ΦΟΥΚΚΑΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 155/2006, 13/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 155/2006 ΦΟΥΚΚΑΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα - και - ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 13/01/2014 Αίτηση Για Ακύρωση και/ή Παραμερισμό Απόφασης ημερομηνίας 20/12/2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Ενάγουσα / Αιτητή: κ. Λ. Γ. Λουκαϊδης Για τον Εναγόμενο: Καμία Εμφάνιση Για τον κ. Κύπρο Ανδρέου, Δικηγόρο, στον οποίο η Αίτηση έχει επίσης επιδοθεί: κα. Μιχαήλ --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της στις 17/01/
- Το εν λόγω Κλητήριο, κατά την καταχώριση του, συνοδεύτηκε από έντυπο διορισμού δικηγόρου στον προβλεπόμενο τύπο, δέοντος, όπως παρουσιάζεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, υπογεγραμμένο από αντιπρόσωπο της Ενάγουσας εταιρείας. Η σφραγίδα της εταιρείας, επίσης παρουσιάζεται να έχει τεθεί επί του εν λόγω εγγράφου. Με το εν λόγω έντυπο διορισμού δικηγόρου, η Ενάγουσα φαίνεται να έχει εξουσιοδοτήσει τον δικηγόρο Κύπρο Ανδρέου από την Λάρνακα, να λάβει εκ μέρους της δικαστικά μέτρα εναντίον του Εναγομένου, κ. Δημήτρη Πουλόπουλου, για την είσπραξη «χρέους και/ή αποζημιώσεις». Η αγωγή, όπως υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ιδιώτη δικαστικού επιδότη, κ. Παναγιώτη Παναγιώτου από την Λάρνακα, επιδόθηκε στον Εναγόμενο, συμφώνως των σχετικών προνοιών των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις 07/02/
- Ο Εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στην διαδικασία της Παρούσας Αγωγής εντός της καθορισθείσας από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, προθεσμίας, γεγονός που οδήγησε, μετά από σχετική γραπτή αίτηση της Ενάγουσας στο Δικαστήριο, στην έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου, ερήμιν του, στις 29/05/
- Για σκοπούς απόδειξης της προαναφερθείσας αίτησης της Ενάγουσας και κατ' επέκταση της Παρούσας Αγωγής, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο δύο ένορκες δηλώσεις της κας Ευσταθούλλας Φουκκαρίδη, δεόντως, όπως παρουσιάζονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, βεβαιωμένες από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου. Το εν λόγω πρόσωπο, δήλωνε ότι ήταν διευθύντρια της Ενάγουσας και ότι ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις. Μετά την έκδοση της απόφασης από το Δικαστήριο, η Ενάγουσα, στις 06/12/2007, καταχώρισε - και πάλι μέσω του δικηγόρου Κύπρου Ανδρέου, αίτηση εναντίον του Εναγομένου για οικονομική εξέταση και/ή έρευνα σε σχέση με τα περιουσιακά του στοιχεία. Η εν λόγω αίτηση υποστηρίχτηκε από την ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Φουκαρίδη, δεόντως, όπως παρουσιάζεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, βεβαιωμένη από τον Πρωτοκολλητή. Το εν λόγω πρόσωπο δήλωνε ότι ήταν διευθυντής της Ενάγουσας και ότι ήταν εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Τελικά, ο Εναγόμενος εξ αποφάσεως χρεώστης, ο οποίος κλήθηκε και παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο, αποδέχθηκε στις 15/04/2008, την έκδοση διατάγματος αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις. Ακολούθως, στις 22/03/2011, ο δικηγόρος Κύπρος Ανδρέου, καταχώρισε αίτηση στο Δικαστήριο για να ψηφιστούν τα έξοδα και η δικηγορική του αμοιβή στην Παρούσα Αγωγή, προφανώς λόγω διαφωνίας που προέκυψε ως προς το θέμα αυτό μεταξύ του ιδίου και της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα εμφανίστηκε στην διαδικασία αυτή, εκπροσωπούμενη από τον διευθυντή της κ. Φουκαρίδη και προέβαλε την ένσταση της. Τελικά, η επιτετραμμένη επί της ψηφίσεως καταλόγων εξόδων Πρωτοκολλητής, αφού άκουσε τις θέσεις και των δύο πλευρών, εξέδωσε την απόφαση της στις 19/05/2011, ψηφίζοντας συγκεκριμένο ποσό ως έξοδα της αγωγής προς όφελος του προαναφερόμενου δικηγόρου. Άρνηση όπως φαίνεται της Ενάγουσας να καταβάλει το ποσό που ψηφίστηκε υπέρ του δικηγόρου ως προαναφέρεται, οδήγησε στις 05/09/2011 στην καταχώριση από πλευράς του εν λόγω δικηγόρου Κύπρου Ανδρέου, αίτησης οικονομικής εξέτασης και/ή έρευνας των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας. Στο Δικαστήριο παρουσιάστηκε ο διευθυντής της Ενάγουσας, κ. Σάββας Φουκαρίδης, ο οποίος εκπροσωπούμενος από δικηγόρο, παρά την αρχική ένσταση της Ενάγουσας στην Αίτηση, εν τέλει, στις 09/02/2012 αποδέχτηκε για λογαριασμό της, την έκδοση διατάγματος εξόφλησης του ποσού των εξόδων, ως έχει ψηφιστεί εναντίον του, με μηνιαίες δόσεις. Ακολούθησε στην συνέχεια αλλαγή δικηγόρου της Ενάγουσας τον Δεκέμβριο του 2012 και την εκπροσώπηση της Ενάγουσας ανέλαβε ο κ. Λουκαΐδης. Η παρούσα Αίτηση, δια της οποίας η Ενάγουσα επιδιώκει την ακύρωση και/ή το παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/05/2012 που εκδόθηκε υπέρ της και εναντίον του Εναγομένου, καταχωρήθηκε στις 20/12/
- Η υπό κρίση Αίτηση, στρέφεται, όπως φαίνεται, εναντίον του Εναγομένου και εναντίον του δικηγόρου Κύπρου Ανδρέου. Ο Εναγόμενος, παρά το ότι η Αίτηση του έχει δεόντως επιδοθεί, δεν έχει εμφανιστεί στην διαδικασία. Ο δε δικηγόρος Κύπρος Ανδρέου, καταχώρησε 'Ένσταση στην Αίτηση και δια εκπροσώπου του, τοποθετήθηκε και επί της ουσίας της Αιτήσεως κατά την ακροαματική διαδικασία της Αίτησης. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στην Δ.48, κ. κ. 1 έως 3 και 9 και Δ.27, κ. κ. 1 έως 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και επί της πρακτικής και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κ. Σάββα Φουκαρίδη, που είναι, ισχυρίζεται, διευθυντής της Ενάγουσας, στην οποία αναφέρεται ότι «
- Έχω διαπιστώσει ότι κυκλοφόρησε μια κατ' ισχυρισμό απόφαση στην αγωγή 155/2006 στην οποία παρουσιάζεται ως Ενάγουσα η πιο πάνω εταιρεία μας Φουκαρίδης & Σια Λτδ. .
- Η αγωγή αυτή με αρ. 155/06 δεν αφορά στην πραγματικότητα καθόλου την Εταιρεία και είναι προϊόν κάποιου είδους πλαστογραφίας και/ή λάθους. Περί αυτού μάλιστα πιστοποίησε σε εμένα ο Εναγόμενος Δημήτρης Πουλόπουλος στην πιο πάνω αγωγή» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η υπό κρίση Αίτηση, στρέφεται, όπως προανέφερα και εναντίον του δικηγόρου Κύπρου Ανδρέου, ο οποίος καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση (στην σημασία της θα αναφερθώ στην συνέχεια), εγείροντας συνολικά 17 λόγους ένστασης, η καταγραφή και επανάληψη των οποίων στην παρούσα, δεν κρίνεται αναγκαία. Θα αναφερθώ στην Ένσταση του δικηγόρου Κύπρου Ανδρέου ή/και στην σημασία της στην συνέχεια, εκεί και όπου για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω απλά ότι η Ένσταση του, βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, κ. 1 έως 4 και Δ.
- κ. 10, και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Ένσταση του συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του ιδίου του δικηγόρου Κύπρου Ανδρέου, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: - Το χρονικό που αφορά την παρούσα Αγωγή, από την καταχώριση της μέχρι και την καταχώριση της υπό εξέταση Αίτησης. Αφορά κυρίως τα διάφορα διαδικαστικά διαβήματα στην υπόθεση, πριν και μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου εναντίον του Εναγομένου στις 29/05/
- - Επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης του, ως καταγράφονται επί της ειδοποιήσεως ένστασης που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο. - Ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική και αποσκοπεί αποκλειστικά στην αποφυγή εξόφλησης του ποσού των εξόδων και της αμοιβής που έχει ψηφιστεί προς όφελος του και εναντίον της Ενάγουσας από το Δικαστήριο. - Διατείνεται ότι ο κ. Σάββας Φουκαρίδης είναι πτωχεύσας και ως εκ τούτου παρανόμως παρουσιάζεται ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Ενάγουσας εταιρείας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση Samir Karim v. Ελευθέριου Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145, 148, το θέμα του παραμερισμού απόφασης για το λόγο ότι είχε εκδοθεί με δόλο, τέθηκε ως εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η Αρχή, η οποία ενσωματώνεται στην Δ.33 θ.15, πηγάζει από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Birch v. Birch [1902] P. 62 στην οποία διακηρύχθηκε ότι συνιστά θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι απόφαση η οποία εκδίδεται με δόλο μπορεί να παραμεριστεί σε αγωγή η οποία υποβάλλεται από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται για αρχή δικαίου που με μια εξαίρεση, αποφάσεις κυρωτικές διαθήκης, τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Η αρχή αυτή, όπως επισημαίνεται, έχει βαθιές ρίζες στο Αγγλικό δίκαιο (Βλ. Barnsly v. Powel [1749] 1 Ves. Sen. 287 και Wyatt v. Palmer [1899] 2 Q.B. 106). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Στην Ιρλανδική υπόθεση Nixon v. Loundes [1909] 2 Ir.R. 1 αναγνωρίστηκε ότι το δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι το προϊόν συμπαιγνίας και δόλου. Και η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει την ύπαρξη ανάλογων αρχών δικαίου με εκείνες οι οποίες απαντώνται στην Birch και Nixon (ανωτέρω) (Βλ. Savva v. Hadjichristodoulou II C.L.R. 3 και Hassan v. Yiarim, XI C.L.R. 96).» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η προσέγγιση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα υπόθεση, υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του. Στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 992 με αναφορά στην Karim v. Κονιδάρη (ανωτέρω), το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε πλήρως, το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος, υποστήριξε τα λεχθέντα στην Karim v. Κονιδάρη (ανωτέρω), με περαιτέρω αναφορά σε σχετική επί του προκείμενου θέματος νομολογία. Λέχθηκαν τα εξής: «Στους Halsbury's Laws of England, Third Ed., Vol. 22, παραγ. 1669, υποδεικνύεται ότι απόφαση που έχει ληφθεί με δόλο είτε ενώπιον του δικαστηρίου ή με δόλο των διαδίκων μπορεί να αμφισβητηθεί με αγωγή και ότι σε τέτοια αγωγή δεν είναι αρκετό απλώς να υπάρχει ισχυρισμός για δόλο χωρίς να δίνονται λεπτομέρειες. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι ο δόλος πρέπει να σχετίζεται με ζητήματα τα οποία εκ πρώτης όψεως θα αποτελούσαν λόγο για παραμερισμό της απόφασης εάν αποδεικνύοντο με μαρτυρία και όχι με ζητήματα τα οποία είναι απλώς δευτερεύοντα. Περαιτέρω υποδεικνύεται ότι πρέπει να αποδεικνύεται ισχυρή υπόθεση προτού το Δικαστήριο επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης λόγω δόλου. Τέλος υποδεικνύεται ότι εκτός αν ο κατ' ισχυρισμό δόλος εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας και έχει αποκαλυφθεί μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η αγωγή θα ανασταλεί ή απορριφθεί ως ενοχλητική. Στην Jonesco v. Beard [1930] A.C. 298, 300 (H.L.) λέχθηκε ότι σύμφωνα με την από μακρού χρόνου θεμελιωμένη πρακτική του Δικαστηρίου η ορθή μέθοδος αμφισβήτησης απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο είναι με αγωγή στην οποία, όπως σε κάθε άλλη αγωγή που βασίζεται σε δόλο, οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να δίδονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται από μια τέτοια κατηγορία. Λέχθηκε, επίσης, (βλ. σελ. 301, 302) ότι «ο δόλος αποτελεί μια ύπουλη ασθένεια και αν αποδειχθεί καθαρά ότι έχει χρησιμοποιηθεί για να εξαπατηθεί το Δικαστήριο επεκτείνεται και μολύνει το όλο σώμα της απόφασης. Αν υποθέσουμε ότι η διαδικαστική δυσκολία έχει ξεπερασθεί, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο δόλος έχει προσδιορισθεί και αποδειχθεί». H Jonesco v. Beard (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην Ampthill Peerage Case [1976] 2 All E.R. 411, 419. Λέχθηκε ότι οι αυθεντίες σε σχέση με τις αποφάσεις το κάμνουν ξεκάθαρο ότι ένας που επιθυμεί να αμφισβητήσει απόφαση για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο πρέπει να προβάλει τους ισχυρισμούς του με πλήρη λεπτομέρεια και πρέπει να είναι διατεθειμένος να αποδείξει αυτά που ισχυρίζεται με αυστηρό τρόπο. Στην Birch v. Birch [1894] 86 L.T. 364 λέχθηκε: «Όπου μια αγωγή είναι μια ανεξάρτητη διαδικασία για παραμερισμό απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο αυτή μπορεί να εξεταστεί για το λόγο ότι έχει εξασφαλισθεί με το δόλο διαδίκου στην αγωγή. Πλην όμως ένας απλός γενικός ισχυρισμός για δόλο χωρίς λεπτομέρειες δεν είναι αρκετός». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι, τόσο της Ενάγουσας / Αιτήτριας, όσο και του δικηγόρου Κύπρου Ανδρέου, που παρενθετικά σημειώνω ότι δεν είναι διάδικος στην παρούσα Αγωγή, αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σ' ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν, χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η Ενάγουσα, με την παρούσα Αίτηση, την οποία βασίζει ουσιαστικά στην Δ.27 κ. κ. 1 έως 3[1] των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, αιτείται Διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/05/2006 που εκδόθηκε υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου. Ο κ. Λουκαϊδης, κατά την αγόρευση του, βασιζόμενος στην Δ.27 κ. 4[2] των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, υποστήριξε ότι το αίτημα της Ενάγουσας είναι δικαιολογημένο και ότι αυτό υποστηρίζεται από την ορθή νομική βάση. Αυτό το οποίο η Ενάγουσα επιδιώκει με την υπό κρίση Αίτηση, είναι, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «δήλωση / διαπίστωση του Δικαστηρίου» ότι «δεν υπάρχει αγωγή». Αν και, όπως υποστήριξε στην συνέχεια της αγόρευσης του, δεν υπάρχει συγκεκριμένη πρόνοια στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς που να ρυθμίζει θέματα, όπως το εγειρόμενο με την παρούσα Αίτηση, οι πρόνοιες των κ. κ. 3 και 4 της Δ.27 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, σε συνδυασμό, παρέχουν την ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα της Ενάγουσας και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Κατ' αρχήν, διαπιστώνω ότι η νομική βάση της υπό εξέταση Αίτησης του Ενάγοντα, δεν βασίζεται στην Δ.27, κ. 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, παρά μόνον στους κ. . 1 έως 3 αυτής και ως εκ τούτου, η Ενάγουσα, δεν μπορεί να την επικαλείται προς υποστήριξη του αιτήματος της. Όπως έχει νομολογηθεί, η Δ. 48, κ. 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς[3]. Πέραν τούτου όμως, η υπό κρίση Αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι το πραγματικό υπόβαθρο των ισχυριζόμενων γεγονότων, αλλά και τα όσα προκύπτουν και από τον φάκελο του Δικαστηρίου αναφορικά με τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν υποστηρίζουν το αίτημα της Ενάγουσας επί της νομικής βάσης που αυτή έχει εγερθεί. Και τούτο, είτε η Αίτηση εξεταστεί υπό το πρίσμα της Δ. 27, κ. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, μόνο, είτε σε συνδυασμό με την Δ.27, κ. 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Όπως υποστηρίζει η πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία[4], η ορθή μέθοδος αμφισβήτησης απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο, είναι με αγωγή, στην οποία, όπως και σε κάθε άλλη αγωγή που βασίζεται σε δόλο, οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να δίδονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται από μια τέτοια κατηγορία. Ως εκ τούτου, η διαδικασία που επέλεξε η Ενάγουσα με την παρούσα, ενδιάμεση μάλιστα, Αίτηση, δεν είναι η ενδεδειγμένη. Εάν η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος Κύπρος Ανδρέου ή/και το οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενήργησαν με δόλο για την εξασφάλιση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/05/2006, το δικαίωμα της προς θεραπεία (ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου ή/και όποια άλλη θεραπεία μπορεί να της αποδοθεί από το Δικαστήριο κατόπιν διεκδίκησης της βάσει των ισχυρισμών της) μπορεί να διεκδικηθεί εναντίον του δικηγόρου Κύπρου Ανδρέου ή/και του οποιουδήποτε άλλου προσώπου, με την καταχώριση εναντίον του/ς Αγωγής, στην οποία, οι επί του προκείμενου ισχυρισμοί της να προβληθούν με πλήρη λεπτομέρεια και να αποδειχθούν με αυστηρότητα. Η έννοια του δόλου και της συμπαιγνίας για εξασφάλιση δικαστικής απόφασης έχει εξεταστεί, από πλευράς κυπριακής νομολογίας, στην υπόθεση Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1Β Α.Α.Δ
- Ο δόλος είναι όρος που αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Είναι όρος που πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή του έννοια, όπως συνήθως χρησιμοποιείται στη γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα. Στην υπόθεση Ampthill Peerage Case [1976] 2 All E.R. 411, 435 (Η.L.) αποφασίστηκε ειδικότερα ότι σε περίπτωση αγωγής για παραμερισμό δικαστικής απόφασης λόγω δόλου, ο δόλος έχει την έννοια ότι: «. the court was deceived into giving the impugned judgment by means of a false case known to be false or not believed to be true or made recklessly without any knowledge on the subject. No doubt, suppression of the truth may sometimes amount to suggestion of the false: The Alfred Nobe. But, short of this, lack of frankness or an ulterior or oblique or indirect motive is insufficient.» Επίσης, στη σελ. 418 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «.. it is clear that only fraud in a strict legal sense will do. There must be conscious and deliberate dishonesty, and the declaration must be obtained by it.» Τα όσα η Ενάγουσα καταλογίζει στον δικηγόρο Κύπρο Ανδρέου, έχουν την παραπάνω έννοια του δόλου και ως εκ τούτου, η παρούσα Αίτηση, δεν αποτελεί το κατάλληλο διάβημα για την διάγνωση της βασιμότητας τους. Άξιο να σημειωθεί είναι και το γεγονός ότι η Ενάγουσα δια του αντιπροσώπου της κ. Σάββα Φουκαρίδη, έχει κατά καιρούς αποστείλει στον Πρωτοκολλητή, αλλά και τον διοικητικό Πρόεδρο του Δικαστηρίου, σειρά από επιστολές[5], από το περιεχόμενο των οποίων διαφαίνεται (χωρίς, φυσικά να εξετάζω την βασιμότητα του οποιουδήποτε ισχυρισμού που προβάλλεται σ' αυτές) ότι η Ενάγουσα καταλογίζει στον δικηγόρο Κύπρο Ανδρέου και σε άλλους, ανέντιμη και ηθικώς ανάρμοστη συμπεριφορά και γι' αυτό τον λόγο, αυτοί της οι ισχυρισμοί πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου δια της κατάλληλης διαδικασίας και να αποδειχθούν αυστηρά βάσει των σχετικών αρχών του δικαίου της απόδειξης. Επί του προκείμενου, ειδικής μνείας κρίνω ότι χρήζουν, οι επιστολές της Ενάγουσας προς τον διοικητικό Πρόεδρο του Δικαστηρίου και την Πρωτοκολλητή ημερομηνίας 19/08/2013 και 19/10/2013 αντίστοιχα, που μάλιστα ακολούθησαν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Ο δικηγόρος Κύπρος Ανδρέου, δεν είναι διάδικος στην παρούσα Αγωγή, δεν έχει γίνει οποιοδήποτε διάβημα για την προσθήκη του ως διαδίκου στην Παρούσα Αγωγή (είτε από την Ενάγουσα, είτε από τον ίδιο)[6], ούτε και κρίνω, εκ πρώτης όψεως, ότι θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να καταστεί διάδικος στην παρούσα Αγωγή. Ως εκ των ανωτέρω, λανθασμένα η παρούσα Αίτηση στράφηκε ή/και επιδόθηκε και σ' αυτόν και συνεπώς, οι προσβληθέντες από τον δικηγόρο Κύπρο Ανδρέου λόγοι ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση, δεν ενδείκνυται να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι οι πρόνοιες Δ.27, κ. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (αντίστοιχη Αγγλική είναι η Δ.25 κ. 4), πάνω στην οποία στηρίχθηκε η υπό κρίση Αίτηση, δεν προσφέρονται προς επίκληση από την Ενάγουσα για παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/05/2006, για τον λόγο ότι στην παρούσα Αίτηση, δεν τίθεται θέμα και/ή δεν ζητείται η διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου. Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 κ. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό[7]. Ως εκ τούτου είναι ξεκάθαρο ότι η συγκεκριμένη δικονομική πρόνοια δεν τυγχάνει καμίας εφαρμογής στην παρούσα Αίτηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς, απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαιτερότητα της παρούσας Αίτησης και τους λόγους που οδήγησαν στην απόρριψη της, δεν θα εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Δ. 27 -
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». (η υπογράμμιση είναι δική μου) [2] «
- No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) [3] Δέστε επ' αυτού την υπόθεση Σταύρος Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743. [4] Δέστε την Samir Karim v. Ελευθέριου Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145, 148 ανωτέρω [5] Αυτές αποτελούν μέρος του φακέλου του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει την υπό κρίση Αίτηση και τα γεγονότα που την υποστηρίζουν, λαμβάνοντας και αυτές υπόψη του. [6] Δέστε την υπόθεση Heli - Air (Egypt) J.S.C. ν. Reinhard Drescher and Another and Deutsche Bank AG. & Another (respondents - interveners)
(1988)1 C.L.R. p. 234 τα λεγόμενα στην οποία αναφορικά με τις πρόνοιες της Δ.48 κ.8
(4)των Θ. Π. Δ. μπορούν κατ' αναλογίαν να έχουν εφαρμογή και στην παρούσα. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής: «We agree with the learned trial Judge that paragraph 4 of rule 8 of Order 48 does not in general give the right to a third person to apply by summons for the discharge or variation of an interim order issued in proceedings in which such a person is not a party. We do not accept the argument that a reference to "any person" covers a person in the circumstances of this case where no application to be joined as a party was made and where the very ownership and right of possession of the subject property were in issue and were sought to be determined by the Court in the course of determining an application for the discharge or variation of an interim order.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [7] Δέστε σχετικά επ' αυτού την υπόθεση Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο