V.K.C.A QUALITY LTD ν. JONATHAN HALL κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 3738/2012, 19/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 3738/2012 V.K.C.A QUALITY LTD Ενάγουσας - και - 1. JONATHAN HALL 2. AMANDA FRANCES DEVINE Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 19/03/2014 Αίτηση Για Έκδοση Παραμερισμό του Κλητήριου Εντάλματος της Αγωγής ημερομηνίας 26/11/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κα. Κ. Σοφοκλέους για κα. Α. Παύλου Για την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση: κα. Μ. Κουσιάππα για Αντώνης Παπαλλής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σ' αυτή την αγωγή, οι Εναγόμενοι είναι και δύο Άγγλοι υπήκοοι. Στις 31/10/2012, η Ενάγουσα εξέδωσε και σφράγισε σε σχέση μ' αυτούς το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, αφού είχε προηγουμένως εξασφαλίσει σχετική άδεια από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.2, κ. 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»). Ακολούθως, στις 02/11/2012, η Ενάγουσα εξασφάλισε διάταγμα από το Δικαστήριο για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το διάταγμα εκδόθηκε ως ακολούθως: « . Χορηγεί Άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (out of jurisdiction) του εν λόγω κλητήριου εντάλματος ή/και ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος . Περαιτέρω Διατάττει Και Δίδει Άδεια για επίδοση του ως άνω κλητήριου της αγωγής ή/και ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος στην διεύθυνση των εναγομένων . σύμφωνα με τον Κανονισμό 1393/2007 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. . Περαιτέρω Διατάττει όπως οι εναγόμενοι καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης στην πιο πάνω αγωγή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του κλητήριου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης κλητήριου .» Ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος της αγωγής προς τους εναγομένους εκδόθηκε και σφραγίστηκε στις 10/12/2012. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, πριν προηγηθεί οποιοδήποτε διαδικαστικό διάβημα στην υπόθεση, στις 24/05/2013, οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην υπόθεση μέσω δικηγόρου. Στις 11/06/2013 ακολούθησε αίτηση της Ενάγουσας για απόφαση λόγω της παράλειψης των εναγομένων να καταχωρήσουν εντός της προβλεπόμενης από τους Θ. Π. Δ. προθεσμίας, την έκθεση υπεράσπισης τους. Αυτή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 25/06/2013, ημερομηνία κατά την οποία η δικηγόρος των εναγομένων αιτήθηκε από το Δικαστήριο αναβολή της ακροάσεως της και παράταση του χρόνου για την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων. Η ενάγουσα, δεν προέβαλε ένσταση στο αίτημα των εναγομένων και το Δικαστήριο, εγκρίνοντας το αίτημα, παρέτεινε τον χρόνο καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης τους μέχρι την 07/12/2013. Όρισε δε την εν λόγω αίτηση για απόφαση, για ακρόαση, στις 09/12/2013. Η υπό κρίση αίτηση των εναγομένων, καταχωρήθηκε στις 26/11/2013. Μ' αυτήν, οι εναγόμενοι αξιώνουν ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα απορρίπτον και/ή παραμερίζον και/ή ακυρώνων την αγωγήν και/ή το κλητήριο ένταλμα και/ή την μέχρι σήμερον διαδικασίαν στην παρούσα αγωγή ως αντικανονική και/ή ως αντιβαίνουσα στους Διαδικαστικούς Θεσμούς. Β. Απόρριψη της αίτησης ημερομηνίας 11/06/2013 για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης με έξοδα εναντίον των Αιτητών». Η αίτηση βασίζεται στους Θ. Π. Δ. στις Δ.64, κ. 5 και Δ.48 και επί των Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση δεν υποστηρίχθηκε από ένορκο δήλωση. Τα δε γεγονότα που την υποστηρίζουν, εκτίθενται στην ίδια την αίτηση. Σε γενικές γραμμές, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι στις 22/04/2013 τους επιδόθηκε «ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος της αγωγής ειδικώς οπισθογραφημένο μαζί με την αξίωση, και μεταφρασμένα στα αγγλικά, αλλά χωρίς την μετάφραση ή/και επίδοση της ειδικής οπισθογράφησης». Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η σύνταξη και η καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης τους[1] ήταν αδύνατη, «καθ' ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν ή/και αμέλησαν μέχρι και σήμερα να επιδώσουν στους εναγομένους πιστό αντίγραφο της οπισθογράφησης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος ή/και πιστό αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης». Κατ' αρχήν, σε σχέση με την αίτηση των εναγομένων και το προαναφερόμενο χρονικό γεγονότων, διαπιστώνω τα ακόλουθα: Την 22/01/2014 - και πριν την εκδίκαση της υπό εξέταση Αίτησης στις 04/02/2014 -, οι εναγόμενοι καταχώρησαν έκθεση υπεράσπισης. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση, δεν προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου, κρίνω ότι η αίτηση τους θα έπρεπε να είχε υποστηριχθεί από ένορκη δήλωση στην οποία αυτά θα εκτίθονταν σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48, κ. κ. 1, 9(
- u)των Θ. Π. Δ. Και εξηγώ. Στον φάκελο του Δικαστηρίου δεν ετέθη από πλευράς ενάγουσας οτιδήποτε που να αποδεικνύει την επίδοση της «ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος της αγωγής ειδικώς οπισθογραφημένου», προφανώς λόγω της εμφάνισης των εναγομένων στην διαδικασία με την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης τους εντός της προθεσμίας που καθορίστηκε από το Δικαστήριο στο διάταγμα του ημερομηνίας 21/11/2012. Γεγονός που καθιστούσε αναγκαία την καταχώριση ένορκης δήλωση από πλευράς εναγομένων δια της οποίας να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα που κατ' ισχυρισμών τους υποστηρίζουν την αίτηση τους. Ειδικότερα, ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαίο να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μαρτυρία ως προς το τι ακριβώς τους επιδόθηκε από πλευράς ενάγουσας. Ως εκ τούτου, η αίτηση δεν έχει υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου αυτή μπορεί να βασιστεί ή/και για να μπορεί να εξεταστεί αποτελεσματικά και με ασφάλεια από το Δικαστήριο και γι' αυτόν τον λόγο η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Σε κάθε όμως περίπτωση, θα εξετάσω την αίτηση και επί της ουσίας της, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί η ανωτέρω κατάληξη του Δικαστηρίου λανθασμένη. H Διαταγή 64 των Θ. Π. Δ. επί της οποίας η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, προνοεί τα ακόλουθα: «1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς.
- Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση». Από το λεκτικό της Δ.64 των Θ. Π. Δ. προκύπτει ότι αυτή, για να τύχει εφαρμογής, θα πρέπει να εντοπιστεί από το Δικαστήριο μη συμμόρφωση με τους Θ. Π. Δ. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Ως εκ τούτου, στην αφετηρία εξέτασης της αίτησης είναι τούτο το ζήτημα. Εντοπίζεται στην παρούσα περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Θ. Π. Δ. σε ότι αφορά το θέμα που εγείρεται από τους εναγομένους, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.64 των Θ. Π. Δ.; Η απάντηση στο ερώτημα είναι, αρνητική. Και εξηγώ. Σύμφωνα με την Δ.6, κ. 6 των Θ. Π. Δ., όταν ο εναγόμενος δεν είναι Κύπριος υπήκοος, θα πρέπει να του επιδοθεί ειδοποίηση κλητήριου εντάλματος - στον σχετικό τύπο που καθορίζεται από τους θεσμούς - και όχι το κλητήριο ένταλμα καθ' αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση και οι δύο εναγόμενοι είναι Άγγλοι υπήκοοι, άρα ορθά τους έχει επιδοθεί μόνο ειδοποίηση του κλητήριου της παρούσας αγωγής και όχι το κλητήριο ένταλμα καθ' αυτό. Το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/11/2012, παρά το ατυχές της πρόνοιας του περί επιδόσεως «κλητήριου εντάλματος ή/και ειδοποίησης κλητήριου εντάλματος», η διάζευξη που συμπεριλήφθηκε σ' αυτό, ήτοι μεταξύ της επίδοσης ειδοποίησης κλητήριου εντάλματος και κλητήριου εντάλματος, έδιδε την ευχέρεια στην ενάγουσα να επιδώσει στους εναγομένους μόνο ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος, όπως επιβαλλόταν και από την περίσταση βάσει της Δ.6, κ. 6 των Θ. Π. Δ. Το τι ακριβώς έπρεπε να επιδοθεί από την ενάγουσα στους εναγομένους, καθορίστηκε από το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/11/2012, το οποίο είναι και το μόνο που καθορίζει την νομική υποχρέωση της ενάγουσας για επίδοση του εναρκτήριου μέσου της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής στους εναγομένους εκτός δικαιοδοσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, για σκοπούς συμμόρφωσης με την προαναφερθείσα Δ.6, κ. 6 των Θ. Π. Δ., η ενάγουσα ορθά επίδωσε ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος στους εναγομένους. Και τούτο ανεξαρτήτως από το ότι η έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας εκδόθηκε και εν τέλει η επίδοση συντελέστηκε βάσει του ΕΚ 1393/
- Υποστηριχτική της θέσης αυτής είναι και η υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau και άλλων, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, ημερομηνίας 13/09/2013, στην οποία, σε σχέση με το θέμα αυτό αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο ίδιος ο ΕΚ 1393/07 δεν κατονομάζει τα έγγραφα που θα πρέπει να επιδοθούν σε κάθε περίπτωση. Επομένως προκύπτει σαφώς ότι τα έγγραφα που θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να επιδίδονται, είναι αυτά που καθορίζονται στο διάταγμα του δικαστηρίου που διατάζει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και κάθε έγγραφο που προβλέπεται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ή διαδικαστικούς κανονισμούς». Σχετική επί του προκείμενου είναι και η υπόθεση Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A. N. Kyjmin, Πολιτική Έφεση Αρ. 115/2007, ημερομηνίας 11/11/2009[i]. Πουθενά στους Θ. Π. Δ. δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε διάταξη που να ορίζει ότι πέραν της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος της αγωγής βάσει της Δ.6 κ. 6 των Θ. Π. Δ., η ενάγουσα είχε περαιτέρω υποχρέωση να επιδώσει στους εναγομένους και το κλητήριο ένταλμα της αγωγής (Αν και παρενθετικά σημειώνω ότι κατά την άποψη μου, η ορθή πρακτική επιβάλλει όπως τούτο συνοδεύει την επίδοση της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος εν πάση περιπτώσει). Ως εκ τούτου οι εναγόμενοι μπορούσαν, αφού τούτο εκρίθη και ήταν απαραίτητο, να εφοδιαστούν με το αντίγραφο του κλητήριου εντάλματος της αγωγής, κάνοντας χρήση των προνοιών της Δ.63, κ.9 των Θ. Π. Δ. Ούτε όμως αυτό χρειάστηκε, αφού όπως φαίνεται από τα αναντίλεκτα γεγονότα που παρουσιάστηκαν από πλευράς της ενάγουσας προς υποστήριξη της ένστασης της, οι δικηγόροι της ενάγουσας απέστειλαν δια τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς αντίγραφο του κλητήριου της αγωγής στην δικηγόρο των εναγομένων στις 13/11/
- Δηλαδή, πριν από την καταχώριση στο Δικαστήριο της υπό εξέταση αίτησης στις 26/11/
- Σε κάθε περίπτωση, παρατηρώ ότι ακόμη και εάν υποτεθεί ότι η παράλειψη επίδοσης του κλητήριου εντάλματος της αγωγής υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, συνιστά παράλειψη συμμόρφωσης της ενάγουσας με τους Θ. Π. Δ., κρίνω ότι τούτη συνιστά, υπό τις περιστάσεις, θεραπεύσιμη παρατυπία. Και εξηγώ. Οι εναγόμενοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα που τους παρέχεται λόγω της ισχυριζόμενης παρατυπίας, κατά τρόπο, αν όχι ρητό, εξυπακουόμενα, με την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης τους στις 22/01/2014 και, μάλιστα πριν ακόμα η Αίτηση αυτή εκδικαστεί από το Δικαστήριο. Τούτο, καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν δυσμενώς επηρεαστεί λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Σημασία έχει ότι η ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος της αγωγής που αποτελεί το εναρκτήριο έγγραφο της διαδικασίας, περιήλθε σε γνώση των εναγομένων οι οποίοι δεν έχουν ερημοδικήσει και έχουν καταχωρήσει και την έκθεση υπεράσπισης τους[ii]. Ως εκ τούτου, αν μπορούσε να υποτεθεί ότι η προκείμενη περίπτωση συνιστούσε παρατυπία, θα εξέδιδα διάταγμα άρσης της με το να διατάξω την επίδοση του κλητήριου της αγωγής στους εναγομένους. Για τους προαναφερόμενους όμως λόγους τούτο δεν είναι αναγκαίο. Σχετική επί του προκριμένου είναι η απόφαση στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκου ν. Κυριάκου Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010, ημερομηνίας 17/12/2013[iii]. Στηρίζουσα αυτής της κατάληξης, είναι και η υπόθεση Earlsfield Steel ανωτέρω. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς, απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται σε βάρος των εναγομένων / αιτητών και υπέρ της ενάγουσας / καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Και ενώ είχε ήδη καταχωρηθεί εναντίον τους η αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης τους να καταχωρήσουν εντός της προβλεπόμενης από τους Θ. Π. Δ. προθεσμίας, την έκθεση υπεράσπισης τους. [i] Σ' αυτήν αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Δύο είναι τα ερωτήματα που τίθενται. Το πρώτο είναι, ποια ακριβώς έγγραφα είχαν υποχρέωση να επιδώσουν οι Εφεσείοντες και το δεύτερο κατά πόσο η υποχρέωση τους να μεταφράσουν επεκτείνεται σε όλα τα έγγραφα που ζήτησαν να επιδοθούν ή μόνο σε εκείνα στα οποία είχαν υποχρέωση να επιδώσουν. Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσείοντες υποστηρίζει ότι η Δ.6, θ.7 μιλά για «το έγγραφο το οποίο θα επιδοθεί» και αυτό δεν μπορεί να αναφέρεται σε άλλο έγγραφο από την Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος. Από την άλλη ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εφεσίβλητους εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που οι Εφεσείοντες ζήτησαν άδεια για να επιδώσουν τα συγκεκριμένα έγγραφα και το Δικαστήριο συμπεριέλαβε τα συγκεκριμένα έγγραφα στο Διάταγμά του, όφειλαν να συμμορφωθούν. Κατά την άποψή μας η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι απλή και δίδεται τόσο από το ίδιο το Διάταγμα όσο και από τη Δ.48, θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το ίδιο το Διάταγμα διατάσσει όπως επιδοθούν 3 έγγραφα: (α) η Ειδοποίηση, (β) η αίτηση ημερ. 14.12.05 και (γ) το ίδιο το Διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Κατά την άποψή μας από αυτό και μόνο το γεγονός προκύπτει νομική υποχρέωση επίδοσης των τριών εγγράφων. Πέραν τούτου η νομική υποχρέωση προκύπτει και από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με την μονομερή αίτηση ημερ. 14.12.05 η Δ.48, θ.13 προβλέπει ότι:- «
- Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Επομένως, η μονομερής αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνόδευε ορθώς είχαν συμπεριληφθεί στα έγγραφα που είχαν αποσταλεί για επίδοση. Αναφορικά με το Διάταγμα ημερ. 21.12.05, η Δ.48, θ.12 προβλέπει ότι σε περίπτωση διατάγματος που εξασφαλίζεται μετά από μονομερή αίτηση, τέτοιο διάταγμα θα είναι δεσμευτικό για το διάδικο από την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτόν επίσημου αντιγράφου της μονομερούς αίτησης. Η συγκεκριμένη πρόνοια κατά την κρίση μας επιβεβαιώνει έστω και εμμέσως ότι τόσο το διάταγμα όσο και η μονομερής αίτηση θα πρέπει να επιδίδονται. Εν πάση περιπτώσει το Διάταγμα ούτως ή άλλως θα έπρεπε να επιδοθεί, ώστε να λάβουν γνώση οι Εφεσίβλητοι της πρόνοιας για το χρόνο μέσα στον οποίο θα έπρεπε να καταχωρίσουν εμφάνιση (βλ. Δ.6, θ.5). Το ότι η Διαταγή 6 δεν προβλέπει ρητά για επίδοση του Διατάγματος, δεν αναιρεί την υποχρέωση για επίδοση, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση το Διάταγμα δεν θα μετατρεπόταν σε δεσμευτικό, τουλάχιστον αναφορικά με το χρόνο εμφάνισης. Το ότι η Δ.6, θ.7
(1)(α) προβλέπει για «το έγγραφο το οποίο θα επιδοθεί» δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού το θέμα διέπεται ειδικότερα από τις γενικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τις πρόνοιες της Δ.48, θ.θ.12 και
- Επομένως, όλα τα έγγραφα που επισύναψαν οι Εφεσείοντες ήταν στο πλαίσιο νομικής υποχρέωσης που οι ίδιοι είχαν δυνάμει τόσο του Διατάγματος όσο και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι για μια «πιο ολοκληρωμένη ενημέρωση των εφεσιβλήτων», όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος τους. Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο ερώτημα που αφορά στα έγγραφα που θα έπρεπε να μεταφραστούν. Η απάντηση είναι και εδώ απλή. Οι Εφεσείοντες όφειλαν να συμμορφωθούν και με τις πρόνοιες της Δ.6, θ.7 η οποία προβλέπει ότι:- «
- Όπου δίδεται άδεια από το Δικαστήριο ή το Δικαστή για επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης περί τέτοιου κλητηρίου σε οποιαδήποτε ξένη χώρα, με την οποία σύμβαση που σχετίζεται με τέτοια επίδοση έχει συναφθεί ή θα επεκταθεί στην Κύπρο, η ακόλουθη διαδικασία πρέπει να υιοθετείται, τηρουμένων οποιωνδήποτε ειδικών όρων της σύμβασης:-
(1)Ο διάδικος ο οποίος αιτείται . τέτοιας επίδοσης πρέπει να καταχωρήσει στον Πρωτοκολλητή παράκληση (request) σύμφωνα με τον Τύπο 7, η οποία παράκληση (request) πρέπει να αναφέρει κατά πόσο η επίδοση είναι επιθυμητό να πραγματοποιηθεί (
- i)απευθείας μέσω του Βρετανού Πρόξενου, ή (
- ii)μέσω της αλλοδαπής δικαστικής αρχής, και πρέπει να συνοδεύεται από - (α) το έγγραφο, το οποίο θα επιδοθεί· (β) δύο αντίγραφά του - στην περίπτωση της Γαλλίας τρία αντίγραφα· (γ) μετάφραση (του εγγράφου) στην επίσημη γλώσσα της χώρας στην οποία πρόκειται να γίνει η επίδοση, επαληθευμένη ενόρκως από ή εκ μέρους του προσώπου, το οποίο προβαίνει στην παράκληση· και (δ) δύο αντίγραφα της μετάφρασης. Όταν η επίδοση ζητείται να γίνει σε Βρετανό υπήκοο μέσω του Βρετανού Πρόξενου, η μετάφραση και τα αντίγραφά της δεν είναι ανάγκη - εκτός στην περίπτωση της Τουρκίας - να παρασχεθούν.» Ο πιο πάνω θεσμός προβλέπει για την επίδοση εγγράφων δυνάμει Διεθνών Συμφωνιών και δεν αφορά περιπτώσεις που έγγραφα επιδίδονται δυνάμει της Δ.6, θ.6, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν δυνάμει του Κυρωτικού Νόμου 8(ΙΙΙ)/05, το Άρθρο 3 του οποίου προβλέπει ότι:- «Άρθρο 3 Γλώσσα 1. Αιτήσεις για παροχή νομικής συνδρομής και τα παραρτήματα τους θα συντάσσονται στη γλώσσα του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους και θα συνοδεύονται από πιστοποιημένα αντίγραφα της μετάφρασης στη γλώσσα του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους ή στην αγγλική. 2. Έγγραφα που εξασφαλίζονται μέσω εκτέλεσης αιτημάτων για συνδρομή θα ετοιμάζονται στη γλώσσα του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.» Είναι φανερό ότι το πιο πάνω άρθρο συμπληρώνει τη Δ.6, θ.7, προσφέροντας υπαλλακτική μέθοδο μετάφρασης στην αγγλική γλώσσα. Το Άρθρο 3 περιλαμβάνει πρόνοιες που αφορούν στη γλώσσα, όχι μόνο για τις αιτήσεις για παροχή νομικής συνδρομής αλλά και για «τα παραρτήματα» τέτοιων αιτήσεων. Κατά την κρίση μας «τα παραρτήματα» δεν μπορεί να αναφέρονται σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση για παροχή νομικής συνδρομής. Από τη στιγμή που υπήρχε νομική υποχρέωση όπως τα τρία έγγραφα επιδοθούν, τότε δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων της Δ.6, θ.7 και εκείνων του Άρθρου 3 του Κυρωτικού Νόμου 8(ΙΙΙ)/05, όλα τα έγγραφα θα έπρεπε να είχαν μεταφραστεί είτε στην επίσημη γλώσσα της χώρας στην οποία θα γινόταν η επίδοση είτε στην αγγλική γλώσσα. Από τη στιγμή που μόνο η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος μεταφράστηκε, είναι φανερό ότι η επίδοση έγινε κατά παράβαση του Νόμου και ορθώς ακυρώθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Με δεδομένη την πιο πάνω παράλειψη των Εφεσειόντων, το μόνο που απομένει να εξετάσουμε είναι την τελευταία εισήγηση του δικηγόρου τους ότι πρόκειται για απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64. Από την άλλη ο συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ενώ δεν φαίνεται να αμφισβητεί την εφαρμογή της Δ.64, εντούτοις θεωρεί ότι η εφαρμογή της «προϋποθέτει υποβολή αίτησης για θεραπεία της παρατυπίας», κάτι που δεν έγινε. Με την τροποποίηση της Δ.64 καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ της μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστούσε τη διαδικασία άκυρη και της μη συμμόρφωσης, η οποία απλώς καθιστούσε τη διαδικασία παράτυπη. Με τη νέα Δ.64 οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους θεσμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί εκτός και αν κριθεί θεμελιώδης. Με αυτό τον τρόπο δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να θεραπεύει παρατυπίες, οι οποίες πριν την τροποποίηση θα οδηγούσαν σε ακύρωση του δικονομικού μέτρου (βλ. Karl Heinz Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ.
- Στην προκειμένη περίπτωση η παρατυπία αναφορικά με παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θα μπορούσε να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.
- Όμως η παράβαση που διαπιστώνεται της διακρατικής Συμφωνίας, η οποία κυρώθηκε με τον πιο πάνω Νόμο, κατά την άποψή μας δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με το μηχανισμό της Δ.64, εφόσον αυτή η διαδικασία αφορά στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε άλλες παρατυπίες άσχετες με τους Θεσμούς. Επομένως η εισήγηση για θεραπεία της παρατυπίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή». [ii] Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau και άλλων, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, ημερομηνίας 13/09/2013, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Ειδικά η περίπτωση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας καλύπτεται από τη Δ.6 στην οποία περιέχονται λεπτομερέστατες πρόνοιες ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Μάλιστα η Δ.6 θ.5 περιέχει και συγκεκριμένες πρόνοιες ως προς το περιεχόμενο του ιδίου του διατάγματος. Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48 θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού (βλ. Alder v. Orlowski, C-325/11, ημερ. 19.12.2012, ανωτέρω). Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχετικά Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 356 και Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc
(2010)1Β AAΔ 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί». [iii] Σ' αυτήν, έντιμος κ. Γ. Ερωτοκρίτου Δ. Α. Δ., αφού ανέλυσε την νομική πτυχή της Δ.64 των Θ. Π. Δ. ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Βασικά η νέα Δ.64 κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513. Στην προκειμένη περίπτωση η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση. Επομένως, είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτεται πλήρως από τη Δ.64 θ.1
(1)και
(3)και ότι η διαδικασία δεν έπρεπε να παραμεριστεί, αλλά το δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να την θεραπεύσει. Όπως υποδείξαμε και πιο πάνω, η σημασία τυχόν μη συμμόρφωσης με τη Δ.2 θ.6
(4)δεν είναι πλέον τόσο σοβαρή και ουσιώδης ώστε να μην θεωρηθεί θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, ιδιαίτερα όταν δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του Εφεσείοντος, όπως στην παρούσα περίπτωση. Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο λόγο έφεσης που αφορά στον τρόπο που το πρωτόδικο δικαστήριο επέλεξε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να θεραπεύσει την παρατυπία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα θεωρεί εσφαλμένη την έκδοση διατάγματος απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας. Ήταν η θέση του ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, αλλά θα έπρεπε να αφήσει τον Εφεσίβλητο να αποταθεί ο ίδιος στο δικαστήριο για άρση της παρανομίας. Προς υποστήριξη της θέσης του, επικαλείται τις υποθέσεις Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1Α ΑΑΔ 298, Αρέστη ν. Ερμογένους
(2010)1(Γ) ΑΑΔ
- Δεν συμφωνούμε με τις θέσεις του Εφεσείοντος. Οι υποθέσεις στις οποίες έκαμε αναφορά δεν υποστηρίζουν ένα τέτοιο άκαμπτο κανόνα. Αντίθετα στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, στην οποία έκαμε αναφορά ο δικηγόρος του Εφεσείοντος, το Εφετείο υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν στην αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union, ανωτέρω, ανέφερε τα εξής:- «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
- Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: "Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred to in Ord. 2, r. 1
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord. 2, r. 1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord. 2, r. 2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may 'make such order ... dealing with the proceedings generally as it thinks fit'. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.". .............................. (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64.» Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία» (βλ. σελ. 381 της απόφασης). Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη ν. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω δύο υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. Δεν χρειάζεται και ούτε και θα ήταν ορθό να αποφασίσουμε τελεσίδικα την εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθότι δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας έφεσης» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο