← Κύπρος

SIMON RAMSDEN ν. ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΛΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 4575/2013, 13/3/2014

SIMON RAMSDEN ν. ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΛΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 4575/2013, 13/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 4575/2013 SIMON RAMSDEN Ενάγοντας / Αιτητής - και -

  1. ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΛΟΥ
  2. ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΛΟΥ
  3. ΣΠΥΡΟΣ - ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΛΟΥ Εναγομένων 2 και 3 / Καθ' ων η Αίτηση Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 13/03/2014 Αίτηση Για Προσωρινό Απαγορευτικό Διάταγμα ημερομηνίας 12/12/2013 Επιστρεπτέο το Προσωρινό Απαγορευτικό Διάταγμα ημερομηνίας 13/12/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Α. Κ. Χριστοφόρου Για τους Εναγομένους 2 και 3 / Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ρ. Σχίζας --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής σε ότι αφορά την Εναγομένη 1, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της, στις 02/12/
  4. Στις 20/12/2013 εκδόθηκε Ειδοποίηση του Κλητήριου Εντάλματος της παρούσας αγωγής σε ότι αφορά τους Εναγομένους 2 και
  5. Στις 13/12/2013, ο Ενάγοντας / Αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο και στα πλαίσια σχετικής γραπτής Αίτησης του (στο εξής καλούμενη η «Αίτηση»), πέτυχε εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 / Καθ' ων η Αίτηση, μονομερώς, την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος (στο εξής καλούμενο «το Προσωρινό Απαγορευτικό Διάταγμα»). Οι Εναγόμενοι 2 και 3 / Καθ' ων η Αίτηση, αφού έλαβαν γνώση της παρούσας Αγωγής, της Αίτησης και του Προσωρινού Απαγορευτικού Διατάγματος, εμφανίστηκαν στην διαδικασία υπό διαμαρτυρία και στις 20/01/2014 καταχώρησαν Ειδοποίηση αναφορικά με την Ένσταση τους στην Αίτηση και την οριστικοποίηση του Προσωρινού Απαγορευτικού Διατάγματος (στο εξής καλούμενη «η Ένσταση»). Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στο Σύνταγμα καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Ενάγοντα ημερομηνίας 12/12/2013, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Κατά τις αρχές του έτους 2013 του συστήθηκε μέσω κοινών γνωστών η Εναγομένη
  6. Μερικούς μήνες μετά την γνωριμία τους, η Εναγομένη 1 του ανέφερε ότι είχε ένα ακίνητο στο νησί Σάμος και αυτός ενδιαφέρθηκε για την αγορά του. II. Περί της αρχές Ιουνίου 2013, η Εναγομένη 1 του ανέφερε ότι λόγω κάποιων πρόσφατων τροποποιήσεων της ελληνικής νομοθεσίας αναφορικά με τα όρια του αιγιαλού και των παράλιων περιοχών, μέρος του ακινήτου σε ποσοστό περί του 25% απαλλοτριώθηκε λόγω ρυμοτομίας. Παραμένοντας ενδιαφερόμενος για το προαναφερθέν ακίνητο, συμφώνησε να πάει μαζί με την Εναγομένη 1 στην Σάμο, προκειμένου να επισκεφτεί από κοντά το ακίνητο. III. Στις 06/08/2013 πήγε μαζί με την Εναγομένη 1 στην Σάμο οπόταν και επισκέφτηκαν το εν λόγω ακίνητο. Η Εναγομένη 1 διένυε περίοδο σοβαρών οικονομικών προβλημάτων και για τον λόγο αυτό είχε πληρώσει αυτός για τα έξοδα μεταφορά τους και διαμονής στην Σάμο. Το εν λόγω ακίνητο συνίστατο από ένα κομμάτι γης παραθαλάσσιο με μια μικρή οικία, η οποία, όπως του ανέφερε η Εναγομένη 1, ήταν ακατοίκητη για λίγο καιρό. Η εν λόγω οικία δεν ήταν σε κατοικήσιμη κατάσταση και είχε ανάγκη εκτενούς επιδιόρθωσης. IV. Στις 07/08/2013 «του συστήθηκε» μία ντόπια δικηγόρος, η Θεοδώρα Βλαχοπούλου, για να βοηθήσει τον Ενάγοντα με τις διαπραγματεύσεις καθ' ότι αυτός δεν καταλαβαίνει την Ελληνική Γλώσσα και δεν έχει γνώση της ελληνικής νομοθεσίας. Η εν λόγω δικηγόρος έκανε έρευνα στα αρχεία το τοπικού κτηματολογικού γραφείου Σάμου αναφορικά με το ακίνητο όπου διαπίστωσε ότι το ακίνητο δεν είχε πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο αφού μια μικρή λωρίδα γης στην νοτιανατολική πλευρά του ακινήτου που του απέκοπτε την πρόσβαση ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα τρίτου προσώπου φιλικού των εναγομένων. Συζητώντας το θέμα με την Εναγομένη 1, του είπε ότι αυτή είχε ήδη συμφωνήσει με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας, προκειμένου αυτό να της μεταβιβαστεί ώστε να ήταν διαθέσιμο στον Ενάγοντα αν αποφάσιζε να προχωρήσει με την αγορά. Ακολούθως, κάποιες ημέρες μετά, η Εναγομένη είχε πει στον Ενάγοντα ότι το ακίνητο, «ως όλο», ήταν έτοιμο για την μεταβίβαση ως του είχε υποσχεθεί. Αυτός της ανέφερε ότι «χρειαζόταν λίγο χρόνο να αποφασίσει και παράλληλα η δικηγόρος του να ετοιμάσει τα απαραίτητα έγγραφα». V. Στις 10/08/2013 ο Ενάγοντας επισκέφτηκε το ακίνητο μαζί με πολιτικό μηχανικό για να λάβει επαγγελματική συμβουλή αναφορικά με τις εργασίες που έκρινε απαραίτητες να γίνουν στην οικία προκειμένου να επιδιορθωθεί το σπίτι αλλά και αναφορικά με τις επεμβάσεις που ήθελε να κάνει στο χτίσμα προκειμένου να προσθέσει ένα ή δύο επιπλέον δωμάτια. Ο πολιτικός μηχανικός εντόπισε και του ανέφερε τα διάφορα προβλήματα με την οικία τα οποία έχριζαν επιδιόρθωσης. Ο εν λόγω πολιτικός μηχανικός ήταν ο σύζυγος της δικηγόρου που είχε αναθέσει για να τον βοηθήσει στις διαπραγματεύσεις για την αγορά του ακινήτου. Παρά τις όλες εργασίες που χρειάζονταν να γίνουν στο ακίνητο, ο Ενάγοντας συμφώνησε, τελικά, προκαταρκτικά, να προχωρήσει με την αγορά του γιατί του άρεσε η τοποθεσία του ακινήτου και γιατί έκρινε ότι με τις απαραίτητες επιδιορθώσεις θα ήταν ιδανική, γι' αυτόν, εξοχική κατοικία. VI. Στις 12/08/2013 ο Ενάγοντας συνοδευόμενος από την δικηγόρο του (που θα ενεργούσε ως μεταφράστρια εκ μέρους του) μετέβηκαν μαζί με τις Εναγόμενες 1 και 2 σε τοπικό συμβολαιογράφο όπου, αφού το κείμενο του συμβολαίου του μεταφράστηκε από την Ελληνική γλώσσα στην Αγγλική, υπέγραψε την σύμβαση Τεκμήριο Γ για την αγορά του ακινήτου. Πριν την υπογραφή της σύμβασης η Εναγομένη 1 τον διαβεβαίωσε ότι «τα πάντα σχετικά με το ακίνητο ήταν εντάξει». Σ' αυτή την συνάντηση η Εναγομένη 1 εκπροσωπούσε και τον Εναγόμενο 3 πατέρα της, ο οποίος κατείχε ιδανική μερίδα επί του ακινήτου, αφού είχε λάβει απ' αυτόν σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα. VII. Βάσει της επίδικης Σύμβασης και κάποιας άλλης παράπλευρης τροποποιητικής αυτής προφορικής συμφωνίας στην οποία προσήλθε με την Εναγομένη 1, ο Ενάγοντας κατέβαλε στις Εναγόμενες 1 και 2 περί τα τέλη του Αυγούστου του έτους 2013 από €12.
  7. Προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, ο Ενάγοντας παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετική απόδειξη πληρωμής της Εναγομένης 1 και απόδειξη εμβάσματος στην Εναγομένη 2, τα Τεκμήρια Δ και Ε αντίστοιχα. VIII. Κατά τις αρχές Νοεμβρίου, σε επικοινωνία που είχε με την δικηγόρο του, πληροφορήθηκε ότι μετά από περαιτέρω έρευνα που αυτή είχε προβεί, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία σχετικά με την προστασία του αιγιαλού, στο επίδικο ακίνητο δεν επιτρέπονται κανενός είδος επεμβάσεις επί του υφιστάμενου κτηρίου. Θορυβημένος από την εξέλιξη αυτή επικοινώνησε «άμεσα» με την Εναγομένη 1 προσπαθώντας να λάβει εξηγήσεις αναφορικά με τις απαγορεύσεις για τις οποίες είχε ενημερωθεί. Η Εναγομένη 1 κατόπιν πολλών συζητήσεων παραδέχθηκε ότι πράγματι το κτίριο εντός του ακινήτου ήταν αυθαίρετα κτισμένο και ως εκ τούτου, παρόλο που για την μη κατεδάφιση του είχε παρθεί από την Κτηματική Υπηρεσία της Σάμου σχετική απόφαση, αυτό υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς ως προς την ανάπτυξη του, καθώς επίσης υπόκειται σε γενική και απόλυτη απαγόρευση περαιτέρω προσθηκών στην υπάρχουσα κατασκευή. IX. Την αμέσως επόμενη ημέρα έλαβε νομική συμβουλή από τον δικηγόρο του κ. Ανδρέα Χριστοφόρου και ακολούθως επικοινώνησε με την Εναγομένη 1 και της ζήτησε να του «επιστρέψουν» τα χρήματα γιατί το ακίνητο δεν είχε καμία χρησιμότητα γι' αυτόν ως γη χωρίς προοπτική ανάπτυξης. Και αυτό, γιατί η Εναγομένη 1 του είχε αποκρύψει το προαναφερόμενο γεγονός το οποίο ήταν ουσιώδες για την απόφαση του να αγοράσει το επίδικο ακίνητο. Η Εναγομένη 1 του ανέφερε ότι δεν επρόκειτο να του επιστρέψει τα χρήματα, προσπαθώντας παράλληλα να τον καθησυχάσει. X. Ακολούθως, στις 18/11/2013, ο Ενάγοντας επικοινώνησε δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με την Εναγομένη 2 «προτείνοντας» και σ' αυτήν την επιστροφή του ποσού. Η Εναγομένη 2 του απάντησε ότι δεν είχε πρόθεση να του επιστρέψει τα χρήματα, αλλά του απολογήθηκε για την ταλαιπωρία στην οποία αυτή τον υπέβαλε. XI. Αφού είχε γίνει σ' αυτόν πλέον αντιληπτό ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν πρόθεση να «αποδεχθούν» την επιστροφή των χρημάτων, έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του να μελετήσει την υπόθεση και να εγείρει την παρούσα Αγωγή για να ακυρωθεί η Σύμβαση ημερομηνίας 12/08/2013 και να του επιστραφούν τα καταβληθέντα. XII. Μερικές ημέρες πριν την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, σε συζητήσεις «που είχε με φίλους» που διαμένουν κοντά στην Εναγομένη 1 στα Περβόλια Λάρνακας, πληροφορήθηκε ότι η Εναγομένη 1 και ο σύζυγος της επρόκειτο να εγκαταλείψουν σύντομα την οικία στην οποία διαμένουν λόγω προβλημάτων με τον ιδιοκτήτη της οικίας εξαιτίας καθυστερήσεων στην πληρωμή του ενοικίου τους. Η Εναγομένη 1 διατηρεί στενούς δεσμούς με την Ελλάδα, αφού ο πατέρας της και η αδελφή της, οι Εναγόμενοι 2 και 3, διαμένουν στην Κρήτη μόνιμα αλλά και επειδή και η ίδια διέμενε στην Ελλάδα στο παρελθόν. Φοβούμενος το ενδεχόμενο να χάσει επαφή με τους Εναγομένους σε περίπτωση που η Εναγομένη 1, η μόνη που διαμένει στην Κύπρο, εγκαταλείψει την κατοικία της προκειμένου να επιστρέψει στην Ελλάδα, επικοινώνησε «άμεσα» με τον δικηγόρο του «προκειμένου να λάβει τα δέοντα μέτρα για την ανάκτηση των καταβληθέντων χρημάτων». Ο δικηγόρος του, αφού καταχώρησε την παρούσα Αγωγή στις 02/12/2013, καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση και αξίωσε μονομερώς το αιτούμενο ενδιάμεσο Διάταγμα στις 12/12/2013, όταν εντοπίστηκε η ακίνητη ιδιοκτησία επ' ονόματι των Εναγομένων 2 και 3 στην Λεμεσό, που τελικά δεσμεύτηκε προσωρινά με το Απαγορευτικό Διάταγμα. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του ότι η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι των Εναγομένων 2 και 3, ο Ενάγοντας παρουσίασε αποτέλεσμα έρευνας που διενήργησε στο Κτηματολόγιο της Κύπρου, το Τεκμήριο Στ. XIII. Η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η Εναγομένη 2, το γεγονός ότι «στερούνται» άλλης ικανής περιουσίας, οι στενοί δεσμοί της Εναγομένης 1, της μόνης κάτοικου Κύπρου, με την Ελλάδα αλλά και οι πληροφορίες περί μετακόμισης της από την οικία στην οποία διαμένει, καταδεικνύουν το «δυσχερές» και «πιθανόν αδύνατον» της απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση επιτυχίας του στην παρούσα Αγωγή. XIV. Το κατ' επείγον των περιστάσεων του επίδικου διατάγματος καταδυκνείεται και από την άμεση πιθανότητα μετακόμισης της μοναδικής Εναγομένης η οποία διαμένει στην Κύπρο αλλά και το σύντομο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα που κατέστη προφανές ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν πρόθεση επιστροφής των χρημάτων ως την ημέρα που απευθύνθηκε στο Δικαστήριο. XV. Η αξία της ακίνητης περιουσίας της οποία ζητείται η δέσμευση υπερβαίνει κατά πολύ το αιτούμενο δια της παρούσας Αγωγής ποσό και ως εκ τούτου το αιτούμενο διάταγμα «δεν περιορίζει υπέρμετρα τα δικαιώματα των εναγομένων 2 και 3». Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Οι Εναγόμενοι 2 και 3 / Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση εγείροντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: I. Το Δικαστήριο που εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να επιληφθεί την μονομερούς αιτήσεως καθ΄ ότι εμφανώς η βάσης της αγωγής: II. Α. Είναι ακίνητο που βρίσκεται εκτός Κύπρου ήτοι στην Σάμο - Ελλάδα. Β. Το ιδιωτικό συμφωνητικό έγγραφο συνετάχθη και υπεγράφη εκτός Κύπρου ήτοι στην Σάμο - Ελλάδα όπου δια την νομική ερμηνεία αυτού εφαρμόζεται η Ελληνική Νομοθεσία και Κανονισμοί. Γ. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι μόνιμοι κάτοκοι εξωτερικού ήτοι στην Κρήτη. III. Η έκδοσης του προσωρινού διατάγματος έγινε κατά παράβαση του άρθρου 21

(1)και 2 του νόμου 14/60 (Περί Δικαστηρίου Νόμου) και την Νομολογία (Αλέξανδρου κ.α. ημερ. 14.4.1993 1 ΑΑΔ σελ. 211, Χρίστος Ιωαννίδης ν. Μάριου Κρητικού
(1992)1 ΑΑΔ 828) και η πρόσφατη Πολιτική Αίτηση 73/2010 ημερ. 19.7.2010 αναφορικά με αίτηση Έλενας Κυριάκου από την Λεμεσό. IV. Το εκδοθέν και επιδοθέν διάταγμα ημερ. 13.12.13 είναι άκυρο ή/και λανθασμένο ή/και μη δεσμευτικό καθ΄ ότι η αίτησης ηγέρθη δια τους Εναγομένους 2 και 3 και όχι δια τους Καθ΄ ων η Αίτησης 2 και 3 καθ΄ ότι δεν υπάρχει Καθ΄ ων η Αίτησης 1. Τόσο η οπισθογράφηση όσον και η τελευταία παράγραφος του εκδοθέντος διατάγματος χρήζουν διορθώσεως. V. Ο Ενόρκως Δηλών, Αιτητής στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του ουδέν αποκαλύπτει ότι τα πράγματα είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το Δικαστήριο να μην είχε άλλη επιλογή έστω και για λίγες μέρες για επίδοση της μονομερούς αιτήσεως προ της εκδόσεως του διατάγματος ερήμην των Καθ΄ ων η Αίτησης και κατά παράβαση της Νομολογίας ότι κατ΄ εξαίρεση και όταν είναι άκρως επείγον εκδίδονται προσωρινά διατάγματα. VI. Ο Ενόρκως Δηλών δεν αποκαλύπτει τις συνέπειες της μη άμεσης εκδόσεως του απαγορευτικού διατάγματος ή/και τους κινδύνους λόγω μη εκδόσεως αυτού. VII. Ο Αιτητής προσπαθεί να παρακάμψει την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης με εμφανέστατη κατάχρηση της διαδικασίας χωρίς να αποκαλύπτει το κατ΄ επείγον, χωρίς να αποκαλύπτει την άμεση εμφανή κυοφορούμενη ζημιά που θα υποστεί στις λίγες μέρες δια να γίνει επίδοσης της αιτήσεως, χωρίς να αποκαλύπτει την παράβαση της ιδιωτικής συμφωνίας που υπέγραψε, αλλά μόνο με τον ισχυρισμό ότι έχει πληροφορηθεί ότι δεν δύναται να προεκτείνει την οικία καθ΄ ότι εμπίπτει στις διατάξεις της Ελληνικής Νομοθεσίας σχετικά με την προστασία του αιγιαλού. VIII. Ενώ στην παράγραφο 16 της Ενόρκου Δηλώσεως προβαίνει στον ισχυρισμό ότι αρχές Νοεμβρίου του έχει γνωστοποιηθεί από την δικηγόρο του ως ισχυρίσθει ότι δεν επιτρέπονται κανενός είδους επεμβάσεις επί του κτηρίου στην Σάμο και ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής παρά ταύτα έχει καταχωρήσει την μονομερή αίτηση ως κατ΄ επείγον θέμα στις 12.12.2013 ήτοι μετά από ½ μήνα εμφανώς αντινομική, αντινομολογιακή και καταχρηστική διαδικασία. IX. Ο Αιτητής ουδέν απολύτως αναφέρει στην ένορκο δήλωση του ή κατέθεσε τεκμήρια από τα οποία να εμφαίνεται ποιος όρος ή πρόνοια της ιδιωτικής συμφωνίας παραβίασαν οι Καθ΄ ων η Αίτησης ώστε να του παρέχεται το δικαίωμα να διαρρήξει την συμφωνία και να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων του. X. Ενώ ο Αιτητής σαφώς ως ο ίδιος παραδέχεται δεν κατέβαλε την προκαταβολή (€50.00) παραβιάζοντας την ιδιωτική συμφωνία με την δικαιολογία ότι η Εναγόμενη 1 του έδωσε παράταση άνευ γνώσεως ή συγκαταθέσεως των Εναγομένων 2 και 3 προέβη σε διάρρηξη της συμφωνίας με ισχυρισμό ο οποίος ουδόλως ευσταθεί και δια την υποστηρίξει αυτού ουδέν απολύτως παρουσίασε. Αντιθέτως έχει διαφορετικούς ισχυρισμούς ήτοι ότι «δεν επιτρέπονται κανενός είδους επεμβάσεις» και σε άλλο μέρος της ενόρκου δηλώσεως του ισχυρίζεται ότι «δεν δύναται να κάνει προεκτάσεις της οικοδομής». Δύο διαφορετικές θέσεις. XI. Ο Αιτητής προέβη στην ένορκο δήλωση αποκρύπτοντας τα πραγματικά γεγονότα χωρίς «καθαρά τα χέρια» παραπλανώντας έτσι το Δικαστήριο. XII. Ο Εναγόμενος 3 αναγκάσθηκε να έλθει στην Κύπρο με συνέπεια να υποστεί και να υφίσταται μεγάλες ζημιές, ταλαιπωρίες και κινδύνους δια την υγεία του καθ΄ ότι πρόσφατα υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση κ αι προς τούτο επιφυλάσσει τα δικαιώματα του. Η Ένσταση, βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, κ. κ. 1, 2, 3, Δ.48 κ. κ. 1, 2, 3, 4, 9 (ο), Δ.49, κ. κ. 5, 6
(6), 7, 12, 14 και 16, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρα 21
(1)και 21
(2)και 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Άρθρα 7, 8 και 9, στο Σύνταγμα και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 / Καθ' ων η Αίτηση στην Αίτηση, συνοδεύει και υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3 / Καθ' ου η Αίτηση, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Ο Ενάγοντας δεν έχει αποκαλύψει βάση αγωγής με την μαρτυρία που παρουσίασε στο Δικαστήριο, ούτε και αναφέρει παράβαση της σύμβασης ημερομηνίας 12/08/2013 η οποία συντάθηκε και υπογράφτηκε στην Σάμο της Ελλάδας. II. Το Δικαστήριο αυτό είναι αναρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας Αγωγής, στην οποία εμφανίζονται υπό διαμαρτυρία, επειδή η σύμβαση αφορά αποκλειστικά και μόνο αγοραπωλησία ακινήτου που βρίσκεται στην Σάμο και όχι στην Κύπρο. III. Ο Ενάγοντας παραπλάνησε το Δικαστήριο και απέκρυψε απ' αυτό την πραγματικότητα. IV. Ελλείπει παντελώς το στοιχείο του κατ' επείγοντος ώστε να δικαιολογείτο η έκδοση του Διατάγματος μονομερώς. Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος 3 ή η Εναγομένη 2 έχουν πρόθεση να πωλήσουν το μερίδιο τους στην ακίνητη περιουσία που δεσμεύτηκε με το προσωρινό Διάταγμα, εντός του οποίου έχουν ανεγείρει οικία. V. Απορρίπτει τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι η οικία επί του ακινήτου στην Σάμο δεν ήταν κατά τον χρόνο της επίσκεψης του Ενάγοντα σ' αυτήν σε κατοικήσιμη κατάσταση και ότι αυτή είχε ανάγκη εκτενούς επιδιόρθωσης. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 διόρθωσε με προσωπική εργασία την οικία σε ότι επιδιόρθωση αυτή χρειαζόταν. Μάλιστα ο Ενάγοντας κατά την επίσκεψη του στην Σάμο διέμεινε στην κατοικία με την Εναγομένη 1 για περίοδο επτά ημερών. VI. Τα όσα ο Ενάγοντας αναφέρει στην μαρτυρία του επιβεβαιώνουν ότι τόσο οι διαπραγματεύσεις, όσο και η σύνταξη της σύμβασης, που έγιναν στην παρουσία της δικηγόρου που Ενάγοντας ανέθεσε τις διαπραγματεύσεις, και της συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο, έγιναν σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία και όχι σύμφωνα με την Κυπριακή νομοθεσία, η οποία ουδεμία πρόνοια ή κανονισμό έχει περί «Αιγιαλίτιδος Ζώνης». VII. Δίοδος υπάρχει προς το ακίνητο. Σε κάθε περίπτωση στην σύμβαση δεν αναφέρεται τίποτα για δίοδο σε δημόσιο δρόμο. VIII. Ο Ενάγοντας υπέγραψε την σύμβαση αφού ικανοποιήθηκε πλήρως για την πραγματική και νομική κατάσταση του ακινήτου αφού, ως παραδέχεται και ο ίδιος, ανέθεσε την εξέταση τους σε Έλληνα δικηγόρο και σε Έλληνα πολιτικό μηχανικό. Σε κάθε περίπτωση ο Ενάγοντας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το ακίνητο εμπίπτει στην Αιγιαλίτιδα ζώνη και ότι καμία προσθήκη σ' αυτό είναι επιτρεπτή. IX. Ο Ενάγοντας έχει παραβιάσει και συνεχίζει να παραβιάζει την σύμβαση γιατί έχει καταβάλει το ήμισυ της προκαταβολής με τον ισχυρισμό ότι συμφώνησε ως προς τούτο με την Εναγομένη 1, συμφωνία την οποία τόσο ο ίδιος, όσο και η Εναγομένη 2, αγνοούν. Ενώ είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας που παραβίασε την σύμβαση, παραπλάνησε το Δικαστήριο ώστε να πετύχει το Προσωρινό Απαγορευτικό Διάταγμα. X. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι με την καταβολή του ποσού των €12.500 στην Εναγομένη 2 εξόφλησε ολοσχερώς την πρώτη συμφωνηθείσα δόση, έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της ίδιας σύμβασης, την παράγραφο Α εδάφιο α αυτής. XI. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα αναφορικά με την προστασία του Αιγιαλού που περιέχονται στην ελληνική νομοθεσία, δεν αφορούν το παρόν Δικαστήριο αφενός, και αφετέρου η νομοθεσία αυτή υπήρχε και υπάρχει χωρίς να έχει τροποποιηθεί κατά την υπογραφή της σύμβασης. Εάν η δικηγόρος του Ενάγοντα παρέλειψε να εξετάσει ενδελεχώς την νομική αυτή πτυχή δεν μπορεί η ευθύνη να μετατεθεί στους Εναγομένους 2 και 3 και ο Ενάγοντας δεν μπορεί να στηριχθεί στην εκ των υστέρων πληροφορία και να πετύχει τέτοιο κατ' εξαίρεση δικονομικό μονομερές μέτρο. XII. Ο Ενάγοντας γνώριζε για την απόλυτη απαγόρευση περαιτέρω προσθήκης στην υφιστάμενη κατοικία. Σε κάθε περίπτωση στην σύμβαση δεν υπάρχει καμία πρόνοια ή δήλωσης των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε προσθήκη ώστε να μπορεί ακόμη και κατά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα να μπορεί η σύμβαση να έχει παραβιαστεί. XIII. Η Εναγομένη 1 είναι μόνιμη κάτοικος Κύπρου και καταβάλλει ανελλιπώς τα ενοίκια της. Προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού του ο Εναγόμενος 3 παρουσίασε στο Δικαστήριο την βεβαίωση Τεκμήριο 1. XIV. Ο Ενάγοντας γνωρίζει πολύ καλά την οικονομική ευρύτητα των Εναγομένων η οποία διαφαίνεται από τις επιχειρήσεις ακινήτων που έχουν στην Κρήτη πέραν του ενός εκατομμυρίου ευρώ, τις στρεμματικές εκτάσεις με ελαιόδεντρα με πλήρη καρποφορία, ιδιόκτητη κατοικία. XV. Ο Ενάγοντας έχει μετανιώσει για την αγορά του ακινήτου στην Σάμο και προσπαθεί έντεχνα να την διαρρήξει μονομερώς. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ενδιάμεσα Διατάγματα - Περί Δικαστηρίων Νόμος, Νόμος 14 του 1960 - Άρθρο 32 Το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο όταν κρίνει δίκαιο να εκδίδει Παρεμπίπτοντα Διατάγματα όταν ικανοποιούνται και συνυπάρχουν (Παραστράτης ν Γλάυκος Πετρίδης
(1979)1 C. L. R. 231) οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, και (γ) Εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι προϋποθέσεις έκδοσης Προσωρινών Διαταγμάτων τις οποίες θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, έχουν τύχει νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Θα υπομνήσω απλώς τις ακόλουθες υποθέσεις Karydas Taxi Co. v Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου ν Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Θεωρή
(1989)1 Α. Α. Δ. 255 το Ανώτατο Δικαστήριο στην σελίδα 258 αναφέρει τα ακόλουθα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos ν Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
  1. H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
  3. Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseοs, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Πασχάλη Χ' Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πρώτη και Δεύτερη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 και έχουν υιοθετηθεί και από την προαναφερθείσα νομολογία: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχουν ερμηνευτεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C. L. R. 557, όπου το Δικαστήριο στην σελίδα 569 αναφέρει: «There is no reason in principle or on authority to interpret "as serious question to be tried at the hearing" in the context of the proviso to s.32
(1)- Law 14/60, as requiring anything beyond the disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings, as the House of Lords suggested in Ethicon, supra. On the other hand, it is fair to assume that the second requirement lay down by the legislature as a pre-condition for the grant of an interlocutory injunction. - "a probability that the plaintiff is entitled to relief" - relates to something other than the complexion of the pleaded case of the applicant, and that could not be, in the context of this statutory provision, anything other than the evidential strength of the case of the plaintiff. In so holding, we are fortified by a series of decisions of the Supreme Court to the effect that the principles adopted in Ethicon do not apply in their entirety or in all their breath in Cyprus. The Court must purport to make some evaluation, what this should be we shall explain below, of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction. (See, Acropol Shipping Co, Ltd, & Others -VS- Petros Rossis
(1976)1 C.L.R. 38; Constantinides -VS- Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R 585; Papastratis -VS- Petrides
(1979)1 C.L.R. 231; Hadjiκyriacos & Co -VS- United Biscuits
(1979)1 C.L.R. 689). The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J.S. (a minor)
(1980)1 All E.R, 1061 (C.A).» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η πρώτη προϋπόθεση (η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση), ικανοποιείται εφ' όσον ο Αιτητής αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα Δικόγραφα («arguable case on the strength of the pleadings»). Αναφορικά με την προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αυτό ερμηνεύτηκε ώστε να αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης, κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας, αλλά και κάτι λιγότερο, από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Είναι δηλαδή αρκετό να αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), κρίθηκε ότι το βάρος απόδειξης που απαιτείται από τον Αιτητή για να ικανοποιήσει το δεύτερο κριτήριο δείχνοντας την πιθανότητα ότι δικαιούται σε θεραπεία βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, δεν είναι πολύ υψηλό. Απαιτείται από αυτόν να καταδείξει κάποια πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής. Όπως εξηγήθηκε στην Re J.S. (a minor) [1980] 1 All E. R. 1061 (C.A.) και επαναλήφθηκε στην Odysseos (ανωτέρω), η νομική πιθανότητα είναι εν πολλοίς διαφορετική από τη μαθηματική πιθανότητα. Απαιτείται από τον Αιτητή να δείξει ότι έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας («a probability of success»). Σύμφωνα με την υπόθεση Re J.S. (a minor) (ανωτέρω) η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται με την κατάδειξη κάποιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α. Α. Δ. 1653 λέχθηκε ότι: «... το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. .... θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τρίτη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 Σχετικά με την Τρίτη προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Papastratis v Pierides
(1979)1 C. L. R. 231 ανέφερε ότι, η εν λόγω προϋπόθεση, συμπεριλαμβάνει και άλλους παράγοντες, επιπρόσθετα με την ανεπανόρθωτη ζημιά που μπορεί να προκληθεί με την μη έκδοση του Διατάγματος. Σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση, στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd v The Timberland Co,
(1997)1 Α. Α. Δ. 1791, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάτε με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου την θεραπεία» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέφερε ότι το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης που τίθεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/
  1. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων, επαρκή θεραπεία, τότε ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται την θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός και εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Στην υπόθεση Κώστας Κυρίσαββας κ.α. ν Χάρη Κύζη
(2001)1Β Α. Α. Δ. 1245, το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια ερμηνείας της τρίτης προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 στην σελίδα 1253 αναφέρει τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος δεν παρουσίασε ενώπιων του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία για την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκαλείτο στο κτήμα αν αφήνετο να προχωρήσει και συμπληρωθεί η ανέγερση του περιπτέρου. Όμως η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231)» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σε συνέχεια των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω σχετικά με την Τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, στην υπόθεση Larticon Co v Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α. Α. Δ. 1121 το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει προσεκτικά τα στοιχεία που έχουν προβληθεί και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση μας κρίνεται επιβεβλημένη. Η εισήγηση ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι ορθή, αφού όπως έχει νομολογιακά τονισθεί το άρθρο 5 αντιστοιχεί στην Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Πρωτόδικο εύρημα ότι απαιτείται «στερεά, θετική μαρτυρία» και «απτά στοιχεία» για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι ορθή αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λτδ (Πολιτική Έφεση 11013 της 13/6/2001): 'Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.'» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σύμφωνα με την υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Θεωρή
(1989)1 Α. Α. Δ. 255, όταν και εφόσον ικανοποιηθούν τα τρία πιο πάνω κριτήρια το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Πασχάλη Χ' Βασίλη
(1989)1(Ε) Α. Α. Δ.152). Σημειώνεται καταληκτικά, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης Αίτησης για Απαγορευτικά διατάγματα, θα πρέπει να περιοριστεί στην διαπίστωση εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης των Αιτουμένων Διαταγμάτων, χωρίς να εισέρχεται στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης / διαφοράς. Σχετική επί του θέματος αυτού είναι η υπόθεση Άκης Γρηγορίου ν Χριστάκης Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α. Α. Δ. 248 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο στην σελίδα 269-270 αναφέρει: «Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Στην Απόφαση Jonitexo Ltd ν Adidas (ανωτέρω), ειπώθηκαν στις σελίδες 267 - 268 τα ακόλουθα: «I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law such an injunction should be granted; and this clear interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect". The appropriate stage at which the rights of the parties to the action concerned are to be determined is when judgment will be given on the merits of the action, and not the stage of the interlocutory injunction which is the subject matter of this appeal; consequently, in order to avoid prejudging, in any way, any of the issues relevant to the merits of this case. I will refrain from referring to any one of them; and, of course, the granting of the interlocutory injunction by the trial Court, and the fact that such injunction is now upheld by this Court, should not be treated as prejudging whether or not the respondents as plaintiffs are entitled to succeed in their action against the appellants as defendants» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) Το Κατ' Επείγον ή Άλλες Ιδιαίτερες Περιστάσεις - Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6 Το Άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει Διάταγμα μετά από Αίτηση εκ μέρους ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Όπως έχει νομολογηθεί, το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος, αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στο μονομερές στάδιο της Αίτησης, ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ 1475, η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω), το θέμα ετέθη ως ακολούθως: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ 836 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 861, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του Κεφ. 6. Στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207 ο Δικαστής Πικής, έθεσε το θέμα ως εξής: «... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) και τούτο γιατί κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η διάσταση της υποχρέωσης αυτής, τέθηκε ως εξής στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου . Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε Τhe Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen
(1908)P.189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση του κλητήριου εντάλματος της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Το θέμα ετέθη ως ακολούθως: «Οι εναγόμενοι υπέβαλαν ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν, στην προκειμένη περίπτωση να αποκαλύψουν τη ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ. Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι αποκάλυψαν την ύπαρξη της με την επισύναψη της φορτωτικής στην ένορκη ομολογία που κατατέθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Στην ένορκη δήλωση στο περιεχόμενο της οποίας θεμελιώθηκε η αίτηση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον σχετικό όρο της συμφωνίας ο οποίος καταγράφεται στην παράγραφο 27 της φορτωτικής. Ούτε η ύπαρξη του συσχετίζεται με το αίτημα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Αναφορά στη φορτωτική γίνεται στο μέρος της ενόρκου δηλώσεως όπου στοιχειοθετείται η απαίτηση. Η επισύναψη της δεν είχε σκοπό να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στην παράγραφο 27 και να τη σηματοδοτήσει ως ουσιώδες γεγονός για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. . Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται είναι ότι η ύπαρξη ρήτρας για τη δικαιοδοσία Δικαστηρίου της αλλοδαπής παρασιωπάται στην ένορκη ομολογία.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική επί του προκείμενου είναι και η υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 598. Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248: «H διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση ...». Επίσης, στην υπόθεση Cobelfret και άλλοι v. Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ. 733 το θέμα τέθηκε ως εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου . ... η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Δέστε Fedossova Larissa κ.ά. Αίτηση για έκδοση Certiorari 62/97, ημερ. 16.10.97)». Στην υπόθεση Larissa (ανωτέρω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89 σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση. Σχετικό με το ζήτημα αυτό είναι το εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα Gee & Andrews "Mareva Injunction: Law and Practice": «Even if a plaintiff acts with the utmost good faith if he has omitted to disclose material which objectively would or reasonably could be regarded as relevant it is no excuse for him to say that he was genuinely unaware or did not believe that the facts were relevant or important.» Αξίζει επιπρόσθετα να αναφερθεί ότι στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597 έχει διευκρινιστεί ότι η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και ότι η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή. Κατά συνέπεια το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Επιπλέον να σημειώσω ότι ο Αιτητής οφείλει να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν εναπόκειται σε αυτόν να κρίνει ποια έχουν σημασία και ποια όχι. Χαρακτηριστικό του τρόπου προσέγγισης τόσο των Κυπριακών όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων στο όλο θέμα αποτελεί το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Ralph Gibson στην υπόθεση Brink`s Mat Ltd v. Elcombe (C.A)
(1988)1 W.L.R 1350 το οποίο επαναλήφθηκε και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Behbehani and others v. Salem and Others
(1989)2 All E.R 143: «The Courts today are frequently asked to grant ex parte injunctions, either because the matter is too urgent to await a hearing on notice or because the very fact of giving notice may precipitate the action which the application is designed to prevent. On any ex parte application, the fact that the court is asked to grant relief without the person against whom the relief is sought having the opportunity to be heard makes it imperative that the applicant would make full and frank disclosure of all facts known to him or which should have been known to him had he made all such inquiries as were reasonable and proper in the circumstances. The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a twofold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v. Kensington Income Tax Comrs, exp Princess Edmond de Polignac
(1917)1 K.B 486 at 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realize that they have this duty of disclosure and of the consequence (which may include a liability in costs) if they fail in that duty.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πιο πρόσφατα στην υπόθεση αρ. 1855/2008 Cybarco Plc και άλλοι ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών και άλλων ημερομηνίας 09/01/2009 αποφασίστηκε ξανά ότι, σε μονομερείς αιτήσεις, μέσα στα πλαίσια του καθήκοντος της πλήρους αποκάλυψης όταν πρόκειται περί ουσιωδών γεγονότων, δεν είναι αρκετή η επισύναψη ενός εγγράφου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το οποίο, μόνο αν μελετηθεί προσεκτικά, αποκαλύπτει τα γεγονότα, αλλά πρέπει να επισύρεται ειδικά σε αυτά η προσοχή του Δικαστηρίου. Επαναλήφθηκε περαιτέρω ότι ουσιώδη θεωρούνται τα γεγονότα εκείνα που, αν τα γνώριζε το Δικαστήριο, δεν θα εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την αίτηση. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Το νομικό πλαίσιο Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής καλούμενος «ο ΕΚ 44/2001») τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους. Περαιτέρω, τα πρόσωπα που δεν έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν, υπάγονται, στο κράτος αυτό, στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που εφαρμόζονται στους ημεδαπούς[i]. Επιπρόσθετα, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του κεφαλαίου II του ΕΚ 44/2001[ii]: Βάσει του Άρθρου 5.1 α) του ΕΚ 44/2001, ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή («place of performance of the obligation»). Βάσει του Άρθρου 5.3 του ΕΚ 44/2001, ως προς ενοχές («tort») εξ αδικοπραξίας («delict») ή οιονεί αδικοπραξίας («quasi-delict»), πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός («the harmful event occurred or may occur»). Επίσης, βάσει του Άρθρου 6.1 του ΕΚ 44/2001, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους. Επιπρόσθετα, βάσει του Άρθρου 6.1 του ΕΚ 44/2001, σε διαφορές που απορρέουν από σύμβαση, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, εάν η αγωγή μπορεί να συνδυασθεί με αγωγή εναντίον του ιδίου εναγομένου σε διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. Σε κάθε περίπτωση, βάσει του Άρθρου 22 του ΕΚ 44/2001, σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων («rights in rem») επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από κάποια διάταξη του ΕΚ 44/2001, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας, ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το Άρθρο 22 του ΕΚ 44/2001[iii]. Το δικαστήριο κράτους μέλους διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, εφόσον καλείται να κρίνει, ως κύριο ζήτημα, διαφορά για την οποία δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το Άρθρο 22 του ΕΚ 44/2001[iv]. Το ημεδαπό δίκαιο Σύμφωνα με το Άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και να αποφασίζει οποιαδήποτε αγωγή, όποτε η βάση της αγωγής έχει προκύψει, είτε καθ' ολοκληρία, είτε εv μέρει, εvτός των ορίων της επαρχίας καθίδρυσης του, ή/και όταν o εναγόμενος ή οποιοσδήποτε από τους Εναγομένους, κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής, διαμένει ή διεξάγει επάγγελμα εντός της επαρχίας καθίδρυσης του Δικαστηρίου[v]. Οι προαναφερόμενες πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται πάντοτε σε συνάρτηση με τον όρο «η βάση αγωγής», που σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, περιλαμβάνει: «. τo σύvoλov τωv γεγovότωv τωv θεμελιoύvτωv τo αγώγιμov δικαίωμα, περί oυ η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεv σημαίvει κατ' αvάγκηv oλόκληρov τηv βάσιv της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει πρoκύψει εvτός της δικαιoδoσίας εάv η σύμβασις συvήφθη εvτός αυτής, καίτoι η διάρρηξις δυvατόv vα επήλθεv αλλαχoύ, και επίσης εάv η διάρρηξις επήλθεv εvτός της δικαιoδoσίας, καίτoι η σύμβασις δυvατόv vα συvήφθη αλλαχoύ». Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 21
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960: «Οσάκις η αγωγή αφoρά εις διαvoμήv ή πώλησιv oιασδήπoτε ακιvήτoυ ιδιoκτησίας ή oιovδήπoτε άλλo θέμα αφoρώv εις ακίvητov ιδιoκτησίαv, αύτη θα εισάγεται εv τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω της επαρχίας εvτός της oπoίας κείται η τoιαύτη ιδιoκτησία. ..................................................Νoείται ότι, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv oπoιoυδήπoτε άλλoυ ειδικoύ Νόμoυ, απαίτηση για απόδoση καθυστερημέvωv μισθωμάτωv πoυ πρoκύπτει από σύμβαση μισθώσεως ακιvήτoυ ή απαίτηση για καταβoλή απoζημιώσεως έvεκα αθέτησης πωλητηρίoυ ή εvoικιαστηρίoυ εγγράφoυ ή άλλης σύμβασης πoυ αφoρά τηv ακίvητη ιδιoκτησία δύvαται vα εισαχθεί στo Επαρχιακό Δικαστήριo, όπως πρoβλέπεται στo εδάφιo
(1)τoυ παρόvτoς άρθρoυ». Σχετικά, - σε ότι αφορά την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου -, με την περίπτωση που η αγωγή αφορά συμφωνία αναφορικά με ακίνητο που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας και η οποία καταρτίστηκε εκτός δικαιοδοσίας, είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χρίστος Ιωαννίδης ν. Μάριου Κρητικού
(1992)1 C. L. R. 828. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα: «Η απόφαση Σαββίδη έκρινε με καθαρότητα ότι όπου εφαρμόζεται το 21
(2)είναι απαράδεκτη η ανάληψη δικαιοδοσίας κάτω από το 21 (α) και (β). Αν δεχθούμε την εισήγηση του εφεσείοντα είναι σαν να κάμνουμε έμμεσα αυτό που ο νόμος απαγορεύει απευθείας. Στην Αγγλία οι κανόνες διαφέρουν. Το στοιχείο αλλοδαπότητας που παρουσιάζει η υπόθεση πρέπει να αποφασισθεί στο πλαίσιο των κανόνων του θετού μας δικαίου. Και μια τελευταία παρατήρηση που ισχυροποιεί πιστεύουμε όσα έχουν λεχθεί. Αν ο νομοθέτης ήθελε να διευρύνει τα όρια εφαρμογής των νομικών σχέσεων που αφορούν την ακίνητο ιδιοκτησία σε συμφωνίες που καταρτίζονται έξω από τα όρια του εδάφους της Κυπριακής επικράτειας, και σχετίζονται με τέτοιου είδους ιδιοκτησία, θα το έκαμνε με ρητές διατάξεις, όπως στην περίπτωση του ποινικού κώδικα. Ομως ο νομοθέτης επέλεξε να μην εγκαταλείψει την αρχή της εδαφικότητας η οποία ενσωματώνεται στο άρθρ. 21
(2). Ανάλογη υπήρξε και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρόσφατη απόφαση του στην Αίτηση Αρ. 1/92 Αναφορικά με τα άρθρα 5 και 6 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (όπως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα), ημερ. 15/5/92, σε σχέση με τους περιορισμούς της τοπικής αρμοδιότητας των επαρχιακών δικαστηρίων σε ποινικές υποθέσεις». Σχετικά, - σε ότι αφορά την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου -, με την περίπτωση που η αγωγή αφορά συμφωνία αστικό αδίκημα που διαπράχθηκε εκτός δικαιοδοσίας, είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Βεγγάρια Παπακοκκίνου ν. Εταιρείας Landbroke Plc και άλλων
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, στην οποία αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος ότι η αξίωση υπό στοιχείο (Α) θεμελιούται πάνω σε αστικό .αδίκημα, που καθώς ισχυρίζεται η εφεσείουσα, διαπράχθηκε στο ξενοδοχείο "Χίλτον" των Αθηνών δηλαδή εκτός των γεωγραφικών ορίων εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 3 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149. Υποστηρίχθηκε εκ μέρους της εφεσείουσας ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατ' εφαρμογήν των αρχών του αγγλικού κοινοδικαίου το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60)αποτελεί πηγή δικαίου στην Κύπρο εκτός αν υπάρχει άλλη πρόβλεψη κλπ, μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία σε σχέση με τη συγκεκριμένη αδικοπραξία. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με το αγγλικό κοινοδίκαιο ένα ημεδαπό δικαστήριο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία σε σχέση με αστικό αδίκημα που διαπράχθηκε σε χώρα του εξωτερικού. Βλ. Chaplin v. Boys [1962] 2 ALL E.R. 1085. Η πιο πάνω αρχή του κοινοδικαίου δεν τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής στην Κύπρο. Στη Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240 αποφασίσθηκε ότι η άσκηση δικαστικής εξουσίας από τα επαρχιακά δικαστήρια, συναρτάται τόσο με την καθ' ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα τους. Συνακόλουθα, η Αγγλική Νομολογία που υποστηρίζει ότι το τοπικό στοιχείο δεν άπτεται της ουσίας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο ενόψει των ρητών προνοιών των Περί Δικαστηρίων Νόμων. Αυτό σημαίνει ότι ένα πολιτικό δικαστήριο της Κύπρου για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς απαραιτήτως πρέπει να έχει ταυτόχρονα καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα. Η ύπαρξη μόνο καθ' ύλην αρμοδιότητας δεν επαρκεί, απαιτείται και η συνύπαρξη κατά τόπον αρμοδιότητας ως το δεύτερο συστατικό στοιχείο της δικαιοδοσίας». Τα γεγονότα της υπόθεσης Έχει πάγια αποφασιστεί ότι, αν όλα τα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου, θέμα δικαιοδοσίας μπορεί να τεθεί σε οιονδήποτε στάδιο[vi]. Μάλιστα, το δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να επιληφθεί θέματος που άπτεται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί της αγωγής[vii]. Ως η νομολογία ορίζει, η δικαιοδοσία δικαστηρίου να επιληφθεί διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση[viii]. Στην υπόθεση Interamerican Insurance Co Limited v. Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529, λέχθηκε ότι αναπόφευκτα η ανάληψη δικαιοδοσίας από το δικαστήριο, στηρίζεται κατ' αρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Πρώτα και κύρια δηλαδή, από την δικογραφία[ix]. Όμως και οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις του δικαστηρίου δεν είναι πάντα χωρίς σημασία. Το κατά πόσο οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τη δικαιοδοτική νομοθετική διάταξη πληρούνται, παραμένει ζήτημα ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης. Αν προκύψει αρνητική απάντηση, η υπόθεση ναυαγεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που προσδιορίζονται στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Μέχρι στιγμής, ο Ενάγοντας δεν έχει καταχωρήσει Έκθεση Απαιτήσεως και συνεπώς, ούτε και η Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 2 και 3 έχει καταχωρηθεί. Ως εκ τούτου, γνώμονας για το δικαιοδοτικό θέμα στην προκείμενη περίπτωση, μπορούν να είναι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο της αγωγής, οι οποίοι, μέχρι στιγμής παραμένουν αναλλοίωτοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 1160 αποφασίστηκε ότι: «(α) Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δηλαδή την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του για απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (β) Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις έγγραφες προτάσεις και ειδικότερα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. Κατά συνέπεια, η εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο με βάση μονό το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης και εξωγενείς παράγοντες και προτού καταχωρηθεί η έκθεση απαιτήσεως, ήταν πρόωρη». Και τούτο, γιατί ως αναφέρθηκε περαιτέρω από το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση: «Δεν αναμένεται ο πλήρης και επακριβής προσδιορισμός στη γενική οπισθογράφηση της αξίωσης ή της θεραπείας που επιδιώκεται ή της βάσης πάνω στην οποία αυτή στηρίζεται. Όπως ορίζεται στη Δ.2 κ.3 των Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρεται σ' αυτή την οπισθογράφηση η φύση της απαίτησης ή της θεραπείας που επιδιώκεται χωρίς να είναι ουσιώδες να εκτεθεί ούτε η ακριβής βάση του παραπόνου ούτε η ακριβής θεραπεία που ο ενάγων θεωρεί ότι δικαιούται, και, όπως ορίζεται στη Δ.20 κ. ΙΑ των ίδιων Κανονισμών, ο ενάγων έχει πάντα τη δυνατότητα, με την έκθεση απαιτήσεως του, να τροποποιήσει ή να διαφοροποιήσει ή να επεκτείνει την απαίτηση του χωρίς τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος». Επί τούτου του θέματος, διαφορετική ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακοκκίνου ν. Εταιρείας Landbroke Plc και άλλων
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Το πρωτόδικο δικαστήριο διέκρινε τη διαφορά η οποία υπάρχει μεταξύ της υπό κρίση υπόθεσης και της Μούρτζινος αναφορικά με το υπό συζήτηση θέμα της δικαιοδοσίας. Ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο προσέγγισε το θέμα είναι σωστός και δεν έχουμε τίποτε άλλο να πούμε παρά να παραθέσουμε τη σχετική περικοπή από την προσβαλλόμενη απόφαση όπου με ενάργεια γίνεται η διάκριση της Μούρτζινος (ανωτέρω) από τα γεγονότα και τις ανάγκες της υπό κρίση υπόθεσης. Η παρούσα όμως υπόθεση διαφοροποιείται διότι εν προκειμένω δεν εξετάζεται θέμα δικαιοδοσίας ή καθ' ύλην αρμοδιότητας, οπότε πράγματι θα ήταν αναγκαία η έκθεση απαίτησης για να καταδειχθεί, πρώτα απ' όλα, κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανάληψης δικαιοδοσίας επί "αλλοδαπής αδικοπραξίας". Εν προκειμένω εγείρεται θέμα τοπικής αρμοδιότητας υπό το φως των προνοιών του άρθρου 21
(1)(α) και (β). Ό,τι ήταν να αναφερθεί σχετικά έχει ήδη περιληφθεί στο κλητήριο ένταλμα και την οπισθογράφησή του. Όσα δε, έχουν αναφερθεί επαρκούν για να καταλήξουμε, από το στάδιο αυτό, στην απόφαση περί μη στοιχειοθέτησης τοπικής αρμοδιότητας. Ό,τι και να λεχθεί στην έκθεση απαίτησης δεν μπορεί να αναιρέσει τα δύο δεδομένα που η ίδια η ενάγουσα απεκάλυψε: πρώτο, το δεδομένο ότι η βάση του αγώγιμου δικαιώματος σε ότι αφορά αδικοπραξία (παράγραφος (Α) της Οπισθογράφησης Απαίτησης) προέκυψε στο Χίλτον Αθηνών, αποκλειόμενης, έτσι, της εφαρμογής του άρθρου 21
(1)(α). δεύτερο, το δεδομένο σε σχέση με τις διευθύνσεις των εναγομένων κατά το χρόνο έγερσης της αγωνής που αποκλείει εφαρμογή του άρθρου 21
(1)(β). Υπό το φως των παραπάνω βρίσκουμε ότι η υπό εξέταση περίπτωση διαφοροποιείται από τις παραμέτρους της υπόθεσης Μούρτζινος η οποία, ως εκ τούτου, δεν βρίσκει εν προκειμένω εφαρμογή. Αντίθετα η Μούρτζινος βρίσκει εφαρμογή σε ότι αφορά την παράγραφο (Β) της Οπισθογράφησης. Μόνο μέσα από την έκθεση απαίτησης και τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων θα φανεί κατά πόσο η κατ' ισχυρισμό συμφωνία μπορεί τελικά να συνδεθεί με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσία υπό το φως του άρθρου 21
(1)και άρθρου 2 ("βάσις της αγωγής") του Ν. 14/60. Στο κλητήριο ένταλμα γίνεται απλώς αναφορά σε "σύμβαση συναφθείσα δυνάμει προφορικής τηλεφωνικής συμφωνίας εις Λευκωσία". Σε περίπτωση σύμβασης, η βάση της αγωγής δεν απαιτείται να προκύψει καθ' ολοκληρίαν εντός της δικαιοδοσίας. Υπεισέρχεται το θέμα της σύναψης αφ' ενός και της διάρρηξης της αφ' ετέρου. Οσον αφορά δε τη διάρρηξη και πάλι εξαρτάται η δικαιοδοσία από το κατά πόσο το χρέος είναι άρσιμο ή κομίσιμο (C & Κ Κυριάκου & Αδελφοί Λτδ ν. Αντώνη Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. 479). Είναι συνεπώς εντελώς πρόωρο και χωρίς βάση να εξεταστεί τέτοιο θέμα τώρα». Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Μούρτζινος ανωτέρω, κρίνω ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας με βάση μονό το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης και προτού καταχωρηθεί η έκθεση απαιτήσεως από πλευράς Ενάγοντα, είναι πρόωρη. Και τούτο γιατί, η βάση του αγώγιμου δικαιώματος σε ότι αφορά την ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας ημερομηνίας 12/08/2013, μόνο μέσα από την έκθεση απαίτησης και τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων θα φανεί κατά πόσο αυτή μπορεί τελικά να συνδεθεί με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, υπό το φως του άρθρου 21
(1)και άρθρου 2 (ερμηνεία του όρου "βάσις της αγωγής") του Νόμου 14/1960 και του ΕΚ 44/2001. Στο κλητήριο ένταλμα γίνεται απλώς αναφορά σε «παράβαση γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας των μερών ημερομηνίας 12/08/2013». Σε περίπτωση σύμβασης, η βάση της αγωγής δεν απαιτείται να προκύψει καθ' ολοκληρίαν εντός της δικαιοδοσίας. Υπεισέρχεται προς εξέταση, μεταξύ άλλων, το θέμα της σύναψης αφ' ενός και της διάρρηξης της αφ' ετέρου. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι είναι πρόωρο και χωρίς βάση να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας σ' αυτό το στάδιο. Καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα και σε ότι αφορά την βάση του αγώγιμου δικαιώματος που επίσης προβάλλεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο της αγωγής, αναφορικά με την ισχυριζόμενη αδικοπραξία σε βάρος των συμφερόντων του Ενάγοντα, της απάτης ή/και των ψευδών παραστάσεων. Από την στιγμή που λεπτομέρειες αυτών, δεν έχουν ακόμη προβληθεί μέσα από την έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα, είναι πρόωρο να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Παράλειψη προώθησης εκδίκασης της υπόθεσης και κατάχρηση διαδικασίας Είναι αρχή δικαίου ότι δεν μπορεί ένας ενάγων, επειδή καταχωρεί αίτηση για προσωρινό διάταγμα, να αφήνει την κυρίως αγωγή / υπόθεση του να εκκρεμεί, χωρίς να παίρνει τα σχετικά διαβήματα για την προώθηση εκδίκασης της. Εκεί και όπου κάτι τέτοιο παρατηρείται, τούτο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, γεγονός που μπορεί και πρέπει, ως θέμα δημόσιας τάξης, να ελέγχεται από το Δικαστήριο, ακόμη και αυτεπάγγελτα, για να περιφρουρηθεί ο σκοπός για τον οποίον παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στην συγκεκριμένη περίπτωση[x]. Σχετική με την πιο πάνω αρχή είναι η υπόθεση Vuiton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α. Α. Δ. 1453 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πριν τελειώσουμε θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτησή τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τα όσα αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Vuiton v. Δερμοσακ Λτδ (ανωτέρω), εφαρμόστηκαν και στην υπόθεση Goody's Evagorou Ltd. v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α. Α. Δ. 1572, τα γεγονότα της οποίας είχαν ως εξής. Στις 13/08/1997 καταχωρήθηκε αγωγή σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2, κ. 1 των Θ. Π. Δ.) και την ίδια μέρα αίτηση για προσωρινό διάταγμα, η οποία, αφού εκδικάστηκε, απορρίφθηκε στις 26/02/1998, με αποτέλεσμα την καταχώρηση έφεσης. Οι εφεσίβλητοι, επικαλέστηκαν την πιο πάνω απόφαση αφού, μέχρι τότε, δεν καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης στην αγωγή και ζήτησαν την απόρριψη της έφεσης. Παρόλο που τελικά αυτή καταχωρήθηκε στις 30/06/1998, εκκρεμούσης της έφεσης, το Εφετείο απέρριψε την έφεση γι' αυτό και μόνο το λόγο, χωρίς να εξετάσει την ουσία της. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Rousounides & Soteriou Trading Limited κ.α ν. ΚΟΤ
(2002)1 Α. Α. Δ.
  1. Σ' αυτή την υπόθεση, στις 20/12/2000, καταχωρήθηκε κατηγορητήριο εναντίον των εφεσειόντων από τον εφεσίβλητο για λειτουργία κέντρου αναψυχής (καφετέριας) χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των περί Κέντρων Αναψυχής Νόμων. Ταυτόχρονα, καταχωρήθηκε και αίτηση για προσωρινό διάταγμα για αναστολή της λειτουργίας του κέντρου, το οποίο, μετά από ακροαματική διαδικασία, εκδόθηκε στις 22/03/
  2. Καταχωρήθηκε έφεση στις 30/03/2001 που τελικά ορίστηκε για ακρόαση στις 21/06/
  3. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, το Εφετείο διερωτήθηκε για την τύχη της κυρίως υπόθεσης, η οποία διαφάνηκε ότι ακόμα εκκρεμούσε. Ο εφεσίβλητος, δεν είχε προωθήσει αυτή, με την δικαιολογία ότι ο φάκελος της υπόθεσης ήταν στο Εφετείο, λόγω της καταχωρηθείσας έφεσης και έτσι η υπόθεση παρέμεινε εκκρεμής εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Το Εφετείο, μ' αυτά τα γεγονότα, με αναφορά στην προαναφερθείσα υπόθεση Vuiton ν. Δέρμοσακ Λτδ (ανωτέρω), αποφάσισε τα ακόλουθα: «Δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε με την ουσία της έφεσης. Προτιθέμεθα να τερματίσουμε την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος για το λόγο ότι η συνέχιση του θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Luis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 υποδείχθηκε η ορθή διάσταση ενδιάμεσης θεραπείας σε συνάρτηση με το πλαίσιο της όλης υπόθεσης.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τονίστηκε περαιτέρω, ότι: «θεμελιακής σημασίας ως προς τα ανωτέρω είναι βέβαια και η συνταγματική επιταγή για συμπλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου». Σε παρόμοιες παρατηρήσεις, προέβηκε το Εφετείο και στην υπόθεση Akis Express ν. Akis Express
(1998)1 Α. Α. Δ. 149 όπου παρατέθηκε το προαναφερθέν απόσπασμα από την απόφαση Vuiton v. Δερμοσακ Λτδ (ανωτέρω). Οι εφεσείοντες / ενάγοντες είχαν και εκεί καθυστερήσει για 2 ½ χρόνια να καταχωρήσουν την έκθεση απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε μόνο λίγες μέρες πριν την ακρόαση της έφεσης τους κατά της μη έκδοσης από το πρωτόδικο δικαστήριο του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Η συμπεριφορά αυτή των εφεσειόντων λήφθηκε, μεταξύ άλλων, υπόψη ως παράγων που επενεργούσε ενάντια της έφεσης τους, η οποία και απορρίφθηκε. Σχετικές επί του προκείμενου είναι και οι πολύ πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου και άλλος ν. Μαρία Ρόη Λούη, Πολιτική Έφεση Αρ. 310/2008, ημερομηνίας 17/06/2011, και Χριστόφορος Κίτσιος και άλλος ν. A. C. Kitsios Motors Ltd Δια του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας και άλλων, Πολιτική Έφεση 100/2008, ημερομηνίας 14/07/2010. Επί της ίδιας αρχής, ακλουθώντας μια διαφορετική προσέγγιση, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 11159, ημερομηνίας 20/11/2002, ανέφερε τα ακόλουθα: «Μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η έκταση της καθυστέρησης συχνά μιλά αφεαυτής. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες. Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ η καθυστέρηση των περίπου δέκα μηνών φανερώνει σφάλμα και προκαλεί ανησυχία, κατά τη γνώμη μας δεν σημαίνει αυτόματα και κατάχρηση διαδικασίας. Το διάταγμα ημερ. 14 Σεπτεμβρίου 2001 για παράταση χρόνου, το οποίο εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση χωρίς εν συνεχεία να υπάρξει από μέρους της εφεσείουσας αμφισβήτηση βάσει της Δ.48 θ. 8
(4), στηρίχθηκε και στο ότι αρχικά διεξήγοντο διαπραγματεύσεις μεταξύ των δικηγόρων για διευθέτηση της υπόθεσης. Δεν είναι άτοπη η αναγνώριση περιθωρίων για τέτοιο σκοπό. Και εξηγεί σε κάποιο βαθμό την καθυστέρηση. Σε σχέση με την οποία δεν νομίζουμε ότι δικαιολογούνται λεπτές γραμμές. Καταλήγουμε ότι με τα όσα συνθέτουν την υπό εξέταση περίπτωση δεν δικαιολογείται η άποψη ότι η σημειωθείσα καθυστέρηση συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα, που αφορά στο κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα καλύπτει τις ανάγκες της εφεσίβλητης πλήρως, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει πια λόγος για προώθηση της αγωγής, θεωρούμε αφενός εσφαλμένη την ταύτιση του προσωρινού διατάγματος με το σύνολο της αξίωσης που διατυπώνεται στην αγωγή και αφετέρου αδικαιολόγητο το συμπέρασμα περί ενδεχόμενης κατ΄ ακολουθίαν αδιαφορίας. Προσθέτουμε δε πως οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν στον κάθε διάδικο μηχανισμούς αντίδρασης σε περίπτωση αδιαφορίας». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η ίδια προσέγγιση είχε ακολουθηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Medochemie Ltd ν. UCB S.A.
(1998)1Δ Α.Α.Δ 2159. Παραθέτω σχετική απ' αυτήν περικοπή: «Πρώτα, πρέπει να διαφωνήσουμε πλήρως με τη θέση του δικηγόρου των εφεσιβλήτων, όπως εκφράστηκε στη σαρωτική του δήλωση, που παραθέτουμε αμέσως πιο πάνω. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από τους νόμους και τη δικονομία, οι δε διατάξεις τους εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τους διάδικους και το Δικαστήριο. Όπου οι διάδικοι επιδεικνύουν ολιγωρία στη διεκπεραίωση της υπόθεσης, το Δικαστήριο εφαρμόζει τους νόμους και τους δικονομικούς κανόνες. Έχει δε και εγγενή εξουσία να διασφαλίζει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, ανεξάρτητα από τον οποιοδήποτε χειρισμό της υπόθεσης από τους διάδικους. Για το συγκεκριμένο ζήτημα, να υποδείξουμε πως αν το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου λειτουργούσε κανονικά, ως όφειλε, θα εφαρμοζόταν η Δ.26, θ.13
(1)με αποτέλεσμα, αφού εδίδετο ειδοποίηση στους εφεσίβλητους για τη μη καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως τους, και μετά την παρέλευση του χρόνου που αναφέρεται σ' αυτή, η υπόθεση να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που είχε διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αγωγή. Έχει δίκαιο όμως ο συνήγορος των εφεσιβλήτων πως διαφοροποιούνται τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, από εκείνα στην Akis Express και Louis Vouitton. Εδώ το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε δικαιολογημένη την αίτηση και εξέδωσε το διάταγμα. Η ακύρωση του από το Εφετείο, για το ότι οι εφεσίβλητοι δεν έχουν καταχωρίσει την έκθεση απαιτήσεως τους, και χωρίς οι εφεσείοντες να προβούν σε οποιοδήποτε διάβημα στο πρωτόδικο Δικαστήριο, έτσι που να καταστεί συζητήσιμο θέμα ενώπιον του, θα ισοδυναμούσε με άσκηση από μέρους μας πρωτόδικης δικαιοδοσίας». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ ότι ο Ενάγοντας, ενώ καταχώρησε την παρούσα Αγωγή στις 02/12/2013 σε κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 κ. 1 των Θ. Π. Δ., και στις 12/12/2013 την Αίτηση για Απαγορευτικό Διάταγμα, δηλαδή την υπό εξέταση Αίτηση, έκτοτε, και για μία περίοδο περίπου τεσσάρων μηνών, η κυρίως αγωγή / υπόθεση, εκκρεμεί χωρίς να έχει καταχωρηθεί η έκθεση απαίτησης. Η εν λόγω αδράνεια του Ενάγοντα για καταχώρηση έκθεσης απαίτησης και προώθησης της αγωγής μέχρι σήμερα, είναι τέτοια, που τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν στις προαναφερθείσες υποθέσεις, ούτως ώστε, η υπό εξέταση Αίτηση να απορριφθεί, χωρίς την ανάγκη να εξετασθεί η ουσία της. Κρίνοντας το κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, πέραν της καθυστέρησης, αυτής καθ' αυτής, έχω λάβει υπόψη και το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν εμφανισθεί στο Δικαστήριο υπό διαμαρτυρία, εγείροντας θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, το όποιο, ως έχω προαναφέρει, δεν μπορεί να εξεταστεί, πριν από την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα. Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω διαπίστωση εκ των πραγμάτων προδιαγράφει και την κατάληξη στην υπό κρίση Αίτηση, θεωρώ ορθό να εξετάσω και την ουσία αυτής σε περίπτωση που η πιο πάνω άποψη του Δικαστηρίου κριθεί, κατ' έφεση, εσφαλμένη. Το κατεπείγον ή άλλες ειδικές περιστάσεις που δικαιολογούν την έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς Σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερόμενη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η όλη δικαιολογητική δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων μονομερώς, βασίζεται στο άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ως εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων σε άμεση συνάρτηση με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του μονομερώς[xi]. Ο Ενάγοντας, υποστηρίζει πως το διάστημα που μεσολάβησε από την στιγμή που προέκυψαν τα γεγονότα που του έδιδαν το δικαίωμα να εξασφαλίσει το αιτούμενο Διάταγμα, μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης στις 12/12/2013, είναι τέτοιο, που μπορεί να επεξηγηθεί, κατά τρόπον, που, η οποιαδήποτε καθυστέρηση έχει παρουσιαστεί από πλευράς του να αποταθεί στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση του, δεν τεκμηριώνει καθυστέρηση της έκτασης που να μην δικαιολογεί την οριστικοποίηση του. Προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού του, ο Ενάγοντας, στις παραγράφους 21 έως 23 της ένορκης δήλωσης του, που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης, υποστηρίζει ότι το γεγονός που τον ανάγκασε να αποταθεί στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει το Προσωρινό Διάταγμα, είχε προκύψει κάποιες ημέρες μετά τις 20/11/2013 όπου είχε δώσει οδηγίες στον δικηγόρο του να μελετήσει την υπόθεση και να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Ότι δηλαδή, από πληροφόρηση που έλαβε, η Εναγομένη 1, - που είναι η μόνη διάδικος που διαμένει στην Κύπρο και με την οποία είχε επαφή -, θα εγκατέλειπε την οικία της στην Λάρνακα λόγω προβλημάτων που είχε με την ιδιοκτήτη του ακινήτου - λόγω καθυστερήσεων στην πληρωμή του ενοικίου της -, και που ήταν πιθανόν, αυτή, λόγω των στενών δεσμών της με την Ελλάδα, να μετακομίσει εκεί. Αποτέλεσμα τούτου θα ήταν, ισχυρίστηκε, ο Ενάγοντας, να χάσει επαφή με όλους τους Εναγομένους. Αυτό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα καταδεικνύει επαρκώς το δυσχερές και πιθανόν αδύνατο να του αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση επιτυχίας του στην αγωγή. Τον δε χρόνο που επακολούθησε μέχρι και την καταχώριση της υπό εξέταση Αίτησης στις 12/12/2013, ο Ενάγοντας τον δικαιολογεί αναφερόμενος στον χρόνο που ήταν αναγκαίος για να ετοιμάσει ο δικηγόρος του και να καταχωρήσει την παρούσα Αγωγή στις 02/12/2013, καθώς επίσης και στον χρόνο που χρειάστηκε ώστε δια σχετικής έρευνας στο Κτηματολόγιο της Κύπρου, να εντοπίσει την ακίνητη ιδιοκτησία που ανευρέθηκε στο όνομα των Εναγομένων 2 και 3 και η οποία δεσμεύτηκε με το προσωρινό Διάταγμα. Επί αυτού του θέματος, οι Εναγόμενοι 2 και 3 απορρίπτουν ότι συνέτρεχε υπό τις περιστάσεις το στοιχείο του κατ' επείγοντος, αφού δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο καμία μαρτυρία ότι αυτοί έχουν πρόθεση να αποξενώσουν την ακίνητη ιδιοκτησία τους. Αμφισβήτησαν δε και τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι η Εναγομένη 1 επρόκειτο να μετακομίσει από την οικία της στην Λάρνακα. Προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού, οι Εναγόμενοι 2 και 3 παρουσίασαν στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση του Εναγομένου 3 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης τους. Ήτοι, βεβαίωση της εταιρείας LetsRentProperty ημερομηνίας 07/01/2014 με την οποία βεβαιώνεται ότι η Εναγομένη 1 καταβάλλει ανελλιπώς τα ενοίκια της. Σύμφωνα με την νομολογία, το κρίσιμο στοιχείο για την εξέταση του κατ' επειγόντως, ή των άλλων ειδικών περιστάσεων, δεν είναι ο χρόνος που προκύπτει η αιτία της αγωγής, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης ενός ενάγοντα για τη δυνατότητα του να επιτύχει την επιδιωκόμενη ενδιάμεση θεραπεία[xii]. Και μάλιστα, σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Κρίνοντας στην προκείμενη περίπτωση το επείγον, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι συνέτρεχε μια τέτοια περίσταση. Προς απόδειξη του στοιχείου αυτού, στην παράγραφο 21 της ένορκης του δήλωσης ο Ενάγοντας αναφέρει τα εξής: «Τις προσεχείς μέρες πληροφορήθηκα σε συζητήσεις που είχα με φίλους που διαμένουν κοντά στην εναγομένη 1, στα Περβόλια Λάρνακας, ότι η εναγομένη 1 και ο σύζυγος της επρόκειτο να εγκαταλείψουν σύντομα την οικία στην οποία διαμένουν λόγω προβλημάτων με τον ιδιοκτήτη της οικίας εξαιτίας μη καταβληθέντων από αυτήν ενοικίων». Πρόκειται για ισχυρισμό περί γεγονότος που ο Ενάγοντας δεν μπορεί να αποδείξει εξ ιδίας γνώσης και θα έπρεπε, συμμορφούμενος με την Δ.39, κ. 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, να αποκαλύψει την πηγή της πληροφόρησης του. Η γενικότητα της τοποθέτησης του Ενάγοντα, ότι πληροφορήθηκε περί του εν λόγω γεγονότος «από φίλους», δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή υπό τις περιστάσεις, γιατί κάτι τέτοιο θα καταστρατηγούσε τον σκοπό που η Δ.39, κ. 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών αποσκοπεί, που είναι, ο επακριβής προσδιορισμός της πηγής απ' όπου αυτά τα εξ ακοής γεγονότα προέρχονται. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι από την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 12/08/2013, διαφαίνεται ότι ο Ενάγοντας γνωρίζει όλα τα αναγκαία στοιχεία αναφορικά με τους Εναγομένους 2 και 3 (αριθμό δελτίου ταυτότητας, Α. Φ. Μ και τόπο διαμονής) έτσι που να μπορεί, σν το επιθυμεί, και για τον οποιονδήποτε σκοπό, να τους εντοπίσει στην Ελλάδα. Το ίδιο ισχύει και σε ότι αφορά την Εναγομένη 1. Γεγονός το οποίο φυσικά καταρρίπτει το υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου επιχείρησε να στοιχειοθετήσει το κατ' επείγον ή τις ειδικές περιστάσεις ώστε να επιτύχει την έκδοση του προσωρινού Διατάγματος. Πλήρης Αποκάλυψης Ουσιωδών Γεγονότων Ανάμεσα στους λόγους που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 2 και 3 για σκοπούς ακύρωσης του Προσωρινού Διατάγματος, είναι και η μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Από την μαρτυρία όμως που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της ένστασης δια της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 3, δεν φαίνεται να αποκαλύπτονται συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση κατά το μονομερές στάδιο που δεν αποκαλύφθηκαν, έτσι ώστε να μπορεί η Αίτηση και το Προσωρινό Διάταγμα να απορριφτούν γι' αυτό τον λόγο. Ο ισχυρισμός τίθεται γενικά και αόριστα στην ένορκο δήλωση του Εναγομένου 3 και ως προανέφερα, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και ως εκ τούτου, αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Δεν διέλαθε όμως της προσοχής μου, ως προανέφερα, - και παρά το ότι τούτο δεν εγέρθηκε από πλευράς Εναγομένων 2 και 3, το σημειώνω -, ότι από την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 12/08/2013, διαφαίνεται ότι ο Ενάγοντας γνωρίζει όλα τα αναγκαία στοιχεία αναφορικά με τους Εναγομένους 2 και 3 (αριθμό δελτίου ταυτότητας, Α. Φ. Μ και τόπο διαμονής) έτσι που να μπορεί, σν το επιθυμεί, και για τον οποιονδήποτε σκοπό, να τους εντοπίσει στην Ελλάδα. Τούτο το γεγονός, το οποίο, ως προανέφερα, καταρρίπτει το υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου ο Ενάγοντας στοιχειοθέτησε το κατ' επείγον ή τις ειδικές περιστάσεις όταν είχε αποταθεί στο Δικαστήριο μονομερώς ώστε να επιτύχει την έκδοση του προσωρινού Διατάγματος, αποσιωπήθηκε από το Δικαστήριο (Βλέπετε σχετικά την υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 ανωτέρω). Πρώτη, Δεύτερη και Τρίτη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 Όπως προκύπτει από την νομολογία, η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ικανοποιείται στην προκείμενη περίπτωση, αφού ο Ενάγοντας έχει αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση την απαίτηση του. Οι βάσεις που στηρίζουν την παρούσα Αγωγή εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, ως αποκαλύπτονται από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο της Αγωγής, είναι, μεταξύ άλλων, παράβαση σύμβασης, ψευδείς παραστάσεις, απάτη και αδικαιολόγητος πλουτισμός. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το πρώτο κριτήριο του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 ικανοποιείται. Αναφορικά με την προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί από την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον μου, ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων 2 και
  1. Ο ίδιος ο Ενάγοντας στην μαρτυρία του αναφέρει ότι, κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων που είχε με τους Εναγομένους για την αγορά του ακινήτου, είχε διορίσει Έλληνα δικηγόρο και πολιτικό μηχανικό οι οποίοι και προέβησαν πριν την υπογραφή της συμφωνίας, σε έλεγχο της νομικής και πραγματικής κατάστασης του. Ως εκ τούτου, τα όσα τώρα καταλογίζει στους Εναγομένους 2 και 3 που έχουν να κάμουν με την νομική ή/και την πραγματική κατάσταση του ακινήτου, δεν είναι αρκετά για να αποδείξουν στο Δικαστήριο ότι στην προκείμενη περίπτωση η υπόθεση του εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το δεύτερο κριτήριο του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 δεν ικανοποιείται. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, τέθηκε ενώπιον μου επαρκής μαρτυρία που δείχνει ότι η ζημία του Ενάγοντα είναι, καθαρά, χρηματική και επιδέχεται την θεραπεία των αποζημιώσεων. Ως εκ τούτου, δεν πληρείται αυτή η προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Και τούτο, γιατί ο Ενάγοντας, ισχυρίζεται ότι λόγω παράβασης από πλευράς των Εναγομένων της συμφωνίας στην οποία προσήλθαν στις 12/08/2013, ή διαζευκτικά, λόγω της σε βάρος του απάτης ή ψευδών παραστάσεων από πλευράς των Εναγομένων για να προσέλθει στην εν λόγω συμφωνία, αυτός δικαιούται το ποσό που τους προκατέβαλε βάσει αυτής, ήτοι το ποσό των €25.
  3. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι, ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης των Εναγομένων, είναι πιθανόν αυτοί να μην είναι σε θέση να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους, έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Εναγομένων 2 και 3 με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 24 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 3 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης τους. Ο ισχυρισμός αυτός, παρέμεινε αναντίλεκτος από πλευράς Ενάγοντα, αφού αυτός δεν έκανε χρήση των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και δεν καταχώρησε συμπληρωματική ένορκο δήλωση, ή εν πάση περιπτώσει, δεν αιτήθηκε την αντεξέταση του Εναγομένου 3 σε ότι αφορά το εν λόγω ισχυριζόμενο γεγονός, με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός του να μην έχει αποδειχθεί[xiii] Γεγονός το οποίο επίσης οδηγεί στην κατάληξη ότι αυτή η προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 δεν πληρείται. Εντούτοις, το αιτούμενο στην παρούσα αίτηση διάταγμα είναι τύπου Mareva αφού οι Εναγόμενοι 2 και 3 βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας, αλλά διατηρούν περιουσιακά στοιχεία εντός δικαιοδοσίας την δέσμευση των οποίων οι Εναγόμενοι 2 και 3 ζητούν με την υπό κρίση Αίτηση. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω κατά πόσο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 πληρείται έχοντας υπόψη αυτό το δεδομένο. Η δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων εισήχθη στην Αγγλία το 1975 με νομολογιακή μεταβολή της ως τότε επικρατήσασας πρακτικής που δεν αναγνώριζε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων εναγομένου, όταν αυτά δεν αποτελούσαν το αντικείμενο της αγωγής, προς ικανοποίηση της τελικής απόφασης. Κρίθηκε πως η δικαστική επέμβαση ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις αναγκαία και πως το άρθρο 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act 1925 παρείχε σχετική εξουσία (βλ. Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulkcarriers S.A.
(1975)2 Lloyd΄s Rep. 509 και Nippon Yusen Kaisha v. Karageorgis
(1975)1 W.L.R. 1093). Η Κυπριακή νομολογία υιοθέτησε τη νέα γραμμή δεδομένου ότι η προηγούμενη περιοριστική ερμηνεία του δικού μας αντίστοιχου άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60(όπως τροποποιήθηκε) στηριζόταν στην παλαιότερη Αγγλική αντίληψη και πρακτική (βλ. Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 583). Οι πρώτες περιπτώσεις διαταγμάτων Mareva αφορούσαν εναγομένους εκτός δικαιοδοσίας οι οποίοι διατηρούσαν χρήματα σε τράπεζες εντός της δικαιοδοσίας με άμεσο κίνδυνο μεταβίβασης των χρημάτων εκτός δικαιοδοσίας, ιδιαίτερα ενόψει της μεγάλης πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Μεταγενέστερα, τέτοια διατάγματα κάλυψαν και την περίπτωση εναγομένων που διέμεναν εντός δικαιοδοσίας υπό ύποπτες όμως περιστάσεις που δημιουργούσαν ιδιαίτερο φόβο για το ενδεχόμενο μεταβίβασης των χρημάτων τους εκτός δικαιοδοσίας - Rahman (Prince Abdul) v. Abu-Taha and another
(1980)W.L.R. 1268 - όπως και την περίπτωση, καθώς λέχθηκε στην Rasu Maritime S.A. v. Perusahaon
(1978)Q.B., 664, εμπορευμάτων αντί χρημάτων. Παρότι όμως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Δεν αποδέχομαι ότι η παρούσα είναι μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση. Και εξηγώ. Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412, 1422, υποδείχθηκε ότι ο ενάγων πρέπει να προσάψει «στέρεη μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι η απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί. Στο σύγγραμμα «Mareva Injunctions Law and Practice» των Steven Gee και Geraldine Mary Andrews υποδεικνύεται ότι εφόσον η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά είναι αδύνατο να τεθούν γενικοί καθοδηγητικοί κανόνες ως προς το πως και πότε ικανοποιείται αυτό το αποδεικτικό βάρος. Ωστόσο - συνεχίζουν οι ευπαίδευτοι συγγραφείς - μερικοί από τους παράγοντες οι οποίοι δυνατόν να είναι σχετικοί είναι οι εξής: «
(1)The nature of the assets which are the proposed subject of the injunction, and the ease or difficulty with which they could be disposed of or dissipated. The plaintiff may find it easier to establish the risk of dissipation of a bank account, or of moveable chattels, than the risk of the defendant disposing of real estate, eg his house or office.
(2)The nature and financial standing of the defendant΄s business.
(3)The length of the defendant΄s establishment in business. Stronger evidence of potential dissipation will be needed where the defendant is a long-established company with a reasonable market reputation than where little or nothing is known or can be ascertained about it.
(4)The domicile or residence of the defendant ...
(5)If the defendant is a foreign company, partnership, or trader, the country in which it has been registered or has its main business address, and the availability or non-availability of any machinery for reciprocal enforcement .........
(6)The defendant΄s past or existing credit record...
(7)Any expressed intention on the part of the defendant as to his future dealings with his English assets.
(8)Connections between a defendant company and other companies which have defaulted on arbitration awards or judgments .
(9)The defendant΄s behaviour in response to the plaintiff΄s claims: a pattern of evasiveness, or unwillingness to participate in the litigation or arbitration, or raising thin defences after admitting liability, or total silence, may be factors which assist the plaintiff.» Ο παράγων της ευκολίας ή δυσκολίας μεταφοράς ή εξαφάνισης των περιουσιακών στοιχείων επισημαίνεται με γλαφυρό τρόπο από τον Lawton L.J. στη θεμελιακή υπόθεση Third Chandris Shipping Corporation ν. Unimarine S.A.
(1979)1 Q.B. 645, 670: «Nowadays defaulting on debts has been made easier for the foreign debtor by the use of corporations, many of which hide the indentities of those who control them, and of so-called flags of convenience together with the development of world wide banking and swift communications. By a few words spoken into a radio telephone or tapped out on a telex machine bank balances can be transferred from one country to another and within seconds can come to rest in a bank which is untraceable or, even if known, such balances cannot be reached by any effective legal process.» Στο βιβλίο του Marion Hetheringhton «Mareva Injunctions» σελ. 46 υποδεικνύεται ότι η πραγματική αρχή η οποία διέπει το στοιχείο της μεταφοράς ή διάθεσης περιουσιακών στοιχείων είναι ότι ο ενάγων θα παραμείνει με μια ανικανοποίητη απόφαση. Ο ευπαίδευτος συγγραφέας παραπέμπει στο πιο κάτω απόσπασμα από την εφετειακή απόφαση στην Montecchi v. Shimco (U.K.) Ltd
(1979)1 W.L.R. 1180, 1183: « ... the basis of the Mareva injunction is that there has to be a real reason to apprehend that if the injunction is not made, the intending plaintiff in this country may be deprived of a remedy against the foreign defendant whom he seeks to sue». Στην προκείμενη περίπτωση, το περιουσιακό στοιχείο των Εναγομένων 2 και 3 το οποίο συνιστά το αντικείμενο δέσμευσης του προσωρινού Διατάγματος, είναι ακίνητη ιδιοκτησία και αυτή, ως εκ της φύσης της δύσκολα θα μπορούσε να διατεθεί ή εξαφανισθεί. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει αποδειχθεί στο Δικαστήριο η οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3 αναφορικά με την αποξένωση της, που είναι ένας παράγοντας ο οποίος, αν και δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στο σύνολο των περιστάσεων. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 3 αναφορικά με την οικονομική ευρύτητα των Εναγομένων (παράγραφος 24 της ένορκης δήλωσης του που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης), που έθεσαν υπό αμφισβήτηση του ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί της δεινής οικονομικής κατάστασης των Εναγομένων 1 και 2, - και οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι από πλευράς του -, είναι επίσης ένας παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη σε ότι αφορά το κατά πόσο ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Περαιτέρω, σημειώνω ότι η μόνιμη κατοικία των Εναγομένων είναι στην Ελλάδα, σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου ο μηχανισμός της αμοιβαίας εκτέλεσης αποφάσεων, είναι, βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, διαθέσιμος. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 12/08/2013, ο Ενάγοντας γνωρίζει όλα τα αναγκαία στοιχεία αναφορικά με τους Εναγομένους 2 και 3 (αριθμό δελτίου ταυτότητας, Α. Φ. Μ και τόπο διαμονής) ώστε να μπορεί, σε μεταγενέστερο, αν το επιθυμεί, να τους εντοπίσει ή να ερευνήσει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων επ' ονόματι τους στην Ελλάδα (όπως έπραξε στην Κύπρο και εντόπισε περιουσία τους), για σκοπούς εκτέλεσης μιας ενδεχόμενα εκδοθείσας προς όφελος του και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, απόφασης. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι, ούτε και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ικανοποιείται. Τέλος, αναφέρω ότι από τη στιγμή που η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του Ενάγοντα και ότι δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, περιττεύει η εξέταση του κριτηρίου για το πού κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας[xiv]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς, απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 13/12/2013 ακυρώνεται. Ως προς το θέμα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος του Ενάγοντα / Αιτητή και υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 / Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Άρθρο 2 του ΕΚ 44/
  2. [ii] Άρθρο 3 του ΕΚ 44/
  3. [iii] Άρθρο 24 του ΕΚ 44/
  4. [iv] Άρθρο 25 του ΕΚ 44/
  5. [v] Άρθρο 21
(1)(α) και (β) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960. [vi] Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203. [vii] "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1 C.L.R. 729. [viii] Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1 Α.Α.Δ. (E) 729, και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 1160. [ix] Σαφαρίνο Λτδ. ν. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 ΑΑΔ 1059. [x] Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α. Α. Δ. 217 [xi] Zein κ.ά. ν. Π. Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α. Α. Δ. 606, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α. Α. Δ. 598 και Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α. Α. Δ. 1453) [xii] Πολιτική Έφεση Αρ.:10244, Γεώργιου Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M. Vraets
(1999)1 Α. Α. Δ. 1475). [xiii] Δέστε επί του προκείμενου τις υποθέσεις Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1E Α.Α.Δ. 750, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1Β Α.Α.Δ 1453, Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1858, Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377, A. Messios & Sons Ltd και άλλος ν. Ανδρέας Λεωνίδα, Πολιτική Έφεση αρ. 277/2007, ημερομηνίας 18/02/2010, και Πολιτική Έφεση Αρ. 61/2007, ημερομηνίας 25/01/2008, Romir Monitoring ν. MB Romir Holdings Ltd,
(2008)1Α Α. Α. Δ 106, Πολιτική Έφεση Αρ. 10945, ημερομηνίας 19/12/2002, Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού,
(2002)1Γ Α. Α. Δ. 1980, Πολιτική Έφεση Αρ. 11049, ημερομηνίας 21/12/2001, Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd, 1 Α. Α. Δ.2118 και Πολιτική Έφεση Αρ. 131/2009, ημερομηνίας 29/01/2010, Dimitry Rybolovlev ν. Elena Rybolovleva. [xiv] Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980 και Cayne v. Global Natural Resources plc. [1984] 1 All E.R. 225. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.