← Κύπρος

Χαράλαμπος Κατρίνη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1822/09, 26/3/2014

Χαράλαμπος Κατρίνη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1822/09, 26/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1822/09 Μεταξύ:

  1. Χαράλαμπος Κατρίνη
  2. Μαρίας Κατρίνη Εναγόντων -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου ------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 26 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Αλεξάνδρου για Γεώργιο Γεωργίου (για να ακούσει απόφαση κα. Βαρναβίδου) Για Εναγόμενη Δημοκρατία: κα Γρηγορίου (για να ακούσει απόφαση κ. Καρύδης ασκούμενος δικηγόρος) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες 1 και 2 αξιώνουν ειδικές και γενικές αποζημιώσεις. Ο μεν Ενάγοντας 1 αξιώνει €781,50- ως ειδικές αποζημιώσεις και η Ενάγουσα 2 αξιώνει ποσό ύψους €17.086- για τις ζημιές που υπέστη το όχημά της συνεπεία τροχαίου ατυχήματος το οποίο επισυνέβη στις 17/05/2007 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας 1 ήταν ο οδηγός του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΚΚF233, τύπου Lexus, ενώ η Ενάγουσα 2 ήταν η νόμιμη ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου οχήματος. Κατά ή περί την 17/05/2007 ενώ ο Ενάγοντας 1 οδηγούσε νόμιμα το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF233, στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας, με κατεύθυνση την Λάρνακα. Μετά το χωριό Κόσιη λόγω της βροχόπτωσης και των κακοτεχνιών στην κατασκευή του δρόμου υπήρχε συσσωρευμένο νερό στο οδόστρωμα. Λόγω της κακοτεχνίας και της παράλειψης επαρκούς συντήρησης του δρόμου ή και της απουσίας συστήματος συλλογής όμβριων υδάτων το οδόστρωμα κατέστη ολισθηρό με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας 1 να απολέσει τον έλεγχο του οχήματος του, λόγω του ότι είχε εισέλθει σε λιμνάζοντα ύδατα επί του οδοστρώματος και στη συνέχεια να προσκρούσει στο σιδερένιο προστατευτικό κιγκλίδωμα αριστερά του δρόμου με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές τόσο στο κιγκλίδωμα καθώς και στο όχημά του, το οποίο υπέστη εκτεταμένες ζημιές ή και καταστράφηκε ολοσχερώς. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1 το ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική ή και στην αυξημένη αμέλεια του Εναγόμενου ή και των υπαλλήλων του ή και των υπηρετών του. Ως λεπτομέρειες αμέλειας ή και παράβασης των νόμιμων καθηκόντων του Εναγόμενου καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι παρέλειψε ή και αδιαφόρησε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την επαρκή συντήρηση του δρόμου, ότι παρέλειψε ή και αδιαφόρησε να δημιουργήσει ή και να εφαρμόσει ένα σύστημα συλλογής ή και διοχέτευσης όμβριων υδάτων, ότι παρέλειψε ή και αδιαφόρησε να προειδοποιήσει με σήμανση ή και σηματοδότηση, ότι παρέλειψε ή και αδιαφόρησε να λάβει όλα τα ασφαλή μέτρα με σκοπό τη διασφάλιση της ασφάλειας των πολιτών που χρησιμοποιούν το δρόμο, ότι παρέλειψε να συντηρεί επαρκώς το δρόμο ή και να τον διατηρεί σε ασφαλή κατάσταση έτσι ώστε να μην εγκυμονεί κινδύνους γι' αυτούς που τον χρησιμοποιούν, ότι παρέλειψε να προβαίνει σε τακτικό έλεγχο του δρόμου, ότι παρέλειψε να προνοήσει ή και να προβλέψει τους κινδύνους για τους οδηγούς από τη συσσώρευση όμβριων υδάτων, ότι παρέλειψε και ή αδιαφόρησε να λάβει οποιαδήποτε ή και οποιαδήποτε επαρκή ή και αποτελεσματικά μέτρα ή και προφυλάξεις ώστε να αποφευχθεί το συγκεκριμένο ατύχημα, ότι παρέλειψε ή και αδιαφόρησε να εκτιμήσει τους κινδύνους ή και εξέθεσε τον Ενάγοντα 1 σε κίνδυνο ο οποίος μπορούσε να αποφευχθεί, ότι παρέβηκε τα νόμιμα καθήκοντα του, ότι παρέλειψε να επιδιορθώσει το οδόστρωμα έτσι ώστε να μην σχηματίζεται βαθούλωμα και να συσσωρεύονται όμβρια ύδατα και γενικά συμπεριφέρθηκε αμελώς χωρίς να επιδεικνύει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή για τα οχήματα και τις ανθρώπινες ζωές που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Επιπρόσθετα ο Ενάγοντας 1 επικαλείται την αρχή του «res ipsa loquitur». Αποτέλεσμα της αμέλειας του Εναγόμενου ήταν η ολοσχερής καταστροφή του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KKF233, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας
  3. Ως λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών του Ενάγοντα 1 καταγράφεται το ποσό των €500-, το οποίο είχε καταβληθεί στη Κυπριακή Δημοκρατία για την αντικατάσταση των προστατευτικών δοκών, το ποσό των €85-, το οποίο είχε καταβληθεί για την ετοιμασία της αστυνομικής έκθεσης και το ποσό των €196,50-, ποσό το οποίο είχε καταβληθεί σε ειδικό για την ετοιμασία επιστημονικής έκθεσης. Ως ειδικές ζημιές απαιτείται από την Ενάγουσα 2 το ποσό των €17.086-, το οποίο αφορά την αξία του οχήματος με αριθμό εγγραφής KKF233 το οποίο είχε καταστραφεί ολοσχερώς κατά το δυστύχημα. Ο Γενικός Εισαγγελέας στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε ισχυρίστηκε ότι στο σημείο του αυτοκινητοδρόμου Λευκωσίας-Λάρνακας, παρά τη Κόσιη, όπου ο Ενάγοντας 1 ισχυρίζεται ότι επισυνέβη το ατύχημα τα οχήματα κινούντο απρόσκοπτα και τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του δρόμου ήταν σύμφωνα με τις σχετικές προδιαγραφές. Παράλληλα ισχυρίστηκε ότι υπάρχει σύστημα συλλογής όμβριων υδάτων με φρεάτια, δίπλα από το τσιμεντένιο διαχωριστικό, στη δεξιά άκρη του αυτοκινητοδρόμου το οποίο ήταν και είναι καλά συντηρημένο και οι σχάρες των φρεατίων ήταν καθαρές, υπήρχε επίσης η προβλεπόμενη σήμανση και σηματοδότηση ενώ τα ερείσματα ήταν ικανοποιητικά και ασφαλτοστρωμένα. Σε σχέση δε με τη λειτουργική κατάσταση του οδοστρώματος στο συγκεκριμένο σημείο οι μετρήσεις της Μονάδας Συντήρησης του οδικού δικτύου του Τμήματος Δημοσίων Έργων κατέδειξαν ότι στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπάρχει πρόβλημα ολισθηρότητας αλλά ούτε και πρόβλημα επιπεδότητας κατά μήκος και εγκαρσίως ενώ ο δρόμος είναι κατηφορικός και τα νερά της βροχής δεν μπορούν να λιμνάζουν. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και της παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Ενάγοντα 1 καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι οδηγούσε με υπερβολική ή και υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος εγκαίρως ή και επαρκώς ή και καθόλου, ότι παρέλειψε να κάνει τους αναγκαίους ελιγμούς ή και χειρισμούς ή και να χειριστεί το όχημά του υπό τις συνθήκες που επιβάλλονταν προς αποφυγή του δυστυχήματος, ότι παρέλειψε να ελαττώσει ταχύτητα ή και να σταματήσει ή και να κάνει οτιδήποτε ώστε να μην προσκρούσει στο σιδερένιο προστατευτικό κιγκλίδωμα, ότι παρέλειψε να έχει οποιαδήποτε ή και τη δέουσα κατόπτευση του συγκεκριμένου δρόμου ή και να βλέπει μπροστά, ότι δεν έλαβε υπόψη τις συνθήκες ή και την κατάσταση του δρόμου που οδηγούσε και ότι παρέλειψε να αντιληφθεί τα προειδοποιητικά σήματα. Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγόμενου ότι η αρχή του «res ipsa loquitur» δεν εφαρμόζεται. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγόντων 1 και 2 μαρτυρία δόθηκε από τέσσερεις μάρτυρες. Πρώτος, έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας 1, Χαράλαμπος Κατρίνη, Μ.Ε.
  4. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ο ίδιος οδηγούσε, κατά το χρόνο του δυστυχήματος, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KKF223 του οποίου ιδιοκτήτρια είναι η μητέρα του, Ενάγουσα
  5. Στις 17/05/2007 και ενώ οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας -Λάρνακας, με κατεύθυνση την Λάρνακα, χρησιμοποιώντας το cruise control με ταχύτητα 90χλμ. Λόγω του ότι έβρεχε πολύ σε κάποιο σημείο του δρόμου υπήρχε συσσωρευμένο νερό στο δρόμο με αποτέλεσμα όταν πέρασε από το συγκεκριμένο σημείο να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Ο ίδιος δεν ανέμενε να βρει στο δρόμο λιμνάζοντα νερά και όταν τα είδε δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε. Αποτέλεσμα ήταν το ατύχημα και η ολική καταστροφή του αυτοκινήτου. Ακόμα και όταν μειώθηκε η βροχόπτωση στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου υπήρχαν στάσιμα νερά ενώ στον υπόλοιπο δρόμο δεν υπήρχε συσσωρευμένο νερό. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν σε άριστη κατάσταση όπως σε άριστη κατάσταση ήταν και τα ελαστικά του. Κλήθηκε η Αστυνομία και όταν έφθασε στο χώρο του ατυχήματος ο αστυνομικός ήταν εκνευρισμένος γιατί στο συγκεκριμένο σημείο γίνονταν τακτικά δυστυχήματα και ο ίδιος ο αστυφύλακας είχε προβεί σε παραστάσεις. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι το ατύχημα είχε γίνει γύρω στις 14:20-14:30 ενώ ο ίδιος οδηγούσε από Λευκωσία προς Λάρνακα. Λίγο πριν το διχάλι της Λάρνακας είχε αρχίσει να βρέχει και η βροχόπτωση ήταν δυνατή και έντονη. Ήταν η θέση του ότι στο σημείο που είχε επισυμβεί το ατύχημα ο δρόμος ήταν ευθύς. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος κρατούσε τη δεξιά λωρίδα του δρόμου και λόγω της βροχόπτωσης δεν υπήρχε αρκετή ορατότητα. Υποστήριξε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχουν πινακίδες σε σχέση με την ταχύτητα αλλά ο ίδιος δεν τις είχε προσέξει. Ο ίδιος είχε ενεργοποιήσει το «cruise control», λόγω των καιρικών συνθηκών, στα 90χλμ. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε διαπιστώσει τη συσσώρευση του νερού στο δρόμο μετά που πέρασε από πάνω. Αρνήθηκε τη θέση ότι ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο είναι σε καλή κατάσταση καθώς και ότι στο συγκεκριμένο σημείο ο δρόμος είναι κατηφορικός. Υποστήριξε ότι ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο είναι ευθύς. Δεν είχε προσέξει κατά πόσο υπήρχαν φρεάτια στο δρόμο και ούτε και γνώριζε κατά πόσο υπήρχε σύστημα συλλογής όμβριων υδάτων, το οποίο να είναι καλά συντηρημένο. Ισχυρίστηκε ότι ακόμα και όταν έφυγε από το μέρος του δυστυχήματος υπήρχε συσσωρευμένο νερό στο δρόμο αφού η βροχόπτωση συνεχιζόταν. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και υποστήριξε ότι ήταν προσεκτικός στην οδήγησή του. Μαρτυρία δόθηκε και από το Γεώργιο Τζιηρκαλλή, Μ.Ε.2, εκτιμητή ζημιών οχημάτων και εμπειρογνώμονα τροχαίων δυστυχημάτων. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, το βιογραφικό του σημείωμα και ως Τεκμήριο 2 την Έκθεση που είχε ετοιμάσει σε σχέση με το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του είχε εξετάσει, στις 22/05/2007 και στις 13/06/2007, το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF233, μάρκας Lexus και είχε προβεί σε εκτίμηση των ζημιών του. Ήταν η θέση του ότι οι ζημιές του οχήματος είχαν προκύψει λόγω υδρολίσθησης, «aquaplan», του αυτοκινήτου στο δρόμο. Εξήγησε ότι η υδρολίσθηση μπορεί να παρουσιαστεί όταν στις μεγάλες ταχύτητες με υγρό οδόστρωμα σχηματίζεται μεταξύ ελαστικού και ασφάλτου μια υγρή σφήνα η οποία εξουδετερώνει την πρόσφυση στο οδόστρωμα και αφήνει το όχημα ακυβέρνητο. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν το ύψος του νερού πάνω στο δρόμο υπερβαίνει το βάθος του αυλακιού του πέλματος του ελαστικού, το ελάχιστο επιτρεπτό βάθος αυλακιού είναι 1.6 mm, όταν ένα όχημα τρέχει με μεγάλη ταχύτητα καθώς εισέρχεται στη λίμνη νερού. Σε σχέση με κάθε ένα από τους πιο πάνω παράγοντες εξήγησε ότι η παρουσία νερού στο δρόμο μπορεί να οδηγήσει στην υδρολίσθηση, ιδιαίτερα όταν το ύψος του νερού πάνω στο δρόμο υπερβαίνει το βάθος του αυλακιού του πέλματος του ελαστικού. Σε σχέση δε με την αυξημένη ταχύτητα ισχυρίστηκε ότι στην Κύπρο το μέγιστο όριο ταχύτητας είναι τα 100χλμ και δεν αναμένει κάποιος, όταν υπάρχουν καλής ποιότητας ελαστικά στο όχημα, να συμβεί υδρολίσθηση με ταχύτητα 90χλμ, που ήταν η ταχύτητα που του είχε αναφέρει ο Ενάγοντας 1, εκτός αν υπάρχει νερό στην άσφαλτο του οποίου το βάθος είναι μεγαλύτερο από το πέλμα του ελαστικού. Ο ίδιος είχε ελέγξει τα ελαστικά του συγκεκριμένου οχήματος και τα είχε βρει σε καλή κατάσταση. Οπόταν κατέληξε ότι αιτία του δυστυχήματος ήταν το συσσωρευμένο νερό στο οδόστρωμα. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τα γεγονότα, δηλαδή η βροχόπτωση και η ταχύτητα, του είχαν λεχθεί από τον οδηγό του οχήματος. Δεν τα είχε διαπιστώσει ο ίδιος προσωπικά ούτε και είχε επισκεφθεί τη σκηνή του δυστυχήματος. Την κατάσταση του δρόμου δε, την είχε ελέγξει, ήταν η θέση του η Αστυνομία. Κατά την άποψη του η παρουσία νερού στον αυτοκινητόδρομο είναι η πρώτη αιτία που μπορεί να οδηγήσει στην υδρολίσθηση. Πέρσι, ήταν ο ισχυρισμός του διερευνήθηκαν οκτώ τέτοια δυστυχήματα. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο οδηγός του οχήματος να οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα. Είχε βασιστεί στις διαπιστώσεις της Αστυνομίας, οι οποίες αποτύπωναν ότι υπήρχε συσσωρευμένο νερό στον αυτοκινητόδρομο. Όταν του υποβλήθηκε ότι το σύστημα συλλογής όμβριων υδάτων ήταν καλά συντηρημένο ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι αν έτσι είχαν τα πράγματα τότε θα έπρεπε να μην υπάρχει νερό στο δρόμο ή το σύστημα συλλογής όμβριων υδάτων ήταν κλειστό. Κατέληξε, ότι απαγορεύεται η συσσώρευση νερού σε αυτοκινητόδρομο πλην όμως κατά τη διάρκεια βροχόπτωσης στο δρόμο Λάρνακας- Λευκωσίας διαπιστώνεται η παρουσία συσσωρευμένων νερών και έχουν γίνει πολλά δυστυχήματα. Καθόρισε την αξία του οχήματος πριν το δυστύχημα στις €17,000- και μετά το δυστύχημα στα €1,700-. Καθόρισε την ζημιά του αυτοκινήτου στις Λ.Κ.9.000-. Στην συνέχεια δόθηκε μαρτυρία από τον Α/Αστ.662 κ. Χριστοδούλου, Μ.Ε.3, ο οποίος το 2007 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Είχε επισκεφθεί τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και είχε ετοιμάσει αστυνομική έκθεση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Στην αστυνομική έκθεση είχε καταγράψει ότι υπήρχε συσσωρευμένο νερό στο οδόστρωμα του δρόμου, ότι οδηγός του επίδικου οχήματος ήταν ο Χαράλαμπος Κατρίνης και τη συγκεκριμένη ημέρα υπήρχε βροχόπτωση. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του λόγω της δυνατής βροχόπτωσης υπήρχε συσσωρευμένο νερό το οποίο έτρεχε στο δρόμο. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του δεν υπήρχαν λιμνάζοντα νερά. Ο ίδιος είχε κρίνει ότι δεν υπήρχε λόγος να καταχωριστεί ποινική δίωξη εναντίον του οδηγού του οχήματος καθότι ήταν βροχερός ο καιρός και ο δρόμος ολισθηρός και γι' αυτό ο οδηγός είχε απολέσει τον έλεγχο του οχήματός του. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα υπήρχε αρκετή βροχόπτωση και είχε χρειαστεί 20 λεπτά για να φτάσει στη σκηνή του δυστυχήματος. Κατά την άφιξη του είχε διαπιστώσει ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε βαθούλωμα ή ανωμαλία στο δρόμο και ότι στο σημείο του ατυχήματος το οδόστρωμα ήταν καλό. Όμως υπήρχε συσσώρευση νερού στο δρόμο, η οποία κατά τη δική του άποψη, στο συγκεκριμένο σημείο, οφειλόταν στην βροχόπτωση. Υποστήριξε ότι δεν θα μπορούσε να προβεί σε μετρήσεις, σε σχέση με την ταχύτητα του αυτοκινήτου, γιατί το αυτοκίνητο είχε μετακινηθεί από το σημείο σύγκρουσης. Δεν είχε ελέγξει κατά πόσο υπήρχαν φρεάτια ούτε και είχε ελέγξει κατά πόσο υπήρχαν πινακίδες σε σχέση με την ταχύτητα. Επανεξετασθείς επεξήγησε ότι υπήρχε συσσωρευμένο νερό στο δρόμο το οποίο έτρεχε κατά μήκος της ασφάλτου λόγω της βροχόπτωσης. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Λοχ.1272 κ. Μουστάκας, Μ.Ε.4, ο οποίος είχε εκπαιδευτεί στην Αστυνομική Ακαδημία σε σχέση με τροχαία ατυχήματα. Ο ίδιος είχε εξετάσει πολλά ατυχήματα. Στις 17/05/2007, ημέρα του δυστυχήματος, υπηρετούσε στην Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου και ταξίδευε με κατεύθυνση τη Λάρνακα χρησιμοποιώντας υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Σύμφωνα με το μάρτυρα υπήρχε αρκετή βροχόπτωση στο σημείο όπου είχε γίνει το δυστύχημα και όλα τα αυτοκίνητα, καθώς και ο ίδιος, κινούνταν με πολύ χαμηλή ταχύτητα λόγω προβλήματος στο δρόμο. Εξήγησε ότι λόγω της βροχόπτωσης στο δρόμο δημιουργείτο ποταμάκι νερού το οποίο ξεκινούσε από το κέντρο του δρόμου, συνέχιζε στο διαχωριστικό και κατευθυνόταν προς την αριστερή πλευρά του δρόμου, έξω από το δρόμο. Στο συγκεκριμένο σημείο πάντα όλα τα οχήματα, όταν βρέχει, κινούνται με χαμηλή ταχύτητα και πολύ προσεκτικά γιατί ξεφεύγουν από την πορεία τους προς τα αριστερά του δρόμου. Υποστήριξε ότι αρκετά αυτοκίνητα είχαν εμπλακεί σε δυστύχημα στο ίδιο σημείο και αυτό το γνώριζε γιατί και ο ίδιος χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο δρόμο τακτικά ευτυχώς χωρίς να εμπλακεί σε οποιοδήποτε δυστύχημα. Την πρώτη φορά που είχε ζήσει το γεγονός αυτό είχε καταφέρει να επαναφέρει το αυτοκίνητο με επιτυχία. Τις επόμενες φορές, επειδή γνώριζε το πρόβλημα στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου, ήταν πάρα πολύ προσεκτικός. Κατέληξε, ότι στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου πάντα, όταν υπάρχει βροχόπτωση, δημιουργείται ποταμάκι το οποίο ξεκινά από το κεντρικό κούγκρινο διαχωριστικό και κατευθύνεται προς την αριστερή λωρίδα του δρόμου και στη συνέχεια καταλήγει έξω από το δρόμο. Επέμενε ότι στο συγκεκριμένο σημείο όταν βρέχει πάντα υπάρχει νερό και όσοι οδηγοί δεν γνωρίζουν το συγκεκριμένο πρόβλημα του δρόμου ή θα κτυπήσουν και θα βγουν εκτός δρόμου ή αν είναι τυχεροί θα γλιτώσουν. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε περάσει από το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου γύρω στο μεσημέρι. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε περάσει από το συγκεκριμένο σημείο την ώρα που είχε επισυμβεί το δυστύχημα και δεν γνώριζε τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα του δρόμου δεν φαίνεται όμως εμφανίζεται όταν υπάρχει βροχόπτωση. Δεν είχε όμως εξετάσει, ως ειδικός ή ως εξεταστής δυστυχήματος, το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου. Οπόταν, δεν μπορούσε να αποφανθεί για τυχόν αμέλεια οποιουδήποτε. Στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου, ήταν η θέση του, όταν υπάρχει βροχόπτωση δημιουργείται ποταμάκι με αποτέλεσμα όταν ένα αυτοκίνητο εισέλθει σε αυτό το ποταμάκι, εάν ο οδηγός δεν είναι προσεκτικός, να βγει εκτός της πορείας του. Υποστήριξε ότι σε άλλα σημεία του δρόμου δεν δημιουργείται το συγκεκριμένο πρόβλημα όταν βρέχει. Το ίδιο πρόβλημα υπήρχε στην αερογέφυρα του κυκλικού κόμβου Ριζοελίας και έγινα έργα και αντιμετωπίστηκε. Κατέληξε ότι με προσοχή και χαμηλή ταχύτητα ένας οδηγός μπορεί να το ξεπεράσει. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο στο συγκεκριμένο δρόμο υπήρχαν φρεάτια. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για τους Ενάγοντες έγινε παραδεκτό γεγονός ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΚF233 ήταν ιδιοκτησία της Ενάγουσας
  7. Μαρτυρία για τον Εναγόμενο δόθηκε από τον κ. Μιχαήλ Γεωργίου, Μ.Υ.1, Τεχνικό στα Δημόσια Έργα και υπεύθυνο για τη συντήρηση δρόμων της Επαρχίας Λάρνακας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του η Αστυνομία είχε ενημερώσει το Τμήμα του για το συγκεκριμένο δυστύχημα 1- 2 μέρες μετά και είχε ο ίδιος επισκεφτεί το δρόμο και το σημείο που επισυνέβη το δυστύχημα. Είχε διαπιστώσει ότι στο συγκεκριμένο σημείο ο δρόμος δεν είχε λακκούβες, ούτε κυρτώματα και ήταν σε καλή κατάσταση. Η ορατότητα στο συγκεκριμένο σημείο εκτείνεται στα 65 - 100 μέτρα. Φρεάτια υπάρχουν πριν το σημείο όπου επισυνέβη το δυστύχημα, υπάρχουν δώδεκα φρεάτια, τα οποία είχαν κατασκευαστεί από τον κατασκευαστή του έργου. Ο λόγος που είχαν κατασκευαστεί τα φρεάτια ήταν γιατί υπάρχει στο συγκεκριμένο σημείο στροφή προς τα δεξιά έτσι ώστε να φεύγουν τα νερά της βροχής. Εξήγησε ότι όταν υπάρχει στροφή η κλήση του δρόμου είναι προς τα μέσα και για αυτό κατασκευάζονται φρεάτια. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει σήμανση ολισθηρότητας του δρόμου, στο συγκεκριμένο σημείο, γιατί ο δρόμος είχε ελεγχθεί από το σχεδιαστή του και δεν είχε χαρακτηριστεί ως ολισθηρός. Υποστήριξε ότι υπάρχει συνεργείο που επισκέπτεται τα φρεάτια στους αυτοκινητόδρομους και τα καθαρίζει σε τακτά χρονικά διαστήματα. Όταν ο ίδιος είχε ελέγχει τα φρεάτια αυτά ήταν καθαρά. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι είχε επισκεφτεί το σημείο του δυστυχήματος δύο μέρες μετά. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου συσσωρεύεται νερό και υποστήριξε ότι τα φρεάτια τραβούν το νερό και έτσι φεύγει από το δρόμο. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι όταν ο καιρός είναι καλός η ταχύτητα που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας οδηγός στον αυτοκινητόδρομο είναι 100χλμ. Όταν υπάρχει βροχή, ομίχλη ή αέρας οι οδηγοί οφείλουν να οδηγούν μέσα στο πλαίσιο της ορατότητας τους. Ερωτηθείς ήταν η θέση του ότι αν υπήρχε πρόβλημα στο δρόμο θα φαινόταν με γυμνό μάτι γιατί λιμνάζοντα νερά μπορούν να διαπιστωθούν. Όμως ακόμα και όταν δεν βρέχει μπορεί να εντοπιστεί πρόβλημα του δρόμου εάν υπάρχει. Η έρευνα του κατέδειξε ότι δεν υπήρχαν κακοτεχνίες εκεί που είχε γίνει το δυστύχημα. Αντίθετα, ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο ήταν καλά συντηρημένος και δεν υπήρχε συσσωρευμένο νερό. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές προχώρησαν με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων στις οποίες παρέθεσαν τις εκατέρωθεν θέσεις. Το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτό όπου το θεωρεί απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη

(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες των Εναγόντων. Τόσο τον Ενάγοντα 1, τους υπόλοιπους μάρτυρες των Εναγόντων καθώς και τον μοναδικό μάρτυρα της Υπεράσπισης ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο Ενάγοντας 1 ήταν αρκετά ειλικρινής και οι θέσεις του είχαν υποστηριχθεί τόσο από τον εξεταστή της υπόθεσης Α/Αστ.662 κ. Χριστοδούλου, Μ.Ε.2 αλλά και από τον Λοχ.1272 κ. Μουστάκα, Μ.Ε.
  1. Και οι τρεις μάρτυρες συμφωνούσαν στην θέση ότι υπήρχε συσσωρευμένο νερό στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου, την συγκεκριμένη μέρα, λόγω της συνεχούς βροχόπτωσης το οποίο προκαλούσε υπαρκτό κίνδυνο για τους χρήστες του δρόμου. Δεν έχω λόγο να μην τον πιστέψω αφού η δική του μαρτυρία είχε υποστηριχθεί και από την μαρτυρία δυο ανεξάρτητων μαρτύρων, του Μ.Ε.3 και Μ.Ε.
  2. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 πρέπει να πω από την αρχή ότι αφού εξέτασα το επάγγελμα του, την εκπαίδευση που έτυχε, την πείρα του και τα προσόντα του, έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας, είναι η κατάληξη μου ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Όπως έχει συναφώς νομολογηθεί ο εμπειρογνώμονας κατ΄ εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του. Σε τέτοια περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, κ. Τζιηρκαλλή, θα ήθελα από την αρχή να επισημάνω ότι, ενώ καθόρισε τρεις περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να υπάρξει υδρολίσθηση, όπως όταν ένα όχημα τρέχει με μεγάλη ταχύτητα καθώς εισέρχεται στη λίμνη νερού, σε ό,τι αφορά τη δεύτερη περίπτωση περιορίστηκε στο να αναφέρει απλώς ότι η υδρολίσθηση μπορεί να συμβεί όταν το ύψος του νερού πάνω στο δρόμο υπερβαίνει το πέλμα του ελαστικού. Δεν ανέφερε σε πόσο βάθος νερού «αντέχουν» τα λάστιχα ενός αυτοκινήτου για να φεύγει το νερό και να μην υπάρχει υδρολίσθηση. Αναφερόμενη γενικά στη μαρτυρία του Μ.Ε.3 θα έλεγα ότι η γνώμη του ότι τα αίτια του επίδικου δυστυχήματος ήταν η ύπαρξη νερού που μαζεύτηκε από τη βροχή με αποτέλεσμα το όχημα που οδηγούσε ο Ενάγοντας 1 να υδρολισθήσει και ο οδηγός του να χάσει τον έλεγχό του παρέμεινε αναντίλεκτη. Δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η θέση του αυτή από την Υπεράσπιση. Καθοριστική για την κατάληξη του Δικαστηρίου επί των γεγονότων είναι η εντύπωση που άφησαν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4, Α/Αστ.662 Χριστοδούλου και Λοχ. 1272 Μουστάκας, οι οποίοι ήταν και οι δυο ανεξάρτητοι μάρτυρες. Κοινή θέση και των δυο ήταν ότι την συγκεκριμένη μέρα του ατυχήματος υπήρχε δυνατή βροχόπτωση και συσσωρευμένο νερό στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου όπου είχε γίνει το δυστύχημα ενώ στον υπόλοιπο δρόμο δεν υπήρχε συσσώρευση νερού. Επίσης ήταν κοινή τους διαπίστωση ότι στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Λάρνακας γίνονται δυστυχήματα όταν υπάρχει βροχώπτωση. Φυσικά ο Α/Αστ. 662, Μ.Ε.3, προσπάθησε να βοηθήσει και τις δυο πλευρές αναφέροντας ότι στον οδόστρωμα δεν υπήρχε ανωμαλία ή λακκούβα και ότι η συσσώρευση νερού οφειλόταν στην βροχόπτωση. Όμως γεννάται το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να συσσωρευτεί νερό στο οδόστρωμα όταν στο οδόστρωμα είναι καλό, χωρίς ανωμαλία και ενώ υπάρχουν φρεάτια. Όμως την ίδια θέση είχε υποστηρίξει και ο Λοχ. 1272 Μουστάκας, Μ.Ε.
  3. Δηλαδή, ότι στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου δημιουργείται ποταμάκι, το οποίο ξεκινά από το κεντρικό κούγκρενο διαχωριστικό και κατευθύνεται προς την αριστερή λωρίδα του δρόμου. Πραγματικά δεν έχω λόγο να απορρίψω την μαρτυρία των δυο αυτών μαρτύρων, οι οποίοι επαναλαμβάνω ήταν ανεξάρτητοι μάρτυρες. Δεν μπορώ να αξιολογήσω την μαρτυρία του Μιχαήλ Γεωργίου, Μ.Υ.1, ο οποίος επιμελώς προσπάθησε να πείσει ότι κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει στο οδόστρωμα καθώς και ότι τα φρεάτια ήταν όλα καθαρά, με τον ίδιο τρόπο. Γιατί τοποθετήθηκαν δώδεκα φρεάτια αφού δεν υπήρχε πρόβλημα στον δρόμο είναι ένα ερώτημα που δεν απαντήθηκε από τον μάρτυρα και γεννά εύλογα ερωτηματικά. Τα οποία φρεάτια, όπως ήταν η θέση του, είχαν ελεγχθεί δυο
(2)μέρες μετά το δυστύχημα και δεν γνώριζε πότε είχαν καθαριστεί. Ούτε αναφέρθηκε σε κάποιο πρόγραμμα καθαρισμού των φρεατίων που υπάρχουν στον αυτοκινητόδρομο, από τα σκουπίδια. Παραδέχθηκε ότι λιμνάζει νερό, στο συγκεκριμένο σημείο, αλλά ήταν ο ισχυρισμός του ότι μπορεί κάποιος να το διαπιστώσει με το μάτι και να το αποφύγει. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν μπορεί να σταθεί στην λογική γιατί σε συνθήκες μεγάλης βροχόπτωσης δεν υπάρχει ορατότητα τέτοιας έκτασης που να σου επιτρέπει να βλέπεις καθαρά το οδόστρωμα. Δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία του. Καταλήγω λοιπών ότι τα γεγονότα που αφορούν το επίδικο δυστύχημα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Στις 17/05/07 ο Ενάγοντας 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KKF 233, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 2, με κατεύθυνση την Λάρνακα. Ήταν μέρα πολύ βροχερή και περί ώρα 14.25 μ.μ. και ενώ ο Ενάγοντας 1 βρισκόταν παρά το χωριό Κόσσιη σε κάποιο σημείο του δρόμου, παρά το 14700χλδ, υπήρχε, λόγω της έντονης βροχής, συσσωρευμένο νερό στο οδόστρωμα, στην λωρίδα όπου κινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγοντας
  1. Ο καιρός εκείνο την μέρα ήταν πολύ βροχερός και ο δρόμος ολισθηρός. Σε κάποια στιγμή το αυτοκίνητο μπήκε μέσα στο συσσωρευμένο νερό, το οποίο δεν μπορούσε προφανώς να απορροφηθεί από τα φρεάτια που υπήρχαν, παρόλο που υπήρχαν δώδεκα φρεάτια τα οποία κανένας δεν γνώριζε πότε είχαν καθαριστεί. Ως επακόλουθο της εισόδου του αυτοκινήτου στο συσσωρευμένο νερό ήταν η πλαγιολίσθηση με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας 1 να χάσει τον έλεγχο, λόγω και της ταχύτητας που κινείτο, και το όχημα να παρεκκλίνει της πορείας του προς τα αριστερά και να προσκρούσει στο προστατευτικό κιγκλίδωμα του αυτοκινητόδρομου. Το αυτοκίνητο ήταν ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2 και έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά, με την ζημιά του να ανέρχεται στο ποσό των €17.086-. Τα αίτια του δυστυχήματος ήταν η είσοδος του οχήματος που οδηγούσε ο Ενάγοντας 1, στο συσσωρευμένο επί του οδοστρώματος νερό που υπήρχε λόγω του ότι τα φρεάτια δεν μπορούσαν να το απορροφήσουν με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του λόγω της υδρολίσθησης, η οποία παρουσιάζεται όταν στις μεγάλες ταχύτητες με υγρό οδόστρωμα σχηματίζεται μεταξύ ελαστικού και ασφάλτου μια υγρή σφήνα η οποία εξουδετερώνει την πρόσφυση στο οδόστρωμα και κάνει το όχημα ακυβέρνητο. Στο σημείο της συσσώρευσης νερού δεν είχε διαπιστωθεί η ύπαρξη βαθουλώματος επι του οδοστρώματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αγωγή βασίζεται στην αμέλεια, της οποίας τα συστατικά έχουν καθοριστεί στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων 1 και
  2. Στην υπό εξέταση περίπτωση, εκείνο που εγείρεται είναι οι παράμετροι για τη θέσμια υποχρέωση της Δημοκρατίας ως προς τους υπεραστικούς δρόμους. Αυτή η υποχρέωση εξετάζεται υπό το φως των γενικών αρχών των αστικών αδικημάτων και συγκεκριμένα της δημόσιας οχληρίας και της αμέλειας. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπήρξε αμέλεια από πλευράς του Εναγόμενου και κατά πόσο ο Εναγόμενος ευθυνόταν αποκλειστικά για το δυστύχημα. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων τόσο των Αγγλικών όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα απέφευγε. Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383. Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί ν΄ εξετάζεται αφηρημένα αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά. Βλ. Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218. Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τον τόπο και τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περίπτωσης, ως έχει υποδειχθεί από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση Φοινικαρίδη κ.α. ν. Γεωργίου (ανωτέρω). Το καθήκον επιμέλειας και συνεπώς η ίδια η αμέλεια, ως αστικό αδίκημα, δεν εξετάζεται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται με αναφορά σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε ζημιά. Βλ. Λάππας ν. Παφίτη κ.α. (ανωτέρω). Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1982)2 ΑΑΔ 1 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donaghue v. Stevenson
(1932)A.C.562». Σύμφωνα με τα γεγονότα το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο για τη δημιουργία του συγκεκριμένου κινδύνου στο δρόμο ευθύνεται η Δημοκρατία λόγω παράλειψης λήψης μέτρων προς εξάλειψη του ή και αποφυγή του. Το νομικό καθεστώς που διέπει την ευθύνη της Δημοκρατίας σε σχέση με υπεραστικούς δρόμους έχει αποκρυσταλλωθεί τόσο στην Αγγλική αλλά και στην Κυπριακή νομολογία. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζιπιτή κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 749 και την πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Χριστόφορος Χαγκούδης και Γεώργιος Γεωργίου, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασα Πολυμνίας Γεωργίου Χαγκούδη ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1(Β) ΑΑΔ 1574. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζιπιτή κ.α. (ανωτέρω) καταγράφονται τα ακόλουθα σημαντικά σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα: «Για τους δρόμους που βρίσκονται μέσα σε δημοτικά όρια προβλέπεται νομοθετικά η υποχρέωση των τοπικών δήμων να τους διατηρούν σε καλή κατάσταση. Παρά την έρευνά μας δεν έχουμε καταφέρει να εντοπίσουμε παρόμοια θέσμια υποχρέωση της Δημοκρατίας ως προς τους υπεραστικούς δρόμους. Έτσι, θα πρέπει να ισχύσουν στην παρούσα περίπτωση οι γενικές αρχές των αστικών αδικημάτων και συγκεκριμένα της δημόσιας οχληρίας (Dymond v.Pearce and others [1972] 1 All E.R. 1142, 1149 και Morton v. Wheeler 1956, The Times, 1st February) και της αμέλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 45 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η δημόσια οχληρία συνίσταται σε παράνομη πράξη ή παράλειψη εκτέλεσης νομικής υποχρέωσης, αν η πράξη αυτή ή η παράλειψη θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, ασφάλεια, υγεία, ιδιοκτησία ή άνεση του κοινού ή το παρακωλύει στην άσκηση κοινού δικαιώματος. Το πρόσωπο που υπέστη από τη δημόσια οχληρία ειδική ζημιά, νομιμοποιείται να εγείρει αγωγή. Η δημόσια οχληρία ορίζεται ως πράξη ή παράλειψη η οποία συνιστά επέμβαση ή ενόχληση σε πρόσωπο κατά την άσκηση ή απόλαυση δικαιώματος που του ανήκει ως μέρος του κοινού (Clerk & Lindsell on Torts, 16η Έκδοση, παραγρ. 24-01). Δεν χρειάζεται να λεχθούν περισσότερα επί του θέματος. Εκτός του ότι η Δημοκρατία έχει παραδεχθεί την υποχρέωσή της να διατηρεί τους δρόμους της αρμοδιότητάς της σε καλή κατάσταση, είναι ουσιαστικά αδιάφορο αν η ευθύνη της βασίζεται σε δημόσια οχληρία ή αμέλεια, γιατί τα δύο αυτά αστικά αδικήματα αλληλοκαλύπτονται. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Goldman v. Hargrave [1966] 2 All E.R. 989, το αστικό αδίκημα της οχληρίας, με αβέβαια τα όριά του, μπορεί να συνίσταται σε μια μεγάλη ποικιλία περιπτώσεων, σε μερικές των οποίων η αμέλεια είναι αποφασιστικής σημασίας, ενώ σε άλλες δεν παίζει κανένα απολύτως ρόλο. Σε περιπτώσεις όπου η ευθύνη του εναγόμενου προκύπτει όχι γιατί δημιούργησε την οχληρία, αλλά επειδή επέτρεψε να συνεχίζεται, απόδειξη της αμέλειάς του είναι τουλάχιστον ουσιώδης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Sedleigh-Denfield v. O' Callaghan [1940] 3 AllE.R. 349, αν ο εναγόμενος δεν δημιούργησε την οχληρία, για να θεωρηθεί υπεύθυνος θα πρέπει να την είχε συνεχίσει, δηλαδή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αμέλησε να την άρει όταν πληροφορήθηκε την ύπαρξή της ή όταν θα έπρεπε να είχε πληροφορηθεί την ύπαρξή της. ................................. Πώς όμως θα αποφασίσουμε κατά πόσο η συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων επί του αυτοκινητόδρομου συνιστούσε κίνδυνο; Εξαρτάται από το κατά πόσο η ζημιά ήταν εύλογα προβλεπτή. Αν η δημιουργηθείσα κατάσταση είναι τέτοια που είναι εύλογο να αναμένεται από τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον αυτοκινητόδρομο, ζημιά, τότε έχουμε δημόσια οχληρία. Αν ένας λογικός άνθρωπος λαμβάνοντας υπ' όψιν όλες τις περιστάσεις μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει πράγματι η πιθανότητα τραυματισμού κάποιου που ταξιδεύει κατά μήκος του δρόμου, τότε η κατάσταση αυτή συνιστά κίνδυνο. Όπου όμως η πιθανότητα ζημιάς είναι τόσο απομακρυσμένη που θα την απέρριπτε αμέσως, γιατί ήταν βεβαίως δυνατή, αλλά καθόλου πιθανή, τότε η κατάσταση δεν συνιστά κίνδυνο (Dymond v. Pearce and others [1972]1 AllE.R.1142, 1149) ................................. Περαιτέρω, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του αντιδίκου του και των ζημιών που έχει υποστεί (Metropolitan Railway Co v. Jackson 47 L.J.C.P. 303). Ο εναγόμενος δεν βαρύνεται να αποδείξει, για να απαλλάξει τον εαυτό του, ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Ο ζημιωθείς θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του εναγομένου (Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All E.R. 871 και Carslogie SS Co v. Royal Norwegian Government [1952] 1 All E.R. 20).» Στην Χριστόφορος Χαγκούδης και Γεώργιος Γεωργίου, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασα Πολυμνίας Γεωργίου Χαγκούδη ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), στην σελίδα 1585 κατεγράφησαν τα ακόλουθα σημαντικά: «Πολύ χρήσιμη αυθεντία ως προς το υπό εξέταση θέμα παρέχεται και από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Burnside and another v. Emerson and Others [1968] 3All E.R.
  1. Σε εκείνη την υπόθεση, ο οδηγός αυτοκινήτου υπό συνθήκες έντονης και παρατεταμένης βροχής, εισήλθε εντός λίμνης νερού που βρισκόταν στο μέσο του δρόμου και, αφού απώλεσε τον έλεγχο, κινήθηκε δεξιά και συγκρούστηκε με εξ' αντιθέτου κατευθύνσεως ερχόμενο όχημα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιρρίψει ακέραιη την ευθύνη για το δυστύχημα στο αρμόδιο δημοτικό συμβούλιο της περιοχής, που ήταν ένας από τους εναγομένους λόγω ανεπάρκειας ή αστοχίας του υπάρχοντος συστήματος διαφυγής ομβρίων υδάτων. Στην έφεση που ακολούθησε, οι ξεκάθαρες αρχές και οι τρεις προϋποθέσεις για καταλογισμό ευθύνης σε δημοτικά συμβούλια, τις οποίες έθεσε ο Lord Denning M.R., αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Οι προϋποθέσεις είναι:
  2. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο δρόμος ήταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να ήταν επικίνδυνος για την τροχαία κίνηση.
  3. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι η επικινδυνότητα οφειλόταν σε παράλειψη συντήρησης ή επιδιόρθωσης. Εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ ενός μόνιμου κινδύνου που οφείλεται σε έλλειψη επιδιόρθωσης και ενός παροδικού κινδύνου που οφείλεται στα στοιχεία της φύσης. Στο δεύτερο περιλαμβάνεται ο κίνδυνος από χιόνι, παγετό ή έντονη βροχόπτωση και σ' αυτή την περίπτωση ο παροδικός κίνδυνος που προκαλείται για σύντομο χρονικό διάστημα, δεν συνιστά μαρτυρία περί παράλειψης επιδιόρθωσης ή συντήρησης. Ειδικότερα ως προς τη βροχόπτωση, η πρόκληση πλημμύρας στο δρόμο λόγω έντονης βροχής δεν είναι αρκετή μαρτυρία.
  4. Εάν πράγματι διαπιστώνεται παράλειψη συντήρησης/ επιδιόρθωσης, η αρμόδια αρχή είναι εκ πρώτης όψεως υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά προκαλείται λόγω αυτής και μπορεί τότε μόνο να αποφύγει ευθύνη, εάν αποδείξει ότι άσκησε τέτοια επιμέλεια και φροντίδα, όση ήταν εύλογη.» Περαιτέρω καθοδήγηση σε σχέση με το εφαρμοστέο δίκαιο στα υπό κρίση γεγονότα μπορεί να αντληθεί από την απόφαση στην υπόθεση Velentine v. Transport for London and another [2010] EWCA Civ. 1358 όπου ο Hughes L.J., στην παράγραφο 16, επεξηγώντας το σκεπτικό του Λόρδου Denning την Burnside and another v. Emerson and Others (ανωτέρω) κατέγραψε τα ακόλουθα: «He was saying no more than that the duty to maintain did not take its standard from an existing state of affairs, however low, but involved a duty to achieve an objective standard - that is to say it is a duty not simply to "keep" in repair, but to "put and keep" in repair. That it was said in the context of the provision and maintenance of drains is clear from what followed almost immediately: "Repair and maintenance thus include providing an adequate system of drainage for the road and it was in this respect that the judge found that the Second Defendants, the highway authority, had failed in their duty to maintain the highway." .............................. Similarly, on the facts of Burnside, Diplock LJ clearly regarded the clearing of a blockage in the highway drains as coming within his definition of putting in repair." He added at para 54: "To conclude, the engineers . . . said that the flooding was due to the 'poor drainage maintenance'. That is a natural use of the word 'maintenance'. There is nothing in the authorities to which we have been referred to suggest that it was not an equally natural use of the word in the context of the pre-1959 law . . . I see nothing to throw any doubt on that aspect of the reasoning in Burnside and we are bound by it." .............................. Thus he held that clearing the blocked drains could perfectly properly be described either as "maintenance" or as "repair". Βλ. επίσης Department for Transport v. Mott Macdonald Ltd and others [2006] EWCA Civ. 1089 [2006] 1 WLR 3356 και Vernon Knight Associates ν. Cornwall Council CA Civil Division 30th July
  5. Σχετικό με το θέμα είναι και το απόσπασμα από το σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 12 εκδ., παρα. 10-08, σελ. 714: «Illustrations of liability for transient hazards. Liability was established where floodwater collected on the side of the road after torrential rain: although the highway authority had established a proper system of maintenance, it was vicariously liable for a workman's failure to carry out the system properly. But the mere fact that floodwater has collected on the side of the road after heavy rain in not itself evidence of lack of maintenance....Where the drainage system was not adequate or there was a failure to ensure that existing drains could cope, the highway authority was liable.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Δυο είναι τα ερωτήματα που χρήζουν απάντησης. Πρώτον, κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε αμέλεια από την Δημοκρατία και ποια ήταν αυτή και δεύτερον, κατά πόσο η ζημιά που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγοντας 1 έχει συνδεθεί με την αμέλεια της Δημοκρατίας. Στην προκειμένη περίπτωση θα δημιουργείτο θέμα αμέλειας από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας αν αποδεικνύετο ότι στο δρόμο όπου έγινε το επίδικο δυστύχημα δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής ή απορρόφησης των νερών που συσσωρεύονταν λόγω βροχής. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παράλειψη της υποχρέωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας να συντηρεί επαρκώς το δρόμο ή να τον διατηρεί σε ασφαλή κατάσταση δηλαδή τέτοια που να μην εγκυμονεί κινδύνους γι΄ αυτούς που τον χρησιμοποιούν, ήτοι για την τροχαία. Η ολότητα της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε συσσωρευμένο νερό στον αυτοκινητόδρομο, νερό που δεν φαινόταν να απορροφάται ή να δραπετεύει από τον αυτοκινητόδρομο, παρά την ύπαρξη δώδεκα φρεατίων πριν το συγκεκριμένο σημείο του δυστυχήματος. Η ύπαρξη και μόνο των δώδεκα φρεατίων καταδεικνύει ότι υπήρχε γνώση ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε πρόβλημα συσσώρευσης νερού. Το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι δεν είχαν συντηρηθεί σωστά τα φρεάτια για να μπορούν να απορροφούν το νερό της βροχής. Παράλειψη συντήρησης των φρεατίων συνιστά παράλειψη συντήρησης με βάση τα προλεχθέντα. Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και την ρήση του Λόρδου Denning, η οποία έχει καταγραφεί πιο πάνω, η διαπίστωση ότι το σύστημα απόσυρσης νερού από τον αυτοκινητόδρομο, ήτοι τα φρεάτια για τα όμβρια ύδατα, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην βροχόπτωση με αποτέλεσμα να τίθενται σε κίνδυνο οι ζωές των οδηγών που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο, όταν υπήρχε βροχόπτωση, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει από πλευράς της Δημοκρατίας εκ πρώτης όψεως ευθύνη. Ο μόνος τρόπος για να αποφύγει την ευθύνη η Δημοκρατία είναι εάν αποδείξει ότι άσκησε τέτοια επιμέλεια και φροντίδα, όση ήταν εύλογη. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο συντήρησης των συγκεκριμένων φρεατίων ή αναφορικά με τρόπο που γενικά συντηρούνται τέτοιου είδους φρεάτια ή η συχνότητα συντήρησης και καθαρισμού τους από τα Δημόσια Έργα ή οποιοδήποτε άλλο Τμήμα. Η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε, από τον Μ.Υ.1, ήταν ότι μετά από τρεις μέρες που ο ίδιος είχε επισκεφτεί το σημείο του δυστυχήματος τα φρεάτια ήταν καθαρά αλλά δεν είχε αναφέρει πότε είχαν καθαριστεί. Κανένας δεν γνώριζε πότε είχαν καθαριστεί. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο για την ζημιά στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγοντας 1 ευθύνεται μόνο η Δημοκρατία ή ενέχει και οποιαδήποτε ευθύνη ο ίδιος. Εξετάζοντας περιπτώσεις όπως η υπό συζήτηση, όπου αποδίδεται δηλαδή αμέλεια στον Εναγόμενο για παράλειψη νόμιμου καθήκοντος ή εκδήλωση συμπεριφορών που αποτελούν αστικά αδικήματα, συνεπεία των οποίων ο ενάγοντας υπέστη ζημιές που θα πρέπει να αποζημιωθούν, το Δικαστήριο, εφόσον τίθεται το ζήτημα, αφού εξετάσει και αποφασίσει πρώτα αν έχει αποδειχθεί ευθύνη και αμέλεια σε βάρος του εναγομένου, θα πρέπει στη συνέχεια να εξετάσει κατά πόσο ο ίδιος ο ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζοντας το ποσοστό ευθύνης μεταξύ εναγομένου και ενάγοντα μειώνει στο τέλος το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα βλ. Μαυρίδη v Dharaghji
(1990)1Α.Α.Δ. 1013. Ως έχει επιβεβαιωθεί άλλωστε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v Mohammad Al Sharif , Πολιτική Έφεση Αρ. 358/2008 ημερ. 17/1/2012: «Η συντρέχουσα αμέλεια, όπως λέχθηκε και στην Θεόδωρος Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Π.Ε. αρ. 76/08, ημερ. 14.7.2011, δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά στο καθήκον αυτοπροστασίας του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Το βάρος της απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας, το φέρει ο εναγόμενος και δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να το αποσείσει εκ προοιμίου (Charlesworth & Perry on Negligence 7η έκδ. σελ. 146-147,παρ. 3-11).» Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell Οn Torts, 16η έκδοση, στην παρα. 1-139, σελ. 97-98, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "[Contributory negligence] does not mean negligence which is contributory along with the negligence of the other party. It means negligence which causes or contributes to the injury or damage has happened. It is not confined to participating in bringing about the happening which inflicts the damage. Thus, even where the defendant was solely responsible for the occurrence which inflicted the damage, but the plaintiff could have taken steps to avert or mitigate it, the damages will be reduced. Thus, in O'Connell v. Jackson the defendant was wholly to blame for colliding with the plaintiff, who was riding a moped. The plaintiff was not wearing a crash helmet and sustained greater injuries than he need have done. His claim was reduced by 15 per cent. The result of all this is that when the plaintiff's damage has been due in part to his own fault and in part to the defendant's fault, the latter is liable, but the damages recoverable from him will be reduced in accordance with the provisions of the Act." Στο ίδιο σύγγραμμα στην παρα. 10-164, στην σελ. 602-603, εξετάζεται η συντρέχουσα αμέλεια ως υπεράσπιση και ως ζήτημα που επηρεάζει το ποσό που επιδικάζεται ως αποζημιώσεις και απομονώνεται το σχετικό απόσπασμα: "Contributory negligence as a defence and as affecting damages. Liability and the extent of it having been established, it remains to estimate the cost of the damage for which the defendant has to pay. The measure of damages generally has been dealt with. The contribution made by the tort of negligence to this question comes via contributory negligence of a plaintiff, which has the effect of reducing the amount payable to him. Contributory negligence has two aspects, as it affects causation and measure of damages. It has to be established, first, that the plaintiff's want of care caused his damage in whole or in part, which has been dealt with earlier. If this can be shown to have been the sole cause, this exonerates the defendant for want of a causal connection between any fault there might be in him and the harm sustained by the plaintiff. If, however, the plaintiff's negligence contributed in part to his own harm, this reduces the damages payable to him in proportion to the degree of his fault. As such, it affects the measure of damages." Στην υπόθεση Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastic Industry Ltd
(2005)1 ΑΑΔ σελ. 556 υποδείχθηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο καταμερισμός της ευθύνης έχει ως συνισταμένη τη συμβολή του καθενός από τα μέρη στην πρόκληση της ζημιάς και το μέτρο είναι η λογική πρόβλεψη των συνεπειών που θα προκύψουν εξαιτίας της παρέκκλισης από το καθήκον επιμέλειας που αναλογεί στο καθένα από τα μέρη. Το Δικαστήριο ουσιαστικά ερευνά την τυχόν ύπαρξη στοιχείων από τα οποία καταφαίνεται ότι ο ενάγοντας παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα και επιμέλεια για τη δική του ασφάλεια κατά τρόπο που να συνέβαλε στην πρόκληση των δικών του βλαβών ή ζημιάς βλ. Μαΐτττας ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1(Α) ΑΑΔ 1 και Jones v Livox Quarries Ltd
(1952)2 Q.B.
  1. Θεωρώ ότι με τις συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες, ήτοι την βροχόπτωση που υπήρχε την συγκεκριμένη μέρα, ακόμη και η ταχύτητα των 90χλμ ήταν υπερβολική. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.4, Λοχ.1272 Μουστάκα, με προσοχή και χαμηλή ταχύτητα το συγκεκριμένο «εμπόδιο» μπορούσε να ξεπεραστεί. Επίσης ήταν η θέση του Μ.Ε.2, κ. Τζιηρκαλλή, ότι όταν υπάρχει έντονη βροχόπτωση οι οδηγοί θα πρέπει να πηγαίνουν με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Η ταχύτητα των 90χλμ δεν μπορεί να θεωρηθεί χαμηλή υπό τέτοιες καιρικές συνθήκες από όποια γωνιά και αν εξεταστεί. Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, Ενάγοντας 1, είναι συνυπεύθυνος για το δυστύχημα και για τις ζημιές που υπέστει το αυτοκίνητο της Ενάγουσας
  2. Υπό τις συνθήκες που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση ως πιο πάνω έχουν εκτεθεί, συνεκτιμώντας τις αναφερθείσες αμελείς πράξεις και παραλήψεις του Ενάγοντα 1 από την μια, αλλά και της Εναγομένης από την άλλη, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο καταλογισμός της ευθύνης για το υπό αναφορά ατύχημα θα πρέπει να αποδοθεί σε ποσοστό 25% στον Ενάγοντα 1 και 75% στην Εναγόμενη. Οι Ενάγοντες 1 και 2 στις παραγράφους 9 μέχρι 11 της Έκθεσης Απαίτησής του αξιώνουν ο μεν Ενάγοντας 1 το συνολικό ποσό των €781,50- και η Ενάγουσα 2 το συνολικό ποσό των €17.086- ως ειδικές ζημιές. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι ειδικές ζημιές πρέπει να καταγράφονται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Βλ. Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 467, Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1171. Εναπόκειται δε στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφό του. Οι ζημιές δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα. Πρέπει να αποδεικνύονται και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Όπως αναφέρθηκε στην Αγγλική υπόθεση Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel
(1948)64 T.L.R. 177 από το Λόρδο Goddard: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages is for them to proof their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages" They have to prove it.» Δεν προσφέρθηκε καμιά μαρτυρία από τον Ενάγοντα 1 σε σχέση με το ποσό που κατά τον ισχυρισμό του είχε καταβληθεί στην Δημοκρατία, δηλαδή τα €500- για τα κιγκλιδώματα. Ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία αναφορικά με οποιοδήποτε καταβληθέν ποσό για την Αστυνομική Έκθεση. Οπόταν, αυτά τα δυο κεφάλαια των αποζημιώσεων που επιζητεί ο Ενάγοντας 1 δεν μπορούν να του αποδοθούν. Σε σχέση με την αξίωση που αφορά το κόστος της Έκθεσης του κ. Τζιηρκαλλή, Μ.Ε.2, €196,50- το τελικό ποσό που θα αποδοθεί θα μειωθεί σύμφωνα με το ποσοστό της ευθύνης του Εναγόμενου 1 για το δυστύχημα. Η Ενάγουσα 2 αξιώνει το ποσό των €17.086- πλην όμως η μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι η αξία του αυτοκινήτου της μετά το ατύχημα ήταν €1.700- ενώ πριν το ατύχημα ήταν €17.000-. Οπόταν η απώλειά της ανάγεται στις €15.300- και όχι όπως καταγράφει. Το ποσό που θα της αποδοθεί θα υποστεί την μείωση ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης που έχει αποδοθεί στον Ενάγοντα 1. Συνεπακόλουθα των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον της Εναγομένης για: 1. €147.38- με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 12/06/09, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων για τον Ενάγοντα 1 και 2. €11.475- με νόμιμο τόκο από 17/05/07, ημερομηνία του δυστυχήματος υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων υπέρ της Ενάγουσας 2. Επιδικάζονται, περαιτέρω, προς όφελος των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον της Εναγόμενης έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.