ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ν. ΖΑΧΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 444/2011, 24/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 444/2011 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση - και -
- ΖΑΧΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΜΟΔΕΣΤΑΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ
- ΦΛΟΥΡΕΝΖΑΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ
- ΜΙΧΑΛΗ ΜΑΡΚΟΥ Εναγομένου 5 / Αιτητή Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 24/02/2014 Αίτηση Για Ακύρωση και/ή Παραμερισμό Απόφασης και για Άδεια Καταχώρισης Υπεράσπισης ημερομηνίας 05/02/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Εναγόμενο 5 / Αιτητή: κ. Α. Κωνσταντίνου για Μιχαηλίδου & Κωνσταντίνου Δ. Ε. Π. Ε. Για την Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Κοζάκου για Α. Α. Γεωργίου Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της την 16/02/
- Όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση του ιδιώτη δικαστικού επιδότη κ. Λεόντιου Θεοδώρου ημερομηνίας 28/02/2011, η οποία κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου προς απόδειξη επίδοσης του Κλητήριου της παρούσας Αγωγής στον Εναγόμενο 5 / Αιτητή, αυτό επιδόθηκε σ' αυτόν την 26/02/
- Σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του εν λόγω ιδιώτη δικαστικού επιδότη, η επίδοση διενεργήθηκε, δια της παράδοσης του Κλητήριου της παρούσας Αγωγής στον ενήλικο υιό του Εναγομένου 5 / Αιτητἠ, με τον οποίο αυτός συγκατοικεί. Ακολούθως, ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής δεν καταχώρησε εμφάνιση στην παρούσα Αγωγή εντός της προθεσμίας που προνοείται από την Δ.2 κ. 7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, - η οποία είχε καταγραφεί και επί της οπισθογράφησης του Κλητήριου που επιδόθηκε στον Εναγόμενο 5 / Αιτητή -, και η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση, με γραπτή αίτηση της ημερομηνίας 11/03/2011, αιτήθηκε από το Δικαστήριο την, στην απουσία του Εναγομένου 5 / Αιτητή, έκδοση απόφασης εναντίον του, λόγω της εν λόγω παράλειψης του, - δυνάμει της Δ.17, κ. 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών -. Το Δικαστήριο, την 23/03/2011, αφού εξέτασε την αίτηση και την ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς απόδειξη της - και κατ' επέκταση και προς απόδειξη της παρούσας Αγωγής -, αποδέχτηκε ως κανονική την επίδοση του Κλητήριου στον Εναγόμενο 5 / Αιτητή, δυνάμει της Δ.5, κ. 2
(1)(
- i)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 5 / Αιτητή (στο εξής καλούμενη «η Απόφαση»). Την ίδια ημερομηνία και στα πλαίσια της ίδιας αίτησης, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, και 4 οι οποίοι επίσης είχαν παραλείψει να εμφανιστούν στο Δικαστήριο. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση που καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο 5, βασίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, επί του Νόμου Περί Διαιτησίας Κεφ. 4 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.17, θ. 10, Δ.48, θ. 9(
- h)στην γενική πρακτική και σύμφυτο εξουσία του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Εναγομένου 5, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρεται ότι: (α) Γνώση περί της ύπαρξης της παρούσας Αγωγής εναντίον του, έλαβε μία εβδομάδα πριν από την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης (δηλαδή περί τα τέλη του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2013 και περίπου είκοσι δύο μήνες μετά την έκδοση της απόφασης), όταν δικαστικός επιδότης επισκέφτηκε την οικία όπου διαμένει, για να κατάσχει κινητή του περιουσία προς εκτέλεση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. (β) Το Κλητήριο της παρούσας Αγωγής, επιδόθηκε στον υιό του Μάριο ο οποίος είναι ανεύθυνος και επιπόλαιος. Ο χαρακτήρας του Μάριου, εξηγεί, οφείλεται στον χαμό της μητέρας του από νεαρή ηλικία. (γ) Αν λάμβανε γνώση της παρούσας Αγωγής, θα εμφανιζόταν, στην διαδικασία που την αφορά στο Δικαστήριο, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του γιατί: 1. Η σύμβαση δανείου επί της οποίας η παρούσα Αγωγή βασίζεται, δεν είναι έγκυρη. 2. Ακόμη και εάν αποδειχθεί η εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου, η Ενάγουσα δεν δικαιούται ως θεραπεία τον τόκο που της απέδωσε το Δικαστήριο με την Απόφαση του, γιατί κάτι τέτοιο δεν είχε ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των μερών. 3. Στην κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη του ισχυριζόμενου ως οφειλόμενου ποσού, υπάρχει καταχώρηση ημερομηνίας 01/01/2008 με αναφορά «εκ μεταφοράς» για το ποσό των €68.818,49 σεντς, το οποίο δεν έχει επεξηγηθεί από τι αυτό αποτελείται ή/και πως αυτό έχει προκύψει. Συνεπώς, δεν υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την έκδοση της απόφασης για το πως κινήθηκε ο επίδικος λογαριασμός από την ημερομηνία παραχώρησης του δανείου την 07/10/2007 μέχρι την προαναφερθείσα ημερομηνία, 01/01/2008., 4. Στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας, υπάρχουν παράνομες καταχωρήσεις χρεώσεων για έξοδα τήρησης λογαριασμού και ασφαλειών, 5. Η επίδικη σύμβαση δεν φέρει ημερομηνία υπογραφής, γεγονός που την καθιστά άκυρη γιατί αντιβαίνει τις πρόνοιες του Άρθρου 4 του Νόμου 197(I)/2003. Γενικά δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του εν λόγω νομοθετήματος και ως εκ τούτου, η επίδικη σύμβαση εγγύησης είναι εν πάση περιπτώσει άκυρη, 6. Η Ενάγουσα υποκίνησε τον Εναγόμενο 5 να προσέλθει στην επίδικη συμφωνία εγγύησης δια ψευδών παραστάσεων. Αντιπρόσωποι της Ενάγουσας, του διαβεβαίωσαν ότι θα υπέγραφαν την εγγύηση και άλλοι τρεις εγγυητές, παράσταση περί γεγονότος που δεν ήταν αληθές. Αν γνώριζε ότι ο μοναδικός άλλος εγγυητής θα ήταν η Εναγομένη 4, δεν θα υπέγραφε την επίδικη σύμβαση εγγύησης. Επίσης, αντιπρόσωποι της Ενάγουσας τον διαβεβαίωσαν ότι προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου θα υποθηκευόταν και κάποιο ακίνητο, παράγοντας αποφασιστικός στην απόφαση του να υπογράψει την επίδικη σύμβαση εγγύησης. Περαιτέρω, αντιπρόσωποι της Ενάγουσας τον διαβεβαίωσαν ότι προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου, θα «υποθηκεύονταν» κάποια μηχανήματα, περαιτέρω παράγοντας αποφασιστικός στην απόφαση του να υπογράψει την επίδικη σύμβαση εγγύησης. 7. Η επίδικη σύμβαση δανείου και εγγύησης είναι άκυρη γιατί πολλές σημαντικές πληροφορίες που την αφορούν δεν είναι δεόντως συμπληρωμένες και ως εκ τούτου, αυτή, πάσχει από αοριστία. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, εγείροντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 16/02/2011 και επιδόθηκε στον γιο του εναγομένου 5 - αιτητή Μιχάλη Μάρκου, τον Μάριο Μάρκου στις 26/02/2011. Ο Μάριος Μάρκου υπέγραψε για την παραλαβή του Κλητήριου Εντάλματος, και καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης συζούσε και συζεί αρμονικά με τον εναγόμενο 5 - αιτητή και ως εκ τούτου η επίδοση προς αυτόν είναι καλή και καθ' όλα νόμιμη. 2. Ο εναγόμενος 5 - αιτητής παρέλειψε να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης και στις 11/03/2011 οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης η οποία ορίστηκε στις 23/03/2011. 3. Στις 23/03/2011 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 5 - αιτητή για το ποσό των €94.396,96 πλέον τόκο 5,5% ετήσια από 16/02/2011 μέχρι την πλήρη εξόφληση, πλέον €985 έξοδα με τόκο 5,5% ετήσια επί του ποσού των €936 από 16/02/2011 μέχρι την πλήρη εξόφληση, πλέον Φ. Π. Α., πλέον €80 έξοδα επίδοσης. 4. Στις 05/02/2013 ο εναγόμενος 5 - αιτητής καταχώρισε αίτηση για ακύρωση ή/και παραμερισμό (set aside) της κατά της πιο πάνω εκδοθείσας απόφασης. 5. Η επίδοση του κλητήριου εντάλματος είναι καθ' όλα νομότυπη και σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. 6. Ο Εναγόμενος 5 - αιτητής δεν δίνει σοβαρό και/ή εύλογο λόγο ούτε επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για την μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης, αλλά ούτε επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για την μη έγκαιρη λήψη μέτρων από την έκδοση της απόφασης. 7. Ο εναγόμενος 5 - αιτητής επέδειξε αδιαφορία για την παρούσα αγωγή η οποία προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. 8. Ο εναγόμενος 5 - αιτητής γνώριζε και γνωρίζει για το εξ αποφάσεως χρέος του και ο λόγος που δεν υπερασπίστηκε την αγωγή είναι ακριβώς διότι δεν είχε ούτε έχει οποιανδήποτε υπεράσπιση. 9. Όλοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου 5 - αιτητή είναι ψευδείς και προϊόν υστεροβουλίας και δεύτερης σκέψης και σε καμία περίπτωση δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ούτε και δικαιολογούν την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. 10. Το επανάνοιγμα της υπόθεσης λαμβανομένης υπόψη της αδικαιολόγητης μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, καθότι το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε ναμότυπα, αλλά και της καθυστέρησης στην καταχώρισης της αίτησης και γενικά της όλης διαγωγής του εναγομένου 5 - αιτητή, θα αποτελέσει μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων, θα παραβιάσει το συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης τους σε εύλογο χρόνο και θα θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία των θεσμών της απονομής της δικαιοσύνης. 11. Ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους νομότυπα εκδοθείσα απόφαση. 12. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη». Η Ένσταση, βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.5, Δ.5Α, Δ.17, κ. 10, Δ.26, κ. κ.14 και 15, Δ.33, κ. κ. 1 έως 15, Δ.48, κ. κ. 1 έως 4, 8, 9 και 11, Δ.51, Δ.59 και Δ.64 στο άρθρο 30 του Συντάγματος, επί της Νομολογίας και επί Γενικών και Συμφυών Εξουσιών και της Πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Αριστοφάνους, που είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: (α) Ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής συζεί αρμονικά με τον ενήλικο γιό του και έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής, καθότι ο γιος του Μάριος Μάρκου έχει την απαιτούμενη μόρφωση και νοητική ικανότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο του Κλητήριου Εντάλματος, καθώς και το ότι το Κλητήριο Ένταλμα αφορούσε τον πατέρα του. (β) Ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής έλαβε συστημένες επιστολές από την Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση, ημερομηνίας 21/01/2011 και 08/02/2011, που προειδοποιούσαν για την λήψη μέτρων εναντίον όλων των εναγομένων και ουδέποτε επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την υπόθεση του, ούτε και αμφισβήτησε το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών. Στις εν λόγω επιστολές, αναφορά, γινόταν και στο συγκεκριμένο ποσοστό χρέωσης του τόκου που χρέωνε η Ενάγουσα τον λογαριασμό. (γ) Το δάνειο, την εξόφληση του οποίου εγγυήθηκε ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής, ενώ στο άρθρο 1 κάνει αναφορά σε τόκο, το σημείο του καθορισμού του ποσοστού του τόκου, εκ παραδρομής και/ή από λάθος δεν συμπληρώθηκε και είναι κενό. Πάρα ταύτα, το ποσοστό του τόκου ήταν συμφωνημένο και όλοι οι εναγόμενοι γνώριζαν την ύπαρξη του. Αυτό διαφαίνεται και από την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού η οποία αποστελλόταν στους πρωτοφειλέτες ταχυδρομικά. Σ' αυτήν, παρουσιάζεται χρέωση τόκου 8% από την 25/10/2002, ημερομηνία που εκδόθηκε το δάνειο προς τους πρωτοφειλέτες, μέχρι και την 18/02/2013. Και τούτο, χωρίς κανένας εκ των εναγομένων να έχει ποτέ αμφισβητήσει την νομιμότητα χρέωσης του. Αντιθέτως, όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού, πολλές φορές οι εναγόμενοι κατέθεταν διάφορα ποσά έναντι του χρέους τους. (δ) Εν πάση περιπτώσει, η Ενάγουσα δικαιούται στην χρέωση τόκου βάσει του νόμου και/ή της τραπεζιτικής πρακτικής και/ή της πρακτικής της και/ή των δικαιωμάτων της και/ή των συναλλακτικών ηθών και/ή των χρηστών ηθών και/ή του εθιμικού δικαίου. (ε) Το Δικαστήριο απέδωσε στην Ενάγουσα μόνο νόμιμο τόκο προς 5,5% ετησίως επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, ήτοι από τις 16/02/2011. (ζ) Η ημερομηνία έκδοσης του δανείου δεν είναι η 07/10/2007. Η εν λόγω ημερομηνία είναι η ημερομηνία λήξης του γραμματίου, πράγμα που επιμαρτυρείται από το ίδιο του το κείμενο. Λόγω τυπογραφικού λάθους στην αγωγή της Ενάγουσας από τον δικηγόρο της, αναγράφηκε ως ημερομηνία έκδοσης του, η εν λόγω ημερομηνία 07/10/2007. Περαιτέρω, λόγω παραδρομής ή/και εκ λάθους ή/και λόγω αβλεψίας του ενόρκως δηλούντος, το χρεωστικό γραμμάτιο δεν φέρει την ημερομηνία υπογραφής του από τους συμβαλλομένους. Τούτο όμως, δεν επηρεάζει, ισχυρίζεται, την εγκυρότητα της σύμβασης. (η) Ο ενόρκως δηλών ήταν παρόν κατά την σύναψη της επίδικης σύμβασης, την οποία μάλιστα συνυπογράφει ως μάρτυρας των υπογραφών των συμβαλλομένων και γνωρίζει ότι η ημερομηνία υπογραφής της ήταν η 31/12/2001. (θ) Οι ψευδείς παραστάσεις που επικαλείται ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής, είναι ανυπόστατες και προϊόν υστεροβουλίας καθ' ότι η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε δεν προέβηκε μέσω των αντιπροσώπων της στις ισχυριζόμενες προς αυτόν παραστάσεις. Ο δε Εναγόμενος 5 / Αιτητής υπέγραψε την εγγύηση στο χρεωστικό γραμμάτιο με δική του βούληση και σε συνεννόηση με τους υπόλοιπους εναγομένους. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων συμπληρώνεται από την ένορκο δήλωση του δικηγόρου κ. Δήμου Κοζάκου, ο οποίος, προς υποστήριξη της ένστασης της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση, αναφέρει μ' αυτήν, ότι λόγω παραδρομής και/ή λάθους και/ή αβλεψίας του κατά την σύνταξη του Κλητήριου Εντάλματος της αγωγής, αναγράφει ως ημερομηνία υπογραφής του χρεωστικού γραμματίου την 07/10/2007, αντί της ορθής ημερομηνίας που είναι η 31/12/2001. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση Αίτηση, στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Διάταξη 17, κ. 10 των περί Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»), ο οποίος, προνοεί ως ακολούθως: «Where judgement is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgement upon such terms as may be just». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει και/ή ακυρώσει μίαν απόφαση[i]. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη δύο παράγοντες: (α) πρώτον, ότι ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δεν πρέπει ν' αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, εάν έχει «εκ πρώτης όψεως» υπεράσπιση, ή συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση και (β) δεύτερο, την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, χάρη του δημοσίου συμφέροντος. Και τούτο, γιατί εάν επιτραπεί σ' ένα διάδικο, εύκολα, να επανανοίξει την υπόθεση του, η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρωπίνων υποθέσεων, θα εμφανισθούν με σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης[ii]. Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να εφαρμόζεται και αποτελεσματικά. Ως προς το θέμα αυτό, στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε το εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» [iii] (η υπογράμμιση είναι δική μου) Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα και των άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης . Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ως εκ των ανωτέρω, τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή[iv]. Η δε κρίση επ' αυτών, εναπόκειται, ως έχω προαναφέρει, στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, πριν εγερθεί καν θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει της Δ.17, κ. 10 των Θ. Π. Δ., προς παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, ως ανωτέρω αναφέρεται, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει, εκεί και όπου τούτο εγείρεται από κάποιο εκ των διαδίκων[v], κατά πόσο η εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου θα έπρεπε να παραμεριστεί δικαιωματικά[vi], ex debito justitiae, ένεκα παρανομίας, δηλαδή, αντικανονικά ή καλύτερα, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, όπως είναι για παράδειγμα η μη επίδοση ή η κατά μη προβλεπόμενο τρόπο επίδοση του κλητήριου εντάλματος της αγωγής στον εναγόμενο, η έκδοση απόφασης πριν τον κατάλληλο χρόνο και η έκδοση απόφασης για ποσό μεγαλύτερο από το οφειλόμενο και αξιωμένο. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν τίθεται καν θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου[vii] και μάλιστα, η απόφαση του Δικαστηρίου παραμερίζεται, άνευ όρων σε ότι αφορά την καταβολή των εξόδων της διαδικασίας που προηγήθηκε, ώστε να επανανοίξει η υπόθεση[viii]. Μάλιστα ο ενάγων καταδικάζεται και στα έξοδα της αίτησης παραμερισμού και της διαδικασίας εκδίκασης της[ix]. Μόνο αφού διαπιστωθεί ότι η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην είναι κανονική, δηλαδή εκδόθηκε σύμφωνα με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και ακολουθήθηκε ορθή διαδικασία, ο αιτών διάδικος τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει την υποχρέωση να πείσει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί προς έγκριση του αιτήματος[x]. Κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο πρέπει πρωτίστως να ικανοποιηθεί, ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δικαιολογούσε την απουσία του αιτητή από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης. Περαιτέρω, η ανεξήγητη αργοπορία εκ μέρους αιτητή να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να επανανοίξει την υπόθεση του, είναι επίσης ένας παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση εναντίον του και συνηγορεί στην απόρριψη του αιτήματος του, αφού επανάνοιγμα τις υπόθεσης υπό τέτοιες περιστάσεις, αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης[xi]. Όσων αφορά το θέμα της δικαιολόγησης της απουσίας του αιτητή κατά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση Αρ. 8063, 1. K.C.P. Commission Agents & Importers Limited, και 2. Καλλιρόης Χ"Ψάλτη ν. Ανδρέα Μιχαήλ, εμπορευομένου υπό την εμπορική επωνυμία Vasco Trading House
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 419, απεφάνθη ότι όταν υπό της περιστάσεις είναι φανερό ότι η απραξία του ιδίου του αιτητή στο να εξακριβώσει την τύχη της ίδιας της υπόθεσης του είναι αυτή που οδηγεί στην έκδοση της απόφασης εναντίον του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να στερήσει από τον ενάγοντα τα ευεργετήματα που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελός του. Η προαναφερόμενη θέση υιοθετήθηκε μεταγενέστερα από το Ανώτατο Δικαστήριο και σε άλλες υποθέσεις, μεταξύ άλλων και στην Πολιτική Έφεση Αρ. 8760 ημερομηνίας 15/11/1993, Ανδρούλλας Ευγενίου ν. Ανδρούλλας Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ.
- Σε αυτή την υπόθεση η εφεσείουσα ισχυρίστηκε (στην αίτηση για ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου), ότι η απουσία της κατά τη δικάσιμο οφειλόταν στο ότι η ίδια παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα στο γιό της για να το μεταφέρει στο δικηγόρο της, για να καταχωρίσει απάντηση στην αίτηση (αφορούσε αίτηση που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων για αξίωση θεραπείας σε σχέση με καθυστερημένα ενοίκια), πλην όμως, ο γιός της ξέχασε να το πράξει, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η εναντίον της απόφαση. Η επιχειρηματολογία του δικηγόρου της εφεσείουσας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε εκείνη την υπόθεση, ήταν ότι δεν υπήρξε οιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους της εφεσείουσας. Ισχυρίστηκε ότι η αμέλεια οφειλόταν στο γιό της που παρέλειψε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της. Η αμέλεια, υποστήριξε επ' αυτού ο δικηγόρος της εφεσείουσας Εναγόμενης, θα έπρεπε να ήταν προσωπική της εφεσείουσας και όχι του γιου της (δηλαδή οποιουδήποτε τρίτου προσώπου). Ισχυρίστηκε ότι δεν θα έπρεπε να αποδίδετο αμέλεια στην εφεσείουσα επειδή ο γιός της ξέχασε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της. Επί της ανωτέρω τοποθέτησης του δικηγόρου της εφεσείουσας στην προαναφερόμενη υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο τοποθετήθηκε ως ακολούθως: «Παρόμοιο θέμα είχε να αντιμετωπίσει το Δικαστήριο, στην
- K.C.P. Commission Agents & Importers Limited, και
- Καλλιρόης Χ"Ψάλτη ν. Ανδρέα Μιχαήλ, εμπορευομένου υπό την εμπορική επωνυμία Vasco Trading House
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Εκείνη η έφεση στρεφύταν εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που αρνήθηκε να παραμερίσει (set aside) απόφασή του, ύστερα από σχετική αίτηση την οποία κατέθεσαν οι εφεσείουσες. Στο σχετικό απόσπασμα, στη σελίδα 422, αναφέρονται τα εξής: "Ο μάρτυρας των εφεσειουσών ισχυρίστηκε ότι στις 16/5/89 η εφεσείουσα 2 του παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής (που επιδόθηκε την προτεραία) με το διοριστήριο του δικηγόρου της για να του τα παραδώσει την επομένη (17/5/89), που θα πήγαινε στη Λεμεσό. Τα ξέχασε όμως στο αυτοκίνητο του όπου έμειναν για αρκετές ημέρες. Η εφεσείουσα 2 τίποτε δεν έκαμε για να εξακριβώσει την τύχη των εγγράφων που έστειλε ή της ίδιας της υπόθεσης της. Δεν επικοινώνησε με το δικηγόρο της και δεν εξήγησε γιατί δεν προέβη σε αυτή την απλή ενέργεια που θα αναμενόταν λογικά. Το ενδιαφέρον των εφεσειουσών εκδηλώθηκε όταν αντιμετώπιζαν τις συνέπειες πτωχευτικής διαδικασίας που άρχισε εναντίον τους ο εφεσίβλητος από 16/6/
- Υπό τις περιστάσεις, είναι φανερό ότι οι εφεσείουσες δεν αιτιολόγησαν την απραξία τους σε βαθμό που ο εφεσίβλητος πρέπει να στερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελός του." Υιοθετούμε την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 8063 (πιο πάνω) και κρίνουμε ότι η εφεσείουσα τίποτε δεν έκανε για να εξακριβώσει την τύχη των εγγράφων που παρέδωσε στο γιό της ή της ίδιας της υπόθεσης της. Ο γιός της έμενε στο ίδιο σπίτι με την ίδια και ουδόλως ενδιαφέρθηκε να εξακριβώσει κατά πόσο ο γιός της έδωσε το κλητήριο ένταλμα στο δικηγόρο της. Δεν επικοινώνησε με το δικηγόρο της και δεν εξήγησε γιατί δεν προέβηκε σε αυτή την απλή ενέργεια που θα αναμενόταν λογικά από αυτήν. Το ενδιαφέρον της εφεσείουσας, εκδηλώθηκε 7 μήνες μετά την επίδοση σε αυτή του κλητηρίου εντάλματος για έξωση, όταν αντιμετώπιζε τις συνέπειες της εκτέλεσης του εντάλματος εξώσεως. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, είναι έκδηλο ότι η απραξία της εφεσείουσας οφειλόταν σε παράλειψη ή αμέλεια εκ μέρους της. Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της εφεσείουσας». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης, αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σ' ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν, χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Κανονικότητα στην έκδοση της απόφασης Το θέμα κατά πόσο η Απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε κανονικά, εγείρεται ευθέως από πλευράς Εναγομένου 5 / Αιτητή ως λόγος για τον παραμερισμό της Απόφασης και ως εκ τούτου, η κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος επιβάλλεται. Με αναφορά στις δικογραφημένες, στην έκθεση απαίτηση, θέσεις της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση, αλλά και στην μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη της μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας ημερομηνίας 11/03/2011 εναντίον του Εναγομένου 5 / Αιτητή (και κατ' επέκταση της παρούσας αγωγής εναντίον του) δια της ενόρκου δηλώσεως της κας Μαρίνας Χριστοφόρου ημερομηνίας 23/03/2011, ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής ισχυρίζεται, στην ένορκο δήλωση που καταχώρησε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, ότι αντικανονικά έχει εκδοθεί η Απόφαση εναντίον του. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι η Απόφαση εκδόθηκε για ποσό μεγαλύτερο από το οφειλόμενο, γιατί στην επίδικη σύμβαση δεν υπάρχει πρόνοια για χρέωση συγκεκριμένου ποσοστού τόκου, ενώ η απόφαση εκδόθηκε για ποσό στο οποίο τέτοια χρέωση περιλαμβάνεται. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ότι δηλαδή στην επίδικη σύμβαση δεν υπάρχει πρόνοια για χρέωση συγκεκριμένου ποσοστού τόκου, είναι παραδεκτός από πλευράς Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση. Σχετική είναι η αναφορά του κ. Κωνσταντίνου Αριστοφάνους στην ένορκο δήλωση του ημερομηνίας 06/06/2013 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση στην υπό εξέταση Αίτηση, στην παράγραφο 5 (δ) αυτής, στην οποία δίδεται και η εξήγηση της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση ως προς επί ποιάς βάσης βασίστηκε η χρέωση του τόκου που τελικά χρεώθηκε στον επίδικο λογαριασμό δανείου, παρά το γεγονός ότι στο κείμενο της σύμβασης δεν υπάρχει πρόνοια για χρέωση συγκεκριμένου ποσοστού. Περαιτέρω, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο δικηγόρος του Εναγομένου 5 / Αιτητή, υποστήριξε ότι η Απόφαση είναι αντικανονική και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Εισηγήθηκε ότι, ενώ στην έκθεση απαίτησης φαίνεται ξεκάθαρα ότι η Ενάγουσα βασίζει την απαίτηση της εναντίον του Εναγομένου 5 / Αιτητή και των υπόλοιπων Εναγομένων σε συμφωνίες δανείου και εγγύησης ημερομηνίας 07/10/2007, το Δικαστήριο φαίνεται να αποδέχτηκε προς απόδειξη της υπόθεσης μαρτυρία εκτός δικογράφων που δεν είναι αποδεκτή κατά το δίκαιο της απόδειξης. Είναι γεγονός ότι από το κείμενο της ίδιας συμφωνίας, - κάτι άλλωστε παραδεκτό και από την Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση, που καταχώρησε προς υποστήριξη της ένστασης της στην υπό εξέταση Αίτηση, ένορκη δήλωση από τον δικηγόρο που σύνταξε το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής, τον κ. Δήμο Κοζάκο, ημερομηνίας 06/06/2013, ο οποίος αναφέρει σ' αυτήν ότι το γεγονός αυτό οφείλεται σε «λάθος», και/ή «παραδρομή», και/ή «αβλεψία» κατά την σύνταξη του Κλητήριου Εντάλματος της παρούσας αγωγής -, προκύπτει ότι η συμφωνία δεν φέρει ως ημερομηνία προσδιορισμού της κατάρτισης και ολοκλήρωσης της μεταξύ των μερών, την δικογραφημένη στην έκθεση απαίτησης ημερομηνία. Δηλαδή την 07/10/
- Κατ' ακρίβεια, δεν φέρει καμία ημερομηνία. Μάλιστα, από το περιεχόμενο της, είναι αδύνατον τα μέρη να προσήλθαν σ' αυτήν στις 07/10/2007 όταν σ' αυτήν αναφέρεται ότι η 07/10/2007 είναι η ημερομηνία εξόφλησης του δανείου. Ο δε δικηγόρος, κ. Κοζάκος, στην προαναφερθείσα ένορκο δήλωση του εκ μέρους της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση, αναφέρει ότι τα μέρη προσήλθαν στην συμφωνία στις 31/12/2001 και όχι στις 07/10/2007 που είναι η δικογραφημένη ημερομηνία. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, δεν εγέρθηκε ευθέως από τον Εναγόμενο 5 / Αιτητή μέσα από την ένορκο του δήλωση που καταχώρησε προς υποστήριξη της υπό εξέταση Αίτησης, ως λόγος ακύρωσης της απόφασης του Δικαστηρίου λόγω αντικανονικότητας. Αναφέρεται μεν στην δικογραφημένη ημερομηνία 07/10/2007, για να υποστηρίξει ότι η κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά την απόδειξη των ισχυριζόμενων από πλευράς Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση γεγονότων, δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς από την ημερομηνία αυτή (δηλαδή από την ημερομηνία που δόθηκε το δάνειο, ως ο δικογραφημένος ισχυρισμός της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση) μέχρι και την ημερομηνία της πρώτης σ' αυτόν καταχώρισης. Και τούτο, για να υποστηρίξει ότι δεν ήταν αρκετή η μαρτυρία αυτή, για να αποδειχθεί στο Δικαστήριο από πλευράς Ενάγουσας, το ισχυριζόμενο, ως οφειλόμενο, ποσό. Δεν εγείρει όμως με την ένορκο δήλωση του, ευθέως, το θέμα της αποδοχής μαρτυρίας εκτός δικογράφων και για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτό τον ισχυρισμό[xii]. Αλλά ακόμη και εάν υποτεθεί ότι το θέμα είχε εγερθεί ευθέως από τον Εναγόμενο 5 / Αιτητή, για τους λόγους που αναφέρω στην συνέχεια, η θέση του αυτή και πάλι δεν μπορεί να οδηγήσει σε κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Απόφαση εξεδόθη αντικανονικά. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, το ερώτημα που εγείρεται είναι: 'Όντως τα προαναφερόμενα αποτελούν παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, που πρέπει να οδηγήσουν δικαιωματικά στον παραμερισμό της Απόφασης του Δικαστηρίου σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 5 / Αιτητή; Κρίνω πως όχι. Και τούτο γιατί αυτά, δεν αφορούν αυτή καθ' αυτή την διαδικασία παραγωγής της απόφασης του Δικαστηρίου, αλλά στην ορθότητα της. Θέμα το οποίο δεν είναι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Γεώργιος Π. Γεωργίου, εμπορευόμενος υπό την μη εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία G. P. G. Electronics Ltd ν. Minico House Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 550 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ενώπιων μας ο εφεσείων συζήτησε μόνο ένα θέμα. Κατά την αντίληψή του η απόφαση που εκδόθηκε ήταν παράτυπη (irregular) και επομένως εδικαιούτο σε παραμερισμό ex debito justitiae, ανεξάρτητα δηλαδή είτε από το γεγονός της καθυστέρησης είτε από οτιδήποτε άλλο. Θεωρεί δε ως παράτυπη την απόφαση επειδή, κατά την εισήγησή του, αυτή προκλήθηκε εξαιτίας του γεγονότος ότι οι εφεσίβλητοι προσκόμισαν μαρτυρία που δε θα έπρεπε να οδηγήσει στην έκδοσή της. Αυτό, με παραπομπή σε παλαιά αγγλική νομολογία η οποία όμως, όπως εν τέλει αναγνώρισε και ο ίδιος ενώπιόν μας, αφορά στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ενάγων δικαιωματικά προκαλεί ο ίδιος την έκδοση απόφασης χωρίς την παρεμβολή του δικαστηρίου. Οπότε ζητήματα, έστω όπως τα συζητηθέντα, συνδέονταν πλέον προς τη διαδικασία παραγωγής της απόφασης που εκδόθηκε (signed). Εν προκειμένω δεν ήταν παράτυπη η απόφαση. Επιδόθηκε κανονικά το Κλητήριο Ένταλμα, δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης μέσα στην προθεσμία που τάσσουν οι Θεσμοί, προσάχθηκε απόδειξη και το Δικαστήριο έκρινε πως, στη βάση της, στοιχειοθετήθηκε η αξίωση. Το κατά πόσο, ενόψει της προσαχθείσας μαρτυρίας θα έπρεπε να είναι άλλο το αποτέλεσμα, δεν είναι σημείο το οποίο αφορά στη διαδικασία παραγωγής της απόφασης αλλά στην ορθότητά της, που δεν είναι το θέμα που εδώ εγείρεται». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην προκείμενη περίπτωση, η απόφαση δεν έχει εκδοθεί κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας. Η επίδοση του Κλητήριου Εντάλματος της παρούσας αγωγής, διενεργήθηκε στον Εναγόμενο 5 δυνάμει της Δ.5, κ. 2
(1)(i) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ως υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του ιδιώτη δικαστικού επιδότη, Λεόντιου Θεοδώρου, - γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από πλευράς Εναγομένου 5 / Αιτητή, εν πάση περιπτώσει -, το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής αφέθηκε στον ενήλικο υιό του Εναγομένου 5 / Αιτητή, με τον οποίο μάλιστα αυτός συζεί. Ως εκ τούτου, η επίδοση του Κλητήριου της παρούσας αγωγής είναι νομότυπη και αφής στιγμής δεν παρατηρώ οποιαδήποτε παράβαση στην μετέπειτα διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που οδήγησε στην έκδοση / παραγωγή της Απόφασης εναντίον του Εναγομένου 5, η Απόφαση αυτή, κρίνω, ότι εκδόθηκε κανονικά. Το εάν η απόφαση εκδόθηκε για ποσό μεγαλύτερο από το οφειλόμενο (το οποίο συνάδει όμως με τις δικογραφημένες αξιώσεις της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση), είναι ένας ισχυρισμός του Εναγομένου 5 / Αιτητή, ο οποίος τέθηκε υπό αμφισβήτηση από πλευράς Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση, χωρίς να αντικρουστεί κατά τον οποιονδήποτε τρόπο από πλευράς Εναγομένου 5 / Αιτητή, - ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της υπό κρίσης Αίτησης -, και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι η Απόφαση του εκδόθηκε αντικανονικά[xiii]. Είναι μεν ένας ισχυρισμός που μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όπως εξηγώ και στην συνέχεια, σε ότι αφορά το κατά πόσο ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής έχει αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ή συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση στην παρούσα Αγωγή, ώστε να μπορούσε να επιτύχει η Αίτηση του, αλλά δεν είναι ένας ισχυρισμός ο οποίος, μπορεί, χωρίς άλλο, να οδηγήσει σε παραμερισμό της Απόφασης ex debito justitiae. Σοβαρός και εύλογος λόγος που να δικαιολογεί την απουσία του Εναγομένου 5 / Ατητή από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της δικαστικής απόφασης Προτού προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο με την μαρτυρία που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση έχει αποδειχθεί από τον Εναγόμενο 5 / Αιτητή η ύπαρξη «εκ πρώτης όψεως» υπεράσπισης, ή συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση στην παρούσα Αγωγή, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω το κατά πόσο ο λόγος της απουσίας του Εναγόμενου 5 / Αιτητή από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της Απόφασης ήταν εύλογος και σοβαρός. Και τούτο γιατί, ως έχει νομολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης δεν υπερακοντίζει ανυπερθέτως κάθε σοβαρή καταφρόνηση της διαδικασίας η οποία διαπιστώνεται από τον συγκεκριμένο εναγόμενο / αιτητή. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης εκ μόνου του λόγου ότι ο εναγόμενος αποκαλύπτει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση[xiv]. Γι' αυτό και κρίνω ότι αυτή η πτυχή του θέματος πρέπει να εξεταστεί και αποφασιστεί πρώτα απ' όλα. Κατ' αρχήν, στην περίπτωση αυτή, ο λόγος που προέβαλε ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής ως προς την αδράνεια του να καταχωρήσει εμφάνιση στην παρούσα Αγωγή εντός της προβλεπόμενης από τους Θ. Π. Δ. προθεσμίας, δεν έχει αποδειχθεί. Και εξηγώ. Ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής, με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση Αίτησης, ισχυρίζεται ότι ο υιός του Μάριος, στον οποίο έγινε η επίδοση της παρούσας Αγωγής για λογαριασμό του, είναι ανεύθυνος και επιπόλαιος, και τούτο, λόγω απώλειας της μητέρας του από νεαρή ηλικία. Ο δε λόγος που δεν ήρθε στην προσοχή του η παρούσα Αγωγή, ισχυρίζεται, είναι γιατί ο εν λόγω υιός του, ουδέποτε του παρέδωσε το Κλητήριο της παρούσας Αγωγής που παρέλαβε, λόγω αυτής του της ανευθυνότητας. Πρόκειται για ένα αόριστο και χωρίς καμία τεκμηρίωση ισχυρισμό ο οποίος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της υπό κρίση Αίτησης, θα έπρεπε να προσκομίσει στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία ή / και άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει αυτή του την εκδοχή και όχι απλά να παραθέσει αυτήν στο Δικαστήριο, κατά τρόπο τόσο γενικό και αόριστο[xv]. Αλλά ακόμη και εάν μπορούσε να υποτεθεί ότι ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής παρουσίασε στο Δικαστήριο αρκετά στοιχεία για να αποδείξει, στον αναγκαίο βαθμό, αυτό του τον ισχυρισμό, αυτός τέθηκε υπό αμφισβήτηση από πλευράς Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση, μέσα από την ένορκο δήλωση που καταχώρησε προς υποστήριξη της Ένστασης της στην υπό κρίση Αίτηση. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 5(α) της εν λόγω ένορκης δήλωσης η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση, δια του κ. Κωνσταντίνου Αριστοφάνους αναφέρει, ότι: «Ειδικότερα αρνούμαι τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Μάρκου και ισχυρίζομαι τα ακόλουθα: (α) Ο κ. Μιχάλης Μάρκου συζεί αρμονικά με τον ενήλικο υιό του και έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής, καθότι ο γιός του Μάριος Μάρκου έχει την απαιτούμενη μόρφωση και νοητική ικανότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο του Κλητήριου Εντάλματος, καθώς και ότι το Κλητήριο Ένταλμα αφορούσε τον πατέρα του. Περαιτέρω όπως εμφαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου από την ένορκη δήλωση του επιδότη ο Μάριος Μάρκου υπέγραψε την παραλαβή του Κλητήριου Εντάλματος, γεγονός που καταδεικνύει ότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το περιεχόμενο του Κλητήριου Εντάλματος. Επομένως, οι λόγοι που ισχυρίζεται ο εναγόμενος 5 - αιτητής ότι τον απέτρεψαν από του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης είναι αδικαιολόγητοι» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Ο ισχυρισμός αυτός, ήτοι της νοητικής ικανότητας του υιού του Εναγομένου 5 / Αιτητή να αντιληφθεί τα της διαδικασίας που αφορά την παρούσα Αγωγή, το Κλητήριο της οποίας του παραδόθηκε για λογαριασμό του πατέρα του, και της υπάρχουσας υπευθυνότητας να ενημερώσει σχετικά τον πατέρα του, παρέμεινε αναντίλεκτος, αφού ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής δεν έκανε χρήση των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και δεν καταχώρησε συμπληρωματική ένορκο δήλωση, ή εν πάση περιπτώσει, δεν αιτήθηκε την αντεξέταση του εν λόγω ενόρκως δηλούντος σε ότι αφορά το εν λόγω ισχυριζόμενο γεγονός. Αυτό, αναπόφευκτα οδηγεί στην κατάληξη ότι ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής, δεν απέσεισε, σε ότι αφορά το θέμα αυτό, το σχετικό βάρος απόδειξης της υπό εξέταση Αίτησης του[xvi]. Εξετάζοντας την τοποθέτηση του δικηγόρου του Εναγομένου 5 / Αιτητή, ότι ο ενόρκως δηλών από πλευράς Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση, κ. Κωνσταντίνος Αριστοφάνους, δεν αποκάλυψε την πηγή της πληροφόρησης του ως προς το ισχυριζόμενο αυτό γεγονός και ότι, ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός αυτός της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, βρίσκω κατ' αρχήν ότι, τούτη, είναι εκτός του προβλεπόμενου δικονομικού πεδίου και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, αφού οι αναφορές του κ. Κωνσταντίνου σε γεγονότα που δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία, ή ως υποβολές της θέσης του Εναγομένου 5 / Αιτητή σε αντεξέταση του εν λόγω ενόρκως δηλούντος, και προέρχονται απλά από αναφορές του ιδίου κατά την αγόρευση του, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο[xvii]. Περαιτέρω, η θέση αυτή του δικηγόρου του Εναγομένου 5 / Αιτητή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για τον ακόλουθο επιπρόσθετο λόγο. Ο εν λόγω ενόρκως δηλών, δηλώνει στην παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης ως ακολούθως «γνωρίζω καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπική γνώση και από έγγραφα που έχω στην κατοχή μου . και είμαι δέοντος εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσαν ένορκον δήλωση» (η έμφαση είναι δική μου). Ως εκ τούτου, δεν κρίνω ότι υπάρχει οποιαδήποτε παραβίαση της Δ.39, κ. κ. 2 και 6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και η εν λόγω ένορκη δήλωση γίνεται αποδεκτή. Πρόκειται προφανώς περί γεγονότων τα οποία βρίσκονται εντός του πεδίου της προσωπικής γνώσης του ιδίου του κ. Κωνσταντίνου Αριστοφάνους, τα οποία και μπορεί να αποδείξει. Ως προς τούτο, επαναλαμβάνω ότι, ο εν λόγω ενόρκως δηλών, δεν αντεξετάστηκε από πλευράς Εναγομένου 5 / Αιτητή, ούτε και η μαρτυρία του αντικρούστηκε από τον Εναγόμενο 5 / Αιτητή δια της καταχωρήσεως στο Δικαστήριο σχετικής συμπληρωματικής / αντικρουστικής ένορκης δήλωσης. Επιπρόσθετα των ανωτέρω, κρίνω ότι ο λόγος που προέβαλε ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής για να δικαιολογήσει την απουσία του από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης, - ακόμα δηλαδή και αν, παρά την προαναφερθείσα κατάληξη μου, αυτός ο λόγος είχε αποδειχθεί στο Δικαστήριο, -, δεν είναι ούτε σοβαρός, ούτε και εύλογος. Και εξηγώ. Η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση, στις 21/01/2011 απέστειλε επιστολή στους πρωτοφειλέτες, Εναγομένους 1, 2 και 3, την οποία κοινοποίησε στον Εναγόμενο 5 / Αιτητή, με την οποία τερμάτιζε την επίδικη συμφωνία δανείου και την λειτουργία του σχετικού σε σχέση μ' αυτήν λογαριασμού και τους ενημέρωνε ότι θα ελάμβαναν εναντίον τους δικαστικά μέτρα, χωρίς άλλη ειδοποίηση. Ο σχετικός ισχυρισμός προβάλλεται στην ένορκο δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Αριστοφάνους που καταχωρήθηκε από πλευράς Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση προς υποστήριξη της Ένστασης της στη υπό εξέταση Αίτηση, στην παράγραφο 6 αυτής. Το ότι αυτή η επιστολή εστάλη ή / και ότι αυτή παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο 5 / Αιτητή, είναι ισχυρισμός ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος από πλευράς Εναγομένου 5 / Αιτητή, αφού αυτός, δεν έκανε χρήση των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και δεν καταχώρησε συμπληρωματική ένορκο δήλωση, ή εν πάση περιπτώσει, δεν αιτήθηκε την αντεξέταση του εν λόγω ενόρκως δηλούντος σε ότι αφορά το εν λόγω ισχυριζόμενο γεγονός. Ως εκ τούτου, οι όποιες τοποθετήσεις του δικηγόρου του Εναγομένου 5 / Αιτητή σε σχέση με θέσεις που δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας ή υποβολών κατά την αντεξέταση του εν λόγω ενόρκως δηλούντος, και πάλι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Δεδομένου λοιπόν ότι ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής έλαβε αυτή την επιστολή ημερομηνίας 21/01/2011 με την όποια πληροφορείτο ότι θα λαμβάνονταν εναντίον και αυτού, δικαστικά μέτρα, τι έκανε από τότε μέχρι και τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2013 - που ο δικαστικός επιδότης επισκέφτηκε την οικία του για να εκτελέσει ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης κινητής του περιουσίας προς ικανοποίηση της Απόφασης -, για να διαπιστώσει τι γίνεται μ' αυτή του την υπόθεση; Καμία μαρτυρία δεν έχει προσφέρει ως προς το θέμα αυτό ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής, ούτε και εξήγησε γιατί δεν προέβηκε σε αυτή την απλή ενέργεια που θα αναμενόταν λογικά από αυτόν. Το ενδιαφέρον του Εναγομένου 5 / Αιτητή, εκδηλώθηκε περίπου 23 μήνες μετά την παραλαβή της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 08/02/2011 και 22 περίπου μήνες μετά την επίδοση σε αυτόν του κλητήριου εντάλματος της παρούσας Αγωγής, όταν αντιμετώπιζε πλέον τις συνέπειες της εκτέλεσης της Απόφασης. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, είναι έκδηλο ότι η απραξία του Εναγομένου 5 / Αιτητή οφειλόταν σε παράλειψη ή / και αμέλεια εκ μέρους του. Σίγουρα, η υπό εξέταση περίπτωση, διαφοροποιείται από την προαναφερθείσα νομολογία, όπου στις περιπτώσεις αυτές η αδράνεια που παρατηρήθηκε στην καταχώριση εμπρόθεσμης εμφάνισης στην διαδικασία, παρατηρήθηκε, αφού ο εναγόμενος έλαβε γνώση περί της αγωγής με την επίδοση του Κλητήριου αυτής, στον ίδιο. Εδώ, ο ισχυρισμός του Εναγομένου 5 / Αιτητή, είναι ότι δεν έλαβε γνώση της παρούσας αγωγής, παρά της νομότυπης επίδοσης της στον υιό του, για λογαριασμό του. Όμως, αυτός ο ισχυρισμός, για να διαπιστωθεί η βασιμότητα του, πρέπει να εξεταστεί λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης αυτής και συνεπώς, τα όσα αναντίλεκτα γεγονότα προηγήθηκαν της καταχώρισης της αγωγής πρέπει, κρίνω, να εξεταστούν, αλλά και να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Τούτο και έπραξα, εξ ου και η προαναφερθείσα επί του προκείμενου κατάληξη μου. Τα ανωτέρω προδιαγράφουν και την κατάληξη του Δικαστηρίου σε ότι αφορά το αποτέλεσμα της Αίτησης, η οποία αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει και στην εξέταση της συνύπαρξης των υπόλοιπων προϋποθέσεων παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ενός εναγομένου, σε περίπτωση που η απόφαση του Δικαστηρίου κριθεί, κατ΄ έφεση, λανθασμένη. Εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ή συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση Σύμφωνα με την νομολογία, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιων του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Εντούτοις, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή[xviii]. Επ' αυτού διαπιστώνω, πως ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής κατέδειξε την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου σημείου. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 5 / Αιτητής ισχυρίζεται ενόρκως πως του έγιναν παραστάσεις περί ψευδών γεγονότων για να υπογράψει την συμφωνία εγγύησης, τις οποίες μάλιστα συγκεκριμενοποιεί, και πως η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση έχει παράνομα χρεώσει το ποσό της πίστωσης με τόκο, έξοδα τήρησης λογαριασμού και ασφάλιστρα, επαρκούν για να καταδείξουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλόπιστης υπεράσπισης ή συζητήσιμου σημείου. Καλόπιστη υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο προσδίδουν και οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 5 / Αιτητή που αφορούν τα της ακυρότητας της σύμβασης εγγύησης. Σημειώνω ότι καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό, χωρίς να αξιολογώ την αποδεικτική βαρύτητα των ισχυρισμών αυτών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς, απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται σε βάρος του Εναγομένου 5 / Αιτητή και υπέρ της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε επ' αυτού την υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κo;yrth
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 941. [ii] Δέστε επ' αυτού τις υποθέσεις Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210 και Ντίνος Μουγής v. Χαράλαμπος Σπανούδης, Πολ. Έφ. 8942. [iii] Δέστε επίσης την υπόθεση Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060. [iv] Σχετικές επ' αυτού είναι οι υποθέσεις Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, και Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938). [v] Δέστε επ' αυτού την υπόθεση Inter - Global (Financial Services) Ltd ν. Χριστοφή Πέππη
(2005)1 Α.Α.Δ.
- [vi] Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο εξ υπαρχής. [vii] Δέστε απ'αυτού το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Volume 37, para.
- [viii] Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Νικόλας Γιωργαλλίδης ν. Χρυσοστόμου Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ.
- [ix] Δέστε απ'αυτού το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 22, para.
- [x] Δέστε επί του προκείμενου την υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, Διαχειριστής της Περιουσίας της Αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιαννή) ν. Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ.
- [xi] Δέστε επ' αυτού την υπόθεση Κυριακή Τσεμελόγλου ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 205/2010 ημερομηνίας 15/01/
- [xii] Δέστε επ' αυτού την υπόθεση Inter - Global (Financial Services) Ltd ν. Χριστοφή Πέππη
(2005)1 Α.Α.Δ. 213. [xiii] Δέστε επί του προκείμενου τις υποθέσεις Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1E Α.Α.Δ. 750, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1Β Α.Α.Δ 1453, Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1858, Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377, A. Messios & Sons Ltd και άλλος ν. Ανδρέας Λεωνίδα, Πολιτική Έφεση αρ. 277/2007, ημερομηνίας 18/02/2010, και Πολιτική Έφεση Αρ. 61/2007, ημερομηνίας 25/01/2008, Romir Monitoring ν. MB Romir Holdings Ltd,
(2008)1Α Α. Α. Δ 106, Πολιτική Έφεση Αρ. 10945, ημερομηνίας 19/12/2002, Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού,
(2002)1Γ Α. Α. Δ. 1980, Πολιτική Έφεση Αρ. 11049, ημερομηνίας 21/12/2001, Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd, 1 Α. Α. Δ.2118 και Πολιτική Έφεση Αρ. 131/2009, ημερομηνίας 29/01/2010, Dimitry Rybolovlev ν. Elena Rybolovleva. [xiv] Δέστε επ' αυτού τις υποθέσεις Πολιτική Έφεση Αρ. 10742 ημερομηνίας 23/03/2001, Εταιρείας Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτεξ» Λτδ. Ν. Πραξιτέλη Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ., Κ.C.P. Commission Agent and Importers Ltd v. Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ και Mine and Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ 26. Στην υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτεξ Λτδ v. Πραξιτέλη Φαντάκη, Πολιτική Έφεση 10742, ημερομηνίας 23.3.2001, στην 4η σελίδα του δακτυλογραφημένου κειμένου της απόφασης, στην τελευταία παράγραφο, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα αυτό με αναφορά στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR σελ. 204, 210.: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανoiξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του διαδίκου είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». [xv] Κατ' αναλογία των όσων αναφέρονται στις υποθέσεις που καταγράφονται στην υποσημείωση 17 πιο κάτω. [xvi] Δέστε επί του προκείμενου τις υποθέσεις στην υποσημείωση 13 ανωτέρω. [xvii] Αναφέρθηκε το εξής από τον δικηγόρο του Εναγομένου 5 / Αιτητή «ο Αιτητής ζει στην Κοφίνου και ο Κωνσταντίνος Αριστοφάνους στο Αλεθρικό, μεταξύ των δύο κοινοτήτων εάν δούμε τον χάρτη της Κύπρου υπάρχει μια μεγάλη απόσταση και δύο άλλα χωριά. Πως γίνεται να γνωρίζει ο Κωνσταντίνος Αριστοφάνους την κατάσταση στην οικία που διαμένει ο Μίχάλης Μάρκου;» [xviii] Δέστε επί του προκείμενου τις υποθέσεις Βύρων Τεγκεράκης, Διαχειριστής της Περιουσίας της Αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιαννή) ν. Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 (ανωτέρω) και Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφίο Κωνσταντίνος Παύλου & Σια Λτδ.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο