ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ GOLDSMILE (CYPRUS) LTD, Αίτηση Αρ.: 237/2013, 26/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Αρ.: 237/2013 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LANDCASE DEVELOPMENT LTD - και - ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ GOLDSMILE (CYPRUS) LTD ------------------- Ημερομηνία: 26/03/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Αιτήτρια: κ. Καράς για Αντώνης Κ. Καράς Δ. Ε. Π. Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Λουκά για Δειλινός & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό εξέταση περίπτωση, έχει καταχωρηθεί εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, αίτηση δια υπομνήματος για την υποχρεωτική εκκαθάριση της από το Δικαστήριο. Κύριος ισχυρισμός της Αιτήτριας, είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού της, η Αιτήτρια εξέδωσε κλήση προς την Alpha Bank Cyprus Ltd, - πιστωτικό ίδρυμα με το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση υπέχει συμβατική σχέσης -, ώστε αρμόδιος υπάλληλος της να καταθέσει στο Δικαστήριο αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η Αίτηση. Η Καθ' ης η Αίτηση ήγειρε ένσταση σε ότι αφορά την παρουσίαση μιας τέτοιας μαρτυρίας, επικαλούμενη την ύπαρξη τραπεζικού απορρήτου, βασιζόμενη στο Άρθρο 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμοι του 1997 μέχρι 2000, Νόμος 66(I)/1997. Κατ' αρχήν, σημειώνω ότι πρόωρα εγέρθηκε η ένσταση από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση, αφής στιγμής η μάρτυρας που είχε κληθεί από την Alpha Bank Cyprus Ltd και είχε προσέλθει στο Δικαστήριο για να δώσει σχετική μαρτυρία, δεν είχε καν ορκιστεί, πόσο μάλλον ερωτηθεί οτιδήποτε για να τεθεί θέμα παρουσίασης απ' αυτήν μαρτυρίας στο Δικαστήριο, σε σχέση με την οποία αν ετίθετο θέμα δεκτότητας της, να μπορούσε να υποβληθεί και η σχετική ένσταση. Γι' αυτό τον λόγο, θα απέρριπτα την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση. Εν πάση όμως περιπτώσει, θα προχωρήσω να εξετάσω την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση και επί της ουσίας της. Το δίκαιο αναφορικά με το καθήκον εμπιστευτικότητας των τραπεζιτών, καθορίστηκε για πρώτη φορά από το Εφετείο της Αγγλίας και ειδικότερα από τον Bankes LJ, στην υπόθεση Tournier v. National Provincial and Union Bank of England
(1924)1 KB 461. Σύμφωνα μ' αυτήν, το καθήκον είναι νομικό, όχι ηθικό και απορρέει από την συμβατική σχέση[1] μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη. Τούτο όμως δεν είναι απόλυτο, αλλά εξειδικευμένο και υπόκειται σε συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Ως το έθεσε ο Bankes LJ, στην προαναφερθείσα υπόθεση: «In my opinion it is necessary in a case like the present to direct the jury what are the limits and what are the qualifications of the contractual duty of secrecy implied in the relation of banker to customer. There appears to be no authority on the point. On principle I think that the qualifications can be classified under four heads: (
- a)where disclosure is under compulsion by law; (
- b)where there is a duty to the public to disclose; (
- c)where the interests of the bank require disclosure; (
- d)where the disclosure is made by the express or implied consent of the customer» Στην Κυπριακή έννομη τάξη η προαναφερθείσα αρχή έχει, σε μεγάλο βαθμό, κωδικοποιηθεί, με το Άρθρο 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμοι του 1997 μέχρι 2000, Νόμος 66(I)/1997, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «.-
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε μέλος διοικητικού οργάνου, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο ΑΠΙ και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία ΑΠΙ, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη του ΑΠΙ, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με το ΑΠΙ, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό· ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση· ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ του ΑΠΙ και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη· ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου· ή (ε) έχει επιδοθεί στο ΑΠΙ δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη· ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από το ίδιο ΑΠΙ ή τη μητρική του εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία του ΑΠΙ ή της μητρικής του εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο του ΑΠΙ, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους· ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη· ή (ζi) οι πληροφορίες παρέχονται για σκοπούς τήρησης και λειτουργίας του δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 41 προνοουμένου Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών· ή (ζii) οι πληροφορίες παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 74 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου∙ ή (ζiii) οι πληροφορίες παρέχονται στον Κεντρικό Φορέα από ΣΠΙ που έχει συνδεθεί με αυτόν δυνάμει του άρθρου 25Α · ή (ζiv) οι πληροφορίες παρέχονται σε σύστημα ή μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων των ΑΠΙ και των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α δυνάμει του παρόντος Νόμου και οδηγιών που εκδίδονται με βάση το άρθρο 41
(6): Νοείται ότι, εκτός αν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει μέσω συστήματος ή μηχανισμού ανταλλαγής δεδομένων ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο πρόσβαση στις πληροφορίες που παρασχέθηκαν σε σύστημα ή μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη ΑΠΙ ή πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική σχέση, χάρη στην οποία απέκτησε πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, συνεχίζεται είτε μετά τον τερματισμό της· (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων του ΑΠΙ: Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και σε οποιοδήποτε υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος κράτους-μέλους που εγκαταστάθηκε στη Δημοκρατία, ή σε οποιαδήποτε πιστωτικό ίδρυμα που παρέχει υπηρεσίες διασυνοριακώς, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Α». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ως εκ των ανωτέρω, αυτό το οποίο ουσιαστικά καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο στην προκείμενη περίπτωση, είναι κατά πόσο η παρουσίαση της συγκεκριμένης μαρτυρίας στα πλαίσια εκδίκασης της αίτηση αυτής, μπορεί να αποκλειστεί ή επιτραπεί, βάσει του προαναφερθέντος άρθρου του Νόμου 66(I)/1997. Στην υπόθεση Papasavva and Another v. The Republic of Cyprus
(1974)4 J. S. C. 551 ο έντιμος δικαστής, κ. Πικής (ως ήταν τότε), ανέφερε ότι το θέμα κατά πόσον η μαρτυρία που σκοπείτε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να προσαχθεί λόγω προνομίου ή/και εξαίρεσης της[2], αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά. Σχετικά με τους παράγοντες που πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, σημείωσε τα ακόλουθα: «A balance must be kept between the need to protect the public interest in the proper administration of justice, on the one hand, and the public interest in withholding production of a document on the other hand. Where privilege is claimed in respect of a class of documents, to which the document belongs, the pertinent question to be answered is to ask whether withholding production is really necessary for the proper functioning of the public service . In the very recent decision Rogers v. The Secretary of State of the Home Department
(1972)2 All E. R. 1057, the House of Lords make it abundantly clear that the Crown privilege is in essence an instance of the way the Court protect the public interest as a matter of public policy, it being according to Lord Reid (p. 1060) a misnomer to refer to it as Crown privilege. According to Lord Reid - "The real question is whether the public interest requires that the letter shall not be produced and whether that public interest is so strong so as to override the ordinary right and interest of a litigant that he shall be able to lay before a Court of justice all relevant evidence"». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η Έκδοση, στις σελίδες 697 και 698: «. the judge must determine whether the person seeking production has established a public interest in production of the documents, by reason of both their relevance to the matters in question and the necessity for disposing fairly the case. If so, then the judge must balance the public interest in withholding the documents against the public interest in producing them.» Σχετικές με τα προαναφερόμενα είναι βέβαια και οι πρόνοιες των Άρθρων 30, 33 και 35 του Συντάγματος βάσει των οποίων διαφυλάττεται το δικαίωμα έκαστου προσώπου που λαμβάνει μέρος σε δικαστική διαδικασία «να προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να εξετάζη μάρτυρας συμφώνως τω νόμω», χωρίς περιορισμούς, προς απόδειξη της υπόθεσης του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το οικονομικό γίγνεσθαι της Καθ' η Αίτηση, η οποία, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αίτησης αυτής, λειτουργούσε και λειτουργεί, ως διατείνεται, ως ζώσα επιχείρηση. Αν κριθεί ότι αυτή είναι αφερέγγυα, τότε το Δικαστήριο θα εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης της. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πιθανόν ότι θα επηρεαστούν τα δικαιώματα, πέραν της Αιτήτριας και τρίτων προσώπων, άλλων τυχόν πιστωτών της Καθ' ης η Αίτηση. Έχοντας αυτά ως δεδομένα, τίθεται το εξής ερώτημα: Μπορεί η εφαρμογή του τραπεζικού απορρήτου, που δια νόμου επιβάλλεται στο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα στην σχέση του με την Καθ' ης η Αίτηση, να υπερτερήσει του συνταγματικού δικαιώματος της Αιτήτριας να παρουσιάσει την μαρτυρία που κρίνει απαραίτητη προς απόδειξη της υπόθεσης της, ή/και του ευρύτερου δημοσίου συμφέροντος στην απονομή της δικαιοσύνης σ' αυτή την υπόθεση; Η απάντηση είναι, κρίνω, αρνητική. Γι' αυτό τον λόγο, η όποια μαρτυρία κρίνεται σχετική και απαραίτητη από πλευράς Αιτήτριας - πέραν από την δική της[i] -, ότι δηλαδή μπορεί να αποδείξει τον ισχυρισμό της σε ότι αφορά την αδυναμία της Καθ' ης η Αίτηση να εξοφλήσει τα χρέη της, πρέπει να της επιτραπεί να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο ώστε να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό κατά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης αυτής. Έχοντας ως γνώμονα το όσα έχουν προαναφερθεί, η κατάληξη μου είναι ότι στην προκείμενη περίπτωση, το δημόσιο συμφέρον στην απονομή της δικαιοσύνης υπερτερεί του συμφέροντος της Καθ' ης η Αίτηση για διατήρηση της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση, που η Alpha Bank Cyprus Ltd τυχόν να κατέχει σε σχέση μ' αυτήν. Τούτο άλλωστε προνοείται και από το ίδιο το Άρθρο 29
(2)(η) του Νόμου 66(I)/1997 που η Καθ' ης η Αίτηση βάσισε την ένσταση της. Ως εκ τούτου, θα ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια και θα επιτρέψω την παρουσίαση της σχετικής μαρτυρίας στο Δικαστήριο. Φυσικά, θέματα που άπτονται της δεκτότατης της συγκεκριμένης μαρτυρίας που τελικά θα επιχειρηθεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, θα αποφασιστούν κατά την ακροαματική διαδικασία, εκεί και όπου ένα τέτοιο θέμα θα εγερθεί. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παράβαση του επομένως, δίδει το δικαίωμα σε αποζημιώσεις, αν από την παράβαση έχει προκύψει ζημιά. [2] Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο αποκλεισμός της μαρτυρίας είχε επιδιωχθεί στην βάση ισχυρισμού περί προνομίου λόγω δημοσίου συμφέροντος. [i] Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση GIP Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της από μια εταιρεία. Δηλαδή, οι εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσέγγιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα. Στην αγγλική νομολογία βρίσκει κανείς και το εξής παράδειγμα. Απόδειξη από τον πιστωτή ότι το χρέος που του οφείλεται δεν έχει πληρωθεί από την εταιρεία εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυος.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο