ΝΙΚΟΣ ΒΟΣΚΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥΛΛΑ Κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2238/2012, 28/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2238/2012 ΝΙΚΟΣ ΒΟΣΚΟΥ Ενάγοντας - και - ΓΙΩΡΓΟΥΛΛΑ Κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 28/03/2014 Αίτηση Για Διαγραφή Παραγράφων Από Το Δικόγραφο Της Απάντησης Στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση του Ενάγοντα ημερομηνίας 25/11/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση: κ. Χ. Ι. Χριστούδιας Για την Εναγομένη / Αιτήρια: κ. Α. Κόνιας για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση, η Εναγομένη αιτείται την διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων από το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση του Ενάγοντα. Η Αίτηση της βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, κ. κ. 1 και 9(j)(o), Δ.19, κ. κ. 4 και 26, Δ.27, κ. κ. 1 έως 3 και Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά το χρονικό των γεγονότων που αφορούν την υπό εξέταση αίτηση, κρίνω αναγκαίο - κατά τρόπον εισαγωγικό, ώστε να γίνεται αντιληπτό το σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου ακολούθως -, να σημειωθεί ότι μετά και την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα στις 13/05/2013 και την επίδοση της στην Εναγομένη στις 20/05/2013, η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγομένης καταχωρήθηκε στις 25/06/
- Δηλαδή, εκπρόθεσμα. Η δε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του Ενάγοντα, καταχωρήθηκε στις 07/10/
- Δηλαδή, επίσης εκπρόθεσμα. Με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του, ο Ενάγοντας ήγειρε προδικαστική ένσταση σε ότι αφορά το εκπρόθεσμο της καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγομένης. Με την Αίτηση της αυτή, η Εναγομένη επιδιώκει την διαγραφή αυτής της παραγράφου «διότι είναι παράτυπη και/ή το θέμα του εκπρόθεσμου δεν μπορεί να εγερθεί προδικαστικά και/ή καθόλου, εφόσον ο Ενάγων έλαβεν νέο διάβημα με την καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση». Περαιτέρω, η Εναγομένη επιδιώκει και την διαγραφή και άλλων οκτώ παραγράφων της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του Ενάγοντα τις οποίες θεωρεί ενοχλητικές και/ή κακόβουλες. Ο Ενάγοντας καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων ένστασης στους οποίους δεν κρίνω απαραίτητο να γίνει μνεία στο παρόν στάδιο. Σ' αυτούς γίνεται αναφορά στην συνέχεια της απόφασης του Δικαστηρίου. Η ένσταση του Ενάγοντα βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.19, κ. κ. 15 και 26, Δ.48, κ. κ. 1 έως 4, 9(j)(o), 2
(1), 2
(3), 8 και 9, 9(j), Δ.19, κ. κ. 4 και 26, Δ.27, κ. κ. 1 έως 3, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, Άρθρο 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρα 31 και 32 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την Δ.19, κ. 26 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»): «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η εν λόγω πρόνοια είναι πανομοιότυπη με την πρόνοια της Δ.19, κ. 27 (O. 19, r. 27) των Αγγλικών Θεσμών που ίσχυαν πριν από το 1960, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may at any stage of the proceedings order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action, and may in any such case, if they or he shall think fit, order the costs of the application to be paid as between solicitor and client.» Από απλή ανάγνωση της Δ.19, κ. 26 των Θ. Π. Δ. προκύπτει ότι η διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε μέρους ενός δικογράφου βάσει αυτής, ανάγεται κατά κύριο λόγο στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[i]. Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Τόμος 1), αναφορικά με τους λόγους ικανοποίησης ή αντίστοιχα άρνησης αιτήματος διαγραφής βάσει της αντίστοιχης αγγλικής διάταξης της Δ.19, κ. 26 των Θ. Π. Δ., στην σελίδα 477 αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Grounds for Granting or Refusing. - "The rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary and it tends to prejudice, embarrass and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right" (Bowen, L.J Knowles v. Roberts, 38 Ch. D. p. 270) .. Not every pleading which offends against the rules will be struck out. The applicant must show that he is in some way prejudiced by the irregularity». «"Unnecessary"-. The mare fact that an opponent's pleading contains some unnecessary matter is not sufficient ground for an application under this Rule. A statement will not be struck out merely because it is unnecessary, so long as it otherwise harmless (per Chitty, J., in Rock v. Pursell, 84 L. T. J. 45 .) . It is no part of the defendant's duty to reform the plaintiff's pleading; but if wholly immaterial matter be set out in such a way that the applicant must plead to it, and so raise irrelevant issues which may involve expense, trouble, and delay, then the irrelevant matter will be struck out, as it will prejudice the fair trial of the action . Again, if the unnecessary matter contains any imputation on the opponent, or makes any charge of misconduct or bad faith against him or anyone else, it will be truck out, for it then becomes scandalous .». «"Scandalous"-. . "The sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed" (per Selborne L. C. in Christic v. Christie, L/ R. 8 Ch. P. 503 .) ." «"Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"- . Striking out is employed only in plain and obvious cases (Kemsley v. Foot and Ors., [1951] 2 K. B. 34, C. A.) . \unless it is clear on the face of the allegations that they are irrelevant, they will not be struck out on that ground». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Odger's Principles of Pleading and Practice in Civil Actions in the High Court of Justice, 16η έκδοση, στην σελίδα 154, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε σχέση με τα της τροποποίησης δικογράφου από αντίδικο, δια διαγραφής, βάσει της Δ.19, κ. 26 των Θ. Π. Δ.: «But it is not easy to obtain such an order. One party cannot dictate how the other shall plead. And remember that "nothing can be scandalous which is relevant" (Per Cotton L. J., in Fisher v. Owen
(1878), 8 Ch. D. at p. 653.» (η έμφαση είναι δική μου) Ως ανέφερε ο Bowen, L. J. στην υπόθεση Knowles v. Roberts
(1888), 88 Dh. D. στην σελίδα 270, «It seems to me that the rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But the rule is of course subject to this modification and limitation that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right». Σχετική με τα προαναφερόμενα είναι και η Δ.19, κ. 4 των Θ. Π. Δ. η οποία, σε συνδυασμό και με την επί του προκείμενου θέματος νομολογία, έχει καθορίσει τις γραμμές και παραμέτρους σύνταξης δικογράφων. Την παραθέτω αυτούσια: «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence may be, but not the evidence, by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι οι διάδικοι πρέπει να απολαμβάνουν κάθε δυνατή ελευθερία στη σύνταξη των δικογράφων αλλά χωρίς να καταχρούνται αυτό το δικαίωμα εις βάρος της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Οι σχετικές επί του προκείμενου αρχές που καθιερώθηκαν από την νομολογία σε συνάρτηση με τις σχετικές πρόνοιες των Θ. Π. Δ., εν συντομία και συνοπτικά, έχουν ωε ακολούθως: I. Tα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν μόνο ουσιώδη γεγονότα και ως τέτοια βεβαίως είναι μόνο τα σχετικά γεγονότα. Σχετική είναι η Δ.19 κ. 4 των Θ. Π. Δ. και οι αποφάσεις Knowles v. Roberts, 38 Ch.D.263, Williams and Glyns Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1984)1 CLR701. II. Η πολυλογία και η περιττολογία πρέπει να μην ενθαρρύνονται. Άρα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει και την έκταση του δικογράφου. Η Δ.19 κ. 4 των Θ. Π. Δ. επιβάλλει όπως τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν τις θέσεις σε συνοπτική μορφή. Η νομολογία έχει επίσης αντιμετωπίσει το θέμα αυτό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Hill v. Hart Davis 26 Ch. D.470, Davy v. Garret 7 Ch. D. 473, British Airways Pension Trustee Ltd v. Sir Robert Mc Alpine
(1994)72 B. L. R. 26 και η Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σοφοκλή Σαββίδη
(1997)1 Α. Α. Δ.690. III. Δεν επιτρέπεται η παράθεση μαρτυρίας. Σχετική είναι και πάλι η Δ.19 κ. 4 των Θ. Π. Δ. αλλά και η απόφαση στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών (ανωτέρω) όπως και η απόφαση Merchants&Manufacturers Insurance Co v. Davies
(1938)1 K. B.196. IV. Δεν επιτρέπεται η παράθεση ολοκλήρων εγγράφων ή εκτενών αποσπασμάτων από έγγραφα. Σχετική για το θέμα αυτό είναι η Δ.19 κ. 19 των Θ. Π. Δ. η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Wherever the contents of any document are material, it shall be sufficient in any pleading to state the effect thereof as briefly as possible, without setting out the whole or any part thereof (υπογράμμιση δική μου), unless the precise words of the document or any part thereof are material.» V. Δεν επιτρέπεται η παράθεση νομοθεσίας. VI. Δεν επιτρέπεται η επανάληψη ισχυρισμών. Με γνώμονα τα προαναφερόμενα, θα προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση για διαγραφή των παραγράφων της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Καταρχήν, ικανοποιούμαι ότι η εναγομένη / αιτήτρια προσδιορίζει με ακρίβεια, ως όφειλε, στην Αίτηση, τα μέρη του δικογράφου των οποίων εξαιτείται τη διαγραφή, καθώς επίσης και τον λόγο που αποτελεί το υπόβαθρο του αιτήματος. Σχετικό είναι το απόσπασμα στο Σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στις σελ.141 και 142 όπου, με αναφορά στην απόφαση Williamson v London and North Wester Ry
(1879)12 Ch.D.787,790 αναφέρεται ότι «The application should specify precisely what order is being sought, e.g. to strike out, or to stay or dismiss the action or to enter judgment and precisely what is being attacked and on what grounds, whether the whole pleading or indorsement or only parts thereof, and if so the alleged offending parts should be clearly specified.» Περαιτέρω, σημειώνω - και τούτο γιατί εγείρεται και ως λόγος ένστασης από πλευράς ενάγοντα / καθ' ου η αίτηση -, ότι στην προκείμενη περίπτωση, δεν ήταν αναγκαία η καταχώριση ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης της εναγομένης, καθ' ότι το κατά πόσο συντρέχει λόγος διαγραφής οποιασδήποτε παραγράφου από το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση του ενάγοντα βάσει της Δ.19, κ. 26 των Θ. Π. Δ. θα γίνει με γνώμονα - αποκλειστικά και μόνο -, το περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου. Τούτο άλλωστε συνάδει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ. κ. 1, και 9(j) των Θ. Π. Δ. Σχετική επί του προκείμενου είναι και η ακόλουθη περικοπή από την Ετήσια Πρακτική του 1958 (Τόμος 1) από την σελίδα 574: « . There has been a considerable extension in the inherent jurisdiction of the Court to protect itself from abuse (Metrop. Bank v. Pooley, 10 App. Cas. 210). The principal distinction between the inherent jurisdiction and that under this Rule, seems to be that when the Court is acting under its inherent jurisdiction, evidence by affidavit may be received to show that a pleading is an abuse of the process of the Court; whereas under this Rule the nature of the action or the defect in pleading must appear by the pleadings or particulars (Davey v. Bentinck, [1893] 1 Q.B. p. 188), and no affidavit is admissible; 'that is plain from the terms of the Rule itself" (Republic of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. p. 498; .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Διαφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα / καθ' ου η αίτηση ότι στην προκείμενη περίπτωση ήταν αναγκαία η αναφορά των γεγονότων που υποστηρίζουν την αίτηση της εναγομένης στο σώμα της αίτησης, ανεξαρτήτως δηλαδή από το εάν αυτά προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης. Το λεκτικό της Δ.48, κ. 1 των Θ. Π. Δ. είναι, - με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούνται σ' αυτήν, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα της, και έχοντας υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό που η συγκεκριμένη διάταξη αποσκοπεί, σε αντιδιαστολή με την Δ.48, κ. κ. 8 και 9 των Θ. Π. Δ. -, ότι πρόθεση κατά την θέσπιση της, ήταν η αποφυγή αχρείαστης παράθεσης γεγονότων στο σώμα της αίτησης όταν τούτα είναι εμφανή από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Προχωρώ στη συνέχεια να παραθέσω τις παραγράφους από το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση του ενάγοντα / καθ' ου η αίτηση των οποίων η εναγομένη / αιτητής εξαιτείται την διαγραφή, δίδοντας ταυτόχρονα την κρίση του Δικαστηρίου για κάθε μια απ' αυτές. Τα όσα οι δικηγόροι των διαδίκων ανέφεραν στο Δικαστήριο κατά το στάδιο των αγορεύσεων, τα έχω εξετάσει και λάβει υπόψη μου και στην συνέχεια θα αναφερθώ στις εκατέρωθεν τοποθετήσεις τους, εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο. Παράγραφος 3 (γ) - σελ. 2 Παράγραφος 3 (δ) - σελ. 3 Παράγραφος 4 (α) και (β) - σελ. 3 και 4 Παράγραφος 4 (κ) - σελ. 5 Παράγραφος 4 (λ) και (μ) - σελ. 6 Παράγραφος 5 (δ) - σελ. 7 Παράγραφος 4
(8)- σελ. 8 Οι παράγραφοι αυτοί, καταγράφουν ισχυρισμούς αναφορικά με γεγονότα που είναι σχετικά με τις θεραπείες που ο ενάγοντας / καθ' ου η αίτηση αξιώνει στην παρούσα αγωγή. Συνάδουν απόλυτα με τις ήδη δικογραφημένες θέσεις του στην έκθεση απαίτησης του και σε καμία περίπτωση δεν εισάγεται μ' αυτούς νέα βάση αγωγής, ή/και λεπτομέρειες σε ότι αφορά αυτήν. Ως εκ τούτων, οι ισχυρισμοί των εν λόγω παραγράφων αφορούν γεγονότα τα οποία θα είναι αποδεκτό να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης ώστε να αποδειχθεί η αλήθεια του περιεχομένου τους και δεν θεωρώ ορθό ή δίκαιο αυτοί να διαγραφούν. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι σε κάποια σημεία των εν λόγω παραγράφων, ο ενάγοντας / καθ' ου η αίτηση εκφεύγει λίγο από τα θεσμοθετημένα σε ότι αφορά την σύνταξη δικογράφων, με την παράθεση, σε κάποια έκταση, και μαρτυρίας, αλλά και την χρησιμοποίηση αχρείαστων, για σκοπούς δικογράφησης, εκφράσεων. Αυτή όμως η παρέκκλιση του, σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει αρνητικά την υπόθεση της εναγομένης / αιτήτριας ως έχει δικογραφηθεί με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι της φύσης και της έκτασης που καθιστά το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση του ενάγοντα / καθ' ου η αίτηση σκανδαλώδες, ενοχλητικό, ή τέτοιο που να περιπλέκει ή να μπορεί να καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Η εξουσία του Δικαστηρίου κατά την έκδοση διαταγμάτων διαγραφής πρέπει να ασκείται με μεγάλη φειδώ αφού αναμφίβολα ένα τέτοιο μέτρο είναι πολύ δραστικό. Με βάση τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα και των δύο πλευρών κρίνω ότι η αίτηση της Αιτήτριας είναι αβάσιμη και δεν μπορεί να επιτύχει σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες παραγράφους. Έτσι αναπόφευκτα, σε σχέση μ' αυτές, απορρίπτεται. Παράγραφος 1, σελ. 1 - Η προδικαστική ένσταση Σε ότι αφορά την εν λόγω προδικαστική ένσταση, η συμπερίληψη της οποίας στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του ενάγοντα / καθ' ου η αίτηση, ήγειρε και το θέμα διαγραφής της, κρίνω ότι η οποιαδήποτε συζήτηση επί του προκείμενου είναι άνευ αντικειμένου, αφού το εκπρόθεσμο της καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης / αιτήτριας μπορεί να θεραπευθεί από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.64 των Θ. Π. Δ[ii]. Και εξηγώ. Ο ενάγοντας / καθ' ου η αίτηση παραιτήθηκε από το δικαίωμα που του παρέχεται λόγω της ισχυριζόμενης παρατυπίας, κατά τρόπο, αν όχι ρητό, εξυπακουόμενα, με την καταχώριση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση του (Δέστε σχετικά τις υποθέσεις Williams and Glyn's Bank και άλλος ν. Του Πλοίου «ΜΑΡΙΑ»
(1992)1 C.L.R., Spyropoullos ν. Transavia Holland N.V. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421 και Squire v. Squire [1972] 1 All E.R. 891). Τούτο, καταδεικνύει ότι ο ενάγοντας / καθ' ου η αίτηση δεν έχει επηρεαστεί δυσμενώς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Συναφές, είναι και το ότι ο ενάγοντας / καθ' ου η αίτηση δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης / αιτήτριας δυνάμει της Δ.64, κ. 1
(2)των Θ. Π. Δ. (Ας σημειωθεί εδώ παρενθετικά, ως ένα γενικότερο σχόλιο, ότι το δικόγραφο του ενάγοντα / καθ' ου η αίτηση δια του οποίου ηγέρθηκε το θέμα το εκπρόθεσμού της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης, είναι επίσης εκπρόθεσμο). Σχετική επί του προκριμένου είναι η απόφαση στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκου ν. Κυριάκου Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010, ημερομηνίας 17/12/2013. Σ' αυτήν, ο έντιμος κ. Γ. Ερωτοκρίτου Δ. Α. Δ., αφού ανέλυσε την νομική πτυχή της Δ.64 των Θ. Π. Δ. ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Βασικά η νέα Δ.64 κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513. Στην προκειμένη περίπτωση η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση. Επομένως, είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτεται πλήρως από τη Δ.64 θ.1
(1)και
(3)και ότι η διαδικασία δεν έπρεπε να παραμεριστεί, αλλά το δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να την θεραπεύσει. Όπως υποδείξαμε και πιο πάνω, η σημασία τυχόν μη συμμόρφωσης με τη Δ.2 θ.6
(4)δεν είναι πλέον τόσο σοβαρή και ουσιώδης ώστε να μην θεωρηθεί θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, ιδιαίτερα όταν δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του Εφεσείοντος, όπως στην παρούσα περίπτωση. Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο λόγο έφεσης που αφορά στον τρόπο που το πρωτόδικο δικαστήριο επέλεξε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να θεραπεύσει την παρατυπία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα θεωρεί εσφαλμένη την έκδοση διατάγματος απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας. Ήταν η θέση του ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, αλλά θα έπρεπε να αφήσει τον Εφεσίβλητο να αποταθεί ο ίδιος στο δικαστήριο για άρση της παρανομίας. Προς υποστήριξη της θέσης του, επικαλείται τις υποθέσεις Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1Α ΑΑΔ 298, Αρέστη ν. Ερμογένους
(2010)1(Γ) ΑΑΔ
- Δεν συμφωνούμε με τις θέσεις του Εφεσείοντος. Οι υποθέσεις στις οποίες έκαμε αναφορά δεν υποστηρίζουν ένα τέτοιο άκαμπτο κανόνα. Αντίθετα στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, στην οποία έκαμε αναφορά ο δικηγόρος του Εφεσείοντος, το Εφετείο υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν στην αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union, ανωτέρω, ανέφερε τα εξής:- «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
- Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: "Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred to in Ord. 2, r. 1
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord. 2, r. 1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord. 2, r. 2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may 'make such order ... dealing with the proceedings generally as it thinks fit'. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.". .............................. (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64.» Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία» (βλ. σελ. 381 της απόφασης). Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη ν. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω δύο υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. Δεν χρειάζεται και ούτε και θα ήταν ορθό να αποφασίσουμε τελεσίδικα την εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθότι δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας έφεσης» Ως εκ των προαναφερομένων, εκδίδεται διάταγμα άρσης της προαναφερθείσας παρατυπίας σε ότι αφορά το εκπρόθεσμο της καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης. Σχετικό διάταγμα εκδίδεται και σε ότι αφορά το εκπρόθεσμο της καταχώρισης της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση του ενάγοντα. Εν όψει της προαναφερθείσας κατάληξης του Δικαστηρίου, εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της 1ης παραγράφου (δεν φέρει την σχετική αρίθμηση) στην σελίδα 1 της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση του ενάγοντα. Δεν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις είναι απαραίτητη η καταχώρισης τροποποιημένου, λόγω της προαναφερθείσας διαγραφής, δικογράφου της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση του ενάγοντα. Απλά η εν λόγω παράγραφος, κατά την ακροαματική διαδικασία, θα αγνοηθεί. Ως προς το θέμα των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αίτηση της εναγομένης έχει επιτύχει μερικώς, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται, κατά το 1/3 αυτών, υπέρ της εναγομένης / αιτήτριας και εναντίον του ενάγοντα / καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε στο Σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στην σελίδα 138, όπου παρατίθεται από τους συγγραφείς η άποψη ότι οι πρόνοιες των Αγγλικών Διατάξεων Ο.25 r.4. (Δ.27, κ.3 των Θ. Π. Δ.) και O.19, r.27 (Δ.19, κ.26 των Θ. Π. Δ.), αποτελούν προέκταση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. [ii] H Διαταγή 64 των Θ. Π. Δ., προνοεί τα ακόλουθα: «1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο