους των Εναγομένων να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση (βλ. Κypros Kyprianides v. Symeon Ioannou
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, 269, Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, 337-8, CΥ.Ε.Μ.S. Cο. ν. Central Co-operative Industries
(1982)1 Α.Α.Δ. 897. 905: ". . . the burden is on the defendant to satisfy the Court that he bona fide has a good defence in the sense that there is a triable issue to be argued before a competent Court ." και Χριστάκης Αυγουστή ν. Γεωργίου Πύρυλλου,
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ.5). Στο ερώτημα περί τίνος πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ώστε να αρνηθεί στον ενάγοντα απόφαση εδώ και τώρα απαντά ο Λόρδος Μπλάκμπερν στην απόφασή του στην κλασσική υπόθεση John Wallingford v. The Directors etc. of the Mutual Society [1879-1880] 5 Α. Ο. (Η.L) 685, 704: "Now I think what we have to see here is, what is that the Judge is to be satisfied of, in order to induce him to refuse to make the order for the plaintiff to sign judgment. If he is satisfied upon the affidavits before him that there really is a defence upon the merits, it is a matter of right, unless there be something very extraordinary (which I can hardly conceive), that the defendant should be able to raise that defence upon the merits, either to the whole or to a part. He may fall far short of satisfying a Judge that there is a defence upon the merits; still he may do so if he discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. And that, my Lords, raises another question altogether. There may very well be facts brought before the Judge which satisfy him that it is reasonable, sometimes without any terms and sometimes with terms, that the defendant should be able to raise this question, and fight it if he pleases, although the Judge is by no means satisfied that it does amount to a defence upon the merits. I think that when the affidavits are brought forward to raise that defence they must, if I may use the expression, condensed upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if it was true, that you owed the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the Judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud, that will not do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the Judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality, and every other defence that might be mentioned.» Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.18 (Δ.14 στην Αγγλία) ετέθησαν από παλιά και επαναλαμβάνονται στις πιο τελευταίες αποφάσεις των Δικαστηρίων. Σκοπός της Διαταγής είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί (βλ. Roberts v. Plant
(1985)1 Q.Β. 597 και Robinson & Co. ν. Lynes
(1984)2 Q.B. 577). Στην υπόθεση Jacobs v. Booth's Distillery Co. 85 L.T.R. 262, αναφέρεται ότι: «People do not seem to understand that the effect of Order XIV, is, that, upon the allegation of the one side or the other, a man is not to be permitted to defend himself in a Court; that his rights are not to be litigated at all. There are some things too plain for argument; and where there were pleas put in simply for the purpose of delay, which only added to the expense, and where it was not in aid of justice that such things should continue, Order XIV was intended to put an end to that state of things, and to prevent such defences from defeating the right of parties by delay, and at the same time causing great loss to plaintiffs who were endeavouring to enforce their rights.» και στη συνέχεια: «The view which I think ought to be taken of Order XIV is that the tribunal to which the application is made should simply determine, 'is there a triable issue to go before a jury or a court?'. It is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all. It ought to make the order only when it can say to the person who opposes the order, 'You have no defence. You could not by general demurrer, if it were a poing of law, raise a defence here. We think it is impossible for you to go before any tribunal to determine the question of fact'. We are not expressing any opinion whatever upon the merits of the case.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Anglo-Italiano Bank v. Wells and Davies, 38 L.T. 197, 199, αναφέρεται ότι: «The order on which this decision is made is most useful order. It is entended to prevent a man, clearly entitled to money, from being delayed where there is no fairly arguable defence to be brought forward.» Οι πιο πάνω υποθέσεις και αρχές υιοθετήθηκαν στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Kyprianides, CY.E.M.S. Insurance και Ηermes Insurance και επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, 243-4 όπου αναφέρεται ότι: «Ή βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd. v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 Α.Α.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Πιο πρόσφατα, στην Ανδρονίκου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 977, 980-1 υιοθετείται απόσπασμα από την Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 818, 824-6 όπου αναφέρεται ότι: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Ενδιαφέρει κατά πρώτο λόγο το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων του Εναγόμενου 3 από το οποίο θα πρέπει να διαπιστώσω κατά πόσον οι Εναγόμενοι με ικανοποιούν ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή κατά πόσον έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία μπορούν να κριθούν ικανοποιητικά για να τους παράσχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν εξετάζονται οι προβαλλόμενες θέσεις του ενιστάμενου δεν κρίνεται η αξιοπιστία του ομνύοντα. Δεν θα πρέπει να εξακριβώσω, και ούτε θα μπορούσα, κατά πόσο ότι ο Εναγόμενος 3 ορκίζεται ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια. Είναι αρκετό εάν οι ισχυρισμοί του, εφόσον ήθελαν γίνουν πιστευτοί τεκμηριώνουν υπεράσπιση. Όπως πολύ εύστοχα και περιεκτικά ετέθη το ζήτημα στην υπόθεση Melita Manufacturers Ltd. v. Chris Ioannou Ltd.
(1996)1(B) A.A.Δ. 1238, η συζήτηση αφορά στην ύπαρξη ή μη υπεράσπισης και κατ΄ ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Δεν έχει σημασία πως το επίδικο αξιόγραφο περιγράφεται διαζευκτικά στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση αφού αυτό επισυνάπτεται ως τεκμήριο και είναι παραδεκτό ότι εκτελέστηκε από τους Εναγόμενους. Η ουσία της προβαλλόμενης υπεράσπισης είναι ότι αυτό υπογράφηκε κατόπιν δόλου και απάτης του ενάγοντα και των τεσσάρων αδερφών του. Παρατίθενται οι πιο κάτω λεπτομέρειες: Τα πέντε αδέρφια ήταν οι μοναδικοί μέτοχοι της Εναγόμενης 1 Εταιρείας που με συμφωνία ημερομηνίας 20.10.2008 πώλησαν τις μετοχές τους στην Εναγόμενη 4 για το ποσό των €5.300.
  1. Η Εναγόμενη 1 είχε ακίνητη ιδιοκτησία και η συμφωνία εναπόθετε υποχρεώσεις στους πωλητές μεταξύ των οποίων σε σχέση με ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1 που τους είχε πωληθεί ώστε να την επιστρέψουν στην Εναγόμενη
  2. Προέβλεπε ακόμα η συμφωνία για τον τρόπο καταβολής του τιμήματος πώλησης. Η συμφωνία τροποποιήθηκε και εισάχθηκαν νέες πρόνοιες για τον τρόπο εξόφλησης όταν οι πωλητές απέτυχαν να εκπληρώσουν κάποιες από τις προαναφερθείσες υποχρεώσεις τους. Η Εναγόμενη 4 κατέβαλε €4.220.000 στους πωλητές, ενώ για το υπόλοιπο των €1.080.000 υπήρχε σχετική πρόνοια στη συμφωνία όπως είχε τροποποιηθεί για το πότε θα καταβαλλόταν και το ποσό αυτό δεν είχε καταστεί πληρωτέο. Η ακίνητη ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1 συνίστατο σε τουριστικά διαμερίσματα και ο Ενάγοντας που ήταν ο δηλωμένος στον ΚΟΤ διευθυντής των διαμερισμάτων, εκβιαστικά και με δόλιο τρόπο αρνείτο να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα ώστε να δοθεί άδεια λειτουργίας των διαμερισμάτων ως τουριστικά διαμερίσματα. Επισυνάπτεται επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων ημερομηνίας 29.7.2010 που αναφέρεται στην προώθηση εκβιαστικών θέσεων από τον Ενάγοντα. Για να υπογράψει εκβιαστικά απαίτησε από τους Εναγόμενους να υπογράψουν το επίδικο γραμμάτιο με ημερομηνία λήξης την 30.6.2012 που οι πωλητές είχαν υποσχεθεί να έχουν απαλλάξει συγκεκριμένο κατάστημα. Ο Ενάγοντας στη Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση του ισχυρίζεται ότι το έγγραφο ημερομηνίας 20.10.2008 που ο Εναγόμενος 3 παρουσίασε ως συμφωνία, είχε υπογραφεί μόνο από ένα από τους αδερφούς του και πως η τελική συμφωνία διαμορφώθηκε μεταγενέστερα και υπογράφηκε την 10.11.
  3. Κατά τη θέση του η συμφωνία της 10.11.2009, την οποία και παρουσιάζει, διαψεύδει όλους τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 3 που καταρρέουν. Ο Εναγόμενος 3 στη δική του Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση δεν αρνείται την ύπαρξη του εγγράφου της 10.11.2009 και διατείνεται ότι αυτό υπογράφηκε για σκοπούς απόκρυψης εσόδων, αποφυγή φορολογίας και εξαπάτηση του Κράτους. Παρατίθενται λεπτομέρειες και ποσά. Συνδέει το ζήτημα με γραπτές δηλώσεις απαλλαγής που την ίδια ημέρα υπόγραψαν οι πωλητές με τις οποίες δήλωναν ότι είχαν λάβει «το ανάλογο τίμημα» για την πώληση των μετοχών της Εναγομένης 1 στην Εναγόμενη
  4. Το άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, περιγράφει τι συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου. Προβάλλεται η θέση από τους Εναγόμενους πως κατά το χρόνο υπογραφής του το επίδικο έγγραφο δεν έφερε υπογραφές μαρτύρων, ότι αυτές προστέθηκαν μεταγενέστερα και πως επιμαρτυρούν μόνο την υπογραφή του εγγυητή και όχι των χρεωστών. Στην Papastratis v. Economou
(1970)1 C.L.R. 11, αποφασίστηκε πως πρέπει να υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 78 ώστε ένα γραμμάτιο να θεωρείται γραμμάτιο συνήθους τύπου. Η υπόθεση αναφέρεται στην παράμετρο που αφορά στην υπογραφή του στην παρουσία δύο μαρτύρων. Ηταν εύρημα του Δικαστηρίου πως το γραμμάτιο είχε υπογραφεί στην παρουσία ενός μάρτυρα και ο δεύτερος είχε βάλει την υπογραφή του σε μεταγενέστερο στάδιο. Κατά συνέπεια κρίθηκε πως δεν επρόκειτο για γραμμάτιο συνήθους τύπου παρά το γεγονός πως στο πρόσωπο του υπήρχαν δύο υπογραφές μαρτύρων. Η αναφερόμενη επί του προκειμένου θέση των Εναγομένων θα επέβαλλε όπως η προβαλλόμενη από αυτούς υπεράσπιση εξεταστεί με υπόβαθρο ότι το παρουσιασθέν έγγραφο είναι γραμμάτιο και όχι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ακόμα όμως και αν επρόκειτο για γραμμάτιο συνήθους τύπου το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο αφού η υπεράσπιση που προβάλλουν οι Εναγόμενοι συνιστά υπεράσπιση ακόμα και σε αξίωση που εδράζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου (βλ. άρθρο 80 του Κεφ. 149). Στην Σχίζας v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1866, 1871, αναφέρεται ως κατακλείδα απόσπασμα από την Zervos v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 όπου αναφέρεται ότι: «Έχουμε τη γνώμη πως θα έπρεπε να δοθεί η ευκαιρία στον εφεσείοντα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη θέση του. ... Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ. 1 (α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στους Εναγομένους όπως καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.