ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ν. ΠΕΤΡΟΣ Κ. ΛΕΩΝΙΔΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 3856/2013, 24/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 3856/2013 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ Ενάγουσας - και -
- ΠΕΤΡΟΣ Κ. ΛΕΩΝΙΔΟΥ
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 24/01/2014 Αίτηση Για Απόφαση Ερήμην Των Εναγομένων 1 και 2 Λόγω Παράλειψης Εμφάνισης ημερομηνίας 14/11/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Α. Νικηφόρου για Ν. Νικηφόρου --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής, σφραγίστηκε και εκδόθηκε σε ότι αφορά και τους δύο Εναγομένους με την καταχώριση της, την 15/10/
- Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη δικαστικού επιδότη κ. Παναγιώτη Παναγιώτου ημερομηνίας 25/10/2013, οι οποίες κατατέθηκαν στον φάκελο του Δικαστηρίου προς απόδειξη επίδοσης του Κλητήριου της παρούσας Αγωγής στους Εναγομένους, αυτό επιδόθηκε και στους δύο, στις 25/10/
- Σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του εν λόγω ιδιώτη δικαστικού επιδότη, η επίδοση διενεργήθηκε, στον μεν Εναγόμενο 1, δια της παράδοσης του Κλητήριου της παρούσας Αγωγής στην μητέρα του Εναγομένου 1 με την οποία αυτός συγκατοικεί και στην Εναγομένη 2, στην υπεύθυνη του αρχείου του Έπαρχου Λάρνακας. Ακολούθως, κανένας εκ των δύο Εναγομένων δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα Αγωγή εντός της προθεσμίας που προνοείται από την Δ.2 κ. 7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, - η οποία είχε καταγραφεί και επί της οπισθογράφησης του Κλητήριου που επιδόθηκε στους Εναγομένους -, και η Ενάγουσα, με γραπτή αίτηση της ημερομηνίας 11/03/2011, αιτήθηκε από το Δικαστήριο την, ερήμην, των Εναγομένων 1 και 2, έκδοση απόφασης εναντίον τους, λόγω της εν λόγω παράλειψης τους, δυνάμει της Δ.17, κ. 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενη «η Αίτηση»). Το Δικαστήριο, την 04/12/2013, ημερομηνία που η Αίτηση ήταν ορισμένη για Ακρόαση, έκρινε ότι ήταν αναγκαίο, τα ισχυριζόμενα στην παρούσα Αγωγή γεγονότα, να αποδειχθούν στο Δικαστήριο[1]. Άδεια δε δόθηκε στην Ενάγουσα, όπως η απόδειξη της αίτησης της, γίνει δια κατάθεσης στο Δικαστήριο ένορκης δήλωσης της προτιθέμενης μάρτυρα της[2]. Προς τον σκοπό, η Ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο, ένορκο δήλωση της κας Χρύσας Πρωτογύρου ημερομηνίας 14/11/2013 που είναι «στην υπηρεσία των Εναγόντων». Το Δικαστήριο, στις 04/12/2013, επιφυλάχθηκε να εξετάσει την αίτηση και την ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της - και κατ' επέκταση και της παρούσας Αγωγής -. Το Δικαστήριο, αφού είχε την ευκαιρία να εξετάσει την αίτηση, λόγω συγκεκριμένου νομικού ζητήματος που προέκυψε το οποίο άπτεται και του πραγματικού υπόβαθρου που υποστηρίζει την παρούσα Αγωγή - αντικείμενο αυτής της απόφασης -, πριν να δώσει την απόφαση του, κάλεσε την Ενάγουσα[3] και έθεσε στην δικηγόρο της τον σχετικό προβληματισμό του, δίδοντας της την ευκαιρία να διατυπώσει τις απόψεις της επ' αυτού. Στις 20/12/2013 η δικηγόρος της Ενάγουσας αγόρευσε στο Δικαστήριο, συνοψίζοντας ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται και στην γραπτή της αγόρευσης την οποία παρέδωσε στο Δικαστήριο και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.17, κ. 3 και Δ.48, κ. 1, 2(s). Με την ένορκο δήλωση της κας Χρύσας Πρωτογύρου ημερομηνίας 14/11/2013, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε, σε γενικές γραμμές, την ύπαρξη των ακόλουθων γεγονότων: - Ο Εναγόμενος 1 προσήλθε σε συμφωνία με την Ενάγουσα, δια της οποίας εξασφάλισε απ' αυτήν δάνειο ύψους €55.000,00 σεντς υπό συγκεκριμένους όρους και αντάλλαγμα. - Ο Εναγόμενος 2, υπέγραψε ως εγγυητής του Εναγομένου 1 και ανέλαβε την υποχρέωση δυνάμει συμβάσεως εγγύησης να πληρώσει την όποια οφειλή του Εναγομένου 1 προέκυπτε από την προαναφερθείσα συμφωνία δανείου. Προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού της, η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο με την ένορκο δήλωση της κας Χρύσας Πρωτογύρου ημερομηνίας 14/11/2013, το έγγραφο, Τεκμήριο Β, που τιτλοφορείται «Κρατική Εγγύηση». ΤΟ ΕΓΕΡΘΕΝ ΖΗΤΗΜΑ Το θέμα που ηγέρθηκε και το οποίο πραγματεύεται η απόφαση αυτή, είναι κατά πόσον, βάσει του έγγραφου, Τεκμήριο Β, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με την ένορκο δήλωση της κας Χρύσας Πρωτογύρου ημερομηνίας 14/11/2013 και τιτλοφορείται «Κρατική Εγγύηση» (στο εξής καλούμενη «η Συμφωνία Εγγύησης»), η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να εγείρει την παρούσα Αγωγή εναντίον του Εναγομένου 2 και να αξιώσει εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας θεραπεία στον χρόνο που αυτή εγέρθηκε και δη, εάν η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον του Εναγομένου 2, πρόωρα. Κατ' επέκταση, εγείρεται και θέμα εάν δυνάμει των όρων της Εγγύησης, η Ενάγουσα δικαιούται στην θεραπεία υπό του Αιτητικού Γ της Έκθεσης Απαίτησης της για εκποίηση υποθήκης επί του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/11624, Φ/Σχ 40/56W1, Τμήμα 1, Τεμάχιο 59 (στο εξής καλούμενο «το Ενυπόθηκο Ακίνητο»), το οποίο βάσει των αναφερομένων στην Συμφωνία Εγγύησης είναι το αντικείμενο μίσθωσης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Εναγομένου
- Στην Συμφωνία Εγγύησης, καταγράφονται οι εξής, σχετικοί με το υπό εξέταση ζήτημα, όροι: «γ) Η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της παρούσας εγγύησης, όταν προσκομιστεί διάταγμα Δικαστηρίου για εγγραφή διαιτητικής απόφασης ή όταν προσκομιστεί απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει της οποίας διατάσσεται ο χρεώστης να πληρώσει το χρέος του και τα αναλογούντα σ' αυτόν έξοδα. ...................................Νοείται ότι σε περίπτωση που το πιο πάνω δάνειο δεν εξοφληθεί από το μισθωτή οφειλέτη και γίνει καταβολή του ποσού της εγγύησης στο δανειστή από την Κυπριακή Δημοκρατία, η τοιαύτη καταβολή θα συνεπάγεται στην άμεση, από μέρους του δανειστή εξάλειψη της εγγραφείσας προς όφελος του επιβάρυνσης της Μίσθωσης ή/και ακύρωση οποιωνδήποτε άλλων αναγκαστικών επιβαρύνσεων επί του Μισθίου, που τυχόν θα επιβαρύνουν το εμπράγματο δικαίωμα της Μίσθωσης, ή/και προσωπικών απαγορεύσεων εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη που τυχόν τεθεί για εξαναγκασμό καταβολής του οφειλόμενου ποσού». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΡΟΠΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΑΡΧΕΣ Σύμφωνα με την νομολογία, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά ζήτημα νομικό το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά το θέμα αυτό, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Θεολόγος Λαζούρας v Κωνσταντίας Σκυλλουριώτου,
(1992)1 Α. Α. Δ. 168), (στην σελίδα 173, μεταξύ των γραμμών 7 - 22): «Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. (βλ. Panayiotou v Island Beach Development, 1985 1 CLR, p.623)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Θάλεια Α. Θεολόγου και άλλος v Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ,
(1998), 1 Α. Α. Δ., 407, στην σελίδα 413 ανέφερε στην απόφαση του, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα σε σχέση με τον τρόπο ερμηνείας γραπτών συμβάσεων από το Δικαστήριο: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (βλ. Saab and Another v Holly Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για τον σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification) (Βλ. ICS v West Bromwich BS) [1998] 1 All ER. 98 (HL.). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, στην υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φούτας v Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λ.τ.δ.,
(1993), 1 Α. Α. Δ.168, στις σελίδες 176 - 177, μεταξύ των γραμμών 38 - 8 αναφέρονται, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να ερμηνεύονται οι διάφοροι όροι μιας σύμβασης από το Δικαστήριο για σκοπούς εξεύρεσης της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων μερών: «Είναι ορθό ότι για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα μη τυχόν δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση τους, η οποία δε θα φανερώνει την αντικειμενικοποιημένη πρόθεση των μερών (11 Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, παράγραφοι 638, 672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις). Ο πρωτόδικός δικαστής δεν φαίνεται να ακολούθησε απόλυτα πιστά τον κανόνα και άφησε την εντύπωση πως προέβη σε κατακερματισμένη ερμηνεία της σύμβασης». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 11 στις σελίδες 389, 390 παράγραφος 638, κάτω από τον τίτλο, Instrument Construed As A Whole, καθώς επίσης και στην σελίδα 415, παράγραφος 672, κάτω από τον τίτλο, Repugnant Clauses, (για τις οποίες γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φούτας v Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λ.τ.δ,
(1993), 1 Α. Α. Δ.168 στην οποία έχω αναφερθεί προηγουμένως), αναφέρονται, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να ερμηνεύονται οι διάφοροι όροι μιας σύμβασης από το Δικαστήριο, για σκοπούς εξεύρεσης της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων μερών: «Παρ. 638: «It is a rule of construction applicable to all written instruments, that the instrument must be construe as a whole in order to ascertain the true meaning of its several clauses, and the words of each clause must be so interpreted as to brink them into harmony with the other provisions of the instrument, if that interpretation does no violence to the meaning of which they are naturally susceptible. The best construction of deeds is to make one part of the deed expound the other, and so to make all the parts agree. Effect must, as far as possible, be given to every word and every clause» [βλ. επίσης τα όσα αναφέρονται στις σχετικές υποσημειώσεις του πιο πάνω αποσπάσματος με τα γράμματα (t), (
- u)και (x)]. Παρ. 672: If there are two clauses or parts of a deed repugnant to each other the first will be received and the latter rejected, unless there is some special reason to the contrary. This is an expedient to which the court very reluctantly has recourse, and never until it has exhausted every other means in its power to reconcile apparent inconsistencies. The rule is subordinate to the general principle that the intention must be ascertained from the entire contents of the deed. Hence, when one clause is in accordance with, and the other is opposed to, the real intention, the former, must be received and the latter rejected whatever their relative position» [βλ. επίσης τα όσα αναφέρονται στις σχετικές υποσημειώσεις του πιο πάνω αποσπάσματος με τα γράμματα (
- g)και (k)]». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΟ ΑΙΡΕΣΗ Το θέμα στην Κυπριακή έννομη τάξη έχει τύχει ρύθμισης από τον Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, όπου στο Μέρος IV αυτού, προνοούνται τα ακόλουθα. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά Άρθρα για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «31. "Σύμβαση υπό αίρεση" είναι σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει. 32. Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος. 33. Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, υπό την αίρεση της μη επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος καθίσταται εκτελεστή, όταν η επέλευση του γεγονότος καταστεί αδύνατη και όχι προηγουμένως. 34. Αν το μελλοντικό γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η σύμβαση, είναι ο τρόπος συμπεριφοράς προσώπου σε ακαθόριστο χρόνο, το γεγονός θεωρείται ότι κατέστη αδύνατο όταν το πρόσωπο αυτό πράξει κάτι, το οποίο καθιστά αδύνατη τη συμπεριφορά αυτή σε οποιοδήποτε ορισμένο χρόνο ή διαφορετικά αν εκπληρωθούν περαιτέρω αιρέσεις. 35.-
(1)Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης ορισμένου αβέβαιου γεγονότος εντός ορισμένου χρόνου καθίσταται άκυρη αν, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, το γεγονός δεν επήλθε, ή αν πριν από τον ορισμένο χρόνο, το γεγονός κατέστη αδύνατο.
(2)Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της μη επέλευσης ορισμένου αβέβαιου γεγονότος εντός ορισμένου χρόνου καθίσταται νομικά εκτελεστή, όταν με την πάροδο του ορισμένου χρόνου δεν επέλθει το γεγονός ή πριν από την πάροδο του ορισμένου χρόνου, αν καταστεί βέβαιο ότι το γεγονός δεν θα επέλθει.
- Συμφωνία για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης αδύνατου γεγονότος είναι άκυρη, ανεξάρτητα αν κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας τα μέρη γνώριζαν ή όχι ότι η αίρεση ήταν αδύνατη». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΕ ΓΙΑ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ Όσων αφορά το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που παρουσιάζεται προς απόδειξη απαίτησης μετά από αίτηση που καταχωρείται στην βάση των προνοιών της Δ.17 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα στην απόφαση του στις Συνεκδικασθείσες Πολιτικές Εφέσεις 382/2009, 383/2009 και 384/2009, Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. -ν- Βασίλη Χαραλάμπους και άλλων ΚΑΙ Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. -ν- Γιάννου Ζορπίδη ΚΑΙ Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. -ν- Νεόφυτου Κοντού και άλλου, αντίστοιχα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 θ.2, οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στο να παραθέτουν γεγονότα τα οποία ο ομνύων μπορεί να αποδεικνύει εξ ιδίας γνώσεως. Όμως, σε παρεμπίπτουσες διαδικασίες, ένορκες δηλώσεις μπορούν να περιέχουν πληροφορίες και πεποίθηση του ομνύοντα μαζί με την παράθεση των πηγών και της βάσης τους. "
- Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the source and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same." Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, στην υπό εξέταση περίπτωση, ο ομνύων παρέλειψε να διευκρινίσει αν τα γεγονότα στην Έκθεση Απαίτησης με τα οποία και συμφωνούσε, τα γνώριζε προσωπικά ή κατόπιν πληροφόρησης, εάν δε συνέβαινε το δεύτερο, δεν κατονόμασε τις πηγές πληροφόρησής του. Περαιτέρω, τα συνημμένα έγγραφα δεν φαίνονταν να συντάχθηκαν από τον ίδιο, εφόσον σ΄ αυτά δεν εντοπιζόταν η υπογραφή του. Σε σχέση με αυτή την προσέγγιση του Δικαστηρίου θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορά σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία: α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ, μαζί με τους όρους της. β. Η παράβαση όρου της σύμβασης. γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί, δεν υπάρχουν οποιαδήποτε αμφισβητούμενα γεγονότα, παρά μόνο τα ίδια τα εγειρόμενα με την αξίωση γεγονότα, τα οποία και χρήζουν απόδειξης. Ο ομνύων τελεί στην υπηρεσία της εφεσείουσας και εξουσιοδοτήθηκε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο στοιχεία αποδεκτά και αποδεικτικά της αξίωσής της. Επιχείρησε να πράξει τούτο παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο ενόρκως μια σειρά από έγγραφα (στην επάρκεια των οποίων θα αναφερθούμε αργότερα), μέσω των οποίων, κατά την άποψή του, αποδεικνύονται όλα τα αναγκαία γεγονότα και στοιχειοθετείται η αξίωση. Εκείνο που έχει σημασία σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι αν ο ομνύων είχε ή όχι προσωπική εμπλοκή ή γνώση σε κάθε στάδιο της εξελικτικής πορείας της δικαιοπραξίας, αλλά το σημαντικό είναι το κατά πόσο παρουσιάζει στο Δικαστήριο μαρτυρία η οποία είναι αποδεκτή κατά το δίκαιο της απόδειξης και σχετική, με την έννοια ότι μπορεί, με βάση αυτή, να αποδειχθούν οι διάφορες πτυχές της αξίωσης. Εδώ είναι φανερό ότι η όποια γνώση και πληροφόρηση του ομνύοντα προέρχεται και εκπηγάζει από τα έγγραφα τα οποία προσφέρονται ως δεόντως τηρηθέντα από τον Οργανισμό στον οποίο υπηρετεί και τα οποία συνιστούν αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία. Ο σκοπός στον οποίο φαίνεται να στοχεύουν οι πρόνοιες της Δ.39 θ.2 είναι άλλος. Δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κάτι που ένας ενόρκως δηλών έχει πληροφορηθεί χωρίς να αναφέρει με ποίον τρόπο το πληροφορήθηκε, ούτε και κάτι που ο ομνύων εκφέρει ως άποψη ή πεποίθηση, χωρίς να διευκρινίζει πού την βασίζει. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων εγγράφων. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει, η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης έχει μειωθεί, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια νόμου [Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004]. Τα άλλα θέματα τα οποία κρίθηκαν ότι επηρεάζουν την επάρκεια και πληρότητα της ένορκης δήλωσης και τη μη ικανοποιητική απόδειξη της αξίωσης. Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα πλείστα των επίδικων θεμάτων όπως αυτά είχαν δικογραφηθεί, παρέμειναν αναπόδεικτα, εφόσον ο ομνύων περιορίστηκε να αναφέρει ότι είχε αναγνώσει την Έκθεση Απαίτησης και συμφωνούσε πλήρως με το περιεχόμενό της. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης έκανε παραπομπή, μεταξύ άλλων, και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δρουσιώτη κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 877, σύμφωνα με την οποία η υιοθέτηση του περιεχομένου αίτησης ή δικογραφήματος δεν την καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Εδώ όμως, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η περίπτωση στην υπόθεση Μιχαηλίδης αφορούσε σε δια ζώσης ακρόαση ενώπιον του Δικαστηρίου σε υπόθεση όπου ο αντίδικος είχε εμφανισθεί και είχε αμφισβητήσει όλα τα γεγονότα. Σε μια τέτοια περίπτωση, όλα τα γεγονότα της αξίωσης κατέστησαν επίδικα και χρήζοντα απόδειξης και σίγουρα δεν αρκούσε να παραστεί ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο και να περιοριστεί στο να υιοθετήσει τους ισχυρισμούς στο δικόγραφο της πλευράς που τον κάλεσε. Η απόφαση στην υπόθεση Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuna Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 557, στην οποία επίσης έγινε αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση, και αυτή διαφοροποιείται από την υπό εξέταση περίπτωση. Σε εκείνη την υπόθεση ουσιαστικά κρίθηκε πως, ενώ υπάρχει νομολογιακά αναγνωρισμένη η αρχή ότι ένας διάδικος που απευθύνεται μονομερώς για θεραπεία σε δικαστήριο πρέπει να αποκαλύψει την ύπαρξη και να επισύρει την προσοχή του δικαστηρίου στην ύπαρξη ρήτρας παραπομπής διαφορών σε διαιτησία, αυτή η υποχρέωση δεν εκπληρώνεται με το να αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι υιοθετεί την αίτηση ή το δικογράφημα της πλευράς του. Στην υπό εξέταση όμως περίπτωση, ο ομνύων με την ένορκη δήλωσή του συμφώνησε με τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας, όπως αυτοί παρατίθεντο στην Έκθεση Απαίτησης, τους οποίους δεν αμφισβήτησε η αντίδικη πλευρά, έτσι ώστε με αυτή την έννοια να καθίσταντο επίδικα θέματα και, ακολούθως, προς απόδειξη των βασικών ισχυρισμών, παρέθεσε αποδεκτή μαρτυρία μέσω των εγγράφων από τα οποία εκπηγάζουν τα γεγονότα. Επομένως, κανένα πρόβλημα δεν εγειρόταν περί μη προσκόμισης μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης. Στην αρχή της πρωτόδικης απόφασης είχε προκαταρκτικά διαγνωσθεί ότι η αίτηση για απόφαση θα έπρεπε να απορριφθεί επειδή το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε για σκοπούς απόδειξης ήταν ελλιπές και ανεπαρκές. Αν και αυτή η γενική διάγνωση αιτιολογήθηκε στη συνέχεια με τον εντοπισμό των προαναφερθέντων θεμάτων, τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ως προβλήματα και τα οποία έχουμε ήδη εξετάσει, θα προσθέταμε και τα εξής: Εδώ, ως αιτία αγωγής παρουσιάζεται οφειλή η οποία κατά τον ισχυρισμό προέκυψε προς την εφεσείουσα ως εκ του γεγονότος ότι το υπόλοιπο λογαριασμού είχε καταστεί οφειλόμενο μετά τον τερματισμό και εζητείτο να επιδικασθεί εναντίον των εναγομένων. Τόσο το έγγραφο με το οποίο συνάφθηκαν οι συμφωνίες δανείου και/ή εγγύησης, όσο και τα έγγραφα που πιστοποιούσαν την καθυστέρηση πληρωμής δόσεων και του τερματισμού της σύμβασης, καθώς επίσης και οι επιστολές-ειδοποιήσεις και η κατάσταση λογαριασμού, είχαν επισυναφθεί στις ένορκες δηλώσεις του υπαλλήλου της εφεσείουσας, ο οποίος και παρέπεμψε στο περιεχόμενο των εγγράφων εκείνων. Όλα αυτά τα στοιχεία αποδείκνυαν την απαίτηση της εφεσείουσας. ............................. Συμφωνούμε βέβαια με τη γενική αρχή ότι επειδή στη διαδικασία απόδειξης δεν έλαβε μέρος ο αντίδικος, ενώ είχε τη δυνατότητα, αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση να εξετάσει και αξιολογήσει την επάρκεια και αξιοπιστία της μαρτυρίας που προσφερόταν από την πλευρά της εφεσείουσας. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicolas, ως διαχειριστής της περιουσίας του Κωστάκη Δαυϊδ Μαυρονικόλα, ανικάνου προσώπου, Πολιτική Έφεση 371/2006, ημερομηνίας 15.9.2009). Όπως όμως ειδικά αναφέρθηκε στην ίδια την υπόθεση Barry Wynne, όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι το εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης η συνήγορος της Ενάγουσας αγόρευσε υποστηρίζοντας τις θέσεις και εισηγήσεις της. Σ' ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο αυτή περιορίστηκε στην ένορκη δήλωση της κας Χρύσας Πρωτογύρου ημερομηνίας 14/11/2013 που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο. Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι, η Σύμβαση Εγγύησης, ερμηνεύοντας την συνολικά και με συμμετρικότητα, φανερώνει την αντικειμενικοποιημένη πρόθεση των μερών, ότι, η Κυπριακή Δημοκρατία θα κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της Σύμβασης Εγγύησης, αν και όταν απερχόταν η προσκόμιση σ' αυτήν απόφασης του Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας θα διαταζόταν ο Εναγόμενος 1 χρεώστης, να πληρώσει στην Ενάγουσα το χρέος του και τα αναλογούντα σ' αυτόν έξοδα. Η έκδοση απόφασης Δικαστηρίου εναντίον του Εναγομένου 1, αποτελεί γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης, πράγμα που την καθιστά σύμβαση υπό αίρεση. Άρα σύμβαση που δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος της έκδοσης απόφασης εναντίον του Εναγομένου 1 σε ότι αφορά το επίδικο δάνειο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο, για τα συμφωνηθέντα, είναι ότι, με την εκτέλεση της Σύμβασης Εγγύησης, - δηλαδή, αφού εκδοθεί απόφαση εναντίον του Εναγομένου 1 και βάσει αυτής, γίνει απαίτηση κάλυψης του εξ αποφάσεως χρέους από την Ενάγουσα προς την Κυπριακή Δημοκρατία και η Κυπριακή Δημοκρατία εξοφλήσει αυτό -, η Ενάγουσα θα εξαλείψει αμέσως την εγγραφείσα προς όφελος της επιβάρυνσης επί του Ακινήτου. Συνεπώς, η Ενάγουσα, στην προκείμενη περίπτωση, όχι μόνο αξιώνει θεραπεία εναντίον του Εναγομένου 2 στην βάση της Σύμβασης Εγγύησης, - η οποία, ως έχω προαναφέρει, δεν είναι ακόμη νομικά εκτελεστή -, επιδιώκει και την έκδοση Διατάγματος εναντίον του Εναγομένου 1, για εκποίηση του Ενυπόθηκου Ακινήτου. Επιδιώκει δηλαδή κατά παράνομο, αντινομικό και απαράδεκτο τρόπο, την ανάκτηση διπλής θεραπείας. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η Ενάγουσα, είτε θα επιλέξει να εναγάγει, τον Εναγόμενο 1 μόνον, και εκτός της θεραπείας που θα αξιώσει αναφορικά με το ισχυριζόμενο χρέος, θα αναζητήσει και θεραπεία για εκποίηση της εγγραφείσας προς όφελος της επιβάρυνσης επί του Ακινήτου. Είτε δεν θα αξιώσει θεραπεία για εκποίηση της εγγραφείσας προς όφελος της επιβάρυνσης επί του Ακινήτου και αφού της αποδοθεί θεραπεία αναφορικά με το ισχυριζόμενο χρέος εναντίον του Εναγομένου 1, να αξιώσει αποζημίωση από την Κυπριακή Δημοκρατία στην βάση της Σύμβασης Εγγύησης. Στην προκείμενη περίπτωση, έχει παρατεθεί στο Δικαστήριο από πλευράς Ενάγουσας, αποδεκτή θετική μαρτυρία που αποδεικνύει (α) την σύναψη της σύμβασης δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1, μαζί με τους όρους της, (β) την σύναψη της σύμβασης υποθήκης για το Ακίνητο μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1, μαζί με τους όρους της και την σχετική επιβάρυνση, (γ) την παράβαση ουσιώδης όρου της σύμβασης δανείου σε ότι αφορά την εξόφληση του, (γ) το τερματισμό της σύμβασης δανείου και (δ) το οφειλόμενο ποσό. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η παρούσα Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται εναντίον του Εναγομένου 2. Επιπρόσθετα, βάσει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα απέδειξε την απαίτηση της εναντίον του Εναγομένου 1 και συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον του Εναγομένου 1, ως τα αιτητικά Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαιτήσεως. Επιδικάζονται, επίσης, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1, € 516,00 σεντς έξοδα της παρούσας Αγωγής, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ. Π. Α. και € 22,00 σεντς έξοδα επίδοσης. Ενόψει της έκδοσης Διατάγματος του Δικαστηρίου υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 με το οποίο διατάζεται η εκποίηση της Υποθήκης Υ4062/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας επί του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/11624 ημερομηνίας 06/04/2011, Φ/ΣΧ 40/56W1, Τμήμα 1, Τεμάχιο 1, συνεχιζόμενη διώροφη κατοικία. Έκταση 179 τ. μ. στην Λάρνακα, ενορία Σωτήρας, τοποθεσία Κουκουλατζιες, όλο μερίδιο δια δημοσίου πλειστηριασμού προς εξόφληση του δια της παρούσας αποφάσεως εξ αποφάσεως χρέος, ΚΑΙ της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι ενόψει της απόδοσης αυτής της θεραπείας στον Εναγόμενο 1, αυτός κωλύεται πλέον από του να εγείρει οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει της Σύμβασης Εγγύησης, δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου όπως προβεί σε διαβήματα για να επιδοθεί το κείμενο αυτής της απόφασης στον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας το συντομότερο δυνατόν, για να λάβει την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις πληροφόρηση. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε σχετικά την Δ.17, κ. 13 των Θ. Π. Δ. [2]Δέστε σχετικά την Δ.39, κ. 1 των Θ. Π. Δ. [3] Βασιζόμενος, κατ' αναλογία, στα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποινική Έφεση 153/2011, ημερομηνίας 16/01/2013. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο