← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τον Κρις Αυξεντίου ν. Andreas I. Karpassitis & Sons Manufacturing Ltd, Αρ. Αίτησης: 66/13, 14/3/2014

Επί τοις αφορώσι τον Κρις Αυξεντίου ν. Andreas I. Karpassitis & Sons Manufacturing Ltd, Αρ. Αίτησης: 66/13, 14/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 66/13 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι τον Κρις Αυξεντίου, εκ Λάρνακας Χρεώστη - και - Andreas I. Karpassitis & Sons Manufacturing Ltd, εκ Λάρνακας Πιστωτές ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13.12.13 ΓΙΑ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ Ημερομηνία: 14 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον Χρεώστη - Αιτητή: κος Λοϊζου για Ανδρέα Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Πιστωτές - Καθ' ων η Αίτηση: κος Τσαγγαρός για Αντώνη Ανδρέου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22/01/2010 οι Πιστωτές - Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής Καθ' ων η Αίτηση) εξασφάλισαν, εκ συμφώνου, απόφαση στην αγωγή αριθμός 1359/05 Ε. Δ. Λάρνακας για το ποσό των €389.988,27 σεντ πλέον τόκο εναντίον της εταιρείας M.C.A. Hotels Ltd και εναντίον του Χρεώστη - Αιτητή (στο εξής Αιτητή) η οποία αναστάληκε μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης που είχαν εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Στις 09/05/2013 εκδόθηκε απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ανταπαίτηση με έξοδα εναντίον της ως άνω εταιρείας και του Αιτητή. Οι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν με ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 133/13 Ε. Δ. Λάρνακας η οποία στηρίζετο στην οφειλή του Αιτητή δυνάμει της εκ συμφώνου απόφασης που αναφέρεται ανωτέρω και της απόφασης με την οποία απερρίφθηκε η ανταπαίτηση και καταδικάστηκε στα έξοδα. Ο Αιτητής παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση πτώχευσης υπ. αρ. 133/13 Ε. Δ. Λάρνακας, η οποία του επιδόθηκε στις 4/9/13, και οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν στις 20/9/13 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο πτώχευση. Ο Αιτητής στα πλαίσια της Αίτησης πτώχευσης καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση για αναστολή της διαδικασίας πτώχευσης η οποία εδράζεται στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο ΚΕΦ. 5 άρθρα 2, 3, 5, 6

(4), 35, 87, 88, 93 και 97, επί των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών 2, 4, 7, 9, 16, 17, 18, 38, 39, 40, 41, 42, 43 και 44-50, επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.48 Θ.1-4(ι), 8 και 9 και επί τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του αιτητή ημερομηνίας 13/12/13, με την οποία επισυνάπτονται τρία τεκμήρια και στην οποία γίνεται μνεία στην εκ συμφώνου απόφαση και στην απόρριψη της ανταπαίτησης με έξοδα και σε βάρος του. Εναντίον της απόφασης στην ανταπαίτηση καταχωρήθηκε ειδοποίηση Έφεσης στις 10/6/13 η οποία έλαβε αριθμό Έφεσης 175/13 και χρονολογήθηκε με ημερομηνία 5/8/13. Η έφεση, είναι εντελώς καλόπιστη και ως του αναφέρουν οι δικηγόροι του και ο ίδιος πιστεύει, μετά από μελέτη της υπόθεσης, αυτή έχει σοβαρό ενδεχόμενο επιτυχίας καθ' ότι λανθασμένα, αναιτιολόγητα και χωρίς να εξετάσει την ουσία της ανταπαίτησης την απέρριψε το Πρωτόδικο Δικαστήριο με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Περαιτέρω σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης είναι η θέση του ότι θα πρέπει να συμψηφισθεί με το ποσό της απαίτησης, κάτι το οποίο θα είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να γίνει, σε περίπτωση που εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και επιπλέον τα ποσά που ανταπαιτούνται υπερκαλύπτουν το οφειλόμενο ποσό, που κατά την άποψη του δεν είναι αυτό που αναγράφεται στην αίτηση πτώχευσης. Ακόμη, συνεχίζει, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν περιουσία με την οποία να μπορεί να ικανοποιηθεί η ανταπαίτηση σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Επίσης αναφέρει ότι δεν λήφθηκε κανένα μέτρο εκτέλεσης εναντίον του ή της ως άνω εταιρείας και η αίτηση πτώχευσης έγινε για να πιεστεί. Επιπρόσθετα σε περίπτωση που προχωρήσει η διαδικασία της πτώχευσης και επιτύχει η έφεση θα δημιουργηθούν τεράστια προβλήματα και ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτόν χωρίς λόγο, η δε έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου ενώ εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η άλλη πλευρά δεν θα υποστεί καμιά ζημιά αφού θα ικανοποιήσει τις εναντίον του αποφάσεις. Ως εκ των πιο πάνω και των μεγάλων πιθανοτήτων επιτυχίας της έφεσης είναι δίκαιο να εκδοθεί το διάταγμα αναστολής της διαδικασίας πτώχευσης. Οι Καθ' ων η Αίτηση, ως ήταν αναμενόμενο, αντέδρασαν με την καταχώρηση ένστασης η οποία βασίζεται στα άρθρα 3, 4, 5 ,6
(4), 35, 71, 87, 90, 92
(3), 93 και 97 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ. 5 στους κανονισμούς 2, 4, 7, 9, 16 και 188 των Κανονισμών Πτώχευσης, Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.12, Δ.35 Θ.18 και 19, Δ.40 Θ.11, Δ.48 Θ.1-9 και Δ.64 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση για την οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
(1)Τα άρθρα ή θεσμοί στους οποίους βασίζεται η αίτηση δεν παρέχουν δικαίωμα αναστολής της αίτησης πτώχευσης.
(2)Δεν αποκαλύπτονται έγκυροι και επαρκείς λόγοι, για αναστολή της πτώχευσης.
(3)Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν αποκαλύπτει βάσιμα γεγονότα.
(4)Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(4)και η αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί.
(5)Η αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς.
(6)Η αίτηση προκαλεί επιμήκυνση του χρόνου της διαδικασίας πτώχευσης η οποία πρέπει να εκδικάζεται γρήγορα.
(7)Δεν υπάρχουν καλοί λόγοι έφεσης.
(8)Λαμβάνεται ως δεδομένο η επιτυχία της έφεσης ενώ η νομολογία είναι αντίθετη προς τούτο.
(9)Εάν επιτύχει η αίτηση οι Καθ' ων η Αίτηση θα μείνουν χωρίς κατάλληλες εγγυήσεις ή χωρίς τις κατάλληλες εγγυήσεις κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς θεραπεία σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης. Με την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Καρπασίτη, αφού απορρίπτεται στην ολότητα της η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, στην συνέχεια ουσιαστικά γίνεται ανάπτυξη των λόγων της ένστασης εκ των οποίων αξίζει να σημειωθεί η θέση του ότι το άρθρο 6
(4)του Περί Πτώχευσης Νόμου ΚΕΦ. 5 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στα δεδομένα της υπό εξέταση αίτησης καθότι η έφεση δεν αφορά, ως καταγράφεται στην ένορκη δήλωση, «την ουσία της δικαστικής απόφασης» βάσει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης και έγινε η καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης, τα οποία διαβήματα της ειδοποίησης και της αίτησης πτώχευσης βασίζονται στην εκ συμφώνου απόφαση, όπως και δεν επιτρέπεται η αναστολή πτωχευτικής διαδικασίας όταν καταχωρείται έφεση εναντίον άλλης απόφασης και ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση που καταχωρήθηκε έφεση σε απόφαση απόρριψης της ανταπαίτησης από το Δικαστήριο. Σε σχέση με το άρθρο 97 του ίδιου νόμου αναφέρει ότι δεν προβάλλεται οιοσδήποτε επαρκής λόγος ως απαιτείται από το άρθρο αυτό για να μπορεί να τύχει εφαρμογής. Ο δικηγόρος του Αιτητή στην αγόρευση του υποδεικνύει τρεις λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο, πρέπει να εκδώσει το αιτουμενο διάταγμα αναστολής της διαδικασίας πτώχευσης. Πρώτο ότι ο Αιτητής έχει καταχωρήσει καλή τη πίστει (bona fide) έφεση εναντίον της απόφασης επί της οποίας βασίζεται και προωθείται η πτωχευτική διαδικασία. Δεύτερο οι λόγοι έφεσης δεν είναι επιπόλαιοι αλλά σοβαροί και ουσιαστικοί και η αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα. Τρίτο η αίτηση υποβάλλεται για να αποφευχθούν ανεπανόρθωτες ζημιές που θα προκληθούν με το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του μεταξύ των οποίων και η προώθηση της ίδιας της έφεσης. Από την άλλη ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση υπέδειξε ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 6
(4)και 97 του ΚΕΦ. 5. Για το άρθρο 6
(4)του ΚΕΦ. 5 αναφέρει ότι η έφεση δεν αφορά την ουσία της δικαστικής απόφασης βάσει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης και καταχωρήθηκε η αίτηση πτώχευσης αλλά στρέφεται εναντίον της απόφασης απόρριψης της ανταπαίτησης. Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης που στηρίχθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης. Τονίζει δε ότι τα δύο διαβήματα πτώχευσης έγιναν στη βάση της εκ συμφώνου απόφασης. Για το άρθρο 97 του ΚΕΦ. 5 γίνεται η ίδια αναφορά όπως και στην ένορκη δήλωση, ότι δηλαδή δεν δίδεται επαρκής λόγος που να είναι σύμφωνος με το άρθρο 97 του ΚΕΦ. 5, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά ότι η απόφαση είναι τελεσίδικη, εννοώντας προφανώς την εκ συμφώνου απόφαση, και ότι η ορατή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης που επικαλείται ο Αιτητής δεν είναι βαρύνουσας σημασίας ή καλύτερα είναι οριακής σημασίας. Τέλος εισηγείται ότι ο Αιτητής με την υποβολή της αίτησης προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και να αποφύγει τις υποχρεώσεις του αφού μέχρι σήμερα δεν προέβη σε ενέργειες αποπληρωμής του χρέους του ούτε παρείχε οιανδήποτε εγγύηση ή εξασφάλιση προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Ως εκ των ως άνω η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Όπως διεφάνη, τελικά, ο δικηγόρος του Αιτητή προώθησε την αίτηση τόσο στη νομική βάση του άρθρου 6
(4)όσο και του άρθρου 97 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ. 5. Το άρθρο 6
(4)προνοεί: «Όταν η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας, ή συμβιβασμό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί, το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος.» Σύμφωνα με την υπόθεση Παπαχριστοφόρου v. Ρέϊνποου Πλητσιγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 332 αρμοδιότητα για εξέταση δυνάμει του άρθρου 6
(4)του ΚΕΦ. 5 ανήκει αποκλειστικά στο Πρωτόδικο Δικαστήριο. Για να μπορεί να αποτελέσει το άρθρο 6
(4)του ΚΕΦ. 5 τη νομική βάση αίτησης για αναστολή αίτησης πτώχευσης στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει η έφεση του Αιτητή να στρέφεται εναντίον της απόφασης επί της οποίας βασίστηκε η ειδοποίηση πτώχευσης και δεν υπήρχε συμμόρφωση του Αιτητή με αυτή και επήλθε πράξη πτώχευσης, Βλ Williams' Law and Practice of Bankruptcy, 18th edition, p. 75. Επί αυτού υπάρχει διαφορετική αντίκριση από τις δύο πλευρές. Αυτές ήδη καταγράφησαν ανωτέρω. Δεν θα συμφωνήσω με τον δικηγόρο των Καθ' ων η Αίτηση ότι επειδή το Δικαστήριο δεν αποφάσισε επί της ουσίας της ανταπαίτησης η απόφαση του δεν αποτελεί απόφαση επί της οποίας μπορεί να εδραιωθεί αίτηση επί τη βάσει του άρθρου 6
(4)του ΚΕΦ. 5. Το Δικαστήριο για να απορρίψει την ανταπαίτηση εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση εκ 21 σελίδων. Αυτή εφεσιβλήθη. Στην ειδοποίηση πτώχευσης, επί τη βάσει της οποίας ο Αιτητής διέπραξε πράξη πτώχευσης, με τη μη συμμόρφωση του, και στην αίτηση πτώχευσης, συμπεριλαμβάνονται και τα έξοδα που επιδικάστηκαν σε βάρος του Αιτητή με την απόρριψη της ανταπαίτησης, ως οφειλόμενα ποσά. Θα συμφωνούσα με τον συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση αν στην ειδοποίηση πτώχευσης και στην αίτηση πτώχευσης δεν συμπεριλαμβάνονταν και τα έξοδα που επιδικάσθηκαν στην απόφαση απόρριψης της ανταπαίτησης. Όμως ρητά στην παρ. 2 της Αίτησης πτώχευσης αναφέρεται «.... σε ποσά τα οποία απαιτούνται δυνάμει υπόλοιπου δικαστικών αποφάσεων που ελήφθηκαν εναντίον σας εις την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπ' αρ. 1395/05, ημερομηνίας 22/1/10 και 9/5/13». Η απόφαση ημερομηνία 9/5/13 είναι η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ανταπαίτηση και επιδικάστηκαν τα έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Έπεται ότι δεν μπορεί να ευσταθίσει αυτός ο λόγος και απορρίπτεται. Ένεκα της φράσης «Το Δικαστήριο δύναται» στο άρθρο 6
(4)του ΚΕΦ. 5 καθίσταται φανερό ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται τέτοιου ζητήματος. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνδέεται με το κατά πόσο το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να αναστείλει τη διαδικασία πτώχευσης με την δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση. Το ορθό δεν είναι κάτι αφηρημένο αλλά συγκεκριμένο, έστω και γενικό, που σχετίζεται, έστω και εάν δεν συγκεκριμενοποιείται στο άρθρο 6
(4)του ΚΕΦ. 5, αλλά εξάγεται από την αγγλική νομολογία, Halsbury's 13η έκδοση, τόμος 2, σελίδα 310, υποσημείωση t, Heath v Tang and another
(1993)4 ALL ER 694, σελίδα 700, Re a Debtor (No 799 of 1994), ex parte CO665 Property Services Ltd
(1995)3 ALL E.R. 723, με παράγοντες (α) κατά πόσο η έφεση είναι σοβαρή και καλόπιστη (β) ή κατά πόσο είναι έκδηλα επιπόλαια ή κακόπιστη και (γ) εάν ο Αιτητής χειρίζεται και προωθεί την έφεση του με σοβαρότητα και επιμέλεια. Το (α) πρώτο και το (γ) τρίτο εξάγονται από τους λόγους έφεσης και την εικόνα που αναδύεται από την διαχείριση της έφεσης, το (β) δεύτερο τόσο από την έφεση όσο και απ' αυτή τούτη την αίτηση σε τι πράγματι αποσκοπεί. Το Δικαστήριο, σε σχέση με το (α) πρώτο και το (γ) τρίτο, χωρίς να υπεισέρχεται σε καμία περίπτωση στην εξέταση, ή αξιολόγηση ή άλλως πως της απόφασης του Δικαστηρίου, το οποίο δεν είναι επιτρεπτό και αποτελεί έργο του Εφετείου η εξέταση της ορθότητας ή όχι της Πρωτόδικης απόφασης, αλλά αναγνώνοντας τον μοναδικό λόγο έφεσης και επιφανειακά αντικρίζοντας την Πρωτόδικη απόφαση, μπορεί να διαπιστώσει ότι η έφεση και σοβαρή και καλόπιστη είναι αφού στοχεύει στην καρδιά της αιτιολογίας της απόφασης με συγκεκριμένες αναφορές από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Από την άλλη, τούτο, σε σχέση με το (β) πιο πάνω καταδεικνύεται ότι δεν είναι επιπόλαιη. Σε σχέση με τον χειρισμό της έφεσης δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε ή προέκυψε οτιδήποτε που να διαπιστώνεται έλλειψη σοβαρότητας και επιμέλειας στο χειρισμό της από τον Αιτητή. Επίσης όσον αφορά το (β) δεν μπορεί να διαπιστωθεί κακοπιστία στην αίτηση αφού η απόφαση εκδόθηκε στις 9/5/13 και η ειδοποίηση Έφεσης καταχωρήθηκε στις 10/6/13,δηλαδή ένα περίπου μήνα μετά, γεγονός που συνάμα καταδεικνύει ότι η έφεση καταχωρήθηκε τρεις
(3)περίπου μήνες πριν την επίδοση στον Αιτητή της ειδοποίησης πτώχευσης κάτι που οδηγεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΚΕΦ. 5, ότι καταχωρήθηκε και αρκετό καιρό πριν την καταχώρηση ειδοποίησης πτώχευσης. Επίσης αφού καταχωρήθηκε η Αίτηση Πτώχευσης στις 20/9/13, δηλαδή τρεις
(3)και πλέον μήνες μετά την ειδοποίηση έφεσης και τέσσερεις
(4)μήνες μετά την έκδοση της απόφασης, και ορίστηκε για επίδοση στις 25/10/13 και ακολούθως στις 25/11/13 και 14/1/14 για οδηγίες, όχι για ακρόαση, και μέχρι τότε να καταχωρείτο ένσταση, καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση στις 13/12/13, δηλαδή ένα μήνα πριν τις 14/1/14 που ήταν ορισμένη η αίτηση πτώχευσης για οδηγίες. Διαφαίνεται τοιουτοτρόπως ότι έδρασε σχετικά γρήγορα και δεν περίμενε να οριστεί για ακρόαση και μετά να υποβάλει την αίτηση για αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας για να καθυστερήσει την εκδίκαση της αίτησης και να κερδίσει χρόνο. Για τους πιο πάνω λόγους όπως προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω και αφού συνεκτίμησα και στάθμισα όλους τους σχετικούς παράγοντες ασκώντας την διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 6
(4)του ΚΕΦ. 5 το Δικαστήριο θεωρεί ορθό με δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση, να αναστείλει την διαδικασία πτώχευσης μέχρι περάτωσης της Έφεσης. Αν και το ζήτημα τελειώνει εδώ, επειδή ο Αιτητής στήριξε την αίτηση του και στο άρθρο 97 του ΚΕΦ. 5, και η εφαρμογή του αμφισβητήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, σε περίπτωση που το Δικαστήριο έσφαλε στην ερμηνεία του άρθρου 6
(4)του ΚΕΦ. 5 θα εξετάσει την αίτηση και κάτω από το άρθρο αυτό. Το άρθρο 97 του ΚΕΦ. 5 προνοεί: «Το Δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε, για επαρκή λόγο να εκδώσει διάταγμα αναστολής των διαδικασιών της αίτησης πτώχευσης είτε εντελώς είτε για περιορισμένο χρόνο, με τέτοιους όρους και τηρουμένων τέτοιων προϋποθέσεων ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο.» Παρόλο που δεν καταγράφονται πλήρη και συγκεκριμένα στοιχεία και λεπτομέρειες με απόλυτη σαφήνεια και έκταση τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στον Αιτητή σε περίπτωση που προχωρήσει η αίτηση πτώχευσης και εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, παρά μόνο μερικές πτυχές και με γενικότητα, εντούτοις η σοβαρότητα, η δραστικότητα και οι άμεσες δυσμενείς συνέπειες απ' αυτό εύκολα διακρίνονται και διαπιστώνονται από τον ίδιο το νόμο και δη από το άρθρο 9
(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ. 5 σύμφωνα με το οποίο ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη με βασική συνέπεια να στερείται πλέον του δικαιώματος διαχείρισης και διάθεσης της περιουσίας του. Εξετάζοντας λοιπόν την αίτηση και στη νομική βάση του άρθρου 97 του ΚΕΦ. 5, και πάλι θα ασκούσα την διακριτική ευχέρεια μου και θα ανέστελλα την πτωχευτική διαδικασία, γιατί υπάρχει επαρκής λόγος που συνίσταται στις περιστάσεις όπως διαφάνηκαν από όλα τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν. Επιπλέον παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση αναγνωρίζοντας τη σημασία και το ρόλο της ανταπαίτησης, σε σχέση με την απαίτηση τους, συναίνεσαν στην αναστολή της εκ συμφώνου απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης στην ανταπαίτηση. Τούτο υποδηλώνει από τη μια ότι η επιτυχία της θα είχε άμεσο συσχετισμό και αντίκτυπο στην εκ συμφώνου απόφαση και από την άλλη ότι ο χρόνος που θα παρείρχετο μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης, ο οποίος τελικά ήταν 3 χρόνια και 4 μήνες, δεν τους δημιούργησε ούτε ανασφάλεια ως προς το λαβείν τους ούτε σε σχέση με το τι θα μπορούσε να συμβεί στην κινητή ή ακίνητη περιουσία του Αιτητή, που τώρα προβάλλουν, ζητώντας την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, την προστασία της, χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε που επεσυνέβηκε ή επήλθε που άλλαξε την κατάσταση αυτή. Η μόνη διαφορά στο Διάταγμα αναστολής της πτωχευτικής διαδικασίας, αν εκδίδετο με βάση το άρθρο 97, είναι ότι θα ετίθεντο όροι, όχι ανάληψης εγγύησης, αλλά της φύσης όπως ο Αιτητής μη αποξενώσει ή επιβαρύνει με οιονδήποτε τρόπο οιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία του. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της πτώχευσης. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας είναι ορθό όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Έφεσης ή άλλης διαταγής από το Εφετείο. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.