ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ LEONID-IVANOV SPIRIEV, Αίτηση Αρ.: 49/2014, 5/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Αρ.: 49/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (ΝΟΜΟΣ 165(Ι)/2002) -και- ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ LEONID-IVANOV SPIRIEV ------------------- Ημερομηνία: 05/03/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Αιτητής Παρών. κ. Λ. Ουστά (κα.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τη Δημοκρατία. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Μετά την προσκόμιση του εκζητούμενου Leonid-Ivanov Spiriev ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης για Εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης υπ' αριθμό 2/14 και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για την ταυτότητα του, κατά το στάδιο που το Δικαστήριο τον ενημέρωνε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος και των δικαιωμάτων του βάσει του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Νόμος 133(I)/2004, ο εκζητούμενος δεν παραιτήθηκε του δικαιώματος του για νομική εκπροσώπηση, αλλά ανέφερε ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ούτως ώστε να μπορεί να διορίσει ο ίδιος δικηγόρο. Λόγω αυτής της τοποθέτησης του, το Δικαστήριο διέκοψε την συνεδρίαση του και προγραμμάτισε την υπόθεση κατά τρόπον ούτως ώστε ο εκζητούμενος να μπορέσει στο μεταξύ να υποβάλει γραπτώς αίτημα για νομική αρωγή, δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες όπως το Γραφείο Ευημερίας ετοιμάσει σχετική, αναφορικά μ' αυτόν, κοινωνικοοικονομική έκθεση. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στις 18/02/2014 και έχει ως νομικό υπόβαθρο της τον Περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Νόμος 165(Ι)/
- Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, αφού ετοιμάστηκε η εν λόγω έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, καταχώρησε ένσταση στο αίτημα του εκζητούμενου για νομική αρωγή και η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Το δικαίωμα σε νομική αρωγή κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.3(δ) του Συντάγματος[i], τα Άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[ii] και το Άρθρο 6 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών[iii]. Το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος προνοεί ότι: «Έκαστος έχει το δικαίωμα: .................................... (δ) να έχη συνήγορον της ιδίας αυτού εκλογής και να έχη δωρεάν νομικήν αρωγήν, οσάκις το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτή τούτο και όπως ο νόμος ορίζει, (ε) να έχει δωρεάν συμπαράστασιν διερμηνέως, εφ' όσον δεν δύναται να κατανοή ή ομιλή την εν τω δικαστηρίω χρησιμοποιουμένην γλώσσαν». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ο Νόμος που έχει θεσπιστεί και ορίζει τα του δικαιώματος για νομική αρωγή βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 30.3 του Συντάγματος, είναι ο Περί Νομικής Αρωγής Νόμος του 2002 (Νόμος 165(I)/2002). Σύμφωνα μ' αυτόν, δωρεάν νομική αρωγή παρέχεται, μόνο στις περιπτώσεις των διαδικασιών που εξειδικεύονται στα Άρθρα 4, 5, 6, 6Α, 6Β και 6Γ αυτού και στην έκταση και υπό τους όρους που καθορίζονται σ' αυτόν[iv]. Η υπό κρίση Αίτηση για παροχή νομικής αρωγής, έχει υποβληθεί προς τον σκοπό άσκησης του δικαιώματος του εκζητούμενου να ορίσει δικηγόρο για να ασκήσει τα δικαιώματα του στην προαναφερθείσα Αίτηση για Εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εκζητούμενου προσώπου που έχει εκδοθεί σε σχέση μ' αυτόν από τις Ιταλικές αρχές, καθότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ώστε να μπορεί ο ίδιος να διορίσει δικηγόρο για την εκπροσώπηση του, εκπροσώπηση την οποία επιθυμεί να έχει για σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας. Το αίτημα έχει προσκρούσει στην ένσταση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία εισηγήθηκε ότι η προκείμενη περίπτωση, αφορά διαδικασία που δεν καλύπτεται από τον Νόμο 165(I)/2002 και ως εκ τούτου, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του ώστε να δικαιούται ο Καθ' ου η Αίτηση εκζητούμενος σε δωρεάν νομική αρωγή. Η βάση της εισήγησης της αυτής εδράζεται στο γεγονός ότι η παρούσα διαδικασία, δεν είναι, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[v], ποινική διαδικασία, ώστε να εμπίπτει στις πρόνοιες του Άρθρου 4 του Νόμου165(I)/2002[vi], ούτε και είναι, ως διαφαίνεται από τα ιδιαίτερα της γεγονότα και περιστάσεις, διαδικασία που εμπίπτει στις πρόνοιες οποιουδήποτε από τα Άρθρα 5, 6, 6Α, 6Β και 6Γ του Νόμου165(I)/
- Η εισήγηση αυτή της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα είναι ορθή. Η παρούσα Αίτηση αφορά διαδικασία η οποία δεν έχει ως αντικείμενο της την τιμωρία ατόμου για αδίκημα που προκύπτει από παράβαση νόμου και ως εκ τούτου, συνιστά, εξ ορισμού, πολιτική διαδικασία. Σχετικά επί του προκείμενου είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361[vii]: «Ο όρος "πολιτική διαδικασία", στο πλαίσιο του Ν. 14/60, περιλαμβάνει κάθε διαδικασία άλλη από ποινική. Ο όρος "ποινική διαδικασία" περιλαμβάνει κάθε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, η οποία έχει ως αντικείμενο την τιμωρία ατόμου για αδίκημα που προκύπτει από παράβαση νόμου. Ανάλογος είναι ουσιαστικά ο προσδιορισμός της πολιτικής και ποινικής διαδικασίας που προβλέπεται αντίστοιχα στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.
- Προκύπτει από τον ορισμό των αντίστοιχων όρων στο Ν. 14/60ότι κάθε διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου άλλη από ποινική συνιστά εξ ορισμού πολιτική διαδικασία. Η διάκριση η οποία γίνεται μεταξύ ποινικής και πολιτικής διαδικασίας και η διαίρεση των διαδικασιών των πρωτοδίκων δικαστηρίων σε ποινικές και πολιτικές αντανακλά την πατροπαράδοτη διάκριση του Αγγλικού δικαίου μεταξύ ποινικής και πολιτικής διαδικασίας και των δικαιοδοσιών των πρωτόδικων δικαστηρίων, αστικών και ποινικών, στις οποίες ανάγονται. Η διαίρεση του συνόλου της δικαιοδοσίας των πρωτοδίκων δικαστηρίων της Αγγλίας σε αστική και ποινική τονίστηκε στη Re Norway's Applications (Nos 1 and 2) [1989] 1 All E.R. 745 (H.L.). Η διαίρεση αυτή αντανακλάται και στις αντίστοιχες διαδικασίες, ποινική και πολιτική». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ορθή, διαπιστώνω, είναι και η εισήγηση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα ότι η παρούσα διαδικασία δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις διαδικασιών που εξειδικεύονται στα Άρθρα 4, 5, 6, 6Α, 6Β και 6Γ του Νόμου 165(I)/
- Το λεκτικό των εν λόγω διατάξεων του Νόμου 165(I)/2002 είναι σαφές και το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούνται σ' αυτές, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα τους, έχοντας υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του συγκεκριμένου νομοθετήματος[viii], δεν μπορεί να καταλήξει σε αντίθετο συμπέρασμα. Κατά συνέπεια, ο Νόμος 165(I)/2002 που αποτελεί το εθνικό μας δίκαιο σε ότι αφορά το ευεργέτημα της νομικής αρωγής, ως έχει, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε περίπτωση εκζητούμενου προσώπου. Ως εκ τούτου, αυτό το οποίο πρέπει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο βάσει της Απόφασης - Πλαίσιο του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (2002/584/ΔΕΥ) (Επίσημη Εφημερίδα αριθμός L 190 σελίδες 0001 - 0020 της 18/07/2002) (στο εξής καλούμενη «η Απόφαση - Πλαίσιο») και του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμος του 2004, Νόμος 133(I)/2004 που θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την εν λόγω Απόφαση - Πλαίσιο, ο Καθ' ου η Αίτηση εκζητούμενος, παρά την προαναφερθείσα διαπίστωση σε ότι αφορά τα της μη εφαρμογής των προνοιών του Νόμου 165(I)/2002 στην προκείμενη περίπτωση, δικαιούται, ή όχι, να του παρασχεθεί, νομική αρωγή. Ερμηνεύοντας τις πρόνοιες των Άρθρων 17 και 20 του Νόμου 133(I)/2004[ix] με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούνται σ' αυτές, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα τους, έχοντας υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του Νόμου 133(I)/2004, είναι κατά την άποψη μου προφανές ότι, κατά την θέσπιση του Νόμου 133(I)/2004, πρόθεση του νομοθέτη ήταν να υπάρχει ευχέρεια, ώστε στις κατάλληλες περιπτώσεις να μπορεί, μετά από σχετικό αίτημα, να παρέχεται από το Δικαστήριο δωρεάν νομική αρωγή σε πρόσωπα που εναντίον τους έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ώστε αυτά να μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά τα δικαιώματα τους στο Δικαστήριο δυνάμει της Απόφασης - Πλαισίου ή/και του Νόμου 133(I)/
- Η αναφορά στο Άρθρο 20 του Νόμου 133(Ι)/2004 ότι «. Το πρόσωπο αυτό δικαιούται να παραστεί με συνήγορο και διερμηνέα της επιλογής του ή, αν δεν έχει, να ζητήσει να διοριστεί συνήγορος από τον αρμόδιο Δικαστή» δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας, αφού, με δεδομένο το δικαίωμα του συλληφθέντος να προσφύγει σε υπηρεσίες δικηγόρου, η μοναδική περίπτωση που στην κυπριακή έννομη τάξη ένα πρόσωπο δεν ορίζει το ίδιο δικηγόρο για σκοπούς νομικής εκπροσώπησης του και τούτο γίνεται από το Δικαστήριο ή εν πάση περιπτώσει, μέσω του Δικαστηρίου, είναι όταν το πρόσωπο αυτό δεν έχει την οικονομική ευχέρεια για να το πράξει και εξαιτείται από το Δικαστήριο την παροχή νομικής αρωγής. Σε κάθε περίπτωση, αυτή φαίνεται να ήταν και η πρόθεση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν θέσπιζε την Απόφαση - Πλαίσιο. Να υπάρχει δηλαδή η ευχέρεια παροχής δωρεάν νομικής αρωγής σε εκζητούμενο - βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης - πρόσωπο, αφού κάτι τέτοιο συνάδει τόσο με το Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[x], όσο και με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών[xi] στην βάση των οποίων η Απόφαση - Πλαίσιο έχει ληφθεί. Τούτο κατέστη πιο ξεκάθαρο με την Οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2013 σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας, με την οποία προνοείται ότι τα κράτη μέλη πρέπει «να εξασφαλίζουν» ότι ο εκζητούμενος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης μετά τη σύλληψη του βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης[xii]. Παρά το γεγονός ότι το Άρθρο 11 της εν λόγω Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, αναφέρει ότι, αναφορικά με το ευεργέτημα της νομικής αρωγής, σκοπός της δεν είναι να θίξει το δίκαιο των κρατών μελών σε εθνικό επίπεδο, εντούτοις καθίσταται σαφές ότι πρόνοια για την ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος πρέπει να υπάρχει στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών σε ότι αφορά τις διαδικασίες εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Στο προοίμιο της εν λόγω Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, αναφέρονται τα εξής σχετικά που δείχνουν το πνεύμα μέσα από το οποίο αυτή πηγάζει και το οποίο πρέπει να εφαρμόζεται, ακόμη και αν η εν λόγω Οδηγία έχει προθεσμία μεταφοράς της στο εθνικό μας δίκαιο την 27ην Νοεμβρίου του 2016: «Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης), το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ) διασφαλίζουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Το άρθρο 48 παράγραφος 2 του Χάρτη διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης. ..........................................
(12)Η παρούσα οδηγία θέτει τους ελάχιστους κανόνες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και της διαδικασίας για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών
(5)(διαδικασία ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης) και το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας. Με τον τρόπο αυτό, η οδηγία προωθεί την εφαρμογή του Χάρτη και ιδίως των άρθρων 4, 6, 7, 47 και 48 αυτού, βάσει των άρθρων 3, 5, 6 και 8 της ΕΣΔΑ, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο, στη νομολογία του, θέτει παγίως κανόνες για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο. Αυτή η νομολογία προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ο δίκαιος χαρακτήρας μιας διαδικασίας απαιτεί να μπορεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος να αποκτά το πλήρες φάσμα των υπηρεσιών που συνδέονται ειδικότερα με το δικαίωμα για νομική συνδρομή. Στο σημείο αυτό, οι δικηγόροι υπόπτων ή κατηγορουμένων θα πρέπει να μπορούν να εξασφαλίζουν χωρίς περιορισμό τις θεμελιώδεις πτυχές της υπεράσπισης. ..........................................
(45)Τα κράτη μέλη εκτέλεσης θα πρέπει να καθορίζουν τις απαραίτητες ρυθμίσεις για να διασφαλίζουν ότι οι εκζητούμενοι μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμά τους πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης, μεταξύ άλλων ρυθμίζοντας τη συνδρομή δικηγόρου όταν οι εκζητούμενοι δεν έχουν, εκτός αν παραιτήθηκαν από το εν λόγω δικαίωμα. Οι ρυθμίσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως των ρυθμίσεων για το ευεργέτημα της πενίας, διέπονται από το εθνικό δίκαιο. Μπορούν να προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι οι αρμόδιες αρχές κανονίζουν τη συνδρομή δικηγόρου βάσει καταλόγου διαθέσιμων δικηγόρων από τον οποίον μπορούν να επιλέξουν οι εκζητούμενοι. ..........................................
(48)Εν αναμονή ενωσιακής νομοθετικής πράξης περί του ευεργετήματος της πενίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν το εθνικό τους δίκαιο περί του ευεργετήματος της πενίας, το οποίο θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. ..........................................
(51)Το καθήκον μέριμνας για υπόπτους ή κατηγορουμένους που βρίσκονται ενδεχομένως σε θέση αδυναμίας ενισχύει τη χρηστή απονομή δικαιοσύνης. Συνεπώς, οι εισαγγελικές αρχές, οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές θα πρέπει να διευκολύνουν τα πρόσωπα αυτά να ασκούν αποτελεσματικά τα δικαιώματα που προβλέπει η παρούσα οδηγία, λαμβάνοντας υπόψη, για παράδειγμα, τυχόν ενδεχόμενη αδυναμία που επηρεάζει την ικανότητά τους να ασκήσουν το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο και να ενημερώνουν ένα τρίτο πρόσωπο σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας τους και λαμβάνοντας κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της τήρησης των συγκεκριμένων δικαιωμάτων». Ως εκ των ανωτέρω, είναι η κατάληξη μου ότι ο Νόμος 133(Ι)/2004 αποτελεί ειδικό Νόμο που παρέχει το δικαίωμα σε συλληφθέντα εκζητούμενο πρόσωπο να αιτηθεί δωρεάν νομικής αρωγής, στην βάση της ακολουθητέας διαδικασίας που προνοείται στο Άρθρο 7 του Νόμου 165(Ι)/2002 και στον σχετικό, εκδοθέντα βάσει αυτού, διαδικαστικό κανονισμό. Έχοντας συνεπώς ως κατάληξη ότι το δικαίωμα νομικής αρωγής εμπεριέχεται στον Νόμο 133(Ι)/2004, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ο εκζητούμενος δικαιούται του ευεργετήματος της νομικής αρωγής. Εξετάζοντας την κοινωνικοοικονομική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και λαμβάνοντας υπόψη και την τοποθέτηση του ιδίου του Αιτητή στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις το αίτημα του για νομική αρωγή δεν είναι δικαιολογημένο. Ο Αιτητής, όπως προκύπτει από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, τα τελευταία τρία χρόνια που αυτός βρίσκεται στην Κύπρο είχε εισόδημα από διάφορες εργασίες που αυτός είχε κατά καιρούς. Μάλιστα, ως ανέφερε και ο ίδιος στο Δικαστήριο, από το εισόδημα του αυτό περίσσευε μηνιαίως και κάποιο σεβαστό ποσό, περίπου το ¼ του μισθού του, το οποίο απέστελλε στην οικογένεια του στην Βουλγαρία. Δεν θεωρώ ότι ένα πρόσωπο που εργάστηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία για τρία και πλέον χρόνια και το οποίο πληρωνόταν κανονικά και απέστελλε στην πατρίδα του, μέρος των εισοδημάτων του, είναι δίκαιο όταν του προκύψει κάποιο νομικό πρόβλημα, να ζητά από την Κυπριακή Δημοκρατία νομική αρωγή γιατί αυτός απέστελλε τα τελευταία χρόνια το οποιοδήποτε περίσσευμα από το εισόδημα του στο εξωτερικό και στην Κύπρο δεν έχει αρκετά χρήματα για να πληρώσει το δικηγόρο του. Συναφώς δεν μπορώ να παραγνωρίσω τη δραματική οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Αιτητής έχει κάθε δικαίωμα να διορίσει δικηγόρο της επιλογής του, αλλά με δικά του χρήματα. Καταλήγω σ' αυτή την απόφαση, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η σύζυγος του Αιτητή έχει την δική της επιχείρηση κομμωτηρίου στην Βουλγαρία από την οποία έχει σχετικό εισόδημα, όπως επίσης σχετικό εισόδημα από εργασία φαίνεται να έχει και ο ενήλικος υιός του, οι οποίοι, από τα όσα ετέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να εξαρτώνται απ' αυτόν. Τουναντίον, αυτοί φαίνεται ότι θα μπορούσαν να συνδράμουν στην οικονομική υποστήριξη του ώστε να μπορεί να πληρώσει το δικηγόρο του. Το γεγονός ότι ο Αιτητής είναι ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Βουλγαρία και το ότι αυτός δεν έχει οποιαδήποτε χρέη ή άλλες οικονομικές υποχρεώσεις, σε συνάρτηση και με τα προαναφερόμενα, δεν τον κατατάσσουν στην κατηγορία των προσώπων που πρέπει να τυγχάνουν του ευεργετήματος της νομικής αρωγής. Ως εκ τούτου η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων της διαδικασίας εκδίκασης της Αίτησης, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δεν πρέπει να επιδικαστούν έξοδα. Τα έξοδα της μεταφράστριας να καλυφθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) _______________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] 'Άρθρο 30.3 του Συντάγματος: «Έκαστος έχει το δικαίωμα: (α) να πληροφορηθή τους λόγους, δι' ους καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου, (β) να προβάλη τους ισχυρισμούς αυτού ενώπιον του δικαστηρίου και να έχη χρόνον επαρκή διά την προπαρασκευήν τούτων, (γ) να προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να εξετάζη μάρτυρας συμφώνως τω νόμω, (δ) να έχη συνήγορον της ιδίας αυτού εκλογής και να έχη δωρεάν νομικήν αρωγήν, οσάκις το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτή τούτο και όπως ο νόμος ορίζει, (ε) να έχει δωρεάν συμπαράστασιν διερμηνέως, εφ' όσον δεν δύναται να κατανοή ή ομιλή την εν τω δικαστηρίω χρησιμοποιουμένην γλώσσαν». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Charter of Fundamental Rights of the European Union (2000/C 364/01): «Article 47 Right to an effective remedy and to a fair trial Everyone whose rights and freedoms guaranteed by the law of the Union are violated has the right to an effective remedy before a tribunal in compliance with the conditions laid down in this Article. Everyone is entitled to a fair and public hearing within a reasonable time by an independent and impartial tribunal previously established by law. Everyone shall have the possibility of being advised, defended and represented. Legal aid shall be made available to those who lack sufficient resources in so far as such aid is necessary to ensure effective access to justice. Article 48 Presumption of innocence and right of defence 1. Everyone who has been charged shall be presumed innocent until proved guilty according to law. 2. Respect for the rights of the defence of anyone who has been charged shall be guaranteed». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iii] Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms, Rome, 4.XI.1950: «Article 6 Right to a fair trial 1. In the determination of his civil rights and obligations or of any criminal charge against him, everyone is entitled to a fair and public hearing within a reasonable time by an independent and impartial tribunal established by law. Judgment shall be pronounced publicly but the press and public may be excluded from all or part of the trial in the interests of morals, public order or national security in a democratic society, where the interests of juveniles or the protection of the private life of the parties so require, or to the extent strictly necessary in the opinion of the court in special circumstances where publicity would prejudice the interests of justice. 2. Everyone charged with a criminal offence shall be presumed innocent until proved guilty according to law. 3. Everyone charged with a criminal offence has the following minimum rights: (a) to be informed promptly, in a language which he understands and in detail, of the nature and cause of the accusation against him; (b) to have adequate time and facilities for the preparation of his defence; (c) to defend himself in person or through legal assistance of his own choosing or, if he has not sufficient means to pay for legal assistance, to be given it free when the interests of justice so require; (d) to examine or have examined witnesses against him and to obtain the attendance and examination of witnesses on his behalf under the same conditions as witnesses against him; (e) to have the free assistance of an interpreter if he cannot understand or speak the language used in court». [iv] Άρθρο 3 του Νόμου165(I)/2002: «Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή στις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 4, 5, 6, 6Α, 6Β και 6Γ στην έκταση και υπό τους όρους που διαλαμβάνονται στον παρόντα Νόμο». [v] Στην υπόθεση Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519 εξηγήθηκε ότι η διαδικασία εκζητούμενου προσώπου δεν αποτελεί ποινική δίκη και ότι πρόκειται για μία sui generis διαδικασία. Σχετικό επί του προκείμενου είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης και η συνήγορος της νομικής υπηρεσίας δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται για διαδικασία sui generis. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης τότε το εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί και το ένταλμα να εκτελεστεί. (άρθρο 12 του Νόμου). Αν δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του άρθρου 4, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση (άρθρ.13). Επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στη δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος. Αν «κρίνει», τονίζεται στο άρθρο 21
(2)του Νόμου, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν «δεν αρκούν» ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση ζητεί ...». Είναι συνεπώς προστακτική ανάγκη για τη δικαστική αρχή να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, «ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Άρθρο 4 του Νόμου165(I)/2002: «
(1)Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται- (α) Σε ποινικές διαδικασίες οι οποίες εγείρονται ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για αδίκημα που είναι δυνατό να έχει διαπράξει, κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου, για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης πέραν του ενός χρόνου και περιλαμβάνει κάθε στάδιο ανακριτικών ή άλλων διαδικασιών που λαμβάνουν χώραν πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας και που σχετίζονται με αυτή· (β) εξαιρουμένων των ποινικών διαδικασιών που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 5, σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «Δικαστήριο» σημαίνει Επαρχιακό Δικαστήριο, Κακουργιοδικείο, Στρατιωτικό Δικαστήριο και περιλαμβάνει το Ανώτατο Δικαστήριο, όταν εξετάζει οποιοδήποτε θέμα ή σημείο που εγείρεται σε ποινική διαδικασία κατά την άσκηση της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του.
(3)Στις διαδικασίες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), παρέχεται δυνάμει του παρόντος Νόμου, δωρεάν νομική αρωγή η οποία περιλαμβάνει συμβουλή, βοήθεια και αντιπροσώπευση». [vii] Δέστε επίσης τις υποθέσεις In re Zamin
(1983)2 C.L.R. 188, Αστυνομία v. Feras and Others
(1990)2 Α.Α.Δ. 14, Μελάς v. Αρχηγού Αστυνομίας κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ 2261, Κυπριακή Δημοκρατία v. Ivan Kolesnikov
(2008)1 A.A.Δ. 594, Kotlyarenko v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)2 A.A.Δ. 269 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Kartashov Vlatislav
(2009)1 Α.Α.Δ. 1299. [viii] Ακολούθως των προνοιών του Άρθρου 14
(1)του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1: «14.-
(1)Όταν ορίζονται όροι στον Νόμο, οι όροι αυτοί στο Νόμο που ορίζονται, θα έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από το Νόμο εκείνο, εκτός αν υπάρχει οτιδήποτε στο θέμα ή το κείμενο αντίθετο ή ασυμβίβαστο με τέτοια ερμηνεία». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου] Όσων αφορά το θέμα της ερμηνείας όρων και/ή εννοιών σε νομοθετικές διατάξεις και/ή Νόμους, στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 1142, ημερομηνίας 13 Φεβρουαρίου, 1995, Μεταξύ: SOUTHFIELDS INDUSTRIES LTD -ν- ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
(1995)3 Α.Α.Δ σελ. 59, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση του, ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Ουσιαστικά το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο ο νομοθέτης με τη φράση "καθ' οιονδήποτε χρόνον διά περίοδον υπερβαίνουσαν τας δεκαπέντε ημέρας", εννοεί την άσκηση επιτήδευσης για συνεχή περίοδο δεκαπέντε ημερών ή για δεκαπέντε ημέρες συνολικά. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του κατέληξε ότι η φράση "καθ' οιονδήποτε χρόνον" θα πρέπει να ερμηνευτεί όπως και στο αντίστοιχο άρθρο του Κεφ. 240, (άρθρο 156), όπου ο νομοθέτης χρησιμοποίησε την έκφραση "at any one time", δεν προχώρησε όμως να εξετάσει αν υπήρχαν οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης του άρθρου 104
(1)(β). Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου. (Βλ. Δημοκρατία ν. Ματθαίου, Αναθεωρητική Έφεση 832, ημερ. 12.7.1990. Βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, Τετάρτη Έκδοση, Τόμος 44, παραγρ. 863 - 873). Η ερμηνεία πρέπει να είναι τέτοια που να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, αλλά στη λειτουργικότητα των νόμων. (Βλ. Δημοκρατία ν. Αντωνίου και Άλλων)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Για το ίδιο θέμα, στις Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 457/2003, 466/2003 και 467 /2003, ημερομηνίας 2 Νοεμβρίου, 2004, Μεταξύ: ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΚΕΚ) ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ -ν- ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Όπως προκύπτει, η διαφωνία των διαδίκων μερών ερείδεται στο άρθρο 6 του νόμου και συγκεκριμένα στην ερμηνεία του όρου «κτηματομεσιτική εργασία». Οι όροι «κτηματομεσίτης» και «κτηματική συναλλαγή» στο άρθρο 2 του νόμου ερμηνεύονται ως πιο κάτω, ««κτηματομεσίτης» σημαίνει πρόσωπον έχον ως κύριαν απασχόλησιν την έναντι αμοιβής μεσολάβησιν δια κτηματικήν συναλλαγήν περιλαμβάνει δε εταιρείαν περιωρισμένης ευθύνης η οποία έχει ως αποκλειστικόν σκοπόν την διεξαγωγήν κτηματικών συναλλαγών, νοουμένου ότι ο Διευθυντής αυτής είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης.» ««κτηματική συναλλαγή» σημαίνει πάσαν συναλλαγή διά την σύναψη συμφωνίας προς πώλησιν, αγοράν, ανταλλαγήν ή μίσθωσιν ακινήτου, περιλαμβανομένης της παραχωρήσεως ακινήτου επί αντιπαροχή.» Η θέση των αιτητών είναι ότι η έννοια του όρου «κτηματομεσιτική πείρα», έχει άμεση σχέση με τον όρο «κτηματομεσίτης» αλλιώς ο νομοθέτης δεν θα απαιτούσε κτηματομεσιτική πείρα ως προϋπόθεση εγγραφής στο Μητρώο Κτηματομεσιτών αλλά πείρα περί τις κτηματικές συναλλαγές. Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση είναι ορθή. Η ερμηνευτική διάταξη του όρου κτηματομεσίτης είναι καθοριστική. Η έναντι αμοιβής μεσολάβηση δια κτηματική συναλλαγή είναι το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του όρου. Η πρόθεση του νομοθέτη, που αβίαστα προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία του όρου «κτηματομεσίτης», ήταν να συμπεριλάβει στην κτηματομεσιτική εργασία τη μεσολάβηση μεταξύ τρίτων. Εξάλλου, η μεσιτεία είναι εξ ορισμού έννοια συνυφασμένη με τη διαμεσολάβηση. Η έννοια της κτηματομεσιτικής πείρας στο Νόμο δεν έχει τη σημασία της διεκπεραίωσης κτηματικών συναλλαγών, αλλά σημαίνει και μεσολάβηση μεταξύ αγοραστή, πωλητή ή ενοικιαστή με σκοπό την επίτευξη κτηματικής συναλλαγής. .............................................. Την πιο πάνω προσέγγιση ενισχύει και η μεταγενέστερη τροποποίηση του Νόμου (Ν.216/88) που πρόσθεσε στον όρο κτηματομεσίτης και την «εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία έχει αποκλειστικό σκοπό την διεξαγωγή κτηματικών συναλλαγών, νοουμένου ότι ο Διευθυντής της είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης». Σε τέτοια περίπτωση ο νομοθέτης καθιστά απαραίτητη την παρουσία εγγεγραμμένου κτηματομεσίτη στην εταιρεία. Ακολουθεί πως, οι υπάλληλοι εταιρειών που απλά ασχολούνται με κτηματικές συναλλαγές χωρίς όμως να συνεργάζονται ή να τελούν υπό την επίβλεψη αδειούχου κτηματομεσίτη εντός της εταιρείας που να κατέχει θέση Διευθυντή, δεν θεωρείται ότι αποκτούν κτηματομεσιτική πείρα. Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης θέλησε να διευρύνει το επάγγελμα του κτηματομεσίτη το οποίο μπορεί να ασκείται και από εταιρεία. Ταυτόχρονα όμως, έθεσε περιοριστικούς όρους ώστε να προστατεύεται επαρκώς η θέση του εγγεγραμμένου κτηματομεσίτη». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όσων αφορά την έκταση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει μια νομοθετική διάταξη, ή όρο σε μια τέτοια νομοθετική διάταξη ή νομοθέτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση αρ. 10136, ημερομηνίας 30 Σεπτεμβρίου 1999, Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ -ν- ΒΑΣΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
(1999)1Γ Α.Α.Δ σελ. 1566, σημείωσε τα ακόλουθα: «Όπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη (Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2., Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2 C.L.R. 429). Εφόσον το νόημα ενός νόμου είναι απλό το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι καθήκον του δικαστηρίου να καταστήσει τον Νόμο λογικό αλλά να τον ερμηνεύσει όπως έχει σύμφωνα με το ορθό νόημα του λεκτικού του (Sutters ν. Briggs [1922] 1 A.C. I, 8, Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637,643). Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο (Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191,204). Η διατύπωση του Νόμου είναι σαφής. Ο Νομοθέτης με απλή και καθαρή γλώσσα έχει θέσει σαν προϋπόθεση για την έγκυρη έγερση αγωγής την αποστολή έγγραφης γνωστοποίησης προς το Γενικό Εισαγγελέα. Το λεκτικό του Νόμου είναι τόσο καθαρό που δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Είναι καθήκον του δικαστηρίου να το ερμηνεύσει και εφαρμόσει σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη έννοια του». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ix] Άρθρο 17 του Νόμου 133(I)/2004: «
(1)Όταν ο εκζητούμενος συλλαμβάνεται βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, οδηγείται εντός 24 ωρών σε αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστή. Ο Επαρχιακός Δικαστής, αφού ικανοποιηθεί για την ταυτότητά του, τον ενημερώνει για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες δικηγόρου και διερμηνέα καθώς και για τη δυνατότητα που παρέχεται να συγκατατεθεί στην παράδοσή του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.
(2)Ο συλληφθείς δικαιούται ο ίδιος ή μέσω του συνηγόρου του να ζητήσει και να λάβει αντίγραφα όλων των εγγράφων με δική του δαπάνη». Άρθρο 20 του Νόμου 133(I)/2004: «
(1)Αν ο συλληφθείς δεν συγκατατίθεται στην παράδοσή του, ο αρμόδιος Δικαστής ορίζει ημερομηνία ακροάσεως της υπόθεσης.
(2)Το πρόσωπο αυτό δικαιούται να παραστεί με συνήγορο και διερμηνέα της επιλογής του ή, αν δεν έχει, να ζητήσει να διοριστεί συνήγορος από τον αρμόδιο Δικαστή». [x] Σύμφωνα με το Άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, - οι πρόνοιες του οποίου υπερισχύουν αυτών του Συντάγματος βάσει των προνοιών του Άρθρου 1Α του Συντάγματος[x] -, προνοείται ειδικά και επιτακτικά ότι νομική αρωγή «θα παρέχεται» στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική πρόσβαση στην δικαιοσύνη. «Right to an effective remedy and to a fair trial Everyone whose rights and freedoms guaranteed by the law of the Union are violated has the right to an effective remedy before a tribunal in compliance with the conditions laid down in this Article. Everyone is entitled to a fair and public hearing within a reasonable time by an independent and impartial tribunal previously established by law. Everyone shall have the possibility of being advised, defended and represented. Legal aid shall be made available to those who lack sufficient resources in so far as such aid is necessary to ensure effective access to justice». [xi] Το δικαίωμα της νομικής εκπροσώπησης και της νομικής αρωγής, ως άμεσα συνυφασμένο με το δικαίωμα έκαστου προσώπου σε δίκαιη δίκη, κατοχυρώνεται και από τον κώδικα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που το Σύνταγμα μας κατοχυρώνει. Παραθέτω αυτούσιο το λεκτικό του σχετικού Άρθρου 6 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών γιατί στην προκείμενη περίπτωση, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθ' ότι σύμφωνα μ' αυτό, το δικαίωμα σε νομική αρωγή δεν μπορεί να περιοριστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο όταν η παροχή του επιβάλλεται από το συμφέρον της δικαιοσύνης. «Right to a fair trial 1. In the determination of his civil rights and obligations or of any criminal charge against him, everyone is entitled ..................................... (c) to defend himself in person or through legal assistance of his own choosing or, if he has not sufficient means to pay for legal assistance, to be given it free when the interests of justice so require; .................................... (e) to have the free assistance of an interpreter if he cannot understand or speak the language used in court». [xii] Άρθρο 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο