SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΕΡΝΕΡΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1598/2011, 20/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1598/2011 SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση - και -
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΕΡΝΕΡΟΥ
- ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΡΕΚΛΑΣ Εναγομένου 2 / Αιτητή
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΚΩΣΤΑΝΤΗ ΑΝΔΡΕΑ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 20/01/2014 Αίτηση Για Επιθεώρηση Εγγράφων ημερομηνίας 21/08/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Εναγόμενο 2 / Αιτητή: κ. Π. Α. Μιχαήλ Για την Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση: κ. Γ. Ζαχαρίου για Α. Β. Ζαχαρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της στις 18/05/
- Η αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο 2 την 08/11/2011, ο οποίος εμφανίστηκε στην διαδικασία μέσω δικηγόρου με την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης την 07/12/
- Η δικογραφία που αφορά την εγειρόμενη στην παρούσα Αγωγή διαφορά μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 2, ολοκληρώθηκε με την καταχώριση αίτησης ορισμού από πλευράς της Ενάγουσας την 05/04/
- Στις 29/05/2012, ήτοι, κατά πρώτη ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα κατά το στάδιο των Οδηγιών ενώπιον του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα και των δύο διαδίκων, το Δικαστήριο εξέδωσε Διατάγματα, με τα οποία διέταξε και τους δύο διαδίκους, να αποκαλύψουν ο ένας στον άλλο, ενόρκως, όλα τα έγγραφα που είναι ή ήταν στην κατοχή ή τον έλεγχο τους, τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας Αγωγής. Προς συμμόρφωση με το εν λόγω διάταγμα, η Ενάγουσα, στις 13/06/2012, καταχώρησε, μέσω της υπαλλήλου αντιπροσώπου της, σχετική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Ο Εναγόμενος 2, δεν καταχώρισε σχετική ένορκη δήλωση, παρά μόνο δήλωσε, την 02/07/2012, στο Δικαστήριο, μέσω του δικηγόρου του, ότι δεν έχει έγγραφα στην κατοχή ή τον έλεγχο του, τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας Αγωγής. Η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση στις 17/12/2012 (ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε μετά από Αίτημα της Ενάγουσας, στο οποίο ο Εναγόμενος 2 δεν προέβαλε ένσταση), στις 26/02/2013 (ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε μετά από Αίτημα του Εναγομένου 2, στο οποίο η Ενάγουσα δεν προέβαλε ένσταση), στις 16/05/2013 (λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου) και στις 22/10/2013 (για να δοθεί προτεραιότητα εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης, η οποία είχε ήδη καταχωρηθεί από πλευράς Εναγομένου 2 στις 05/08/2013). Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση που καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο 2, βασίζεται στην Δ.28 και ειδικότερα στους κ. κ. 6, 7, 8 και 9, Δ.148, κ. κ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και επί της πρακτικής και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Μ' αυτήν, ο Εναγόμενος 2 εξαιτείται: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Ενάγοντες να παρουσιάσουν προς επιθεώρηση από τον εναγόμενο αρ. 2 σε χώρο του Δικαστηρίου τα έγγραφα τα οποία αναφέρει στην ένορκη δήλωση της η κα Εύα Νικόλα ημερ. 13/06/12 και να λάβει αντίγραφα αυτών και τα οποία είναι: ...» Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Φλωρεντίας Νικολάου, που είναι γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του Εναγομένου 2, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρεται ότι: (α) η επιθεώρηση των αποκαλυφθέντων εγγράφων και η λήψη αντιγράφων τους, είναι απολύτως απαραίτητη, γιατί ο ίδιος δεν τα έχει στην κατοχή του. Με την επιθεώρηση τους και την λήψη αντιγράφων, θα διασφαλιστεί η ισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων κατά την ακροαματική διαδικασία και θα εξοικονομηθούν πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα, (β) ότι το αίτημα υποβάλλεται κατά τον συγκεκριμένο τρόπο, γιατί ο δικηγόρος της Ενάγουσας, κ. Π. Μιχαήλ, δεν διατηρεί «καλές συναδελφικές σχέσεις» με μία εκ των δικηγόρων την Ενάγουσας, την κα. Γ. Ζαχαρίου, γι' αυτό δεν επιθυμεί να επισκεφτεί το δικηγορικό τους γραφείο. Γι' αυτό τον λόγο, επιθυμεί αυτά να επιθεωρηθούν σε χώρο του Δικαστηρίου, ως θα καθοριστεί με το αιτούμενο από το Δικαστήριο, Διάταγμα. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, εγείροντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη.
- Το αιτούμενο διάταγμα είναι νομικά αβάσιμο και η καταχώριση αίτησης είναι δικονομικά λανθασμένη.
- Η καταχώριση αίτησης για παρουσίαση εγγράφων είναι αχρείαστη.
- Δεν παρέχεται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας δυνατότητα καταχώρισης αίτησης δια κλήσεως συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση για την έκδοση διατάγματος παρουσίασης εγγράφων.
- Ο Αιτητής δεν δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία.
- Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και άνευ αντικειμένου.
- Η αίτηση είναι ανεδαφική.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική.
- Η αίτηση είναι αχρείαστη.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνονται αχρείαστες, αντισυναδελφικές, αντιδεοντολογικές και αστείες αναφορές και ισχυρισμοί.
- Η αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση και περιπλοκή της όλης διαδικασίας.
- Η αίτηση υποβάλλεται εκπρόθεσμα.
- Η αίτηση είναι πρόωρη.
- Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
- Ο αιτητής κωλύεται λόγω δηλώσεων και συμπεριφοράς από το να προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς με την αίτηση του στο παρόν στάδιο της διαδικασίας». Η Ένσταση, βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.28, κ. κ. 6, 7, 8, 9, Δ.48, κ. κ. 1, 2, 4
(1), Δ.64 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, ως επίσης και επί του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30
(2). Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Κατερίνας Βουρή, που είναι υπάλληλος των δικηγόρων της Ενάγουσας, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: (α) η αίτηση είναι δικονομικά λανθασμένη. Η καταχώριση αίτησης θα δικαιολογείτο μόνο εάν η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση δεν συμμορφωνόταν με ειδοποίηση που θα της έδινε ο Εναγόμενος 2 / Αιτητής για την παρουσίαση τους, ενέργεια στην οποία ο Εναγόμενος λανθασμένα δεν προέβη, (β) η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και αδικαιολόγητα καθυστερημένη, αφού τα δικόγραφα της παρούσας Αγωγής έκλεισαν περί την 05/04/12, η υπόθεση ορίστηκε τέσσερεις φορές για ακρόαση και ο Εναγόμενος 2, δεν ζήτησε ποτέ να επιθεωρήσει τα έγγραφα και (γ) οι προσωπικοί λόγοι που επικαλέστηκε ο δικηγόρος του Εναγομένου 2 για να δικαιολογήσει το αίτημα, δεν αποτελούν σοβαρό λόγο για να παρακάμψει το Δικαστήριο τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Γι' αυτό τον λόγο, η επιθεώρηση των εγγράφων, δεν μπορεί να διαταχθεί να γίνει στο χώρο του Δικαστηρίου, γιατί κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ζήτημα της αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων, διέπεται από την Δ.28 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»)[1]. Είναι δύο θέματα αλληλένδετα και γι' αυτό τον λόγο, παρά το γεγονός ότι η παρούσα Αίτηση έχει ως αντικείμενο της μονάχα το θέμα της επιθεώρησης εγγράφων, επιβάλλεται η από κοινού εξέταση της νομικής τους πτυχής. Υπάρχουν τρείς διαφορετικές περιπτώσεις που χρήζουν εξέτασης σε σχέση με το θέμα αυτό: (
- i)Ενδέχεται κάποιος διάδικος να έχει αναφερθεί σε δικόγραφο, ή ένορκο δήλωση του, σε κάποια έγγραφα, στα οποία βασίζει και ο ίδιος την υπόθεση του. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο αντίδικος του, εάν τα θεωρεί επαρκώς ουσιώδη, έχει αμέσως το δικαίωμα να του δώσει ειδοποίηση δυνάμει της Δ.28, κ. 6[2] των Θ. Π. Δ. ότι επιθυμεί να δει τα έγγραφα και να λάβει αντίγραφα τους. Ο διάδικος που έχει αναφερθεί στα εν λόγω έγγραφα, πρέπει τότε, βάσει των προνοιών της Δ.28, κ. 8[3] των Θ. Π. Δ. να καθορίσει, δια σχετικής ειδοποίησης του, τον χρόνο κατά τον οποίο τα έγγραφα, ή όποια από αυτά δεν έχει ένσταση να παρουσιάσει[4], μπορούν να επιθεωρηθούν στο γραφείο του δικηγόρου του, από τον αντίδικο του ή τον δικηγόρο του. Εάν τα έγγραφα δεν προσαχθούν προς επιθεώρηση κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ο διάδικος που παραλείπει να συμμορφωθεί, δεν μπορεί να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο ως μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης[5], εκτός και εάν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είχε επαρκή λόγους για την μη προσαγωγή τους για επιθεώρηση. Στην περίπτωση όπου τα έγγραφα αυτά ή κάποιο από αυτά, είναι ο αιτών διάδικος την επιθεώρηση που επιθυμεί να τα προσαγάγει στο Δικαστήριο ως μαρτυρία, τότε αυτός δύναται, κατόπιν αίτησης του στο Δικαστήριο, να αιτηθεί την έκδοση διατάγματος επιθεώρησης τους, δυνάμει της Δ.28, κ. 9[6] των Θ. Π. Δ. Σχετική προς τον σκοπό αίτηση, μπορεί να καταχωρηθεί στο Δικαστήριο και στην περίπτωση όπου ο διάδικος από τον οποίο ζητείται η προσαγωγή των εγγράφων για επιθεώρηση δια της σχετικής, ωε έχω προαναφέρει ειδοποίησης, καταχωρίσει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση, δια της οποίας εγείρει ένσταση ως προς την δεκτότητα προσαγωγής των εγγράφων ή κάποιων από αυτά στο Δικαστήριο[7]. (
- ii)Στην δεύτερη περίπτωση, ενδέχεται ότι ένας διάδικος γνωρίζει, ή υποπτεύεται, ότι ο άλλος διάδικος ή/και άλλο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος, έχει στην κατοχή του κάποια συγκεκριμένα και ουσιώδη έγγραφα, παρόλο που αυτά δεν έχουν αναφερθεί σε κάποιο δικόγραφο ή ένορκο δήλωση. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο διάδικος αυτός μπορεί[8], δυνάμει της Δ.28, κ. 11[9] των Θ. Π. Δ. με αίτηση του στο Δικαστήριο, - η οποία πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία να δηλώνεται αυτή του η πεποίθηση, αλλά και οι λόγοι ως προς την βασιμότητα της -, να αιτηθεί διάταγμα με το οποίο το πρόσωπο αυτό να δηλώσει ενόρκως κατά πόσο έχει ή είχε στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του τα έγγραφα αυτά, και εάν είχε κάποιο από αυτά και δεν το κατέχει ή ελέγχει πλέον, πότε το αποχωρίστηκε και τι αυτό έχει απογίνει. Εάν το πρόσωπο αυτό, με την ένορκη δήλωση, που πρέπει να καταχωρήσει στο Δικαστήριο, παραδεχθεί ότι κατέχει ή ελέγχει οποιοδήποτε από τα έγγραφα που έχουν καθοριστεί στο Διάταγμα του Δικαστηρίου και ότι αυτά είναι ουσιώδη, αυτόματα αυτά κατατάσσονται στην κατηγορία των εγγράφων που αναφέρονται σε ένορκη δήλωση (ως η πρώτη περίπτωση στην οποία αναφέρομαι πιο πάνω στην προηγούμενη παράγραφο (i)) και η Δ.28, κ. 6 των Θ. Π. Δ. τυγχάνει εφαρμογής. Συνήθως, δεν επιδιώκεται αρχικώς Διάταγμα για ένορκη δήλωση αποκάλυψης συγκεκριμένων εγγράφων δυνάμει της Δ.28, κ. 11 των Θ. Π. Δ., παρά μόνο ως αποτέλεσμα ανεπαρκούς «συμμόρφωσης» με Διάταγμα του Δικαστηρίου για γενική αποκάλυψη (αναφέρομαι στην περίπτωση αυτή στην συνέχεια στην παράγραφο (iii) πιο κάτω). (iii) Στις πλείστες των περιπτώσεων, κανένας από τους διαδίκους δεν έχει καθαρή εικόνα ως προς τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του αντίδικου του. Μπορεί να εικάζει σε σχέση με κάποια απ' αυτά τα έγγραφα, αλλά να επιθυμεί να έχει αναλυτική λίστα σε σχέση με όλα όσα είναι ουσιώδη. Αυτό είναι, γενικά, κάτι το οποίο μπορεί να εξασφαλίσει. Οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί, χωρίς το αίτημα του να χρειάζεται να υποστηριχθεί από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, να αιτηθεί από το Δικαστήριο κατά το στάδιο των Οδηγιών[10], ή να αποταθεί στο Δικαστήριο με γραπτή αίτηση του που υποβάλλεται δυνάμει της Δ.28, κ.1[11] των Θ. Π. Δ., για Διάταγμα που να διατάζει οποιοδήποτε εκ των αντιδίκων του στην υπόθεση, να αποκαλύψει ενόρκως, όλα τα έγγραφα που είναι ή ήταν στην κατοχή ή τον έλεγχο του, τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Η πρώτη ακροαματική διαδικασία που διαλαμβάνει χώρα κατά το στάδιο των Οδηγιών ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι σχεδόν πάντοτε η κατάλληλη ευκαιρία για να γίνει ένα τέτοιο αίτημα, ή για να εξεταστεί μια τέτοια γραπτή αίτηση. Κατά την ακρόαση του αιτήματος ή αίτησης από το Δικαστήριο, το Δικαστήριο θα εκδώσει Διάταγμα, μόνο όταν και μόνο στο βαθμό που το κρίνει αναγκαίο, είτε για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, ή για την εξοικονόμηση εξόδων. Διάδικος που έχει διαταχθεί να προβεί σε γενική αποκάλυψη, πρέπει να προβεί σε ένορκη δήλωση, προσδιορίζοντας όλα τα έγγραφα που είναι ουσιώδη σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής, τα οποία είναι ή ήταν, στην κατοχή του. Πρέπει να τα περιγράψει με λεπτομέρεια, επαρκή για τον προσδιορισμό τους - στην περίπτωση που το Δικαστήριο διατάξει όπως οποιοσδήποτε απ' αυτά προσαχθούν για επιθεώρηση. Πρέπει επίσης να καθορίσει ποιά, αν υπάρχουν, αντιτάσσεται στο να προσαχθούν[12] και ποιός ο λόγος επί του οποίου βασίζεται η ένσταση για την προσαγωγή τους. Όλα τα ουσιώδη έγγραφα πρέπει να προσδιοριστούν, είτε υπάρχει ένσταση στην προσαγωγή τους, είτε όχι, αλλά επουσιώδη έγγραφα πρέπει εντελώς να παραλειφθούν. Προκύπτει δε ότι, όποιο έγγραφο περιληφθεί στην ένορκο δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, γίνεται παραδεκτό ότι είναι ουσιώδες. Εάν ο αντίδικος έχει καλό λόγο στο να υποθέτει ότι κάποιο έγγραφο που είναι ουσιώδες σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα της αγωγής, υπάρχει αλλά δεν έχει αποκαλυφθεί, η μόνη του επιλογή είναι να αποταθεί στο Δικαστήριο για περαιτέρω αποκάλυψη, δυνάμει της Δ.28, κ. 11 των Θ. Π. Δ. Ένα τέτοιο Διάταγμα, ως προανέφερα, δεν θα εκδοθεί, εκτός και αν υπάρχουν καλοί εκ πρώτης όψεως λόγοι που να το δικαιολογούν. Στην περίπτωση που η ύπαρξη ενός περαιτέρω εγγράφου αποκαλυφθεί, αλλά υπάρχει ισχυρισμός ότι το εν λόγω έγγραφο δεν είναι ουσιώδες με τα επίδικα θέματα της αγωγής, το θέμα μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης αιτήσεως για προσαγωγή. Εάν ένα έγγραφο είναι ουσιώδες, το γεγονός ότι ένας διάδικος δεν προτίθεται ο ίδιος να το παρουσιάσει στο Δικαστήριο προς τεκμηρίωση ή/και απόδειξη των ισχυρισμών του, δεν είναι λόγος για να μην αποκαλυφθεί, - ειδικότερα εάν ένα τέτοιο έγγραφο βοηθά την υπόθεση του αντιδίκου του -. Εάν μέρος ενός εγγράφου είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα της αγωγής και ο διάδικος που το έχει στον έλεγχο ή την κατοχή του δεν επιθυμεί να αποκαλυφθεί ολόκληρο, πρέπει να προσδιορίσει τα σχετικά, με τα επίδικα θέματα, μέρη του. Και τούτο γιατί αποτελεί βασική αρχή ότι, τόσο η αποκάλυψη όσο και η επιθεώρηση εγγράφων, περιορίζεται αποκλειστικά στα επίδικα θέματα της αγωγής. Μία ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης εγγράφων πρέπει να είναι στην μορφή που προνοείται από την Δ.28, κ. 2[13] των Θ. Π. Δ. Αυτή δηλαδή, πρέπει να έχει δύο παραρτήματα. Το πρώτο παράρτημα, έχει δύο μέρη. Στο Παράρτημα Α, Μέρος Α, ο ενόρκως δηλών παραθέτει τα ουσιώδη έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή ή τον έλεγχο του και τα οποία είναι διατεθειμένος να παρουσιάσει. Στο Μέρος Β, παρατίθενται τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή ή τον έλεγχο του και τα οποία δεν είναι διατεθειμένος να παρουσιάσει. Στο Παράρτημα Β, παραθέτει έγγραφα τα οποία είχε στο παρελθόν στην κατοχή του, αλλά όχι πλέον. Οι λόγοι για τους οποίους υπάρχει ένσταση ως προς το να προσαχθούν κάποια έγγραφα, πρέπει να αναφέρονται στο σώμα της ένορκης του δήλωσης. Η λίστα με τα έγγραφα, πρέπει να ακολουθεί και να έχει τον τύπο, όσο το δυνατόν πιο προσομοιάζοντα, μιας ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο μπορεί δυνάμει της Δ.28, κ. 4[14] των Θ. Π. Δ., σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διατάξει οποιοδήποτε διάδικο να προσαγάγει ενόρκως, όσα από τα ουσιώδη έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του, τα οποία κρίνει ορθό ότι πρέπει να προσαχθούν; και μπορεί, με την προσαγωγή τους, να τα μεταχειριστεί κατά τέτοιο τρόπο, όπως θα κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ο διάδικος που επιθεωρεί τα έγγραφα, έχει δικαίωμα να λάβει αντίγραφο τους, με δικά του φυσικά έξοδα. Σε κάθε περίπτωση, η αρχή είναι ότι δεν εκδίδεται διάταγμα επιθεώρησης εγγράφων, για έγγραφα που δεν είναι ουσιώδη προς τα επίδικα θέματα της αγωγής. Για όποια έγγραφα υπάρχει ένσταση να προσαχθούν προς επιθεώρηση, είναι κατόπιν αίτησης δυνάμει της Δ.28, κ. 4 των Θ. Π. Δ. που εξετάζεται από το Δικαστήριο η βασιμότητα της όποιας προσβληθείσας ένστασης. Το Δικαστήριο μπορεί σε κάθε περίπτωση, εάν κάτι τέτοιο κρίνεται αναγκαίο, να εξετάσει τα ίδια τα έγγραφα για τα οποία υπάρχει ένσταση στην προσαγωγή τους και να αποφανθεί ως προς την βασιμότητα της ένστασης, π.χ. την ύπαρξη προνομίου κτλ. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το μοναδικό προς εξέταση ερώτημα είναι κατά πόσο ο ενόρκως δηλών έχει αναφέρει στην ένορκο του δήλωση αρκετά σχετικά με τα έγγραφα, που να δικαιολογούν την μη προσαγωγή τους στο Δικαστήριο, λόγω π.χ., προνομίου. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σ' ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν, χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ο Εναγόμενος 2, με την παρούσα Αίτηση, την οποία βασίζει στην Δ.28, - και ως ο ίδιος καταγράφει στην νομική βάση της Αίτησης του -, ειδικότερα στους κ. κ. 6, 7, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών της εν λόγω Διαταγής, αιτείται Διατάγματος με το οποίο να διατάζεται η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση να παρουσιάσει προς επιθεώρηση του, στο χώρο του Δικαστηρίου, τα έγγραφα τα οποία αναφέρει στην ένορκο δήλωση της η κα. Εύα Νικόλα ημερομηνίας 13/06/12 και να του επιτραπεί να λάβει αντίγραφα τους. Όπως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου, στις 29/05/2012, ήτοι κατά πρώτη ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα κατά το στάδιο των Οδηγιών ενώπιον του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα και των δύο διαδίκων, το Δικαστήριο εξέδωσε Διατάγματα, με τα οποία διέταξε και τους δύο διαδίκους, να αποκαλύψουν ο ένας στον άλλο, ενόρκως, όλα τα έγγραφα που είναι ή ήταν στην κατοχή ή τον έλεγχο τους, τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας Αγωγής. Το Αίτημα και των δύο διαδίκων υποβλήθηκε στην βάση της Δ.28, κ. 1 των Θ. Π. Δ[15] και πρόκειται περί Διαταγμάτων γενικής αποκάλυψης εγγράφων, ως η περίπτωση (iii) που προανέφερα κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος (στο εξής καλούμενο «το Διάταγμα Γενικής Αποκάλυψης Εγγράφων»). Σε συμμόρφωση με το εκδοθέν Διάταγμα Γενικής Αποκάλυψης Εγγράφων, η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση, στις 13/06/2013, προέβη, μέσω της υπαλλήλου αντιπροσώπου της, κας Εύας Νικόλα, σε ένορκη δήλωση, προσδιορίζοντας όλα τα έγγραφα που είναι ουσιώδη σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής, τα οποία είναι στην κατοχή της. Η εν λόγω ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης εγγράφων της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 13/06/3013 (στο εξής καλούμενη «η Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων») - που βρίσκεται κατατιθέμενη στο φάκελο του Δικαστηρίου -, είναι, όπως παρουσιάζεται, στην μορφή που προνοείται από την Δ.28, κ. 2 των Θ. Π. Δ. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση «έχει στην κατοχή της» τα έγγραφα που παραθέτει στον Παράρτημα/«Πίνακα» Α που επισυνάπτεται σ' αυτήν, τα οποία, αφού αποτελούν μέρος του Παραρτήματος/«Πίνακα» Α, είναι διατεθειμένη να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Διευκρινίζω εδώ ότι, παρά το γεγονός ότι το Παράρτημα/«Πίνακας» Α της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων, δεν είναι διαιρεμένο σε Μέρη Α και Β, - ως ο σχετικός τύπος 22 που προνοείται από την Δ.28, κ. 2 των Θ. Π. Δ. -, επειδή στο σώμα της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων δεν προβάλλεται ένσταση ως προς την προσαγωγή οποιονδήποτε από τα έγγραφα που καταγράφονται σ' αυτήν στο Δικαστήριο ή/και προς επιθεώρηση, κρίνω ότι η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση, έχει με την Ένορκο Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων αποδεχθεί την σχετικότητα των αναφερομένων σ' αυτήν εγγράφων[16]. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση, δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να προβάλει ένσταση, τα έγγραφα που έχει αποκαλύψει με την Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων, να προσαχθούν στο Δικαστήριο για να επιθεωρηθούν από τον Εναγόμενο 2 / Αιτητή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Digest of The Law of Discovery with Practice Notes, 2η Έκδοση, του Δικαστή Bray, οι σημειώσεις πρακτικής του οποίου συμπεριλαμβάνονται στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1: «31. A party cannot be order to produce a document unless he has directly or indirectly (for instance by failing to deny an allegation to that effect by the applicant under r. 18) admitted (
- a)its relevancy; but if the nature of its contents or effect is known, the Court can Judge of its relevancy; and further under r. 19, the Court may inspect the document for the purpose of deciding the question. (See also Art. 38) (
- a)An admission in an affidavit of documents obtained is sufficient, see infra page 53. As to relevancy see Art. 10. 32. Similarly, a party cannot be ordered to produce a document unless he has directly or indirectly admitted that it is in his possession or power. (See Art. 38)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το τι απομένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε μετά και την γενική αποκάλυψη εγγράφων από πλευράς Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση από τον Εναγόμενο 2 / Αιτητή, δια της καταχώρισης της υπό εξέταση Αίτησης, για να επιτευχθεί η προσαγωγή προς αυτόν των εγγράφων που έχουν αποκαλυφθεί για επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων, ήταν η ορθή, ή/και εάν αυτή βασίζεται επί της ορθής νομικής βάσης. Ουσιαστικά, ο κύριος λόγος ένστασης της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι η Αίτηση δεν πρέπει να επιτύχει γιατί ο Εναγόμενος 2 / Αιτητής αποτάθηκε πρόωρα στο Δικαστήριο και παρέλειψε να ακολουθήσει τις πρόνοιες της Δ.28, κ. κ. 6 έως 10 των Θ. Π. Δ. αφού δεν έστειλε σχετική ειδοποίηση στην Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση με την οποία να ζητά την προσαγωγή των εγγράφων για επιθεώρηση. Όπως προκύπτει από την νομική ανάλυση του θέματος, το Δικαστήριο μπορεί δυνάμει της Δ.28, κ. 4 των Θ. Π. Δ.[17], σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διατάξει οποιοδήποτε διάδικο να προσαγάγει ενόρκως, όσα από τα ουσιώδη έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του, τα οποία κρίνει ορθό ότι πρέπει να προσαχθούν; και μπορεί, με την προσαγωγή τους, να τα μεταχειριστεί κατά τέτοιο τρόπο, όπως θα κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ο διάδικος που επιθεωρεί τα έγγραφα, έχει δικαίωμα να λάβει αντίγραφα τους, με δικά του φυσικά έξοδα. Σε κάθε περίπτωση, η αρχή, όπως προανέφερα, είναι ότι δεν εκδίδεται διάταγμα επιθεώρησης εγγράφων, για έγγραφα που δεν είναι ουσιώδη προς τα επίδικα θέματα της αγωγής. Εδώ, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, τα έγγραφα είναι παραδεκτό ότι είναι στην κατοχή της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση, δεν αμφισβητείται ότι είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και δεν υπάρχει ένσταση αυτά να προσαχθούν στο Δικαστήριο. Για να διακριβώσω κατά πόσο θα έπρεπε, πριν από την καταχώριση της παρούσας Αίτησης, να είχε προηγηθεί η έκδοση ειδοποίησης δυνάμει της Δ.28, κ. 6 των Θ. Π. Δ., και να ακολουθηθεί η διαδικασία που προνοούν οι ακόλουθες αυτής κανονιστικές διατάξεις, ήτοι οι πρόνοιες των κ. κ. 7 έως 10 των Θ. Π. Δ., έχω ανατρέξει στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1 σελ. 715, οι ακόλουθες περικοπές από την οποία παρέχουν σημαντική καθοδήγηση: «Production of Documents (O. 31, r. 14)[18]. ¨It shall be lawful¨ - It was held that there was no discretionary power under this rule to refuse the production of documents material at that stage, unless they fell within the established Rules of protection existing in Chancery, the wide discretionary power existing in common law no longer obtaining (Busiros v. White 1 Q. B. D. p. 426; Anderson v. Bank of Columbia, 2 Ch. D. p.p. 654, 656); but this must now be taken as subject to the special discretion subsequently given by the proviso added to r. 18[19], as pointed in Hope v. Brash, [1897] 2 Q. B. 188, C. A.; and see generally as to the right of discovery, (un.) "Grounds on which discovery can be resisted", and the effect of the Rules, supra p. 684 ...................................................................................................... Inspection of documents referred to in pleadings or affidavits (O. 31, r. 15)[20] The scope and object of this Rule and the following Rules 16 - 18[21]. It may be doubted whether this Rule was ever intended to apply to documents merely disclosed in an affidavit of documents or even in answers to interrogatories, and so expose a party and in particular a plaintiff in to the penalty of being unable to put them in evidence: see Bray´s Digest, Art. 66: but that is the construction given upon this Rules, see (n.) "Affidavits" infra. There is a broad distinction between an application for general discovery of documents referred to in the pleadings; these rules were intended to give the opposite party the same advantage as if the documents had been fully set out in the pleadings. There is no need of an affidavit to exhibit them (Doy v. William Hill (Park Lane) Ltd [1949] 1 K. B. per Singlenton L. J. at p. 639). The party against whom the application is made must give immediate production of documents referred to in his pleadings or affidavits unless he can show good cause why he should not (Quilter v. Heatley, 23 Ch. D. p. p. 48 51). But these Rules do not take away any right which, apart from these Rules, the party would have to protect the document from inspection; in such a case he will not be compelled to produce it, but he will become subject to the penalty of not being at liberty to put it in evidence . Application should be made for an order for production if it is desired to take advantage of the penalty, see Quilter v. Heatley supra, commenting on Webster v. Wheawall, 18 Ch. D. 120. ...................................................................................................... "Affidavits" has been held to include answers to interrogatories (Moore v. Peachey, [1891] 2 Q. B. 707, and has been considered to include affidavits of documents, but qu. See (u.) "Scope and object", supra. In Hunter v. Dublin Co. 28 L. R. Ir. 489, it was held that a document referred to in any affidavit must be produced under r. 18, unless special cause shown. . ». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Από τα ανωτέρω, διακριβώνω ότι οι πρόνοιες της Δ.28, κ. κ. 6 έως 8 των Θ. Π. Δ., έχει ερμηνευθεί ότι εφαρμόζονται, εκτός των περιπτώσεων όπου εφαρμογής τυγχάνει η Δ.28, κ. 6 των Θ. Π. Δ., και στις περιπτώσεις γενικής αποκάλυψης εγγράφων με ένορκο δήλωση δυνάμει της Δ.28, κ. 1 των Θ. Π. Δ.. Μοναδική εξαίρεση, αποτελούν οι περιπτώσεις όπου σε σχέση με τα αποκαλυφθέντα έγγραφα, εγείρεται ένσταση ως προς την προσαγωγή τους στο Δικαστήριο. Σ' αυτή την περίπτωση, η επίλυση του θέματος κατά πόσο τα έγγραφα μπορούν ή δεν μπορούν να προσαχθούν στο Δικαστήριο ή/και για επιθεώρηση, εν όψει της προσβληθείσας ένστασης, είναι με αίτηση που καταχωρείται απευθείας στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ, 28, κ. 4 των Θ. Π. Δ. Η παρούσα όμως περίπτωση, δεν εμπίπτει στην προαναφερθείσα εξαίρεση. Από την στιγμή που η κατοχή και η σχετικότητα των αποκαλυφθέντων εγγράφων δεν αμφισβητείται από πλευράς Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση και δεν έχει ζητηθεί από πλευράς της οποιαδήποτε προστασία σε σχέση με την προσαγωγή οποιουδήποτε απ' αυτά (λόγω προνομίου ή/και αλλιώς) στο Δικαστήριο ή/και προς επιθεώρηση, η απευθείας καταχώριση της υπό εξέταση Αίτησης στην βάση των προνοιών της Δ.28, κ. 9 των Θ. Π. Δ. ή της Δ.28, κ. 4 των Θ. Π. Δ. είναι, κρίνω, αχρείαστη, αφού δεν υπάρχει κάτι το οποίο χρήζει εξέτασης από το Δικαστήριο. Γι' αυτό και έχει άλλωστε ερμηνευτεί ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, η προσαγωγή και επιθεώρηση των εγγράφων μπορεί να διευθετηθεί μεταξύ των διαδίκων στην βάση της διαδικασίας που προνοείται από την Δ.28, κ. κ. 6 έως 8 των Θ. Π. Δ., χωρίς την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Ο λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της αναγκαιότητας καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, - αντί της έκδοσης ειδοποίησης για την προσαγωγή τους για επιθεώρηση, ως ανωτέρω αναφέρεται - μέσα από την ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της και ως υποστηρίχθηκε και κατά την αγόρευση του δικηγόρου του Εναγομένου 2 / Αιτητή ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι εντελώς απαράδεκτος. Παραθέτω αυτούσια την σχετική περικοπή από την εν λόγω ένορκη δήλωση καθ' ότι αυτή θεωρώ ότι είναι σημαντική: «Όπως με πληροφόρησε ο κ. Μιχαήλ δεν διατηρεί καλές συναδελφικές σχέσεις με την δικηγόρο κα Γεωργία (Γιολάντα) Ζαχαρίου, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί του ενάγοντες, γι' αυτό δεν επιθυμεί να επισκεφθεί το δικηγορικό τους γραφείο και ζητά όπως η επιθεώρηση των ζητούμενων εγγράφων γίνει σε χώρο του Δικαστηρίου όπως θα καθοριστεί με σχετικό διάταγμα». Απαράδεκτο. Το Δικαστήριο να πρέπει να αφιερώνει πολύτιμο δικαστικό χρόνο για να επιλύνει διαφορές που δεν αφορούν την μεταξύ των διαδίκων διαφορά, αλλά λόγους που στην ουσία αφορούν τους δικηγόρους που τους εκπροσωπούν. Εντελώς απαράδεκτη είναι και η Ένσταση που προβλήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση, αφού όπως έχω ήδη αναφέρει, από την στιγμή που η κατοχή και η σχετικότητα των αποκαλυφθέντων εγγράφων, δεν αμφισβητείται από πλευράς της και δεν έχει ζητήσει από το Δικαστήριο οποιαδήποτε προστασία σε σχέση με την προσαγωγή οποιουδήποτε απ' αυτά (λόγω προνομίου ή/και αλλιώς) στο Δικαστήριο ή/και προς επιθεώρηση, δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος να εγείρει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, παρά να παραδώσει τα έγγραφα προς επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων. Η προς τούτο σχετική εισήγηση του Δικαστηρίου να επιθεωρηθούν τα έγγραφα από τον δικηγόρο του Εναγομένου 2 / Αιτητή στην παρουσία του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία που η παρούσα Αίτηση ήταν ορισμένη για Ακρόαση στις 13/12/2013 ή σε άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία που θα μπορούσε να δοθεί από το Δικαστήριο, που δεν έγινε αποδεκτή ή/και αποφεύχθηκε από την συνήγορο της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση, προβάλλοντας την δικαιολογία ότι δεν είχε τα έγγραφα μαζί της για να γίνει η επιθεώρηση, είναι ενδεικτική της έλλειψης διάθεσης και των δύο πλευρών να ρυθμιστεί το θέμα αυτό κατά τον πιο σύντομο και ανέξοδο τρόπο. Τα σχόλια και οι τοποθετήσεις περί επαγγελματικής κόντρας ή/και φόβου, λυπούμε να παρατηρήσω ότι δεν απουσίασαν από την τοποθέτηση και της δικηγόρου της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση. Ταιριάζουν απόλυτα στην περίπτωση τα όσα ο Αυστραλός Δικαστής Gleeson CJ παρατήρησε στην υπόθεση Goldsmith v Sandilands σε σχετική απόφαση του Αυστραλιανού Εφετείου: «It sometimes happens, in the course of litigation, that counsel will start a hare. The response of the opposing counsel may be to pursue it. One of the duties of a trial judge is to control the proceedings, to exclude irrelevancy, and to maintain proper limits upon the extent to which the parties and their lawyers will be permitted to raise and investigate matters that are only of marginal significance. The issue of discovery starts many such hares. Judges must ensure that, wherever possible, the parties do not expend unnecessary resources chasing them. There is great temptation - and perhaps even comfort - in delaying the presentation of evidence until after an extensive document review process has been conducted. However, that delay is unsustainable. In the majority of cases, it leads only to additional costs for clients and a waste of public resources. It is often said that the legal profession does not take well to change. However, the manner in which the profession has embraced the new regime has been heartening». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Παρά το γεγονός ότι τα ανωτέρω θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απόρριψη του αιτήματος, ως αυτό έχει υποβληθεί με την υπό εξέταση Αίτηση, το Δικαστήριο, εξασκώντας την σύμφυτη δικαιοδοσία του για θεραπεία ατέλειας σε δικαστική διαδικασία, όπου αυτό επιβάλλεται από τη διασφάλιση της λειτουργίας του Δικαστηρίου ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης[22], θα προχωρήσει και θα εκδώσει το ακόλουθο Διάταγμα, έχοντας κατά νου την αρχή δικαίου ότι οι δικονομικοί κανόνες, υπάρχουν για να διευκολύνουν και προστατεύουν τους διαδίκους και όχι να συνιστούν τροχοπέδη για την απονομή της δικαιοσύνης[23]. Ως εκ τούτου: Η Ενάγουσα διατάζεται όπως προσαγάγει στο Δικαστήριο προς επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων από τον Εναγόμενο 2, ή/και τον δικηγόρο του, όλα τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων της κας Εύα Νικόλα ημερομηνίας 13/06/2012, στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, την Παρασκευή 24/01/14 μεταξύ των ορών 09:00 π.μ. και 12:00 π.μ. Τα έξοδα για την λήψη αντιγράφων των εγγράφων δια της φωτοτύπησης τους, θα βαραίνουν ασφαλώς τον Εναγόμενο 2. Πολλής λόγος έγινε και από τους δύο δικηγόρους των διαδίκων σε σχέση με το που ενδείκνυται να γίνεται η επιθεώρηση των εγγράφων, ή εάν είναι επιτακτική ανάγκη η επιθεώρηση τους να γίνεται στο γραφείο του δικηγόρου του διαδίκου που προσφέρει τα έγγραφα προς επιθεώρηση. Χρήσιμη προς αυτή την προέκταση του θέματος είναι η παραπομπή στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1 σελ. 715, οι ακόλουθες περικοπές από την οποία παρέχουν σημαντική καθοδήγηση και υποστηρίζουν την ανωτέρω απόφαση μου και διαταγή: «Place of Production - According to the old practice in chancery the primary obligation of the party was to deposit his documents at the Record and Writ Clerk's office (now the Central office); it afterwards grew to be the practice, but only as a matter of indulgence to him, to allow him to produce them at the office of his solicitor, that is of the London solicitor where notices have to be served; and this is still so in the C. D.; in the K. B. D., the old common law practice under which the office of the solicitor was the primary place for production, there being no place where the documents could be deposited still obtains (Brown v. Sewell, 16 C. D. 517; Prestney v. Mayor of Cholchester, 24 C. D. p. 379; and see Leslie v. Cave, W. N.
(86)162, where the documents were ordered to be deposited in Court). As a further indulgence production is sometimes allowed at other places; see for instance, r. 17, as to offering inspection of business books, etc., at their usual place of custody: Prestney v. Mayor of Cholchester, 24 C. D. p. 379, where inspection was allowed at Colchester of the books of the corporation with liberty to the plaintiff to apply with reference to any other particular documents which he might desire to inspect in London, at the defendant's expense: Bustros v. B, 30 W. R. 374, plaintiff's documents at Beirut and Alexandria to be inspected at those places; so at Japan in Whyte v. Ahrens, 32 W. R. 649. Taking Copies of Inspection - The right to inspection includes the right to have or take (or make, see Ormerod v. St. George's Ironworks
(1905)1 Ch. 505) copies of the documents (See Pratt v. P. 47 L. T. 249, Beran v. Webb,
(1901)2 Ch. D. p. 74); but where inspection is by order hereunder there is no right to make them, see new form of order in App. K., No. 18, and O. 65, r. 27
(18); for cases under Comp. and Comp. CL acts see supra. Under this rule the Court can order exact copies to be taken by photographing the documents (see Lewis v. Londesborough,
(1893)2 Q. B., 191, bills of exchange alleged to be forged)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, εκδίδεται το ακόλουθο, ρυθμιστικό της διαδικασίας, Διάταγμα: Η Ενάγουσα διατάζεται όπως προσαγάγει στο Δικαστήριο προς επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων από τον Εναγόμενο 2, ή/και τον δικηγόρο του, όλα τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων της κας Εύα Νικόλα ημερομηνίας 13/06/2012, στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, την Παρασκευή 24/01/14 μεταξύ των ορών 09:00 π.μ. και 12:00 π.μ. Τα έξοδα για την λήψη αντιγράφων των εγγράφων, δια της φωτοτύπησης τους, θα βαραίνουν ασφαλώς τον Εναγόμενο
- Ως προς το θέμα των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα έχω προαναφέρει, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται, κατά το 1/5 αυτών, υπέρ της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 2 / Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αντίστοιχη της οποίας είναι η Αγγλική Δ.
- [2] Δ. 28, κ. 6 των Θ. Π. Δ. «Where any party to a cause or matter has in his pleadings particulars or affidavits referred to any document he may be required by any other party thereto by notice in writing to produce such document for the inspection of the party giving such notice or of his advocate and to permit him or them to take copies thereof. Any party failing to comply with such notice shall not afterwards be at liberty to put any such document in evidence on his behalf in such cause or matter, unless he shall satisfy the Court that such document relates only to his own title, he being a defendant to the cause or matter, or that he had some other cause or excuse which the Court shall deem sufficient for not complying with the notice, in which case the Court may allow the same to be put in evidence on such terms as to costs and otherwise as the Court shall think just». (η υπογράμμιση είναι δική μου) [3] Δ. 28, κ. 8 των Θ. Π. Δ. «The party to whom such notice is given shall, within five days from the receipt of such notice if all the documents therein referred to have been set forth by him in an affidavit of discovery under Rule 2 of this Order or within ten days from the receipt of such notice if any of the documents referred to therein have not been set forth in any such affidavit, deliver to the party requiring inspection of the documents a notice stating a time within three days from the delivery thereof at which the documents or such of them as he does not object to produce may be inspected at the office of his advocate, or in the case of bankers' books or other books of account or books in constant use for the purpose of any trade or business at their usual place of custody, and stating which (if any) of the documents he objects to produce and on what ground. Such notice shall be in Form 24». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [4]Στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, σε σχέση με το θέμα αυτό, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Order for inspection (O. 31, r. 18) . "Affidavit showing . Party entitled to inspect . and in possession of other party" - It is conceived (and see Williams J., in Wiedoman v. Wolpole, 24, Q. B. D. 537) that it is open to the other party to file an affidavit denying possession or relevancy or claiming protection, and that the statement in such affidavit must be accepted as no less conclusive than if made in an affidavit of documents, as to which see r. 12 (u.) "Conclusiveness of Affidavit", supra». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). [5] Προνοείται από την ίδια την Δ. 28, κ. 6 των Θ. Π. Δ. Περαιτέρω, δέστε επ' αυτού και το σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice in Civil Actions in the High Court of Justice, 16η έκδοση, στην σελ.
- [6] Δ. 28, κ. 9 των Θ. Π. Δ. «If a party served with notice under Rule 6 of this Order omits to give such notice of a time for inspection or objects to give inspection, or offers inspection elsewhere than at the office of his advocate, the Court or a Judge may, on the application of the party desiring it, make an order for inspection in such place and in such manner as the Court or Judge may think fit : provided that the order shall not be made when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [7] Δέστε σχετικά την υποσημείωση 4 ανωτέρω. [8] Ανεξαρτήτως εάν έχει προηγηθεί ένορκη αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει οποιασδήποτε άλλης κανονιστικής πρόνοιας της Δ.28 των Θ. Π. Δ. [9] Δ. 28, κ. 11 των Θ. Π. Δ. «The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them». (η υπογράμμιση είναι δική μου) [10] Δυνάμει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. [11] Δ. 28, κ. 1 των Θ. Π. Δ. «Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit: provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit». (η υπογράμμιση είναι δική μου) [12] Δ. 28, κ. 2 των Θ. Π. Δ.: «The affidavit to be made by a party against whom such order as is mentioned in Rule 1 of this Order has been made shall be in Form 22 and shall specify which (if any) of the documents therein mentioned such party objects to produce». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ο πιο συνηθισμένος λόγος ένστασης στην προσαγωγή αποκαλυφθέντων εγγράφων, αφορά ισχυρισμό για προνόμιο. [13] Form
- Δέστε ανωτέρω την υποσημείωση με αριθμό
- [14] Δ. 28, κ. 4 των Θ. Π. Δ. «It shall be lawful for the Court or a Judge, at any time during the pendency of any cause or matter, to order the production by any party thereto upon oath of such of the documents in his possession or power, relating to any matter in question in such cause or matter, as the Court or Judge shall think right; and the Court may deal with such documents when produced in such manner as shall appear just». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [15] Αν και δεν καταγράφηκε στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 29/05/2012 επί ποιάς κανονιστικής διάταξης της Δ.28 των Θ. Π. Δ. βασίστηκε το αίτημα των δύο διαδίκων, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, το εν λόγω αίτημα τους δεν θα μπορούσε να υποβληθεί έχοντας ως βάση τον οποιαδήποτε άλλο κανονισμό της Δ.28 των Θ. Π. Δ., αφού μόνο αυτή παρέχει την δυνατότητα να υποβληθεί το αίτημα κατά το στάδιο των Οδηγιών, προφορικά, χωρίς να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση και χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση προς τον αντίδικο της οποιασδήποτε άλλης ειδοποίησης. [16] Η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση, δεν παρέθεσε έγγραφα τα οποία, αν υπήρχαν, κατά την νενομισμένη καταγραφή τους στην Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων, θα ενέπιπταν στο Παράρτημα Β βάσει του Τύπου 22, προφανώς επειδή όλα τα σχετικά με τα επίδικα γεγονότα έγγραφα, εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατοχή της. [17] Στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, σε σχέση με το θέμα αυτό, αναφέρονται τα ακόλουθα: «¨Rule 12 or Rule 14¨ - Rule 12 enables the Court to make a general order for discovery, while Rule 14 enables an order to be made for production». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Το Αγγλικό Ο, 31, r. .r. 12 και 14 είναι οι αντίστοιχες πρόνοιες της Δ.28, κ. κ. 1 και 4 των Θ. Π. Δ. [18] Η αντίστοιχη της εν λόγω Αγγλικής Διαταγής πρόνοια στους Θ. Π. Δ. είναι η Δ.28, κ.
- [19] Η αντίστοιχη της εν λόγω Αγγλικής Διαταγής πρόνοια στους Θ. Π. Δ. είναι η Δ.28, κ. κ. 9 και
- [20] Η αντίστοιχη της εν λόγω Αγγλικής Διαταγής πρόνοια στους Θ. Π. Δ. είναι η Δ.28, κ.
- [21] Οι αντίστοιχες της εν λόγω Αγγλικής Διαταγής πρόνοιες στους Θ. Π. Δ. είναι η Δ.28, κ. κ. 5, 7, 8 και
- [22] Δέστε επί του προκείμενου τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ. 1060, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2009 ημερομηνίας 18/07/2011, Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και του Ταμείου Προνοίας Προσωπικού της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ για άδεια για καταχώρηση αίτησης για εντάλματα της φύσης Certiorari και Mandamus και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583 [23] Δέστε επί του προκείμενου την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Πολιτική Έφεση Αρ. 11439, ημερομηνίας 27/02/2004, Παναγιώτης Λουκά Λτδ ν. Ηλία Ονουφρίου, Όπως ανέφερε ο έντιμος κ. Κληρίδης Π. Ε. Δ. (ως ήταν τότε) στην απόφαση του ημερομηνίας 24/01/2002 στα παλίσια της Αγωγής του Ε. Δ. Λευκωσίας 15855/98, Ειρήνης Γεωργίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές: «Είμαι της άποψης ότι οι Θεσμοί και η διαδικασία θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης μέσα στα πλαίσια που οι Θεσμοί καθορίζουν και σ' αυτό θα πρέπει να δίδεται προτεραιότητα από το Δικαστήριο παρά στο πως θα είναι δυνατό να τεθεί τέρμα στην προσφυγή κάποιου ενώπιον του Δικαστηρίου επειδή περεξέκλινε από τη διαδικασία. Οι Θεσμοί θα πρέπει να είναι οι σκλάβοι της απονομής της Δικαιοσύνης και όχι η προσπάθεια απονομής της να είναι σκλάβος των Θεσμών». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο