← Κύπρος

ANDREAS ZACHARIA FURNISHINGS LTD ν. ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΚΑΡΗΣ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 3333/2010, 13/1/2014

ANDREAS ZACHARIA FURNISHINGS LTD ν. ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΚΑΡΗΣ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 3333/2010, 13/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 3333/2010 ANDREAS ZACHARIA FURNISHINGS LTD Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση - και - ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΚΑΡΗΣ Εναγομένου / Αιτητή ------------------- Ημερομηνία: 13/01/2014 Αίτηση Για Παραμερισμό Της Έκδοσης Ή/Και Της Επίδοσης Του Κλητήριου Εντάλματος Στον Εναγόμενο Λόγω Έλλειψης Κατά Τόπον Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/08/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Εναγόμενο / Αιτητή: κ. Π. Μ. Πετράκης Για την Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση: κ. Β. Λοΐζου για Α. Β. Ζαχαρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της στις 25/11/

  1. Η διεύθυνση που αναγράφεται επί του Κλητήριου Εντάλματος, ως διεύθυνση του Ενάγοντα («Βιομηχανική Περιοχή, Δασάκι Άχνας»), εμπίπτει εντός των διοικητικών ορίων της Επαρχίας Αμμοχώστου. Η διεύθυνση του Εναγομένου, διακριβώθηκε από τον Ενάγοντα κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής, ως εμπίπτουσα εντός των διοικητικών ορίων της Επαρχίας Λευκωσίας («Σταδίου 10, Μακεδονίτισσα, Λευκωσία»). Ο Εναγόμενος, αφού έλαβε γνώση της αγωγής, εμφανίστηκε στην διαδικασία, - ως δεικνύει το σχετικό σημείωμα εμφάνισης του -, υπό διαμαρτυρία και στις 21/08/2013 καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στην Δ.48, κ. 2 και Δ.16, κ. 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και του Άρθρου 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, την νομολογία και τις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Εναγομένου, στην οποία αναφέρεται ότι «Δεδομένου ότι οι συναλλαγές που αφορούν το επίδικο θέμα έλαβαν χώρα στο κατάστημα των Εναγόντων, στην οδό Ηλία Παπακυριακού αρ. 25 Ζ - Η στην Έγκωμη Επαρχίας Λευκωσίας, και δεδομένου ότι σύμφωνα με το Κλητήριο Ένταλμα η διεύθυνση των εναγόντων είναι στο Δασάκι Άχνας, και δεδομένου ότι εγώ διαμένω στην οδό Σταδίου αρ. 10 Λακατάμια, με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και πιστεύω ακραδάντως ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αγωγής .» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του, ο Εναγόμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο το έγγραφο, τιτλοφορούμενο «Διατακτικό» ημερομηνίας 20/10/2008, Τεκμήριο
  2. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Ο Εναγόμενος καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση εγείροντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  3. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
  4. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  5. Η αίτηση είναι λανθασμένη.
  6. Η θεραπεία η οποία επιζητείται είναι λανθασμένη.
  7. Οι ενάγοντες κάλεσαν τον εναγόμενο να εξοφλήσει το χρέος του στα γραφεία του δικηγόρων τους στην Λάρνακα.
  8. Τα Επαρχιακά Δικαστήρια Λάρνακας και Αμμοχώστου έχουν ενοποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/09/
  9. Η τοπική αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λάρνακας και Αμμοχώστου είναι κοινή.
  10. Η ύπαρξη διαφορετικών Πρωτοκολλητείων δεν συνεπάγεται ύπαρξη δύο Επαρχιακών Δικαστηρίων με διαφορετική τοπική αρμοδιότητα.
  11. Ο Αιτητής δεν δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία.
  12. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και άνευ αντικειμένου.
  13. Η αίτηση είναι ανεδαφική.
  14. Η αίτηση είναι καταχρηστική.
  15. Η αίτηση είναι αχρείαστη και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Η Ένσταση, βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.16, κ. 9, και Δ.48, κ. 1, 2, 4

(1), στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Νόμο 14/1960, στα άρθρα 3, 3
(1), 3
(4), 21, 23 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου ως επίσης και επί του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30
(2). Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Κατερίνας Βουρή, που είναι υπάλληλος των δικηγόρων της Ενάγουσας, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: - Η Ενάγουσα κάλεσε τον Εναγόμενο, μέσω των δικηγόρων της, με σχετική επιστολή τους ημερομηνίας 08/11/2010 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης της Ενάγουσας), όπως εξοφλήσει το εις βάρος του χρεωστικό υπόλοιπο, στο γραφείο τους στην Λάρνακα. Ως εκ τούτου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή. - Τα Επαρχιακά Δικαστήρια Λάρνακας και Αμμοχώστου έχουν ενοποιηθεί δυνάμει σχετικού διατάγματος που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο την 13/09/1974 και ως εκ τούτου η δικαιοδοσία του ενοποιημένου Δικαστηρίου Λάρνακας - Αμμοχώστου επεκτείνεται και στις δύο επαρχίες. Ως εκ τούτου, η κατά τόπον αρμοδιότητα τους είναι κοινή. - Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αποσκοπεί στην καθυστέρηση και περιπλοκή της διαδικασίας εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. - Ο Εναγόμενος δεν έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην διαδικασία που αφορά την παρούσα Αγωγή, υπό διαμαρτυρία. - Ακόμη και εάν υποτεθεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή, η θεραπεία που επιζητείται με την υπό κρίση Αίτηση είναι λανθασμένη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η καθίδρυση των Δικαστηρίων και η κατά τόπον και καθ' ύλη αρμοδιότητα τους, ρυθμίζεται από τον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Νόμο 14/1960. Σχετικές είναι οι πρόνοιες των Άρθρων 3 και 21. Παραθέτω αυτούσιες, περικοπές τους, οι οποίες σχετίζονται με τα θέματα που εγείρονται με την υπό κρίση Αίτηση και στα οποία αναφέρομαι στην συνέχεια: Άρθρο 3 του Νόμου 14/1960: «Δικαστήρια 3.-
(1)Καθιδρύovται δυvάμει τoυ παρόvτoς vόμoυ τα ακόλoυθα δικαστήρια, ίvα ασκώσι τoιαύτηv δικαιoδoσίαv και εξoυσίας, oίαι αvατίθεvται εις αυτά υπό τoυ παρόvτoς vόμoυ ή oιoυδήπoτε άλλoυ εκάστoτε εv ισχύϊ vόμoυ- (α) επαρχιακά Δικαστήρια (β) κακoυργιoδικεία Νoείται ότι δύvαvται vα καθιδρυθώσι και άλλα δικαστήρια ως δύvαται vα πρoβλεφθή υφ' oιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ.
(2)Διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς vόμoυ η Δημoκρατία της Κύπρoυ θα διαιρεθή εις επαρχίας και δι' έκαστηv τωv επαρχιώv τoύτωv θα συγκρoτήται εv ή περισσότερα Κακουργιοδικεία και θα υπάρχη εv Επαρχιακόv Δικαστήριov, ως εv τω παρόvτι vόμω πρoβλέπεται.
(3)Τηρoυμέvης της διατάξεως τoυ εδαφίoυ
(4), αι εκάστoτε υφιστάμεvαι διoικητικαί περιφέρειαι θα είvαι αι επαρχίαι διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς vόμoυ.
(4)Τo Αvώτατov Δικαστήριov δύvαται, από καιρoύ εις καιρόv, διά διατάγματoς δημoσιευoμέvoυ εις τηv επίσημov εφημερίδα της Δημoκρατίας, vα μεταβάλλη τov αριθμόv και τα όρια τωv τoιoύτωv επαρχιώv ή vα εvoπoιή δύo ή περισσoτέρας επαρχίας ή vα διαιρή oιαvδήπoτε τoιαύτηv επαρχίαv διά σκoπoύς συγκρoτήσεως Κακoυργoδικείoυ ή Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Άρθρο 21 του Νόμου 14/1960: «Κατά τόπov αρμoδιότης τωv Επαρχιακώv Δικαστηρίωv εις πoλιτικάς υπoθέσεις 21.-
(1)Τo Επαρχιακόv Δικαστήριov, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, θα έχη πρωτόδικov δικαιoδoσίαv ίvα ακoύη και απoφασίζη oιαvδήπoτε αγωγήv συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 22 oσάκις- (α) η βάσις της αγωγής έχη πρoκύψει είτε καθ' oλoκληρίαv είτε εv μέρει εvτός τωv oρίωv της επαρχίας δι' ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη (β) o εvαγόμεvoς ή oιoσδήπoτε τωv εvαγoμέvωv, κατά τov χρόvov της εγέρσεως της αγωγής, διαμέvη ή διεξάγη επάγγελμα εvτός της επαρχίας δι' ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη (γ) πάvτωv τωv διαδίκωv όvτωv Κυπρίωv είτε η βάσις της αγωγής πρoέκυψεv, εv όλω ή εv μέρει, εvτός τωv Κυριάρχωv Περιoχώv τωv Βάσεωv ή o εvαγόμεvoς ή oιoσδήπoτε τωv εvαγoμέvωv διαμέvη ή διεξάγη επάγγελμα εvτός αυτώv ...............................
(4)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη ή καταχωρίστηκε η αγωγή δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), μπορεί να παραπέμψει την αγωγή ή την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο, στηρίζεται στους ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Εκτός της αναγκαιότητας, που θεωρώ ότι προκύπτει από τις πρόνοιες της Δ.2, κ. 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, είναι και ευνόητο και έχει νομολογηθεί, ότι, ο επικαλούμενος τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, πρέπει να εκθέτει στο δικόγραφο του τα γεγονότα που εντάσσουν την απαίτησή του στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Severgep Ltd v United Sea Transport
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 729, 732: «... Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική με το θέμα αυτό, είναι και η υπόθεση Safarino ν. Σταυρινού
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059. Το κατά πόσο πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο, είναι ζήτημα το οποίο, σε κάθε περίπτωση (ανεξαρτήτως δηλαδή της δικογραφίας - κλητήριου εντάλματος ή/και έκθεσης απάιτησης -, και εάν το θέμα έχει εγερθεί από νωρίς στην διαδικασία ή όχι), παραμένει ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης και αν, έστω και εκ των υστέρων, διαπιστωθεί επ' αυτού αρνητική απάντηση, η υπόθεση ναυαγεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα να επιληφθεί θέματος που άπτεται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί της αγωγής, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σχετικές σε σχέση με τα προαναφερόμενα, είναι οι υποθέσεις Interamerican Insurance Co Ltd v. Άντρη Μακρίδου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1586, Ανδρέας Θεοχάρους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ 240, Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1 C.L.R. 729 και Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203. Μάλιστα, το θέμα, όταν προκύψει, εξετάζεται από το Δικαστήριο ανεξάρτητα των τυχόν νομικών ελαττωμάτων που μπορεί να παρουσιάζει η Αίτηση του διαδίκου που εγείρει το θέμα. Δέστε σχετικά την υπόθεση Βεγγάρια Π. Παπακοκκίνου ν. Εταιρείας Landbroke Group PLC και άλλων
(1999)1Β Α.Α.Δ 838. Όπως εξηγείται στην C & Κ Κυριάκου & Αδελφοί Λτδ. ν. Ιωάννου
(1990)1 ΑΑ.Δ. 479, το άρθρο 21
(1)(α) του Ν. 14/60 παρέχει τοπική αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου σημειώνεται η παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων, να επιληφθεί αγωγής για την επίλυση διαφοράς η οποία σχετίζεται με αυτή. Παρόμοια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, όπου ο τόπος επιτέλεσης της υποχρέωσης αποπληρωμής χρέους με συμφωνηθείσες δόσεις, έδωσε δικαιοδοσία στο δικαστήριο στο οποίο εκδηλώθηκε η διάρρηξη της συμφωνίας με την μη πληρωμή. Εκεί όμως όπου ο τόπος ή/και ο τρόπος εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων δεν έχει ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, σύμφωνα με τα Άρθρα 49 και 50 του Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, ο δανειστής μπορεί να ορίσει εύλογο τόπο ή/και να καθορίσει τον τρόπο για την εκπλήρωση της υπόσχεσης. Παραθέτω αυτούσια τα εν λόγω Άρθρα του Νόμου: «49.- Αν η υπόσχεση ορίστηκε να εκπληρωθεί χωρίς όχληση του δανειστή και δεν ορίστηκε τόπος εκπλήρωσης, ο οφειλέτης υποχρεούται να οχλήσει το δανειστή για να ορίσει εύλογο τόπο για την εκπλήρωση της υπόσχεσης και εκπληρώσει αυτήν στον τόπο αυτό. 50.- Η εκπλήρωση της υπόσχεσης δύναται να γίνει κατ' οποιοδήποτε τρόπο ή σε οποιοδήποτε χρόνο τον οποίο ορίζει ή εγκρίνει ο δανειστής». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σε περιπτώσεις συμβάσεων, όπου - παρά και τις πρόνοιες των Άρθρων 49 και 50 του Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 -, δεν έχει καθοριστεί ο τόπος πληρωμής της οφειλής, ο οφειλέτης υπέχει υποχρέωσης ν' αναζητήσει τον πιστωτή για να τον πληρώσει στον τόπο της εργασίας του ή της διαμονής του. Ο παράγοντας αυτός, καθορίζει, σε μια τέτοια περίπτωση και την τοπική αρμοδιότητα του δικάσαντος Δικαστηρίου. Δέστε επ' αυτού τις υποθέσεις Ανδρέας Θεοχάρους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ 240 και Εύρου Χριστοφόρου και άλλης ν. Paneuropean Company Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1644. Θεωρώ άξια ειδικής αναφοράς, τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε δύο, σχετικά, πρόσφατες αποφάσεις του, λόγω τις σχετικότητας που έχουν τα όσα εξετάστηκαν σ' αυτές με τα εγειρόμενα στην υπό εξέταση Αίτηση θέματα. Στην υπόθεση Σωτήρης Πιττής ν. Progress Electroncs Co. Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 50, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, το δικαστήριο ορθά θεώρησε ότι είχε αρμοδιότητα και μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης. Στην έκθεση απαίτησης διευκρινίζεται ότι οι εφεσίβλητοι/πιστωτές είναι από τη Λεμεσό χωρίς όμως να διευκρινίζεται πού ήταν πληρωτέο το ποσό της οφειλής. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, θεωρούμε, σε συμφωνία με το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι υπήρχε ασφαλές υπόβαθρο για τον καθορισμό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ως του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου για την επίλυση της διαφοράς, εφόσον ο εφεσείων/χρεώστης, είχε υποχρέωση να αναζητήσει τον πιστωτή στο χώρο εργασίας ή διαμονής του για να πληρώσει το χρέος του. Βλ. Theophanous v. Georghiou
(1969)1 CLR 203, Stefanidou v. Pirgoti
(1975)1 CLR 100, Πουγιούκα ν. Πουγιούκα
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 2014 και Χριστοφόρου κα ν. Paneuropean Insurance Co Ltd, ΠΕ 11072, ημερ. 21.10.2002, Κ. Κυριάκου κα ν. Ιωάννου
(1990)1 ΑΑΔ479 και Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην δε υπόθεση Κωστάκης Πουγιούκα και άλλος ν. Ευαγόρα Θρασυβούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014 αναφέρθηκαν επί του προκείμενου τα εξής: «Ως δεύτερος λόγος έφεσης προβάλλεται η κατά τους εφεσείοντες λανθασμένη κατά τόπο δικαιοδοσία. Η αγωγή καταχωρήθηκε και εκδικάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Οι εναγόμενοι- εφεσείοντες κατάγονται από τη Λεμεσό. Η σύμβαση για την κατασκευή των ξυλουργικών που αποτελεί τη βάση της αγωγής, συνήφθη επίσης στη Λεμεσό. Η μόνη σύνδεση της υπόθεσης με τη Λευκωσία είναι το γεγονός ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος κατάγεται από την Κακοπετριά της επαρχίας Λευκωσίας, όπου διατηρεί και το εργαστήριό του. Σύμφωνα με τους εφεσείοντες το Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ήταν κατά τόπο αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή, γιατί από τη μια, δεν υπάρχει ισχυρισμός στην έκθεση απαίτησης ότι ο ενάγων ήταν κάτοικος Κακοπετριάς, ενώ από την άλλη το Δικαστήριο εσφαλμένα αντιλήφθηκε τη βάση της αγωγής. Το Δικαστήριο δέκτηκε ότι η αγωγή βασιζόταν σε αθέτηση της υποχρέωσης καταβολής μέρους της αμοιβής του ενάγοντα, ενώ θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι αφορούσε αξίωση για απώλεια κέρδους που διέφυγε, λόγω της αθέτησης της συμφωνίας από τους εναγόμενους. Και ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφασίζει αγωγή που η βάση της έχει προκύψει είτε καθ΄ ολοκληρίαν, είτε εν μέρει, εντός των ορίων της επαρχίας για την οποία το Δικαστήριο έχει καθιδρυθεί. Στην παρούσα υπόθεση η βάση της αγωγής είναι η παράλειψη των εναγομένων να καταβάλουν το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος για εργασία που ο εφεσίβλητος εξετέλεσε για λογαριασμό τους. Σύμφωνα με το άρθρο 49 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αν η υπόσχεση ορίστηκε να εκπληρωθεί χωρίς όχληση του δανειστή και δεν ορίστηκε τόπος εκπλήρωσης, ο οφειλέτης υποχρεούται να οχλήσει το δανειστή για να ορίσει εύλογο τόπο για την εκπλήρωση της υπόσχεσης και να την εκπληρώσει στον τόπο αυτό. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, 205, όσον αφορά το θέμα της κατά τόπον δικαιοδοσίας, ο γενικός κανόνας είναι ότι όπου δεν καθορίζεται ρητά ή εξυπακουόμενα από τη σύμβαση ο τόπος πληρωμής, είναι καθήκον του οφειλέτη να αναζητήσει το δανειστή, με σκοπό να τον πληρώσει, στον τόπο της διαμονής του ή της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, αν οι τόποι αυτοί είναι στην Κύπρο (βλέπε επίσης Stefanidou v. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, 102). Στην παρούσα υπόθεση παρ΄ όλον ότι οι προηγούμενες πληρωμές έγιναν στη Λεμεσό, το Δικαστήριο δέκτηκε και ορθά, ότι δεν υπήρχε ούτε ρητή, ούτε εξυπακουόμενη συμφωνία για τον τόπο πληρωμής. Το γεγονός ότι προηγούμενες πληρωμές έγιναν στη Λεμεσό δεν μπορεί να ληφθεί υπ΄ όψιν ούτε να χρησιμοποιηθεί σχετικά, γιατί όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Kyriakides v. Kyriakides
(1976)1 C.L.R. 76, κατά την ερμηνεία σύμβασης το Δικαστήριο δεν δικαιούται να λάβει υπ΄ όψιν, επί σκοπώ επίλυσης αοριστίας ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, τη μεταγενέστερη της υπογραφής της σύμβασης συμπεριφορά των συμβαλλομένων μερών, για να διαφωτιστεί ως προς το νόημα ή το περιεχόμενό της. Η βάση της αγωγής είναι η αξίωση για καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος και όχι βέβαια αξίωση για απώλεια κέρδους, όπως ισχυρίζονται οι εφεσείοντες. Έτσι ελλείψει ρητής ή εξυπακουόμενης αντίθετης συμφωνίας, ήταν καθήκον των εφεσειόντων να αναζητήσουν για σκοπούς πληρωμής τον εφεσίβλητο στον τόπο της διαμονής του, την Κακοπετριά. Δεν είναι επίσης ακριβής ο ισχυρισμός ότι στα δικόγραφα δεν αναφέρεται ο,τιδήποτε για τον τόπο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των εναγομένων. Στην πρώτη παράγραφο των λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται σαφώς ότι ο ενάγων είναι ιδιοκτήτης ξυλουργείου στην Κακοπετριά, αναφορά που από μόνη της δημιουργεί το υπόβαθρο για τη δικαιοδοσία. Δεν απαιτείται βέβαια αναφορά στα δικόγραφα, ούτε και απόδειξη του ότι η Κακοπετριά βρίσκεται στην επαρχία Λευκωσίας. Είναι φανερό ότι η αγωγή λοιπόν ορθά καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και ορθά η σχετική ένσταση απορρίφθηκε». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σ' ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν, χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ο Εναγόμενος, με την παρούσα Αίτηση, την οποία βασίζει στην Δ.16 κ. 9[1] των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, αιτείται Διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η έκδοση και η προς αυτόν επίδοση του κλητήριου εντάλματος της παρούσας Αγωγής, για τον λόγο ότι, αυτό το Δικαστήριο, ισχυρίζεται, δεν έχει τοπική αρμοδιότητα να εκδικάσει την εγειρόμενη, μεταξύ των μερών, διαφορά. Το ζητούμενο δηλαδή, είναι η διαπίστωση ή όχι, δικαιοδοσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, παρατηρώ ότι ο Εναγόμενος εμφανίστηκε στην διαδικασία, υπό διαμαρτυρία, και ενήργησε συμφώνως των προνοιών της Δ.16 κ. 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος, με την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης του στην παρούσα Αγωγή, δεν αποδέχτηκε, άνευ όρων, την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, και δεν κωλύεται να εγείρει τα όσα με την παρούσα Αίτηση βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου για εξέταση. Συνεπώς, προσχωρώ να εξετάσω την Αίτηση επί της ουσίας της. Από την ανωτέρω αναφερόμενη νομολογία, προκύπτει ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Γι' αυτό και στρέφομαι σ' αυτήν. Από το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας Αγωγής και την έκθεση απαίτησης που έχει καταχωρηθεί από την Ενάγουσα, είναι πρόδηλο ότι κατά τον χρόνο που εγέρθηκε η παρούσα Αγωγή, ο Εναγόμενος δεν διέμενε ή διεξήγε επάγγελμα εντός της Επαρχίας Λάρνακας[2]. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία και να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 21
(1)(β) του Νόμου 14/1960. Σ' αυτή την περίπτωση, Αρμόδιο κατά τόπον Δικαστήριο, θα ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Έχοντας αυτό ως δεδομένο, αυτό που μένει να εξεταστεί, - και εκεί είναι που περιστρέφεται και ο κύριος άξονας της επιχειρηματολογίας αμφότερων των διαδίκων -, είναι κατά πόσο, βάσει των προνοιών του Άρθρου 21
(1)(α) (ή 21
(1)(γ)) του Νόμου 14/1960, αυτό το Δικαστήριο, κέκτηται εξουσίας να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή, επειδή η βάση της έχει προκύψει είτε καθ' ολοκληρίαν, είτε μερικώς, εντός των διοικητικών ορίων της Επαρχίας Λάρνακας. Στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης της, η Ενάγουσα καταγράφει τα ακόλουθα: «Κατά ή περί την 13/04/2009 ο εν λόγω λογαριασμός επαρουσίαζεν χρεωστικόν υπόλοιπον εις βάρος του εναγομένου εκ €20.345,34 πληρωτέον εις Λάρνακα ως αξία ξυλουργικών εργασιών ποσόν το οποίον παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και το ότι εκλήθη με επιστολή ημερ. 08/11/2010 να πληρώσει στην Λάρνακα αμελεί και/ή αρνείται να εξοφλήσει» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Ο δε Εναγόμενος, με την ένορκο δήλωση του που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, ισχυρίζεται ότι: «Δεδομένου ότι οι συναλλαγές που αφορούν το επίδικο θέμα έλαβαν χώρα στο κατάστημα των εναγόντων, στην οδό Ηλία Παπακυριακού αρ. 25Ζ-Η στην Έγκωμη Επαρχίας Λευκωσίας και δεδομένου ότι και εγώ διαμένω στην οδό Σταδίου αρ. 10 Λακατάμεια, με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και πιστεύω ακραδάντως ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Αγωγής» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, ο Εναγόμενος, παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 1, ένα έγγραφο τιτλοφορούμενο «Διατακτικό», ημερομηνίας 20/10/
  1. Ποιον ακριβώς από τους ισχυρισμούς του (ως ανωτέρω αναφέρονται) επιχειρεί ο Εναγόμενος να υποστηρίξει μ' αυτό το έγγραφο, είναι κάτι το άγνωστο προς το Δικαστήριο, αφού ο ενόρκως δηλών, δεν προβαίνει σε καμία αναφορά ως προς αυτό στην ένορκη δήλωση του που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση Αίτησης. Απλά σε συνέχεια των όσων αναφέρει, το επισυνάπτει ως τεκμήριο. Με γνώμονα αυτή την προέκταση του πράγματος είναι που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει το έγγραφο αυτό και θα αξάξει τα συμπεράσματα του. Κρίνω συνεπώς ότι το μόνο που θα μπορούσε με βεβαιότητα να εξαχθεί απ' αυτό (εν όψει και του γεγονότος ότι η ύπαρξη και το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Ενάγουσας) είναι ότι η Ενάγουσα έχει το κατάστημα της στην Επαρχία Λευκωσίας, στην διεύθυνση Ηλία Παπακυριακού 25 Ζ - Η, Έγκωμη 2415, Λευκωσία και το εργοστάσιο της στην Επαρχία Λάρνακας, στην διεύθυνση Β' Βιομηχανική Περιοχή, Δασάκι Άχνας 5523, Λάρνακα. Η Ενάγουσα, με την ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης της στην παρούσα Αίτηση, αρνείται στην ολότητα τους τα όσα ο Εναγόμενος υποστηρίζει (ως ανωτέρω αναφέρονται) και λέει ότι «. το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είναι αρμόδιο και έχει την κατά τόπο και καθ' ύλη δικαιοδοσία να εκδικάσει την .. αφού οι ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους, κάλεσαν τον εναγόμενο με επιστολή τους ημερ. 08/11/2010 όπως εξοφλήσει το εις βάρος του χρεωστικό υπόλοιπο στο γραφείο των δικηγόρων τους στην Λάρνακα» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της αυτού, παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο Α, που είναι αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 08/11/
  2. Σημειώνω ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της Ενάγουσας, συνάδει και με τα όσα έχουν δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης της. Στην παράγραφο 2 της έκθεσης αναφέρονται τα εξής: «Κατά ή περί την 13/04/2009 ο εν λόγω λογαριασμός επαρουσίαζεν χρεωστικόν υπόλοιπον εις βάρος του εναγομένου €20.345,34 πληρωτέον εις Λάρνακα ως αξία ξυλουργικών εργασιών ποσόν το οποίον παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και το ότι εκλήθη με επιστολή ημερ. 08/11/2010 να πληρώσει στην Λάρνακα αμελεί και/ή αρνείται να εξοφλήσει» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Ως έχει ήδη αναφερθεί, ο Εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι, όλες οι συναλλαγές που είχε με την Ενάγουσα, ελάμβαναν χώρα στην Λευκωσία και γι' αυτό τον λόγο συνεπάγεται ότι και η εξόφληση των ισχυριζόμενου ως οφειλόμενου από τον Εναγόμενο προς την Ενάγουσα ποσού για τις υπηρεσίες της, επίσης θ' έπρεπε να λάβει χώρα στην Λευκωσία. Κατά συνέπεια, είναι ο ισχυρισμός του ότι, τοπική αρμοδιότητα για εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η Ενάγουσα, με την ένορκο δήλωση που καταχώρησε προς υποστήριξη της Ένστασης της (δέστε ειδικότερα την παράγραφο 2 της εν λόγω ένορκης δήλωσης), έθεσε υπό αμφισβήτηση αυτό τον ισχυρισμό του Εναγομένου και ισχυρίστηκε ότι το ισχυριζόμενο ως οφειλόμενο ποσό ήταν ή/και κατέστη πληρωτέο στην Λάρνακα, κατόπιν σχετικής ειδοποίησης που απέστειλε μέσω των δικηγόρων της. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε αναντίλεκτος, αφού ο Εναγόμενος δεν έκανε χρήση των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και δεν καταχώρησε συμπληρωματική ένορκο δήλωση, ή εν πάση περιπτώσει, δεν αιτήθηκε την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας, σε ότι αφορά το εν λόγω ισχυριζόμενο γεγονός. Αυτό, αναπόφευκτα οδηγεί στην κατάληξη ότι ο Εναγόμενος, δεν απέσεισε το σχετικό βάρος απόδειξης της υπό εξέταση Αίτησης του. Σημειώνω επίσης ότι, ο εν λόγο ισχυρισμός, περιλαμβάνεται και στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, θεωρώ, ότι υπάρχει, - στο παρόν στάδιο τουλάχιστον -, ασφαλές υπόβαθρο για τον καθορισμό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ως του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου για την επίλυση της διαφοράς, εφόσον η βάση της παρούσας Αγωγής, υπάρχει ισχυρισμός (στην έκθεση απαίτησης) ότι προέκυψε, με την μη εξόφληση του αξιωμένου ποσού στην Λάρνακα. Και εξηγούμαι. Όπως προκύπτει από τα όσα δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας και υποστηρίζεται και από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της διαδικασίας εξέτασης της κρινόμενης Αίτησης, η παρούσα Αγωγή βασίζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση όρων προφορικής συμφωνίας. Η ισχυριζόμενη συμφωνία, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι επιμαρτυρείται και από το «Διατακτικό», ημερομηνίας 20/10/2008, το Τεκμήριο 1 (στην ένορκο δήλωση του Εναγομένου που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση Αίτησης). Στο παρόν στάδιο, δεν διαφαίνεται να υπάρχει ισχυρισμός ότι είχε ρητά συμφωνηθεί από τους διαδίκους - ή εν πάση περιπτώσει ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συναχθεί υπό τις περιστάσεις -, ο χρόνος, ή/και ο τόπος, ή/και ο τρόπος εκπλήρωσης της υποχρέωσης εξόφλησης των υπηρεσιών των ξυλουργικών εργασιών της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο. Υπενθυμίζω ότι ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η εξόφληση των υπηρεσιών του Εναγομένου εξυπακούετο ότι θα εκπληρωνόταν στο κατάστημα της Ενάγουσας στην Λευκωσία, έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Ενάγουσας και η αμφισβήτηση αυτή έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Συνεπώς, ο Εναγόμενος, αν η Ενάγουσα δεν προέβαινε σε οποιοδήποτε σχετικό για τον σκοπό διάβημα (αναφέρομαι σ' αυτό στην συνέχεια), είχε υποχρέωση ν' αναζητήσει την Ενάγουσα για να την πληρώσει στον τόπο διεξαγωγής των εργασιών της. Είτε, αυτό θα γινόταν στο κατάστημα της Ενάγουσας στην Λευκωσία, είτε στο εργοστάσιο της στην Λάρνακα (αναφέρω Λάρνακας, λόγω της διεύθυνσης που αναγράφεται επί του Τεκμηρίου 1 που επισυνάφθηκε προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης, ανεξάρτητα εάν το Δάσος Άχνας εμπίπτει διοικητικά εντός της Επαρχίας Λάρνακας ή Αμμοχώστου ή/και εvτός τωv Κυριάρχωv Περιoχώv τωv Βάσεωv). Όμως ο Εναγόμενος, δεν φαίνεται να ενήργησε με τον τρόπο αυτό, ούτε και υπάρχει ισχυρισμός ότι ζήτησε από την Ενάγουσα να ορίσει τόπο για την εκπλήρωση της προαναφερθείσας υποχρέωσης του. Το τι είναι ουσιώδες για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, είναι ότι η Ενάγουσα ενήργησε συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 50 του Κεφ. 149 και μέσω των δικηγόρων της, όρισε ως τόπο εκπλήρωσης της υποχρέωσης του Εναγομένου να εξοφλήσει τις υπηρεσίες που του παρείχε, στο γραφείο των δικηγόρων της στην Λάρνακα (Δέστε την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 08/11/2010, Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση της Ενάγουσας στην παρούσα Αίτηση και την παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης). Επαναλαμβάνω εδώ ότι ο Εναγόμενος / Αιτητής, δεν αμφισβήτησε με τον οποιονδήποτε τρόπο, αυτό τον ισχυρισμό της Ενάγουσας. Ο χρόνος εκπλήρωσης της ισχυριζόμενης από πλευράς Ενάγουσας υποχρέωσης του Εναγομένου, επίσης καθορίστηκε με την προαναφερθείσα επιστολή και με την παρέλευση του, προέκυψε το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας. Βάσει των όσων προανέφερα, δηλαδή της παράλειψης εξόφλησης του ισχυριζόμενου ως οφειλόμενου ποσού για τις υπηρεσίας της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο, στο γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας στην Λάρνακα, τοπική αρμοδιότητα εκδίκασης της παρούσας Αγωγής, έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Τώρα, σε σχέση με τα όσα αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της Αίτησης, ότι δηλαδή το Δάσος Άχνας δεν υπόκειται διοικητικά στην Επαρχία Λάρνακας, αλλά στην Επαρχία Αμμοχώστου, και ως εκ τούτου, αν δεν κριθεί από το Δικαστήριο ότι τοπική δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, τότε δικαιοδοσία έχει για τον λόγο αυτό το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, εκτός του ότι εν όψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ως ανωτέρω αναφέρεται, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αυτή καταρρίπτεται και γιατί η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λάρνακας και Αμμοχώστου έχει από καιρό τώρα ενοποιηθεί με Διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/09/1974 και ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή. Το Διάταγμα αυτό εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο βάσει της εξουσίας που του αποδίδει το Άρθρο 3
(4)του Νόμου 14/1960 και ως εκ τούτου, η εισήγηση του δικηγόρου του Εναγομένου ότι πρόκειται περί «παράνομης» τροποποίησης του Νόμου 14/1960, δεν μπορεί να ευσταθεί. Το θέμα αυτό δεν είναι πρώτη φορά που έχει εγερθεί και εξεταστεί από τα Δικαστήρια. Έχει μάλιστα εξεταστεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Σταυρή Θεοδούλου για Άδεια Καταχώρισης Αίτησης Για την Έκδοση Διαταγμάτων Prohibition και Certiorari
(1990)1 Α.Α.Δ. 438, η ακόλουθη περικοπή από την οποία υποστηρίζει πλήρως την απόρριψης της εισήγησης αυτής από πλευράς Εναγομένου / Αιτητή: «Ο Περί Δικαστηρίων Νόμος (Ν 14/60) θεσπίστηκε σε σύντομο χρόνο μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 158 του Συντάγματος ".... διά την ίδρυσιν αποχρώντων δικαστηρίων εις επαρκή αριθμόν διά την πρόσφορον και άνευ καθυστερήσεων απονομήν της δικαιοσύνης και διά την διασφάλισιν, εντός των ορίων της δικαιοδοσίας αυτών, της πιστής εφαρμογής των διασφαλιζουσών τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίας διατάξεων του Συντάγματος." Το εδάφιο 1 του άρθρου 3 του Ν 14/60 προβλέπει τη σύσταση επαρχιακού δικαστηρίου (ως του κύριου φορέα της πρωτόδικης δικαιοδοσίας) σε κάθε επαρχία. Οι έξι διοικητικές περιφέρειες της Κύπρου καθορίστηκαν από το εδάφιο 3 (άρθρο 3), υπό την επιφύλαξη του εδαφίου 4 του ίδιου άρθρου, ως οι επαρχίες για τους σκοπούς του Νόμου. Βάσει των διατάξεων του νόμου εγκαθιδρύθηκαν επαρχιακά δικαστήρια σε κάθε μια από τις έξι επαρχίες. Ως τόπος λειτουργίας τους ορίστηκαν, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 59 (Ν 14/60), από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, κτίρια στις κύριες πόλεις της κάθε επαρχίας. Ό,τι προβλέπεται από το νόμο είναι η σύσταση επαρχιακών δικαστηρίων. Η εγκυρότητα δικαστικού διατάγματος εξαρτάται από την τοπική και ουσιαστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου που το εξέδωσε· είχε ή δεν είχε δικαιοδοσία το δικαστήριο που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα να το εκδώσει; Ένα από τα έξι επαρχιακά δικαστήρια που συστάθηκε βάσει του Ν 14/60 ήταν εκείνο της επαρχίας Αμμοχώστου με έδρα την πόλη της Αμμοχώστου. Ως αποτέλεσμα της τούρκικης εισβολής κατελήφθη η πόλη και μεγάλο μέρος της επαρχίας Αμμοχώστου και εκτοπίσθηκε από την περιοχή η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της, όπως συνέβη και με άλλες περιοχές της Κύπρου που έχουν καταληφθεί από τα τούρκικα στρατεύματα. Η απώλεια της έδρας του Επαρχιακού Δικαστηρίου της περιφέρειας Αμμοχώστου κατέστησε αδύνατη τη λειτουργία του. Αφετέρου, η ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου συνορεύει με την επαρχία Λάρνακος. Κάτω απ' αυτές τις τραγικές συνθήκες, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο αναγκαία η ενοποίηση των δυο επαρχιών για τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το εδάφιο 4 του άρθρου 3 του Ν 14/60, εξέδωσε στις 13/9/1974 διάταγμα με το οποίο ενοποιούνται η επαρχία Κερύνειας με την επαρχία Λευκωσίας, και η επαρχία Αμμοχώστου με την επαρχία Λάρνακος (Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Αρ. 1283). Με την ενοποίηση επεκτείνεται και στην επαρχία Αμμοχώστου η τοπική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου που λειτουργεί στη Λάρνακα (η κύρια πόλη στο γεωγραφικό χώρο της ελεύθερης περιοχής Αμμοχώστου και Λάρνακος) που προσδιορίζεται από το άρθρο 21 (πολιτικές υποθέσεις), και από το άρθρο 23 (ποινικές υποθέσεις), του Ν 14/60. Προς αντιμετώπιση της ανάγκης που προέκυψε από την τούρκικη εισβολή, θεσπίστηκε παράλληλα ο Ν 43/74 με τον οποίο παρέχεται, διαρκούσης της εκρύθμου καταστάσεως, αρμοδιότητα σε κάθε επαρχιακό δικαστήριο να εκδικάζει αδικήματα τα οποία διαπράττονται σε οποιαδήποτε επαρχία της Κύπρου. Στο προοίμιο του νόμου επισημαίνεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε στο χώρο της δικαιοσύνης ως αποτέλεσμα της τούρκικης εισβολής και διαπιστώνεται η ανάγκη για τη λήψη μέτρων μέχρι την αποκατάσταση της ομαλότητας στις περιοχές που τέθηκαν υπό τούρκικη κατοχή. Η καθ' ύλην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου που λειτουργεί στη Λάρνακα είναι, όπως και κάθε άλλου επαρχιακού δικαστηρίου, εκείνη η οποία καθορίζεται στο άρθρο 22 (πολιτική δικαιοδοσία), στο άρθρο 22(β) και στο άρθρο 24 (ποινική δικαιοδοσία), του Ν 14/60. Αρμοδιότητα για την έκδοση διατάγματος βάσει των διατάξεων του άρθρου 9
(1)του Περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου 1962, έχει το επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας στην οποία το πρόσωπο το οποίο οφείλει το φόρο έχει τη συνήθη διαμονή του. Ο αιτητής έχει τη συνήθη διαμονή του στη Σωτήρα, μέσα στα γεωγραφικά όρια της επαρχίας Αμμοχώστου. Συνεπώς, αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος ήταν το επαρχιακό δικαστήριο που λειτουργεί στη Λάρνακα, η τοπική αρμοδιότητα του οποίου καλύπτει και τον τόπο διαμονής του αιτητή. Δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι το διάταγμα εκδόθηκε από δικαστήριο άλλο από το Επαρχιακό Δικαστήριο στη Λάρνακα, ούτε θα μπορούσε να ευσταθήσει τέτοιος ισχυρισμός. Η εγκυρότητα των διαταγμάτων του Δικαστηρίου συναρτάται άμεσα με την τοπική και καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση το διάταγμα εκδόθηκε από αρμόδιο δικαστήριο και μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του. Το διάταγμα του 1974 δεν ορίζει την περιγραφή του επαρχιακού δικαστηρίου το οποίο λειτουργεί στη Λάρνακα (ούτε εκείνου που λειτουργεί στη Λευκωσία). Επεκράτησε να περιγράφεται για σκοπούς προσδιορισμού του τόπου λειτουργίας του και της έκτασης της τοπικής του αρμοδιότητας, ως το "Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος-Αμμοχώστου", ή ως το "Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου-Λάρνακος." Το ίδιο επαρχιακό δικαστήριο έχει τοπική αρμοδιότητα και για τις δύο διοικητικές περιφέρειες της Κύπρου, εκείνης της Αμμοχώστου και εκείνης της Λάρνακας. Τηρούνται, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του Δικαστηρίου τα οποία έχουν κατατεθεί και όπως μπορεί να σημειωθεί δικαστικά, ξεχωριστά βιβλία για πολιτικές και ποινικές υποθέσεις που σχετίζονται ή ανάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου για κάθε μια από τις δύο επαρχίες, Αμμοχώστου και Λάρνακας, που περιλαμβάνουν και υποθέσεις που είχαν εγερθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Αμμοχώστου και της Λάρνακας πριν τη συνένωση των δύο επαρχιών. Η τήρηση ξεχωριστών βιβλίων καταχωρίσεων δε διαφοροποιεί την αρμοδιότητα του δικαστηρίου· είναι θέμα διοικητικό που σχετίζεται με την τήρηση των αρχείων του δικαστηρίου. Βάσει του άρθρου 66
(1)του Ν 14/60 η τήρηση των αρχείων του δικαστηρίου καθορίζεται από διαδικαστικό Κανονισμό (Δ.62 κ1) ο οποίος προβλέπει ότι αυτά ορίζονται από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου (βλ. τον ορισμό του όρου "Δικαστήριο" και "Πρωτοκολλητής" στη Δ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Οι λόγοι για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία η τήρηση ξεχωριστών βιβλίων, είναι πασιφανείς. Είναι συνυφασμένοι με την προσδοκία για την αποκατάσταση της νομιμότητας στις κατεχόμενες περιοχές και την επαναλειτουργία του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Αμμοχώστου. Καταλήγω ότι η αίτηση για αναθεώρηση του διατάγματος της 2/2/82 στερείται, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, ερείσματος και την απορρίπτω». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς, απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται σε βάρος του Εναγομένου / Αιτητή και υπέρ της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δ. 16, κ. 9 Θ. Π. Δ. «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service». [2] Σε ότι αφορά τον προσδιορισμό της ταυτότητας ενός Εναγομένου ή/και του Ενάγοντα, στην απόφαση Sartas Importers Distributors Ltd ν. Ανδρέα Μαρούλλη
(2003)1 Α.Α.Δ. 144 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «... Ο προσδιορισμός του ενάγοντος, όπως και του εναγόμενου, καθώς και η πλήρης διεύθυνση τους προβλέπονται από τη Δ.2, θ. 3 των θεσμών ως συστατικά στοιχεία της οντότητας και της ταυτότητας τους. Η διεύθυνση του ενάγοντος τον διακρίνει από συνώνυμα άτομα αποτελεί στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας του ...» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.