A.P. INDIVIDUAL QUALITY USED CARS LIMITED ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΟΣ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 262/2014, 31/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A110 Αρ. Αγωγής: 262/2014 Μεταξύ: A.P. INDIVIDUAL QUALITY USED CARS LIMITED Εναγόντων και
- ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΟΣ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
- LEASEPLAN UK LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 2.5.2013 για αναστολή εκτέλεσης Εντάλματος Εκτέλεσης Κινητών 31 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κος Καμπούρης για Kampouri & Gialeli LLC Για Εναγόμενους 2/Καθ' ων η Αίτηση: κα Λοΐζου για Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή. Στις 2.5.2013 οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση μονομερή αίτηση (στο εξής η «Αίτηση») με την οποία ζητούσαν: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναστέλλει την εκτέλεση του Εντάλματος Εκτέλεσης κινητών αρ. (sherif no.) 730/2013 (writ of execution by sale of movable property) το οποίο εκδόθηκε εναντίον [των Εναγόντων] στις 13/02/2013 με αρ. 068109, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση μέχρι της τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της Αγωγής με αριθμό 5673/
- Β. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Γ. Έξοδα της παρούσας Αιτήσεως.» Η Αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60)άρθρα 31, 43, και 47, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.7 και 11, Δ.44 Θ11, Δ.48 Θ.1-4 και 8
(1)(ee), στις αρχές τις επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ιδίας ημερομηνίας του Φάνου Χρίστου ο οποίος είναι διευθυντής των Εναγόντων. Στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι στις 12.12.2012, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος με έξοδα εναντίον των Εναγόντων. Η αίτηση απορρίφθηκε διότι το Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του εκείνη ότι στερείτο κατά τόπο αρμοδιότητας να εκδικάσει την αγωγή (η οποία είχε αρχικά καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας). Ο ενόρκως δηλών συνεχίζει αναφέροντας ότι στις 22.12.2012 οι Ενάγοντες καταχώρησαν έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου. Λίγες ημέρες πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, όπως λέει, επικοινώνησε μαζί του δικαστικός επιδότης ο οποίος του ανέφερε ότι είχε εκδοθεί ένταλμα εκτέλεσης κινητών αναφορικά με τα έξοδα της προαναφερόμενης αίτησης. Συνεχίζει λέγοντας ότι οι Ενάγοντες έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας τόσο στην αγωγή όσο και στην έφεση και ότι σε περίπτωση που πληρωθούν τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον τους με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, θα δημιουργηθούν «αντίδικες συνέπειες». Για του λόγους αυτούς, καταλήγει, ζητά την ακύρωση του εντάλματος ενώ, συνεχίζει, συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής του. Εάν το ένταλμα δεν ανασταλεί οι συνέπειες για τους Ενάγοντες θα είναι άμεσες και καταστρεπτικές ενώ αν ανασταλεί η εκτέλεση του δεν θα επηρεαστούν με οποιοδήποτε τρόπο τα συμφέροντα ή δικαιώματα των Εναγομένων 2 αφού θα διατηρήσουν το δικαίωμα να ανακτήσουν τα έξοδα αυτά στο τέλος της αγωγής εάν αυτή απορριφθεί. Στις 7.5.2013, το Δικαστήριο επιλήφθηκε της Αίτησης και εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς ορίζοντας το επιστρεπτέο στις 14.5.
- Οι Εναγόμενοι 2 καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση του διατάγματος και οι λόγοι τους οποίους προβάλλουν για την ένσταση τους συνοψίζονται ως εξής: (α) Το αντικείμενο της Αίτησης αφορά θέμα που άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο την έχει ήδη ασκήσει με την αρχική του ενδιάμεση απόφαση και επομένως η παρούσα Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. (β) Δεν αποκαλύπτονται επαρκείς λόγοι ούτε συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που να καθιστούσαν αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (γ) Δεν συντρέχει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση γιατί η έφεση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες κατά της ενδιάμεσης απόφαση του Δικαστηρίου είναι προδήλως αβάσιμη. (δ) Οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποτάθηκαν μονομερώς για εξασφάλιση του επίδικου διατάγματος, ιδιαίτερα ότι δήλωσαν ψευδή και/ή λανθασμένη διεύθυνση επί της οποίας βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο τους και ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε μετά που έλαβαν γνώση από τον επιδότη για την έκδοση του εντάλματος. (ε) Το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν είναι υπέρ των Εναγόντων δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι 2 είναι έτοιμοι να δώσουν έγγραφη δέσμευση επιστροφής των δικηγορικών εξόδων σε περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσης. (στ) Η Αίτηση στερείται πραγματικής και νομικής βάσης και/ή η νομικής της βάση είναι λανθασμένη. (ζ) Ο πραγματικός λόγος καταχώρησης της Αίτησης είναι η αδυναμία των Εναγόντων να καταβάλλουν τα έξοδα τα οποία επιδικάστηκαν εναντίον τους, ενώ οι Εναγόμενοι 2 δεν πρέπει να αποστερηθούν τον καρπό της επιτυχίας τους. (η) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και το αιτούμενο διάταγμα έχει ζητηθεί με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Δέσποινας Τταουξιή η οποία είναι δικηγόρος και εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων
- Η ενόρκως δηλούσα ξεκινά επεξηγώντας επαρκώς, κατά την άποψη μου, τον λόγο για τον οποίο προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση αντί εκπρόσωπος των Εναγομένων
- Συνεχίζει αναφέροντας ότι μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, οι Εναγόμενοι 2 ετοίμασαν και καταχώρησαν κατάλογο εξόδων και συνακόλουθα τα έξοδα υπολογίστηκα και εγκρίθηκαν στο ποσό των €1.417 πλέον ΦΠΑ, πλέον €12,50 πραγματικά έξοδα. Συνεχίζει λέγοντας ότι εξαιτίας της μη πληρωμής των εξόδων αυτών, οι Εναγόμενοι 2 καταχώρησαν ένταλμα εκποίησης κινητών στις 13.2.2013 και οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση 3 περίπου μήνες αργότερα. Επί των λόγων ένστασης των Εναγόμενων 2, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι το θέμα των εξόδων ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στην παρούσα περίπτωση, παρά το ότι το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να διατάξει όπως τα έξοδα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής, δεν το έκανε. Συνεπώς με την παρούσα Αίτησης, οι Ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει προγενέστερη διαταγή του πράγμα που, κατά την θέση της, συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Προσθέτει ότι δεν έχουν καταδειχτεί ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος και ούτε έχουν αποκαλυφθεί από τους Ενάγοντες επαρκείς λόγοι για τους οποίους πιστεύουν ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας στην έφεση τους. Επαναλαμβάνει ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο τα στοιχεία στα οποία έχω ήδη αναφερθεί και αναφέρει ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αιτιολογήσει το κατ' επείγον της Αίτησης για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τέλος, περιλαμβάνει στην ένορκη της δήλωση και αναφορά στους υπόλοιπου λόγους ένστασης των Εναγομένων 2 τους οποίους αναπτύσσει και υποστηρίζει. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς υιοθέτησαν το περιεχόμενο γραπτών αγορεύσεων όπου ανέπτυξαν τα γεγονότα και την επιχειρηματολογία τους με εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία. Ανάλυση. Η αναστολή εκτέλεσης απόφασης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την καθοδήγηση από τη νομολογία η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει να ασκείται με φειδώ, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις[1]. Η δε διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστέλλει την εκτέλεση απόφασης εκκρεμούσης έφεσης εδράζεται στη Δ.35 Θ18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην αγόρευση του, ο συνήγορος των Εναγόντων αναφέρει ως δικαιοδοτική βάση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, τη Δ.35 Θ.
- Πρέπει όμως να σημειώσω ότι η διάταξη αυτή δεν αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση Αίτησης. Με αυτό το δεδομένο, προχωρώ να εξετάσω τις διατάξεις εκείνες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που περιλαμβάνονται στην νομική βάση της Αίτησης και, ειδικότερα, κατά πόσο οι διατάξεις αυτές παρέχουν τη δυνατότητα ικανοποίησης του αιτήματος των Εναγόντων. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Ενάγοντες δεν επιζητούν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου αναφορικά με την επιδίκαση των εξόδων υπέρ των Εναγόμενων 2 και εναντίον τους. Αυτό το οποίο επιζητούν οι Ενάγοντες είναι η αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος εκτέλεσης κινητών το οποίο εκδόθηκε για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης αυτής. Έρχομαι επομένως στη Δ.40 Θ.7 η οποία προνοεί ότι: «Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (a) If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (b) The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» Η Δ.40 Θ.7 αφορά και ρυθμίζει τη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης αποφάσεων για συγκεκριμένο ποσό ή για έξοδα[2]. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στο Δικαστήριο, διακριτική εξουσία να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης και μάλιστα για χρονικό διάστημα που ήθελε κρίνει σωστό[3]. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή[4]. Στην Anderson & Coltman Ltd v Sonco Canning Ltd
(1982)2 JSC 325 καθορίστηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.40 Θ.11 προσεγγίζονται με την εφαρμογή, κατ' αναλογία, των αρχών που διέπουν την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, δηλαδή στη βάση της Δ.35 Θ.18. Οι αρχές αυτές συνοψίσθηκαν στην Χαραλάμπους ν A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1978 ως ακολούθως: «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης». Η προσέγγιση αυτή ακολουθούσε προγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος[5]. Επομένως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση δύο αρχές. Ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε και ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του δηλ. η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα[6]. Έχει επίσης διασαφηνιστεί ότι η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης[7]. Εξετάζοντας τα όσα οι Ενάγοντες περιλαμβάνουν στην Αίτηση τους και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, διαπιστώνω ότι επικεντρώνονται ουσιαστικά στην παράθεση των γεγονότων που προηγήθηκαν και ακολούθησαν της επίδικης διαταγής του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις ικανές να αποτελέσουν έρεισμα για την διατήρηση του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης του εντάλματος που εκδόθηκε μονομερώς. Η αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ότι η πληρωμή των εξόδων της ενδιάμεσης διαδικασίας πριν την τελική εκδίκαση της αγωγής θα ήταν καταστροφική για αυτούς, δεν επαρκεί αφού δεν εξειδικεύουν με ποιο τρόπο θα ήταν καταστροφική και γιατί. Στρέφομαι τώρα στις πρόνοιες της Δ.40 Θ.11 που προνοεί ότι: «Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just.» Θεωρώ ότι η Δ.40 Θ.11 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Η διάταξη αυτή αφορά περιπτώσεις όπου αναστολή εκτέλεσης απόφασης ή διαταγής μπορεί να ζητηθεί «upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded», δηλαδή γεγονότα που προέκυψαν καθυστερημένα και δεν μπορούσαν να περιληφθούν στα δικόγραφα[8]. Επιπρόσθετα, η διάταξη αυτή δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλη από εκείνη που αποτελεί το αντικείμενο έφεσης[9]. Το ένταλμα εκτέλεσης κινητών δεν αποτελεί αντικείμενο της έφεση που έχει καταχωρηθεί και εκκρεμεί στην παρούσα περίπτωση. Σημειώνω δε την δεδηλωμένη θέση των Εναγομένων 2 ότι είναι έτοιμοι να δεσμευτούν εγγράφως ότι σε περίπτωση που η έφεση επιτύχει θα επιστρέψουν το ποσό των εξόδων το οποίο θα τους πληρωθεί. Επομένως, η Δ.40 Θ.11 δεν μπορεί να αποτελέσει τη δικαιοδοτική βάση για διεκδίκηση του αιτούμενου διατάγματος. Πρέπει δε να αναφέρω ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.8
(1), η μόνη διάταξη των Θεσμών που περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης και παρέχει το δικαίωμα στους Ενάγοντες να προσφύγουν στο Δικαστήριο μονομερώς, είναι η Δ.40 Θ.11, η οποία όμως - όπως έχω διαπιστώσει πιο πάνω - δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση αυτή. Στη βάση αυτής της διαπίστωσης, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνταν να καταχωρήσουν την υπό κρίση Αίτηση μονομερώς και, συνακόλουθα, δεν δικαιούνταν στην έκδοση του επίδικου διατάγματος χωρίς προηγουμένως να ειδοποιηθεί και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί η άλλη πλευρά. Επιπρόσθετα, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προγενέστερη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα, άσκησε την διακριτική του ευχέρεια και αποφάσισε όπως η πληρωμή των εξόδων είναι άμεση. Με αυτό το δεδομένο, κρίνω ότι δεν θα ήταν σωστό να επέμβω ανατρέποντας διαταγή σε σχέση με την οποία το Δικαστήριο, με διαφορετική σύνθεση, έχει ήδη ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Κατάληξη. Για τους πιο πάνω λόγους η ένσταση των Εναγομένων 2 επιτυγχάνει και το διάταγμα ημερομηνίας 7.5.2013 το οποίο εκδόθηκε μονομερώς παραμερίζεται και ακυρώνεται. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, δεν συντρέχουν λόγοι παρέκκλισης από τον συνήθη κανόνα και αυτά επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές οι Νεοφύτου ν Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ.592, The Governor and the Company of the Bank of Scotland v S.S. Sapphire Seas
(2001)1 A.A.Δ. 955 [2] Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου (Αρ. 1)
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1868, Barberi v. Papadopoulou [1982] J.S.C. 308 και Thorn Domestic Appliances (Export) Ltd v. Alpan (Takis Bros) Ltd [1983] 2 J.S.C. 544 [3] Αναφορικά με την αίτηση των American Express (Europe) Ltd
(1989)1E Α.Α.Δ. 228 [4] Πατσαλοσαββής ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1989)1E Α.Α.Δ 45 [5] Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 [6] Mavrochanna and another v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760, E.U.R.I.K and Others v. Kotsonis
(1986)1 C.L.R. 617, BP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 και Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1Α Α.Α.Δ 513 [7] Χ''Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 Α.Α.Δ. 172 [8] Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου (Αρ. 1)
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1868 [9] Stavrou and Another v. Christopoulos
(1985)1 C.L.R. 449 και Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο