LANTE ENTERPRISES LIMITED ν. ΣΤΕΛΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ.αγωγής 3575/2013, 10/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A71 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 3575/2013 Μεταξύ: LANTE ENTERPRISES LIMITED Ενάγουσα και 1.ΣΤΕΛΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ 2.ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 19.9.2014 Ημερ.: 10 Μαρτίου, 2014. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ.N.Γεωργιάδης για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη
(1)- Καθ΄ ης η Αίτηση: κ.Α.Μυλωνάς για Αναστάσιος Μυλωνάς & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη
(2)- Καθ΄ ης η Αίτηση : κα Μ.Κωνσταντίνου για Μαρκίδη & Βελάρη ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα Εταιρεία με Κλητήριο Ενταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο που καταχωρίστηκε την 19.9.2013 ενήγαγε την Εναγόμενη 1 και την Εναγόμενη 2 Τράπεζα, την Ελληνική, αναφορικά με την εγγυητική LGU/044400/
- Αξιώνεται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα 1 δεν νομιμοποιείται στην είσπραξη της και διάταγμα που να της το απαγορεύει εκτός και υπό κάποιες προϋποθέσεις και για συγκεκριμένο μέγιστο ποσό. Ακόμη δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 2 τράπεζα δεν νομιμοποιείται στην πληρωμή της και άλλες συναφείς θεραπείες. Περαιτέρω, θεραπείες αναφορικά με συμφωνία με την οποία η Εναγόμενη 1 αγόρασε ένα οικόπεδο από την Ενάγουσα. Αυθημερόν καταχωρίστηκε μονομερής Αίτηση υποστηριζόμενη με Ενορκη Δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Χάρη Λοϊζίδη, διευθυντή της Ενάγουσας, για την έκδοση διαταγμάτων σε σχέση με την εγγυητική που χορηγήθηκαν την ίδια ημέρα. Στο περιεχόμενο τους θα αναφερθώ στη συνέχεια. Η Εναγόμενη 1 κατεχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 26.11.2013 της ιδίας. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκες Δηλώσεις ημερ. 13.12.2013 της Χριστιάνας Καθητζιώτη και του Χαράλαμπου Ταουσιάνη υπαλλήλων της. Με τους λόγους ένστασης η Αίτηση προσβάλλεται ως πραγματικά και νομικά αβάσιμη. Η Εκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 13.2.
- Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδ., παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρθηκε πως: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω) στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Wafers and others
(1976)3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relied to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held."» Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, 1316-1320 πως ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας. Μνημονεύεται απόσπασμα από την C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Σύμφωνα με την Ενορκη Δήλωση Λοϊζίδη η Ενάγουσα εταιρεία πώλησε στην Εναγόμενη 1 ένα οικόπεδο που θα προέκυπτε από συγκεκριμένο διαχωρισμό στην τοποθεσία Λίμνη Βορόκλινη στη Λάρνακα. Η Συμφωνία υπογράφηκε την 6.10.2006 (ΧΛ3) και το τίμημα πώλησης ήταν ΛΚ50.500 (€86.355). Για να διευκολυνθεί η Εναγόμενη 1 να εξασφαλίσει δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου για να πληρώσει την Ενάγουσα, η ίδια η Ενάγουσα παραχώρησε εγγυητική επιστολή προς την Τράπεζα Κύπρου, όπως προνοούσε ο όρος 5(α) της Συμφωνίας. Εάν η Τράπεζα Κύπρου απαιτούσε πληρωμή της εγγυητικής, τα μέρη συμφώνησαν πως η Συμφωνία θα ακυρωνόταν αυτόματα και η Εναγόμενη 1 δεν θα είχε οποιαδήποτε απαίτηση για το οικόπεδο (όρος 6(α)) και θα απέσυρε τη Συμφωνία που θα είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (όρος 6(β)). Η Ενάγουσα παραχώρησε μέσω της Ελληνικής προς την Τράπεζα Κύπρου την εγγυητική αρ. LGU 028260 018 (ΧΛ7). H Eλληνική εγγυάτο την Ενάγουσα μέχρι ποσού ΛΚ50.500 πλέον τόκους ότι μέχρι 6.9.2009 θα ενέγραφε το οικόπεδο στην Εναγόμενη
- Δεν αναφέρεται αλλά προφανώς μετά την εγγραφή του οικοπέδου αυτό θα συνιστούσε την εξασφάλιση της Τράπεζας Κύπρου για το δάνειο που είχε παραχωρήσει. Υπήρξε καθυστέρηση στις εργασίες του διαχωρισμού για την οποία οι προβαλλόμενες από την Ενάγουσα θέσεις αναμένεται να συζητηθούν κατά την κύρια δίκη. Γεγονός είναι πως παρήλθε η 6.9.2009 και το οικόπεδο δεν μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη
- Είναι κοινό έδαφος πως η Ενάγουσα παραχώρησε την 11.11.2009 νέα εγγυητική την LGU 044400 018 (ΧΛ9). Η νέα εγγυητική είχε ως δικαιούχο την Εναγόμενη 1 και όχι την Τράπεζα Κύπρου και αφορούσε πολύ μεγαλύτερο ποσό. Η Ελληνική εγγυάτο στην Εναγόμενη 1 την Ενάγουσα μέχρι ποσού Ελβ.Φρ.226.600 (€150.066 τότε) πλέον τόκους ότι μέχρι 30.8.2010 θα της ενέγραφε το οικόπεδο. Η παράγραφος 18 της Ενορκης Δήλωσης Λοϊζίδη είναι τουλάχιστον ανεπαρκής στο να εξηγήσει πώς τα μέρη κατέληξαν σε αυτή τη διευθέτηση. Αναφέρει ο ομνύοντας: «Δεν θυμάμαι και δεν γνωρίζω για ποιο λόγο η Εναγόμενη 1 ζήτησε την αλλαγή της Εγγυητικής Τεκμήριο 7 και την αύξηση του ποσού της εγγυητικής και την αλλαγή του νομίσματος σε Ελβετικά Φράγκα». Ούτε τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 21 δίδουν μια αντικειμενικά ικανοποιητική εξήγηση. Είναι πρόδηλο πως δεν αποκαλύφθηκαν όλα τα συναφή γεγονότα. Γιατί δόθηκε εγγυητική προς όφελος της Εναγόμενης 1 που δεν προνοείτο στη συμφωνία των μερών; Και πώς η Ενάγουσα αποδέχτηκε την παραχώρηση σχεδόν διπλάσιας εγγύησης και όχι μόνο για την περίπτωση της Εναγόμενης 1 αλλά και άλλων αγοραστών οικοπέδων; Η εγγυητική με δικαιούχο την Εναγόμενη 1 ανανεώνετο με την τελευταία ανανέωση να εγγυάται τη μεταβίβαση του οικοπέδου μέχρι 30.8.
- Η τελευταία εγγυητική που είναι και το αντικείμενο της αγωγής και της Αίτησης για τα ενδιάμεσα διατάγματα δεν παρουσιάστηκε ως τεκμήριο με την Ενορκη Δήλωση Λοϊζίδη. Προσπάθησε ο Λοϊζίδης στις παραγράφους 18-23 της Ενορκης του Δήλωσης να παρουσιάσει την εικόνα πως η νέα εγγυητική καλύπτει το ίδιο ζήτημα όπως η αρχική και πως είναι απόρροια των υποχρεώσεων της Ενάγουσας δυνάμει του όρου 5(α) της Συμφωνίας για την πώληση του οικοπέδου. Παρουσιάζει ακόμα τα δικαιώματα των μερών να περιορίζονται στη Συμφωνία ενώ, πρόδηλα, η ίδια η εγγυητική προνοεί και άλλα. Μόνο στην παράγραφο 54 όταν πλέον αναπτύσσει το ζήτημα του κατ΄ επείγοντος για τη χορήγηση των διαταγμάτων, αναφέρεται σε δικαιώματα της Εναγόμενης που απορρέουν από την επίδικη εγγυητική, τοποθετώντας όμως τη λέξη δικαιώματα σε εισαγωγικά. Το καλοκαίρι του 2013 υπήρξε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δικηγόρων της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη 1 με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 18.7.2013 (ΧΛ12.3) έθεσε χρονικό όριο μέχρι 30.8.2013 για την περάτωση του διαχωρισμού και παράδοση στην ίδια κατοχής του οικοπέδου. Η Ενάγουσα απάντησε με επιστολή των δικηγόρων της που απεστάληκε την 9.8.2013 (ΧΛ13) επισημαίνοντας πως ο χρόνος μεταβίβασης, σύμφωνα με τον όρο 4(β) της Συμφωνίας δεν είχε επέλθει αφού το Κτηματολόγιο δεν είχε ακόμη εκδώσει τίτλους. Ακόμη πως ο καθορισμός της 30.8.2013 για ολοκλήρωση των εργασιών ήταν παράλογος. Επανήλθαν οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 με επιστολή τους ημερ. 30.8.2013 (ΧΛ14) επισημαίνοντας πως αντίθετα με τη μεταβίβαση ή υποχρέωση παράδοσης κατοχής δεν καλυπτόταν από τον συγκεκριμένο όρο και θα έπρεπε να είχε γίνει μέσα σε εύλογο χρόνο. Με νέα τους επιστολή ημερ. 6.9.2013 (ΧΛ15.3) τερμάτισαν τη Συμφωνία και ενημέρωσαν ότι η Εναγόμενη 1 θα απαιτούσε την εγγυητική. Απάντησαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας με επιστολή τους ημερ. 9.9.2013 (ΧΛ16) απορρίπτοντας τον τερματισμό ως παράνομο. Ως προς το ζήτημα της απαίτησης πληρωμής της εγγυητικής υποστήριξαν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν παράνομο και παράπεμψαν στον όρο 5(α) της Συμφωνίας που όμως αναφερόταν στην αρχική εγγυητική προς την Τράπεζα Κύπρου. Η Εναγόμενη 1 υπόβαλε απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής και περί την 18.9.2013 η Ενάγουσα πληροφορήθηκε από την ίδια την Ελληνική ότι τις επόμενες ημέρες θα προχωρούσε στην πληρωμή της εγγυητικής στην Εναγόμενη
- Το ποσό της εγγυητικής είναι σήμερα, σύμφωνα με την Ενορκη Δήλωση Λοϊζίδη, μαζί με τους τόκους, €210.
- 'Ετσι η Ενάγουσα αιτήθηκε τα εκδοθέντα διατάγματα για παγοποίηση του ποσού στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 στην περίπτωση που θα είχε ήδη πληρωθεί η εγγυητική. Διατάχθηκε η δέσμευση ποσού μέχρι €212.600 στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 (είναι το ποσό της εγγυητικής πλέον €2.200 που κατά την Ενάγουσα της οφείλονται από την Εναγόμενη 1 για τα έξοδα ανανέωσης της εγγυητικής). Εάν η Εναγόμενη 1 απέσυρνε από το Κτηματολόγιο την κατάθεση της Συμφωνίας το ποσό θα περιοριζόταν σε €84.600 δηλαδή θα απελευθερωνόταν, εάν υφίστατο, ποσό €128.
- Διατάχθηκε ακόμα η Ελληνική, στην περίπτωση πληρωμής της εγγυητικής να μην πληρώσει στην Εναγόμενη 1 πέραν των €128.000 καταθέτοντας το υπόλοιπο σε δεσμευμένο λογαριασμό. Το ποσό των €128.000 που μνημονεύεται στα εκδοθέντα διατάγματα είναι το ποσό της αγοράς του οικοπέδου με τόκο 6.75% ετησίως από 6.10.2006 μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως η Εναγόμενη 1 θα δικαιούται να εισπράξει μόνο το ποσό των €128.000 από την εγγύηση και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι θα αποσύρει τη Συμφωνία που έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Αναφέρει η Εναγόμενη 1 στην Ενορκη της Δήλωση πως όταν τον Σεπτέμβριο του 2009 ήταν φανερό ότι η Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να μεταβιβάσει το οικόπεδο μέχρι 6.9.2009 απαίτησε από την τελευταία την αύξηση της εγγυητικής για να ανταποκρίνεται στην αξία του οικοπέδου που είχε, από την ημερομηνία αγοράς και εξόφλησης του, αυξηθεί. Συμφωνήθηκε να δοθεί νέα εγγυητική με δικαιούχο την Εναγόμενη 1 για Ελβετικά Φράγκα 226.
- Η Εναγόμενη 1 την εκχώρησε στην ίδια την εκδότρια τράπεζα την Ελληνική, από την οποία πήρε δάνειο και εξόφλησε την Τράπεζα Κύπρου. Δεν ήταν όρος της νέας εγγυητικής ότι για την απαίτηση πληρωμής έπρεπε η Εναγόμενη 1 να αποσύρει τη Συμφωνία από το Κτηματολόγιο. Οι επί του προκειμένου θέσεις της Εναγόμενης 1 είναι σε αρμονία με τις λεπτομέρειες που δίδονται στις Ενορκες Δηλώσεις των υπαλλήλων της Ελληνικής. Η εκχώρηση έγινε με την υπογραφή της Ενάγουσας (ΣΙ Β). Η αναφορά Λοϊζίδη στην παράγρ. 20 της Ενορκης του Δήλωσης ότι εξ΄ όσων γνωρίζει εκχωρήθηκε, είναι παραπλανητική. Ομιλεί ωσάν και το ζήτημα να περιήλθε στην αντίληψη του παρεμπιπτόντως. Ηταν σαφής η διάθεση του να υποβαθμίσει το ζήτημα και πρωτίστως να μην αποκαλύψει τη ρητή συγκατάθεση της Ενάγουσας. Αναφέρει η Εναγόμενη 1 ότι για την απόκτηση του οικοπέδου πλήρωσε στην Τράπεζα Κύπρου €16.680 πλέον το ποσό που πληρώθηκε προς εξόφληση μετά το δανεισμό από την Ελληνική στην οποία πλήρωσε €33.619.13 και χρωστά άλλα Ελβ. Φρ. 189632 που ισούται με €153.696 (σύνολο €203.995,13). Σύμφωνα με εκτίμηση (ΣΙ Α) η αξία του οικοπέδου ήταν τον Σεπτέμβριο του 2009 €225.
- Διατείνεται η Εναγόμενη 1 ότι το κόστος δανεισμού της πλέον το κόστος των εγγυητικών που η ίδια κατέβαλε υπερκαλύπτει το ποσό της εγγυητικής που κατά τη θέση της είναι €212.
- Δεν αναφέρεται στην Ενορκη Δήλωση της Εναγόμενης 1, σημειώνεται όμως στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της (σελ.7) πως αυτή «δεν έχει κανένα πρόβλημα» να αποσύρει τη Συμφωνία από το Κτηματολόγιο. Όπως εξηγεί η Καθητζιώτη η Ελληνική δανειοδότησε την Εναγόμενη 1 που εξόφλησε την Τράπεζα Κύπρου και ακυρώθηκε η προς όφελος της εγγυητική (ΧΤ 2). Επειδή το οικόπεδο που αγόρασε η Εναγόμενη 1 δεν είχε εγγραφεί στο όνομα της για να μπορεί να το υποθηκεύσει προς όφελος της Ελληνικής προς εξασφάλιση του δανείου, δόθηκε η νέα εγγυητική. Σε περίπτωση που το οικόπεδο ενεγράφετο στο όνομα της Εναγόμενης 1 εντός της καθορισμένης στην εγγυητική ημερομηνία θα υποθηκεύετο προς εξασφάλιση του δανείου και η εγγυητική θα ακυρωνόταν. Η Ελληνική παραχώρησε το δάνειο στην Εναγόμενη 1 στη βάση της εγγυητικής και της εκχώρησης της προς όφελος της ως εξασφάλιση. Με την εγγυητική η Ελληνική εξασφαλίστηκε για την παροχή του δανείου και τους κινδύνους ανέλαβε η Ενάγουσα. Ο κίνδυνος της ενδεχόμενης απαίτησης της εγγυητικής ήταν γνωστός στην Ενάγουσα η οποία και τον αποδέχτηκε. Στη σχετική επιστολή - παράκληση (ΧΤ 5) που υπόγραψε, αναφέρεται: «... We request you to issue for our account and under our full responsibility and risk for any consequences that may ensue a letter of guarantee .». Η διευθέτηση για την έκδοση της νέας εγγυητικής προς όφελος της Εναγόμενης 1 φαίνεται να μην είναι ασύνδετη με το γεγονός, που ο Λοϊζίδης θα πρέπει να γνώριζε και δεν ανέφερε, ότι την 16.9.2009 η Τράπεζα Κύπρου υπόβαλε απαίτηση προς την Ελληνική για πληρωμή της προς όφελος της εγγυητικής (ΧΤ 3). Αυτό θα σήμαινε την ουσιαστική ακύρωση της Συμφωνίας (όρος 6) κάτι που πρόδηλα δεν ήταν η επιθυμία της Ενάγουσας, διαφορετικά δεν θα ενεργούσε όπως ενήργησε. Προκύπτει αβίαστα, και δεν θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά, πως η Ενάγουσα αιτήθηκε την έκδοση της νέας εγγυητικής και το αίτημα της εγκρίθηκε από την Ελληνική (ΧΤ 1). Το ποσό και οι επί μέρους όροι της ήταν σε γνώση της Ενάγουσας. Μάλιστα, είναι η ίδια η Ενάγουσα που απαίτησε δύο φορές την τροποποίηση της εγγυητικής με σκοπό να δοθεί παράταση χρόνου εγγραφής του οικοπέδου στο όνομα της Εναγόμενης 1 (ΧΤ 4). Σύμφωνα με την Καθητζιώτη, η Ελληνική, ως εκδοχέας βάσει «Συμφωνίας σε Σχέση με Εγγυητική Επιστολή Συνδεδεμένη με Τραπεζική Διευκόλυνση» προέβηκε σε έγκυρη και έγκαιρη απαίτηση της εγγυητικής την 3.9.2013 (ΧΚ 3). Ακολούθησε την 6.9.2013 η απαίτηση από την Εναγόμενη
- Η Συμφωνία προνοούσε με τον όρο 4(β) ότι η μεταβίβαση και εγγραφή του οικοπέδου από την Ενάγουσα στο όνομα της Εναγόμενης 1 θα γινόταν όταν το Κτηματολόγιο εξέδιδε ξεχωριστό τίτλο του οικοπέδου. Η αρχική εγγυητική προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου είχε εκδοθεί κατ΄ ακολουθία του όρου 5(α) της Συμφωνίας που προνοούσε ότι αυτή θα διδόταν με σκοπό τη διευκόλυνση της Εναγόμενης 1 για να εξασφαλίσει δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου για την καταβολή του τιμήματος πώλησης και ως αντάλλαγμα για τα όσα η Εναγόμενη 1 είχε συμφωνήσει σε σχέση με την ακύρωση της Συμφωνίας. Η εγγυητική η οποία παραχωρήθηκε ενέπλεκε το στοιχείο της εγγραφής του οικοπέδου στο όνομα της Εναγόμενης 1, δηλαδή η εγγύηση καθίστατο απαιτητή στην περίπτωση που μέχρι την 6.9.2009 η Ενάγουσα δεν θα είχε εγγράψει το οικόπεδο στο όνομα της Εναγόμενης
- Δυνάμει της Συμφωνίας η Ενάγουσα δεν είχε αναλάβει τέτοια υποχρέωση έναντι της Εναγόμενης
- Ρητά ο όρος 4(β) προνοούσε κάτι εντελώς διαφορετικό. Όμως, τούτο δεν επηρέαζε την εγκυρότητα της πρόνοιας της εγγυητικής, που άλλωστε αφορούσε την Ενάγουσα και την Τράπεζα Κύπρου και διασφάλιζε συμφέροντα της τελευταίας. Σημειώνεται ακόμα πως στην ίδια τη Συμφωνία (όρος 5(β)) η Ενάγουσα δήλωνε ότι είχε διαβάσει το περιεχόμενο της εγγυητικής για το οποίο είχε λάβει νομική συμβουλή και πως συμφωνούσε πλήρως με το περιεχόμενο της. Η νέα εγγυητική που εκδόθηκε για πρώτη φορά στις 11.11.2009, δεν εκδόθηκε στη βάση του όρου 5(α) της Συμφωνίας, ούτε συνιστούσε προέκταση της αρχικής εγγυητικής. Η νέα εγγυητική δεν ήταν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου αλλά προς όφελος της ίδιας της Εναγόμενης 1 και με αυτή η Ελληνική εγγυάτο την Ενάγουσα με το αναφερόμενο ποσό ότι μέχρι 30.8.2010 θα ενέγραφε το οικόπεδο στο όνομα της Εναγόμενης
- Προνοούσε η εγγυητική ότι η Ελληνική αναλάμβανε να πληρώσει στην Εναγόμενη 1 μέχρι το ποσό της εγγύησης μόλις η Εναγόμενη 1 διαβίβαζε γραπτή απαίτηση στην Ελληνική με την οποία θα δήλωνε ότι μέχρι τις 30.8.2010 η Ενάγουσα δεν είχε εγγράψει το οικόπεδο στο όνομα της. Μάλιστα η Ελληνική αναλάμβανε να πληρώσει χωρίς αναφορά και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση της Ενάγουσας. Στην υπόθεση R. D. Harbottle (Mercantile) Ltd and Another v. National Westminster Bank Ltd and Others
(1972)2 All E.R. 862 αναφέρθηκε ότι είναι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις που τα Δικαστήρια θα επέμβουν στο μηχανισμό ανέκκλιτων υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται από τράπεζες. Τέτοιες υποχρεώσεις θεωρούνται ως εξασφαλίσεις / υποβοηθητικές (collateral) στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Εκείνος ο οποίος δίδει μια τραπεζική εγγύηση λαμβάνει και τον κίνδυνο. Ο μηχανισμός και η υποχρέωση των τραπεζών βρίσκονται σε διαφορετικό επίπεδο. Οι τράπεζες πρέπει να αφεθούν να τιμήσουν τις υποχρεώσεις τους ελεύθερες από την παρέμβαση των Δικαστηρίων. Οι Τράπεζες δεν ενδιαφέρονται για τις διαφορές των μερών παρά μόνο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αυτές έχουν επιβεβαιώσει. Εξηγείται η σημασία της προσέγγισης στο πεδίο του διεθνούς εμπορίου. Στην υπόθεση Solo Industries UK Ltd v. Canara Bank
(2001)EWCA CIV 1041 CA, αναφέρθηκε ότι η σχέση της Τράπεζας είναι αυτόνομη και οι υποχρεώσεις των τραπεζών πρέπει να τιμούνται ελεύθερες από παρεμβάσεις, σύμφωνα με τους όρους και στη βάση των εγγράφων. Οι τράπεζες δεν πρέπει να αναμιγνύονται στις συναφείς εμπορικές διαφορές. Οι δικαιούχοι θα πρέπει να πληρώνονται ανεξαρτήτως τέτοιων διαφορών. Στην Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd and Another
(1878)1 All ER 976, αναφέρθηκε ότι οιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών δηλαδή του δικαιούχου και αυτού τη εντολή του οποίου εκδόθηκε η τραπεζική υποχρέωση, πρέπει να διευθετηθεί μεταξύ τους. Η τράπεζα πρέπει να τιμήσει την πίστωση που επιβεβαιώνεται με την επιστολή πίστωσης. Η επιστολή πίστωσης επιβάλλει στον τραπεζίτη την ολοκληρωτική υποχρέωση να πληρώσει ανεξαρτήτως της όποιας διαφοράς μπορεί να υπάρχει μεταξύ των μερών. Το ίδιο ισχύει και για τις εγγυητικές. (Βλ. ακόμη Malas v. British Imex Industries Ltd [1958] 1 All ER 262, Discount Records Ltd v. Barclays Bank Ltd [1975] 1 All ER 1071, Power Curber v. Bank of Kuwait [1981] 3 All ER 607, Note Bolivinter Oil SA v. Chase Manhattan Bank [1984] 1 All ER 351). Είναι πρόδηλο πως η επίδικη εγγυητική δημιούργησε νέες υποχρεώσεις της Ενάγουσας έναντι της Εναγόμενης
- Ουσιαστικά δόθηκε το δικαίωμα στην Εναγόμενη 1 να απαιτήσει το ποσό της εγγύησης στην περίπτωση που το οικόπεδο δεν θα είχε εγγραφεί στο όνομα της μέχρι 30.10.
- Και τούτο παρά το γεγονός ότι τέτοιο δικαίωμα δεν ήταν κατοχυρωμένο από τη Συμφωνία. Με τη γνώση και συγκατάθεση της Ενάγουσας η εγγυητική εκχωρήθηκε στην Ελληνική που βασίστηκε στην εξασφάλιση που της παρείχε για να δανειοδοτήσει την Εναγόμενη
- Η εγγυητική προνοούσε για αυτόματη ανανέωση για περίοδο 12 μηνών σε περίπτωση μη εγγραφής του οικοπέδου και νοουμένου ότι δεν υποβάλλετο απαίτηση όπως προνοείτο. Η εγγυητική ανανεώθηκε αυτόματα για 12 μήνες και άλλες δύο φορές τη παρακλήσει της Ενάγουσας. Η τελευταία ανανέωση της εγγυητικής ήταν μέχρι 30.9.2013 και θα ήταν απαιτητή και πληρωτέα νοουμένου ότι η μεταβίβαση του οικοπέδου στο όνομα της Εναγόμενης 1 δεν θα είχε πραγματοποιηθεί μέχρι 30.8.
- Είναι κοινό έδαφος πως το οικόπεδο δεν είχε μεταβιβαστεί στην Εναγόμενη 1 παρελθούσης της 30.8.
- Συνεπώς η Εναγόμενη 1 και η Ελληνική ως εκδοχέας είχαν δικαίωμα να απαιτήσουν την πληρωμή της. Μάλιστα εάν δεν το έπρατταν μέχρι 30.9.2013 η εγγυητική θα έπαυε να ισχύει αφού δεν είχε συμφωνηθεί η ανανέωση της Αναφέρεται στην Ενορκη Δήλωση Καθητζιώτη ότι η Ενάγουσα είχε προφορικά ζητήσει την ανανέωση της εγγυητικής αλλά για μειωμένο ποσό, πρόταση που δεν ικανοποιούσε την Ελληνική αφού το ποσό έπρεπε να καλύπτει το δάνειο προς την Εναγόμενη 1 για το οποίο η εγγυητική είχε εκδοθεί και εκχωρηθεί ως εξασφάλιση. Το γεγονός πως η Εναγόμενη 1 δεν απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής ημερομηνίας 11.11.2009 όταν δεν της μεταβιβάστηκε το οικόπεδο μέχρι τις 30.8.2010 ή της πρώτης ανανέωσης όταν δεν της μεταβιβάστηκε το οικόπεδο μέχρι τις 30.8.2011, ή της δεύτερης ανανέωσης όταν δεν της μεταβιβάστηκε το οικόπεδο μέχρι τις 30.8.2012, δεν επηρεάζει το δικαίωμα της να απαιτήσει, όπως και απαίτησε την πληρωμή της επίδικης εγγυητικής για το λόγο ότι το οικόπεδο δεν της μεταβιβάστηκε μέχρι τις 30.8.
- Ούτε τα δικαιώματα της Ελληνικής. Οι όροι της επίδικης εγγυητικής είναι σαφείς και δεν επιδέχονται άλλης ερμηνείας αλλά ούτε και προτάθηκε τέτοια. Η Ενάγουσα παραχώρησε την εγγυητική με την οποία η Εναγόμενη 1 απέκτησε δικαιώματα και συναίνεσε στην εκχώρηση της στην Ελληνική που κατέστηκε η δικαιούχος της. Η Ενάγουσα δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει. Η Ενάγουσα επικαλείται ψευδείς παραστάσεις, δόλο και απάτη εκ μέρους της Εναγόμενης 1 χωρίς ωστόσο να εξηγεί εις τι οι ισχυρισμοί της συνίστανται. Η Ενάγουσα με την αγόρευση των δικηγόρων της δέχεται πως οι Εναγόμενοι, δηλαδή η Εναγόμενη 1 ή η Ελληνική, είχαν τη δυνατότητα (αποφεύγουν τη λέξη δικαίωμα) να ζητήσουν την πληρωμή της εγγυητικής νοουμένου ότι η απαίτηση ήταν έγκυρη και σύμφωνα με τους όρους της ίδιας της εγγυητικής. Ούτε διαφωνεί με την έννοια της αυτοτέλειας που έχουν οι εγγυητικές επιστολές. Επικαλείται την Cargill International SA v. Bangladesh Sugar and Food Industries Corp. [1998] 2 All E.R. 406, όπου αναφέρθηκε ότι: «In the absence of clear contractual words to the contrary it was implicit in the nature of a performance bond that there would be an accounting between the parties after the bond had been called, so that if the amount received under the bond exceeded the true loss, the party who provided the bond was entitled to recover the overpayment». Πράγματι συνήθως η παραχώρηση εγγυητικής και η έγκυρη απαίτηση της από το δικαιούχο δεν σημαίνει πως ο τελευταίος δικαιούται, χωρίς άλλο, να κρατήσει το σύνολο του ποσού. Οι όροι απαίτησης και πληρωμής είναι συνήθως απλοί και δεν προϋποθέτουν απόδειξη της ζημιάς που η εγγυητική προοριζόταν να καλύψει. Στο τέλος ο δικαιούχος δικαιούται μόνο στην πραγματική του ζημιά. Εκείνο που εισηγούνται οι δικηγόροι της Ενάγουσας είναι πως στο τέλος θα διαφανεί πως η Εναγόμενη 1, προς όφελος της οποίας παραχωρήθηκε η εγγυητική, δεν είχε ζημιές που να φτάνουν το σύνολο του ποσού της εγγύησης, οπόταν κάποιο σημαντικό, κατά τη θέση τους, ποσό θα διαταχθεί να επιστραφεί στην Ενάγουσα με την απόφαση στην αγωγή. Η απόφαση αυτή υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη εκτός και αν το σημαντικό πιο πάνω ποσό διαφυλαχθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βασικά παραμένοντας δεσμευμένο. Όπως όμως, και η αυθεντία που επικαλούνται αναφέρει το ποσό της εγγυητικής εισπράττεται από το δικαιούχο. Οπόταν δεν θα έπρεπε να είχε τεθεί ζήτημα μη καταβολής του ποσού από την Ελληνική ή μη είσπραξης της εγγυητικής από την Εναγόμενη 1 αλλά διαφύλαξης μέσω διατάγματος παγοποίησης κάποιου μέρους της ή και του όλου, στα χέρια όμως του δικαιούχου. Ετσι, θα είχε η διαφορά της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 ξεφύγει από την εγγυητική. Η Εναγόμενη 1 θα είχε εισπράξει το ποσό της εγγυητικής και κατά την επίλυση της συμβατικής της σχέσης με την Ενάγουσας θα διαφαινόταν όχι ποιο ποσό ενδεχομένως θα είχε να λαμβάνει αλλά ποιο ποσό θα έπρεπε να αποδώσει πίσω στην Ενάγουσα γιατί είχε εισπράξει παραπάνω. Στην προκειμένη περίπτωση όμως δημιουργήθηκε μια περαιτέρω διάσταση στο ζήτημα. Η εγγυητική εκχωρήθηκε σε τρίτο, την Ελληνική, μέρος ξένο στη Συμφωνία της Ενάγουσας με την Εναγόμενη
- Η εκχώρηση έγινε με τη γνώση και συγκατάθεση της Ενάγουσας που είχε επίγνωση του γεγονότος ότι η Ελληνική βασίστηκε στην εγγυητική για να παραχωρήσει δάνειο προς την Εναγόμενη
- Δηλαδή το δικαίωμα είσπραξης του ποσού της εγγυητικής που είχε η Ενάγουσα παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1, η ίδια η Ενάγουσα συγκατατέθηκε να εκχωρηθεί στην Ελληνική. Και ενώ η Ενάγουσα διατηρούσε έναντι της δικαιούχου και εξακολουθεί να διατηρεί έναντι της Εναγόμενης 1 δικαίωμα «ξεκαθάρισης λογαριασμών», κανένα τέτοιο δικαίωμα δεν διατηρεί έναντι του νέου δικαιούχου δηλαδή της Ελληνικής. Από τη στιγμή που αποδέχτηκε την εκχώρηση και εφόσον γνήσια, όπως φαίνεται, η Ελληνική απαίτησε την εγγυητική δικαιούται στην είσπραξη της προς ικανοποίηση του χρέους της Εναγόμενης 1 από το δάνειο που της παραχώρησε. Οι όροι της εγγυητικής ήταν ξεκάθαροι για το πότε θα μπορούσε να εισπραχθεί, εφόσον το οικόπεδο δεν θα είχε μέχρι καθορισμένης ημερομηνίας μεταβιβαστεί στο όνομα της Εναγόμενης
- Δεν υφίστατο άλλη προϋπόθεση που θα ήταν δεσμευτική για το πρόσωπο που έλαβε την εκχώρηση. Γιατί η Ενάγουσα έδωσε μια τέτοια εγγυητική που ήταν ασύμφωνη με τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την Εναγόμενη 1 είναι ζήτημα που αφορά αυτή και την Εναγόμενη
- Οι μεταξύ των συμβατικές σχέσεις και διαφορές δεν αγγίζουν την Ελληνική και το ξεκάθαρο δικαίωμα της είσπραξης του ποσού που αφορά. Η Ενάγουσα δεν έχει για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης καταδείξει ότι έχει οιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Ελληνικής. Είναι πρόδηλο πως οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων σε σχέση με την Ελληνική δεν ικανοποιούνται και συνεπώς κανένα ενδιάμεσο διάταγμα δεν θα μπορούσε να εκδοθεί εναντίον της. Περαιτέρω, δεν φαίνεται πως και η Τρίτη προϋπόθεση θα ικανοποιείτο εναντίον της Ελληνικής για ένα τέτοιο ποσό. Είναι γεγονός πως το δικαίωμα της είσπραξης της εγγυητικής εκχωρήθηκε από την Εναγόμενη 1 στην Ελληνική η οποία κατέστηκε η δικαιούχος. Όμως, δεν έχουν μεταβιβαστεί στην Ελληνική οι υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 ή οι δεσμεύσεις της δυνάμει της Συμφωνίας. Ούτε ήταν η πρόθεση ή η αντίληψη οποιουδήποτε πως έτσι έγινε. Εδώ υφίσταται λανθασμένη αντίληψη της Ενάγουσας όπως προκύπτει από τα επιχειρήματα που διατυπώνονται (σελ.14, 2η και 3η παράγρ.) στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της. Είναι ορθό ότι η Ελληνική δικαιούται από την εγγυητική σε ότι δικαιούτο ο εκχωρητής δηλαδή η Εναγόμενη
- Η τελευταία δικαιούτο να απαιτήσει το σύνολο του ποσού και αυτό εκχωρήθηκε στην Ελληνική. Είναι με βάση τη Συμφωνία, που δεν αγγίζει την Ελληνική, που η Εναγόμενη 1 ενδέχεται να πρέπει να αποδώσει πίσω στην Ενάγουσα κάποιο μέρος. Καθ΄ όσον αφορά την Εναγόμενη 1 θα ικανοποιούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 στην έννοια πως οι αποζημιώσεις της, εάν ήθελε φανεί πως δικαιούτο στην ακύρωση της Συμφωνίας, ενδέχετι να ήταν μικρότερες από το ποσό που εισπράχθηκε από την εγγυητική. Ακόμα, αυτή παραλείπει μέχρι σήμερα να αποσύρει την καταχώρηση της Συμφωνίας από το Κτηματολόγιο. Είναι ακόμα ορατή η πιθανότητα να διαφανεί πως η Εναγόμενη 1 δεν νομιμοποιείτο στον τερματισμό της Συμφωνίας οπόταν να μην δικαιούται σε αποζημιώσεις. Η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα που ίσως εμποδίσουν το Δικαστήριο στο στάδιο της έκδοσης των διαταγμάτων να αντιληφθεί και να κατανοήσει την ορθή διάσταση του ζητήματος. Αυτός θα ήταν αφ΄ εαυτού λόγος για ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1791). Ως προς το ζήτημα του κατ΄ επείγοντος που συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς κάποιο διάταγμα, διαπιστώνω πως οι περιστάσεις που επικαλέστηκε η Ενάγουσα ήταν αποτέλεσμα των δικών της ενεργειών και παραλείψεων. Από σχεδόν ένα χρόνο προηγουμένως γνώριζε πότε εξέπνεε η ανανεωθείσα εγγυητική και πως εφόσον αυτή δεν ανανεωνόταν υπήρχε η πιθανότητα η Εναγόμενη 1 να την απαιτήσει. Γνωρίζοντας για την εκχώρηση θα έπρεπε να ήταν βέβαια ότι η Ελληνική δεν θα απεμπολούσε την εξασφάλιση της και αναμφίβολα θα την απαιτούσε. Αφησε η Ενάγουσα τα γεγονότα να εξελιχθούν και η κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε μπορεί στην όψη και στην επιφάνεια της να έμοιαζε επείγουσα αλλά η ίδια η Ενάγουσα την είχε δημιουργήσει. Ούτε οι πραγματικότητες αναφορικά με τις εργασίες για το διαχωρισμό των οικοπέδων δικαιολογούσαν την όποια προσδοκία, που σε κάθε περίπτωση δεν επικαλέστηκε η Ενάγουσα ότι υπήρχε, ότι θα ήταν δυνατό να είχε επιτευχθεί η έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το οικόπεδο και αυτό να μεταβιβαστεί στο όνομα της Εναγόμενης 1 πριν την εκπνοή της εγγυητικής. Ούτε επικαλέστηκε η Ενάγουσα ότι εξεδήλωσε πρόθεση ή αιτήθηκε την ανανέωση της εγγυητικής και λήφθηκε εξαπίνης γιατί υπήρξε άρνηση αποδοχής της. Αντίθετα, η μόνη μαρτυρία είναι ότι η Ενάγουσα επεδίωξε απεγκλωβισμό της από την εγγυητική ζητώντας μείωση του ποσού. Καταλήγω πως ουσιαστικά δεν συνέτρεχαν επείγουσες περιστάσεις ώστε οποιοδήποτε διάταγμα να εκδιδόταν στην απουσία των Εναγομένων. Υπήρξε καθυστέρηση εκ μέρους της Ενάγουσας που δεν θα μπορούσε η ίδια να επικαλεστεί για να εξασφαλίσει μονομερώς την έκδοση των διαταγμάτων. Ως εκ των ανωτέρω τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται και παύουν να ισχύουν. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 2 που είχαν διαφορετική εκπροσώπηση και κατεχώρησαν ξεχωριστές Ειδοποιήσεις Πρόθεσης Ενστασης, θα δικαιούνται σε ξεχωριστό σετ εξόδων. (Υπ.)........................ Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο