ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ν. ADAMOS G. MANOLI & SON PROPERTIES AND DEVELOPMENT LTD, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1199/2010, 11/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1199/2010 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ Εναγόντων - και - ADAMOS G. MANOLI & SON PROPERTIES AND DEVELOPMENT LTD Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 11/03/2014 Αίτηση Για Έκδοση Εντάλματος Εκποίησης Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερομηνίας 05/09/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Λουκαϊδης για Δρ. Ανδρέας Ποιητής & Σια Για την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση: κ. Κ. Μουτσουρής --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό εξέταση Αίτηση, οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση Εντάλματος Πώλησης επτά τεμαχίων ακίνητης ιδιοκτησίας που ανήκουν στην Εναγόμενη τα οποία έχουν επιβαρυνθεί με την εγγραφή δικαστικής απόφασης (memorandum) υπ' αρ. Ε. Β. 223/2011 ημερομηνίας 28/04/
- Η απόφαση εκδόθηκε εναντίον της Εναγομένης στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής στις 09/03/2011 και αφορά ποσόν €6.364,03 με τόκο 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 06/12/2010 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30/06 και 31/12 έκαστου έτους, συν €1.311 έξοδα με τόκο 5,5% ετησίως επί του ποσού των €1.283 από 23/04/2010 μέχρι εξοφλήσεως και Φ. Π. Α. επί του ποσού των €1.
- Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Άρθρα 22 έως 71 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς στην Δ.42, κ. κ. 1 έως
- Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Χρύσας Πρωτογήρου ημερομηνίας 05/09/2013, που είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Η εκδοθείσα απόφαση και οι λεπτομέρειες της. II. Ότι η Εναγομένη δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό έναντι του χρέους της. III. Ότι η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτης επτά τεμαχίων ακίνητης ιδιοκτησίας, πλήρης λεπτομέρειες των οποίων καταγράφονται. IV. Ότι τα εν λόγω ακίνητα είναι βεβαρημένα με την εγγραφή δικαστικής απόφασης (memorandum) υπ' αρ. Ε. Β. 223/2011 ημερομηνίας 28/04/2011 προς όφελος των Εναγόντων. V. Ότι η Εναγομένη στερείται κινητής περιουσίας ικανής να ικανοποιήσει δια εκποίησης της το εξ αποφάσεως χρέος. VI. Ότι τα επίδικα ακίνητα δεν χρησιμοποιούνται για σκοπούς στέγασης της εναγομένης ή της οικογένειας της. VII. Ότι η Εναγομένη δεν έχει την κατοικία στα επίδικα ακίνητα. VIII. Ως Τεκμήριο Α παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αντίγραφο του πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Οι Εναγόμενοι / Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση εγείροντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: I. Δεν έχει επιδοθεί με την αίτηση οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού με σημερινά υπόλοιπα ή ακόμη δεν έχει επιδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου και έτσι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν γνωρίζουν το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο. II. Δεν προσδιορίζεται η αξία των ακινήτων που με την παρούσα αίτηση επιζητείται διάταγμα πώλησης τους. III. Η αίτηση παραβιάζει τις πρόνοιες του Νόμου και των θεσμών και ότι η παρούσα αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθ' ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις της ισχύουσας νομοθεσίας. IV. Το εξ αποφάσεως χρέος είναι κατά πολύ χαμηλότερο σε σχέση με την περιουσία των εναγομένων που ζητείται διάταγμα πώλησης της. Το εξ αποφάσεως χρέος με βάση την ένορκη δήλωση των αιτητών / εναγόντων είναι πολύ μικρό και δεν δικαιολογείται να ζητείται η πώληση έξι ακινήτων των καθ' ων η αίτηση. V. Οι Εναγόμενοι δεν στερούνται κινητής περιουσίας. VI. Δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες του νόμου και δεν ειδοποιήθηκαν οι ενυπόθηκοι δανειστές και αυτοί που έχουν εγγράψει ΜΕΜΟ. VII. Η καταχώριση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση διακιωμάτων και/ή κατάχρηση και/ή καταστρατήγηση των διαδικασιών και του χρόνου του Δικαστηρίου. VIII. Αδικαιολόγητα και καταχρηστικά ενέγραψαν ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ223/2011 επί όλης της περιουσίας των καθ' ων η αίτηση στις 28/04/
- Η Ένσταση, βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Μέρος 5, Άρθρα 22 έως 71, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.42 και Δ.64, και επί των συμφυών εξουσιών και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Την Ένσταση της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, συνοδεύει και υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου Μανώλη Γεωργίου, που είναι διευθυντής της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Δεν προσδιορίζεται η αξία των ακινήτων της Εναγομένης των οποίων οι Ενάγοντες ζητούν την πώληση. Το εξ αποφάσεως χρέος της Εναγομένης είναι δυσανάλογο με την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης στο σύνολο της, της οποίας η αξία είναι πολύ μεγαλύτερη. Οι Ενάγοντες, όφειλαν να είχαν παρουσιάσει εκτιμήσεις των εν λόγω ακινήτων στο Δικαστήριο. II. Οι Εναγομένοι δεν στερούνται κινητής περιουσίας, ούτε και συναινούν στην πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας τους αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης. Οι Ενάγοντες όφειλαν πρώτα να κινηθούν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον της κινητής περιουσίας της Εναγομένης. III. Δεν ειδοποιήθηκαν οι ενυπόθηκοι δανειστές της Εναγομένης. Προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού της Εναγομένης, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Γ, πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που εξασφαλίστηκε από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων ολοκληρώνεται με τα όσα καταγράφονται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 12/11/2013 που καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, με την οποία δηλώνεται ότι το Τμήμα Κτηματολογίου δεν φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, νοουμένου ότι θα τηρηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 28 του Κεφ. 6 για τα εμπράγματα βάρη που υπάρχουν κατά σειρά προτεραιότητας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό και δικαιοδοτικό πλαίσιο που προσδίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει ένταλμα εκτέλεσης δικαστικής απόφασης καθορίζεται από το Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 22 του Κεφ. 6: «Κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο και που απευθύνθηκε στον επιτετραμμένο με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Κεφ. 6: «Η ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μόνο την εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου: Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι αυτόν και την οικογένεια του: Νοείται επίσης ότι, όταν ο οφειλέτης χρέους είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του ...» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βάσει του Άρθρου 24 του Κεφ. 6, κανένα ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο κατόπι αίτησης προς το Δικαστήριο και μετά από προηγούμενη γνωστοποίηση της αίτησης προς τον οφειλέτη χρέους. Όταν δε η ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας η εκποίηση αξιώνεται βαρύνεται με υποθήκη, το Άρθρο 28 του Κεφ. 6 προνοεί ότι: «(α) ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο, αφού το ενυπόθηκο χρέος καταστεί πληρωτέο, να πληρώσει στον ενυπόθηκο δανειστή εκ μέρους του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, όλα τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα και δύναται να προσθέσει τα χρήματα που πληρώθηκαν με τον τρόπο αυτό στο ποσό του χρέους από δικαστική απόφαση και το δικαστήριο όταν ικανοποιηθεί ότι τα ασφαλιζόμενα με την υποθήκη χρήματα έχουν πληρωθεί, δύναται να διατάξει την πώληση της ιδιοκτησίας (β) αν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνηθεί να δεχτεί την προσφορά των ασφαλισμένων με την υποθήκη χρημάτων που έγινε σε αυτόν από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, το Δικαστήριο δύναται με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή να διατάξει όπως η ιδιοκτησία πωληθεί υπό τέτοιους όρους ως προς την πληρωμή από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή στο Δικαστήριο ή την εξασφάλιση του ενυπόθηκου χρέους από αυτόν με άλλο τρόπο, όπως το Δικαστήριο θα κρίνει σκόπιμο (γ) ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται αντί να πληρώσει ή να προσφέρει στον ενυπόθηκο δανειστή τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα, να γνωστοποιήσει σε αυτόν την πρόθεση του να ζητήσει από το Δικαστήριο έκδοση εντάλματος πώλησης στην αίτηση αυτή και αφού ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής παράσχει ασφάλεια που ικανοποιεί το Δικαστήριο για τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν κατά την πώληση ή σε σχέση με αυτήν, δύναται να εκδοθεί ένταλμα για πώληση της ιδιοκτησίας, το οποίο ορίζει την επιφυλαχθείσα από το Δικαστήριο προσφορά για την εξασφάλιση των χρημάτων τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται δυνάμει της υποθήκης και αν δεν υπάρξει προσφορά ίση με την επιφυλαχθείσα η ιδιοκτησία δεν πωλείται (δ) το ποσό χρημάτων το οποίο εισπράττεται κατόπι πώλησης δυνάμει της παραγράφου (γ), εφόσον αυτό επαρκεί, διατίθεται για πληρωμή πρώτα του οφειλόμενου βάσει της υποθήκης ποσού δεύτερο, των εξόδων της πώλησης τρίτο, του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους και το υπόλοιπο, αν υπάρχει ανήκει στον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους (ε) αν το ποσό που εισπράχτηκε με τον τρόπο αυτό δεν επαρκεί για την αποπληρωμή ολόκληρου του ενυπόθηκου χρέους και των εξόδων της πώλησης, ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής είναι υπεύθυνος για το έλλειμμα, αλλά δύναται, αν το Δικαστήριο θεωρήσει σκόπιμο να διατάξει κατ' αυτό τον τρόπο, να προσθέσει το ποσό του ελλείμματος στο ποσό του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ως έξοδα εκτέλεσης: Νοείται ότι όταν το ακίνητο βαρύνεται με δύο ή περισσότερες υποθήκες- (α) οι διατάξεις των παραγράφων (α), (γ), (δ) και (ε) θα εφαρμόζονται σε όλες αυτές τις υποθήκες, στα χρηματικά ποσά που ασφαλίζονται με αυτές και στους αντίστοιχους ενυπόθηκους δανειστές (β) αν ο ενυπόθηκος δανειστής οποιασδήποτε τέτοιας υποθήκης αρνηθεί να αποδεχθεί πληρωμή του ασφαλισμένου με την υποθήκη αυτή χρηματικού ποσού, με την προσφορά αυτού από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή όπως προνοείται στην παράγραφο (α), οι διατάξεις της παραγράφου (β) του άρθρου αυτού θα εφαρμόζονται στον πιο πάνω ενυπόθηκο δανειστή, στην αντίστοιχη υποθήκη και στο ασφαλισμένο με αυτή χρηματικό ποσό». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 40 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται, κατά την έκδοση εντάλματος, να δώσει οδηγίες να μην πωληθεί η ιδιοκτησία εκτός αν το ποσό που προσφέρεται είναι ίσο ή υπερβαίνει την επιφυλαχθείσα τιμή η οποία ορίζεται από το Δικαστήριο. Κάθε τέτοια οδηγία δύναται να δοθεί από το Δικαστήριο με αίτηση του προσώπου του οποίου η ιδιοκτησία διατάχτηκε να πωληθεί και αφού αυτό εξασφαλίσει, κατά τέτοιο τρόπο ως το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει, την πληρωμή οποιασδήποτε πρόσθετης δαπάνης που δυνατό να συνεπάγεται η οδηγία αυτή. Αν δοθεί τέτοια οδηγία η επιφυλαχθείσα τιμή πρέπει σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται στο ένταλμα πώλησης και καμιά πλειοδοσία ή προσφορά δεν γίνεται αποδεκτή, εκτός αν είναι ίση με την επιφυλαχθείσα τιμή ή υπερβαίνει αυτή. Προκύπτει από τις συνδυασμένες πρόνοιες των προαναφερόμενων Άρθρων 22, 23, 24 και 28 του Κεφ. 6, ότι ένταλμα εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: I. Αντίγραφο της διά κλήσεως αίτησης για έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, πρέπει να έχει επιδοθεί στον Καθ' ου η Αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστη. II. Να έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση για χρέος το οποίο δεν έχει εξοφληθεί. III. Να έχει συναινέσει ο εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστης στην πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας του, ή να έχει προηγηθεί ένταλμα πώλησης κινητής ιδιοκτησίας του το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο, ή όταν φαίνεται ότι πράγματι ο Καθ' ου η Αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε κινητή ιδιοκτησία. IV. Η ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστη Καθ' ου η Αίτηση στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου. V. Όταν πρόκειται για ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία συμπεριλαμβάνεται ολικά ή μερικά κατοικία πρέπει να αφήνεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγη η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι' αυτόν και την οικογένεια του. VI. Όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειάς του. VII. Ο εκ δικαστικής απόφασης δανειστής, όταν ακίνητη ιδιοκτησία που πρόκειται να πωληθεί βαρύνεται με υποθήκη και δεν πληρώσει ή προσφέρει στον ενυπόθηκο δανειστή τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα, ως δύναται να πράξει, πρέπει να γνωστοποιήσει στον ενυπόθηκο δανειστή την πρόθεση του να ζητήσει από το Δικαστήριο διάταγμα πώλησης της ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ακολούθως, πρέπει να ορίζεται επιφυλαχθείσα τιμή από το Δικαστήριο για την εξασφάλιση των χρημάτων τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται δυνάμει της υποθήκης. Το δικονομικό πλαίσιο που καθορίζει τα της διαδικασίας έκδοσης ενταλμάτων εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας προσδιορίζεται από την Διάταξη 42 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτής, μια τέτοια αίτηση, πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά και να αποκαλύπτει τα ακόλουθα: I. Πρέπει να γίνεται διά κλήσεως και να υποστηρίζεται από σχετική ένορκο δήλωση[1] που βεβαιώνει ότι το εξ αποφάσεως χρέος εξακολουθεί να οφείλεται, ή να αναφέρεται ποιο είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτού και να αναφέρει όλα τα ποσά που διεκδικούνται ως έξοδα παρεπόμενα της εκτέλεσης. Στην ένορκο δήλωση πρέπει επίσης να παρατίθεται λεπτομερώς ο αριθμός των μελών της οικογένειας του οφειλέτη, η οικία που παραμένει σ' αυτόν για διαμονή και όπου είναι αναγκαίο, η ακίνητη ιδιοκτησία που θα εξαιρεθεί σαν αναγκαία για τη συντήρηση του χρεώστη και της οικογένειάς του. Περαιτέρω και σε συνέχεια των προαναφερόμενων, στην ένορκο δήλωση πρέπει επίσης να δηλώνεται από τον Αιτητή ότι, εξ όσων αυτός καλύτερα πιστεύει, επαρκής πρόνοια για τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειας του έχει, από αυτή την άποψη, γίνει. II. Σ' αυτήν πρέπει να αναφέρεται η ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας επιδιώκεται η πώλησή, ο αριθμός εγγραφής, η τοποθεσία, το είδος της ακίνητης ιδιοκτησίας και η έκταση της. Πρέπει επίσης να εκτίθεται το οφειλόμενο ποσό ή υπόλοιπο, η ανάκτηση του οποίου επιδιώκεται με το ένταλμα εκποίησης της ακίνητης ιδιοκτησίας και θα πρέπει να παρουσιάζονται με την αίτηση στο Δικαστήριο αποδείξεις ή άλλη μαρτυρία προς υποστήριξη οποιονδήποτε εκταμιεύσεων. III. Επίσημο αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου της οποίας η εκτέλεση επιδιώκεται με την αίτηση, θα πρέπει να παρουσιάζεται στο Δικαστήριο με την Αίτηση. IV. Περαιτέρω, με την Αίτηση θα πρέπει να παρουσιάζεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου στο οποίο πρέπει να φαίνεται ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του εξ' αποφάσεως οφειλέτη Καθ' ου η Αίτηση. V. Αντίγραφο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει πρέπει να επιδοθεί στον εξ αποφάσεως οφειλέτη Καθ' ου η Αίτηση. Εκείνο που προβάλλει έντονα από τις πιο πάνω πρόνοιες του Κεφ. 6 και της σχετικής Δ.42 των Θ. Π. Δ., είναι ο επιτακτικός χαρακτήρας τους και η αυστηρότητα που θα πρέπει να υπάρχει στην τήρηση τους. Κάθε παρέκκλιση μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης. Αυτό είναι λογικό και αυτονόητο λόγω της δραστικότητας αυτού του μέτρου εκτέλεσης που οδηγεί στην απώλεια της ακίνητης περιουσίας ενός οφειλέτη. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σ' ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν, χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Εξετάζοντας την παρούσα Αίτηση στη βάση του προαναφερόμενου νομικού πλαισίου που προσδίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει ένταλμα εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, διαπιστώνω τα ακόλουθα: Η εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης Καθ' ης η Αίτηση αμφισβητεί ότι έχει συναινέσει στην πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας της, ή ότι αυτή δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε κινητή ιδιοκτησία έναντι της οποίας να μπορεί η δικαστική απόφαση να τύχει εκτέλεσης. Οι ισχυρισμοί της αυτοί, που έχουν υποβληθεί δια της ένορκης δήλωσης του διευθυντή της που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης της στην υπό εξέταση Αίτηση, έχουν παραμείνει αναντίλεκτοι. Και τούτο γιατί η Αιτήτρια δεν έκανε χρήση των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και δεν καταχώρησε συμπληρωματική ένορκο δήλωση, ή εν πάση περιπτώσει, δεν αιτήθηκε την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος, σε ότι αφορά τα εν λόγω ισχυριζόμενα από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση γεγονότα. Αυτό, αναπόφευκτα οδηγεί στην κατάληξη ότι η Αιτήτρια, δεν απέσεισε το σχετικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της ότι η εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει πράγματι στην κατοχή της κινητή ιδιοκτησία, με καταλυτικές, για την τύχη της Αίτησης της, συνέπειες[i]. Περαιτέρω, κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ένταλμα εκποίησης κινητής ιδιοκτησίας της Καθ' ης η Αίτηση έχει επιστραφεί ανικανοποίητο. Από τον φάκελο του Δικαστηρίου, και παρά την περί του αντιθέτου αναφορά του δικηγόρου των Αιτητών κατά την αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι δεν έχει εκδοθεί ένταλμα για εκποίηση της κινητής ιδιοκτησίας της Καθ' ης η Αίτηση για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα και ανεξάρτητα της πιο πάνω διαπίστωσης μου, παρατηρώ περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας αναφορικά το ότι ένταλμα εκποίησης κινητής ιδιοκτησίας της Καθ' ης η Αίτηση έχει επιστραφεί ανικανοποίητο, έχει επίσης αμφισβητηθεί από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της και πάλι παρέμεινε αναντίλεκτος από πλευράς Αιτήτριας. Δεν συμφωνώ με τον δικηγόρο των Αιτητών ότι τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Yukos Finance BV και άλλοι ν. Halebay Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 180/2009, ημερομηνίας 08/03/2013 υποστηρίζουν την θέση τους: ότι δηλαδή υποχρέωση απόδειξης ότι η Καθ' ης η Αίτηση πράγματι στερείται κινητής ιδιοκτησίας, είχε η ίδια η Καθ' ης η Αίτηση. Η περίπτωση που εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή, αφορούσε Αίτηση για παρακοή διατάγματος - η οποία ξεχωρίζει για τα ιδιαίτερα περιστατικά της και το ιδιαίτερο της φύσης της -, στην οποία η ένσταση που καταχωρήθηκε εναντίον της αίτησης, συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση στην οποία δεν αναφέρονταν γεγονότα, παρά μόνο δηλωνόταν από τον ενόρκων δηλών ότι υιοθετούσε τους λόγους ένστασης. Κατά την εκδίκαση της αίτησης το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε την καταχώριση ένορκης δήλωσης από πλευράς Καθ' ων η Αίτηση, - το περιεχόμενο μάλιστα της οποίας η αιτήτρια δεν γνώριζε -, η οποία όμως αφορούσε την υποχρέωση τους για συμμόρφωση με το Διάταγμα Αποκάλυψης τύπου Norwich, αντικείμενο της αίτησης για παρακοή, που έπρεπε να καταχωρηθεί στο Δικαστήριο όπως καθοριζόταν σ' αυτό. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασιζόμενο σε γεγονότα που περιέχονταν στην ένορκο δήλωσης συμμόρφωσης με το Διάταγμα Αποκάλυψης τύπου Norwich, απέρριψε την αίτηση για παρακοή, αφού με την εν λόγω ένορκο δήλωση υποστηριζόταν θετικά από τους Καθ' ων η Αίτηση η αδυναμία συμμόρφωσης τους με το διάταγμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού τόνισε ότι: «Το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτητής, ο οποίος και έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση του (Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 750). Όπως τονίστηκε ιδιαιτέρως στην πιο πάνω απόφαση, η έλλειψη μαρτυρίας που να αποδεικνύει τα αμφισβητούμενα γεγονότα, καθιστά την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ακροσφαλή και την όποια απόφασή του υποκείμενη σε ακύρωση». ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, γιατί τα γεγονότα επί των οποίων βασίστηκε το Δικαστήριο ως προς την αδυναμία συμμόρφωσης των Καθ' ων η Αίτηση με το διάταγμα αποκάλυψης, περιέχονταν στην ένορκο δήλωση συμμόρφωσης με το Διάταγμα Αποκάλυψης - την καταχώριση της οποίας λανθασμένα αποδέχθηκε το Δικαστήριο - και όχι στην ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση για παρακοή. Στην προκείμενη περίπτωση τα γεγονότα - με την γενικότητα που αυτά παρατέθηκαν στην ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, περί του ότι η Καθ' ης η Αίτηση στερείται κινητής περιουσίας ικανής να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος - αμφισβητήθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση και οι Αιτητές είχαν, ως εκ τούτου, υποχρέωση να αποδείξουν αυτό τον ισχυρισμό τους και απέτυχαν να το πράξουν. Η Καθ' ης η Αίτηση, δεν είχε υποχρέωση να καλύψει με την μαρτυρία που παρουσίασε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της ένστασης της, - ή εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία αυτή δεν θα μπορούσε να καλύψει -, τα όποια κενά ή αδυναμία είχε η αίτηση των Αιτητών[ii]. Σε συνέχεια των προαναφερομένων, θα απέρριπτα την Αίτηση και για ένα άλλο λόγο. Τούτος έχει να κάνει με το γεγονός ότι, όλα τα προς εκποίηση τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας, - ως έχει διαφανεί από την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση -, είναι υποθηκευμένα, και το Δικαστήριο, που, βάσει του Άρθρου 28 του Κεφ. 6, έχει υποχρέωση να καθορίσει την επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης τους (για την εξασφάλιση των χρημάτων τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται δυνάμει των υποθηκών), δεν μπορεί να το πράξει, γιατί τίποτε το σχετικό δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας από πλευράς Αιτητών. Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι για πλείστα από αυτά τα ακίνητα, ενυπόθηκος δανειστής είναι οι ίδιοι οι Αιτητές, διότι σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι ξεκάθαρο πότε θα θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί η ενυπόθηκη οφειλή με την οποία η ακίνητη ιδιοκτησία βαρύνεται. Και εξηγώ. Ο καθορισμός επιφυλαχθείσας τιμής και το ύψος της τιμής αυτής είναι αποφασιστικής σημασίας στοιχείο, που προσλαμβάνει διάσταση επιτακτικής μορφής καθήκοντος προς το Δικαστήριο που καλείται να εκδώσει ένταλμα πώλησης ακίνητης περιουσίας. Συνδυασμένη ερμηνεία των προνοιών των παραγράφων (β), (γ), (δ) και (ε) του Άρθρου 28 του Κεφ. 6 καθιστά φανερό ότι η πρόθεση του Νομοθέτη είναι ότι η πώληση ενυπόθηκης περιουσίας για ικανοποίηση εξ αποφάσεως χρέους επιτρέπεται μόνο όταν προηγουμένως ικανοποιηθεί ο ενυπόθηκος δανειστής ή όταν με την διαταγή για πώληση διασφαλίζεται η κατά προτεραιότητα πληρωμή της ενυπόθηκης οφειλής. Είναι ολοφάνερο ότι το καθήκον καθορισμού επιφυλαχθείσας τιμής δεν τίθεται για να καταστεί δυνατή η εξόφληση του εξ αποφάσεως πιστωτή, αλλά η εξασφάλιση πληρωμής της οφειλής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει και στην εξέταση της συνύπαρξης στην προκείμενη περίπτωση των υπόλοιπων προϋποθέσεων έκδοσης διατάγματος εκποίησης ακίνητης περιουσίας, σε περίπτωση που η απόφαση του Δικαστηρίου κριθεί, κατ' έφεση, λανθασμένη. Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες προϋποθέσεις που πρέπει να συνυπάρχουν για την έκδοση διατάγματος εκποίησης ακίνητης περιουσίας, παρατηρώ ότι αυτές πληρούνται. Η Αίτηση έγινε με κλήση και αντίγραφο της μετά της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, επιδόθηκε δεόντως στην Καθ' ης η Αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστη. Από την Αίτηση φαίνεται ότι έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση για χρέος το οποίο συγκεκριμενοποιείται και βεβαιώνεται ότι δεν έχει εξοφληθεί. Επίσημο αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου της οποίας η εκτέλεση επιδιώκεται με την αίτηση δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, όμως επειδή δηλωτικό της εν λόγω απόφασης βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, κρίνω ως θεραπεύσιμη της παρατυπία αυτή. Η δε ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας η εκποίηση επιδιώκεται και η οποία συγκεκριμενοποιείται με όλη την αναγκαία λεπτομέρεια στην αίτηση, είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της Καθ' ης η Αίτηση στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου. Προς απόδειξη τούτου του ισχυρισμού, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου στο οποίο φαίνεται ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση. Σ' αυτό το συμπέρασμα κατέληξα, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι νομικό και όχι φυσικό πρόσωπο, πράγμα που θέτει άνευ εξέτασης το κατά πόσο η ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας η εκποίηση επιδιώκεται αποτελεί κατοικία του καθ' ου η αίτηση και της οικογένειας του, ή εάν αυτή είναι απολύτως αναγκαία στην Καθ' ης η Αίτηση για την διεξαγωγή του επαγγέλματος του γεωργού. Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται ότι ένας τέτοιος ή παρόμοιος, κατ' αναλογίαν, ισχυρισμός, δεν προβλήθηκε από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το γεγονός ότι όλα τα προς εκποίηση τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας είναι υποθηκευμένα παρατηρώ τα ακόλουθα. Πλείστα απ' αυτά είναι υποθηκευμένα στην ίδια την Αιτήτρια, πλην των Τεμαχίων με Αριθμούς Εγγραφής 0/7027 και 0/7028 που είναι υποθηκευμένα προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας Λτδ. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας Λτδ. κλητεύθηκε να είναι παρούσα και έλαβε γνώση της πιο πάνω διαδικασίας. Κατά την διαδικασία ακρόασης της Αίτησης, ο δικηγόρος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας Λτδ δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει ένσταση στην Αίτηση, νοουμένου ότι θα τηρηθούν οι πρόνοιες του σχετικού Νόμου σε ότι αφορά την ικανοποίηση των εξασφαλισμένων πιστωτών βάσει της προτεραιότητας των εμπράγματων βαρών που υπάρχουν επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εξ αποφάσεως οφειλέτη / Καθ' ης η Αίτηση. Ως εκ τούτου η σχετική ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές δεν έλαβαν γνώση της παρούσας διαδικασίας, δεν ευσταθεί. Ούτε και ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ επειδή δεν έλαβε γνώση της παρούσας Αίτησης η αίτηση πρέπει για τον λόγο αυτό να απορριφθεί, καθ' ότι αυτή δεν είναι ενυπόθηκος δανειστής. Από την μαρτυρία που παρουσίασε η Καθ' η Αίτηση στο Δικαστήριο η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ έχει εγγράψει ως εμπράγματο βάρος δικαστικές αποφάσεις επί κάποιων από τα ακίνητα, αλλά δεν είναι ενυπόθηκος δανειστής, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 28 του Κεφ. 6. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς, απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων / Αιτητών και υπέρ της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε σχετικά την Δ.48, κ. 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. [i] Δέστε επί του προκείμενου τις υποθέσεις Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1E Α.Α.Δ. 750, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1Β Α.Α.Δ 1453, Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1858, Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377, A. Messios & Sons Ltd και άλλος ν. Ανδρέας Λεωνίδα, Πολιτική Έφεση αρ. 277/2007, ημερομηνίας 18/02/2010, και Πολιτική Έφεση Αρ. 61/2007, ημερομηνίας 25/01/2008, Romir Monitoring ν. MB Romir Holdings Ltd,
(2008)1Α Α. Α. Δ 106, Πολιτική Έφεση Αρ. 10945, ημερομηνίας 19/12/2002, Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού,
(2002)1Γ Α. Α. Δ. 1980, Πολιτική Έφεση Αρ. 11049, ημερομηνίας 21/12/2001, Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd, 1 Α. Α. Δ.2118 και Πολιτική Έφεση Αρ. 131/2009, ημερομηνίας 29/01/2010, Dimitry Rybolovlev ν. Elena Rybolovleva. [ii] Sons of Afif Yamout και άλλων ν. Schiffahart - Ges. Elbe M. B. H. & Co.
(1994)1 CLR 191 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο