ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ν. ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΕΛΛΗΝΑΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1512/2005, 23/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1512/2005 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ Ενάγουσας - και -
- ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΕΛΛΗΝΑΣ
- ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΠΑΣΤΕΛΛΙΔΟΥ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗΣ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 23/01/2014 Αίτηση Οικονομικής Εξέτασης και Έρευνας ημερομηνίας 24/10/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Ενάγουσα / Αιτούσα: κ. Χριστοδουλίδης για Νέστορας Νικηφόρου. Εναγόμενος 3/ Καθ' ου η Αίτηση παρών. Χωρίς νομική εκπροσώπηση --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-tempore) ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με τη παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια, ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, αιτείται, μεταξύ άλλων, την έκδοση Διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους του Καθ' ου η Αίτηση με μηνιαίες δόσεις. Με την Αίτηση αξιώνονταν και άλλες θεραπείες οι οποίες, όμως, δεν προωθήθηκαν στην πορεία και, τελικώς, όπως προέκυψε και από την τελική εισήγηση του δικηγόρου της Αιτούσας, εγκαταλείφθηκαν. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 ως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 134
(1)/99, ο οποίος αντικατέστησε τα μέρη VIII και IX του Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Άρθρα 82 έως 90 και επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην Διαταγή 48, Κανονισμούς 1 έως 3 και 9 και στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Χρύσας Πρωτογήρου ημερομηνίας 24/10/2013, η οποία, ως αναφέρει, «είμαι στην υπηρεσία των άνω Εναγόντων - Αιτητών και πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση», στην οποία αναφέρεται ότι «το ως άνω εξ αποφάσεως χρέος παραμένει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει απλήρωτο». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τα όσα γνωρίζει και πιστεύει, «ο εξ αποφάσεως οφειλέτης 3 . έχει εισοδήματα και/ή εργάζεται και/ή είναι μισθωτός από τα οποία μπορεί να καταβάλει και/ή να πληρώνει ο ίδιος και/ή να καταβάλλει ο εργοδότης του και/ή να αποκόπτονται από τον μισθό του μηνιαίως για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους και/ή χρεωστικού υπολοίπου». Ο Εναγόμενος 3 / Καθ' ου η Αίτηση, οι οποίος δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, δεν καταχώρισε Ένσταση. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ΝΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ Ένα θέμα το οποίο εγείρεται στην παρούσα Αίτηση και το οποίο άπτεται της κανονικότητας της διαδικασίας, είναι οι συνέπειες από το γεγονός ότι, ενώ η απόφαση που εξεδόθη στις 26/09/2005 αφορούσε το ΝΕΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΤΩ ΒΑΡΩΣΙΩΝ ΛΤΔ, στο μεσοδιάστημα και δη στην παρούσα διαδικασία, ως Ενάγουσα / Εξ αποφάσεως Πιστωτής, παρουσιάζεται το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ. Διεξήλθα προσεχτικά τον φάκελο της υπόθεσης και έχω διαπιστώσει ότι, αδιευκρίνιστα και άνευ οποιασδήποτε τροποποιήσεως του κλητήριου της αγωγής ή άλλης ειδοποιήσεως προς τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου και τους διαδίκους, από τις 27/04/2011, φαίνεται ότι δικονομικές παραστάσεις στο Δικαστήριο προβαίνει το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, αντί της Ενάγουσας επί του κλητήριου εντάλματος της αγωγής, ΝΕΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΤΩ ΒΑΡΩΣΙΩΝ ΛΤΔ. Συγκεκριμένα στις 27/04/2011, καταχωρήθηκε αίτηση για οικονομική εξέταση και έρευνα εναντίον του Εναγομένου 3 και ακολούθησαν άλλες δύο εναντίον του ιδίου εξ' αποφάσεως οφειλέτη με το ίδιο αντικείμενο, στις 09/01/2011 και 31/08/12, μέχρι που καταχωρήθηκε και η παρούσα Αίτηση στις 24/10/2013, πάλι εναντίον του Εναγομένου 3. Σε καμία από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη των προαναφερόμενων αιτήσεων δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση ως προς την μεταβολή αυτή (αν και για τους λόγους που θα αναφέρω στην συνέχεια ούτε κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεραπεύσει την παρουσιασθείσα αντικανότητα της διαδικασίας). Έχοντας εντοπίσει το εγερθέν ζήτημα, βασιζόμενος, κατ' αναλογίαν, στα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποινική Έφεση 153/2011, ημερομηνίας 16/01/2013, πριν να δώσω την απόφαση μου έθεσα τον σχετικό προβληματισμό μου στον δικηγόρο της Αιτήτριας και του έδωσα την ευκαιρία να διατυπώσει τις απόψεις του επ' αυτού. Σχετική, όσον αφορά την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εγείρει αυτεπαγγέλτως, θέματα που άπτονται της κανονικότητας της διαδικασίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας εκδικάσεως της υπόθεσης, είναι η υπόθεση Λάζαρος Μαύρου ν. Θεοδώρου Στυλιανού και άλλου
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1743. Θέση του ήταν ότι, η εκ των υστέρων καταχώριση σχετικής ειδοποίησης στο Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου για να τεθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου, μπορούσε να θεραπεύσει την όποια αντικανονικότητα. Φυσικά, όπως προκύπτει από τα όσα θα αναφέρω στην συνέχεια, πρόκειται περί μη θεραπεύσιμης παρατυπίας και η, έστω και εκ των υστέρων καταχώριση της, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε κατάληξη άλλη από αυτή την απόρριψης της Αίτησης. Ειδικότερα, αν λάβει κανείς υπόψη και το γεγονός ότι, όχι μόνος ο Εναγόμενος 3 / Καθ' ου η Αίτηση φαίνεται να μην είχε ειδοποιηθεί περί της όποιας μεταβολής σε ότι αφορά το θέμα αυτό και μάλιστα, πριν την έναρξη της παρούσας διαδικασίας, αλλά και το στάδιο στο οποίο επιχειρείται να θεραπευθεί η παρουσιασθείσα αντικανονικότητα, - δηλαδή μετά και την ολοκλήρωση της εκδίκασης της αίτησης και της επιφύλαξης της απόφασης του Δικαστηρίου, καθιστούν το όλο θέμα και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Και εξηγούμαι σε σχέση με τα ανωτέρω, με περισσότερη λεπτομέρεια. Το ζήτημα της υποκατάστασης ενός διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ρυθμίζεται από τις πρόνοιες της Διάταξης 12, Κανονισμός 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία προβλέπει τα εξής: «Where by reason of death, bankruptcy, or any other event occurring after the commencement of a cause or matter, and causing a change or transmission of interest or liability, or by reason of any person interested coming into existence after the commencement of the cause or matter, it becomes necessary or desirable that any person not already a party should be made a party, or that any person already a party should be made a party in another capacity, an order that the proceedings shall be carried on between the continuing parties, and such new party or parties, may be obtained ex parte on application to the Court or a Judge, upon an allegation of such change, or transmission of interest or liability, or of any such person interested having come into existence». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, σε περίπτωση αλλαγής ενός διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, είναι αναγκαία η εξασφάλιση σχετικού διατάγματος και η τροποποίηση. Στις περιπτώσεις, όμως, όπου έχουμε μια απλή αλλαγή ονόματος ενός διαδίκου μετά την έναρξη της διαδικασίας δεν είναι απαραίτητη η εξασφάλιση διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας. Για το θέμα αυτό σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή από το Σύγγραμμα Bullen and Leake, Precedents and Pleadings, 12η έκδοση σελ. 170: «An order to carry on proceedings in not necessary where the change affecting a party after action brought arises ... by reason of a mere change of name». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στο ίδιο Σύγγραμμα στην υποσημείωση 99 διαβάζουμε ότι όταν το όνομα μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης αλλάξει μετά την έναρξη της διαδικασίας, η διαδικασία συνεχίζεται από ή εναντίον της εταιρείας κάτω από το νέο όνομα, αλλά θα πρέπει να καταχωρηθεί γραπτή ειδοποίηση της αλλαγής ονόματος η οποία να επιδοθεί σε όλους τους διαδίκους και σε κάθε διαδικασία που ακολουθεί θα πρέπει να αντικαθίσταται το προηγούμενο όνομα με το καινούργιο το οποίο θα καταγράφεται σε παρένθεση. Για το υπό εξέταση θέμα να αναφέρω ότι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέας Θεοδώρου Πολιτική Έφεση 240/05, ημερομηνίας 18/12/2006 κρίθηκε ότι η ειδοποίηση που η Εφεσείουσα Τράπεζα είχε δώσει στο Πρωτοκολλητείο και είχε επιδώσει στους Εφεσίβλητους για το νέο όνομα της εταιρείας ήταν ικανοποιητική για να λάβουν γνώση αυτής της τυπικής, όπως χαρακτηρίστηκε, αλλαγής στη βάση των προνοιών του Άρθρου 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ.113. Περαιτέρω παραπέμπω στην Ετήσια Αγγλική Πρακτική (Annual Practice) του 1956 στις σελίδες 318 - 319 όπου στα πλαίσια ανάλυσης του αγγλικού O.17, r. 4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών που αντιστοιχεί με τη δική μας Διάταξη 12, Κανονισμός 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών στην παράγραφο κάτω από τον τίτλο «Company changing its name», αναφέρονται τα ακόλουθα: «A written notice of the change of name should be field at the Action Department, Central Office or, in District Registry actions, in the District Registry, and a copy served on the other parties to the proceedings, and the new name of the company inserted in all future proceedings instead of the old name». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και που προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης, δεν υπάρχει τίποτα ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς μαρτυρίας που να υποστηρίζει ή/και να τεκμηριώνει θετικά, είτε ότι στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε αλλαγή διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, είτε ότι πρόκειται περί απλής αλλαγής ονόματος της Ενάγουσας μετά την έναρξη της διαδικασίας. Σίγουρα αν πρόκειται περί της πρώτης περίπτωσης, δεν έχει προηγηθεί της παρούσας διαδικασίας, τροποποίηση του κλητήριου της αγωγής για να υποκατασταθεί, ως Ενάγουσα, το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ και ως εκ τούτου, η παρούσα Αίτηση που έχει υποβληθεί απ' αυτή είναι αντικανονική. Ενώ αν πρόκειται περί της δεύτερης περίπτωσης, και πάλι δεν προκύπτει ότι για το γεγονός μιας τέτοιας αλλαγής στο όνομα της Ενάγουσας έχει υποβληθεί σχετική ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και ότι αυτή έχει κοινοποιηθεί και στους Εναγομένους / Εξ Αποφάσεως Πιστωτές και μάλιστα, πριν από την καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Ως εκ τούτου η παρούσα διαδικασία και πάλι πάσχει από αντικανονικότητα. Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω διαπίστωση εκ των πραγμάτων προδιαγράφει και την κατάληξη στην υπό κρίση Αίτηση, θεωρώ ορθό να εξετάσω και την ουσία αυτής σε περίπτωση που η πιο πάνω άποψη του Δικαστηρίου κριθεί, κατ' έφεση, εσφαλμένη. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στοιχεία για την οικονομική κατάσταση του Εναγομένου 3 / Καθ' ου η Αίτηση έδωσε ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 / Καθ' ου η Αίτηση στο Δικαστήριο κατά την ένορκη εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επισημαίνεται ότι από πλευράς Αιτήτριας δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία, ούτε και έχει κλητευθεί οποιοδήποτε πρόσωπο για να αντεξεταστεί σχετικά με γεγονότα που προέκυψαν από την μαρτυρία του Καθ' ου η Αίτηση κατά την εξέταση του, δυνάμει του Άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και, συνεπώς, είναι στη βάση της προφορικής μαρτυρίας που δόθηκε από τον Εναγόμενο 3 / Καθ' ου η Αίτηση που το Δικαστήριο έχει εξάξει τα συμπεράσματα του. Προφορική Μαρτυρία του Εναγομένου 3 / Καθ' ου η Αίτηση Ο Εναγόμενος 3 / Καθ' ου η Αίτηση, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του από τον δικηγόρο της Αιτήτριας - στον οποίον δόθηκε η δυνατότητα να εξετάσει τον Εναγόμενο 3 / Καθ' ου η Αίτηση, παρά το γεγονός ότι τον πρωταρχικό ρόλο εξέτασης Καθ' ου η Αίτησης σε τέτοιας φύσης διαδικασίες έχει το Δικαστήριο -, αναφέρθηκε στις προσωπικές του περιστάσεις, τα εισοδήματα του, ή καλύτερα και πιο ορθά, τους πόρους συντήρησης του και στα διάφορά έξοδα του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα Άρθρα 86 - 91 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 ο οποίος αργότερα τροποποιήθηκε από το Ν.134
(1)/99. Οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία μετά από σχετική οικονομική εξέταση ή/και έρευνα να διατάξει την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Για τον λόγο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του εξ αποφάσεως οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων, το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του, μετατοπίζεται στους ώμους του. Βάσει του άρθρου 84
(2)του Νόμου 134(Ι)/99, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει ενόρκως σε πλήρη αποκάλυψη όλων των περιουσιακών του στοιχείων για να δείξει, αν έτσι ισχυρίζεται, πως δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του ή να καθορίσει το ποσό που προτείνει ότι είναι μέσα στην οικονομική του δυνατότητα να πληρώνει μηνιαίως (Δέστε την Γιαννάκης Βασιλειάδης ν. Χαράλαμπος Τσουρή
(2007)1Α Α.Α.Δ 43). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διερευνήσει τις οικονομικές συνθήκες του χρεώστη. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Gesico Photographics Ltd v. JK. Video Art Co. Ltd
(1991)1 AAΔ 134 και Αντώνης Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 686, η διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIII του Κεφ. 6 «έχει ουσιαστικά ανακριτικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας σχετικά με τα πλαίσια του χρεώστη να αποφασίσει κατά πόσον είναι σε θέση να αποπληρώσει με δόσεις το χρέος του» (η έμφαση είναι δική μου) Σε κάθε περίπτωση, είναι αποδεκτή πρακτική, να δοθεί το δικαίωμα στον δικηγόρο του Αιτητή ή/και στον ίδιο αν εμφανίζεται αυτοπροσώπως, να αντεξετάσει και ο ίδιος τον Καθ' ου η Αίτηση σε σχέση με το τι δύναται να καταβάλει μηνιαίως έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του (Δέστε την Γιαννάκης Βασιλειάδης ν. Χαράλαμπος Τσουρή
(2007)1Α Α.Α.Δ 43). Το Δικαστήριο μπορεί, φυσικά, ως ανωτέρω αναφέρεται, ένεκα της φύσης της διαδικασίας, να υποβάλει στον Καθ' ου η Αίτηση οποιαδήποτε επιπρόσθετη ή/και συμπληρωματική ερώτηση ή/και να αναζητήσει απ' αυτόν διευκρινήσεις στα όσα αναφέρθηκαν ήδη από τον ίδιο στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση του από τον δικηγόρο του Αιτητή ή τον ίδιο τον Αιτητή. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις του ΚΕΦ.6 έχει καθορίσει τις βασικές αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Το Δικαστήριο, πρέπει, πρωταρχικά, να ισοζυγίσει την αναγκαιότητα το τυχόν διάταγμα για μηνιαίες δόσεις να είναι τέτοιο ώστε να είναι στα πλαίσια της πραγματικότητας, δίνοντας τη δυνατότητα στον ίδιο τον χρεώστη να πληρώνει, ενώ από την άλλη, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αξίωση ενός πιστωτή που αναμένει να λάβει το προϊόν της εξ αποφάσεως οφειλής του το συντομότερο δυνατόν. Για τον πιο πάνω σκοπό, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισόδημα και τις εύλογες προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του χρεώστη. Δεν εκδίδεται διάταγμα εάν αυτό θα επηρεάσει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του (Δέστε Chrysostomou v. Athanasiou
(1981)1 C.L.R.696, Λαϊκή Τράπεζα v. Θεοχάρη Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ.536). Στην υπόθεση Αντώνης Φλαγκοφάς v. Αταλέζα Λτδ.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.686, επιβεβαιώθηκε η αυστηρή προσήλωση στην γενική αρχή ότι η πληρωμή εξ αποφάσεως οφειλών πρέπει να εντάσσεται μέσα στα όρια που να επιτρέπουν ταυτόχρονα και την αξιοπρεπή διαβίωση του οφειλέτη. Όπως λέχθηκε στη σελίδα 689: «Η ατομική ευχέρεια για την αποπληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, μετά τον προσδιορισμό των μέσων του χρεώστη, συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειας του για αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτές περιλαμβάνουν τη στέγαση, τη διατροφή και την ιατρική περίθαλψη των μελών της οικογένειας καθώς και τη μόρφωση των παιδιών και κάποια ευχέρεια για την κοινωνική διακίνηση του χρεώστη.» (η έμφαση είναι δική μου) Αν τα γεγονότα είναι τέτοια που δεν δικαιολογείται η καταβολή οποιουδήποτε ποσού, το Δικαστήριο οφείλει, αντί να διατάξει την πληρωμή μιας συμβολικής ουσιαστικά μηνιαίας δόσης, να απορρίψει την αίτηση και να αποφύγει την έκδοση διατάγματος μηνιαίας δόσης για ευτελές ποσό (Δέστε Αρέστης ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1258). Στην υπόθεση National Bank of Greece v. Nicos Trihinas
(1976)2 J.S.C.411 ο τότε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και πρώην Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής ανέφερε (σε ελεύθερη μετάφραση) τα εξής στην σελ.415: «Χωρίς να αποσκοπείται η εξαντλητική απαρίθμηση των γεγονότων που θα ληφθούν υπόψη στην απόφαση του Δικαστηρίου, μερικοί από τους παράγοντες παραθέτονται πιο κάτω: (α) Οι απολαβές του εξ αποφάσεως χρεώστη (β) Οι απαραίτητες ανάγκες του εξ αποφάσεως χρεώστη και των μελών της οικογένειας του (γ) Άλλες υποχρεώσεις του εξ αποφάσεως χρεώστη προς τρίτα πρόσωπα (δ) Το μέγεθος του χρέους και ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την αποπληρωμή του με την κάθε δεδομένη δόση (η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω στην υπόθεση Κούλα Χρ. Μιχαήλ v. Κυπριακής Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ.812 αναφέρεται στη σελίδα 815 ότι: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη είναι το εισόδημα και οι εύλογες προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του χρεώστη. Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του.» (η έμφαση είναι δική μου) Το Δικαστήριο, αφού λάβει υπόψη του τα εισοδήματα του χρεώστη και τις οικογενειακές και προσωπικές του ανάγκες, μπορεί να διατάξει την καταβολή ποσού που είναι το περίσσευμα από τις απολαβές του, μετά από την αφαίρεση εύλογου ποσού που είναι αναγκαίο για την συντήρηση του χρεώστη και των εξαρτωμένων του (Δέστε Gesico Photographic v. J.K. Video
(1991)1 Α.Α.Δ.134,141). Σχετική με το τι η νομολογία θεωρεί ως άμεσες ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειάς του είναι η απόφαση Ρολάνδης κ.ά ν. Κούτσιου
(1970)1 C.L.R. 25 όπου, μεταξύ άλλων λέχθηκε ότι τα έξοδα για κατανάλωση τσιγάρων ή αλκοόλ δεν αποτελούν ουσιαστικές ανάγκες. Σε ότι αφορά τυχόν έξοδα για ιδιωτικά εκπαιδευτικά φροντιστήρια των ανήλικων παιδιών του χρεώστη, χρήσιμη είναι η αναφορά στην υπόθεσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε ν. Μαρίας Κωνσταντίνου (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Βλέπουμε λοιπόν ότι η μόρφωση ενός παιδιού αποτελεί παράγοντα που μπορεί να ληφθεί υπόψη. Όμως αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι υπολογίζεται οποιαδήποτε δαπάνη για μόρφωση, ανεξάρτητα από την αναγκαιότητα ή χρησιμότητα της μόνο και μόνο επειδή το αποφάσισε ο γονέας. Η δαπάνη υπολογίζεται ως έξοδο διαβίωσης σε κατάλληλες περιπτώσεις. Και δεν θεωρούμε ότι η κρινόμενη, που αφορά την διδαχή αγγλικών σε παιδί 9 χρονών, είναι μία τέτοια περίπτωση.» (η έμφαση είναι δική μου) Σύμφωνα, επίσης, με την υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ 1034, μεταγενέστερες του δικαστικού χρέους υποχρεώσεις, δεν θεωρούνται άμεση ανάγκη ή/και δαπάνη του χρεώστη και δεν έχουν προτεραιότητα, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει καν δικαστική απόφαση εναντίον του χρεώστη γι αυτές. Περαιτέρω, ένας χρεώστης δεν πρέπει ν΄ αφεθεί να δημιουργεί υποχρεώσεις άλλες από τις ουσιαστικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του και να τις χρησιμοποιεί για να αποφύγει την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του (Δέστε Anestos Adamou Kokoni v. Ioannides
(1963)2 C.L.R. 468, Rolandis, Louca & Soteriades Ltd v. Andreas Koitsiou
(1970)1 C.L.R. 25, Chrysostomou v. Athanassiou
(1981)1 C.L.R. 669, Μιχαήλ v. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 812, Φλαγκοφάς v. Αταλέζα Λτδ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 686, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αραδίππου v. Έλλης Ιακώβου
(1999)1 Α.Α.Δ. 2032). Αναφορικά με τα εισοδήματα του χρεώστη, στις κατάλληλες περιπτώσεις το Δικαστήριο έχει εξουσία να μην λάβει υπόψη το τι κερδίζει πραγματικά κατά το χρόνο της εξέτασης του, αλλά την εισοδηματική του ικανότητα, δηλαδή τι θα μπορούσε να κερδίζει, έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων, τις προηγούμενες εργασίες του χρεώστη, την κατάσταση της υγείας και το μορφωτικό του επίπεδο (Δέστε Λουγκρίδης ν. Eurolife Ltd
(2004)1 (B) 1 A.A.Δ. 886 και Νίτσα Χριστάκη ν. Μάρως Μιχαήλ
(1998)1Α Α.Α.Δ 422). Επιπλέον, στις κατάλληλες περιπτώσεις και όπου αυτό επιτρέπεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία, είναι δυνατό να αποφασιστεί πως όταν η απασχόληση δεν είναι προσοδοφόρα, ο χρεώστης οφείλει να εξεύρει άλλες ευκαιρίες για εργοδότηση και, ακόμα και ασχολίες που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις (Δέστε Βασιλείου ν. Μακρίδης
(2002)1 Α.Α.Δ 801). Μετά την ολοκλήρωση της έρευνάς του, το Δικαστήριο προχωρά στην αξιολόγηση της ενώπιων του μαρτυρίας με απώτερο σκοπό τη διακρίβωση της ικανότητας του χρεώστη να αποπληρώσει το χρέος του με δόσεις. Έχει, επίσης, νομολογηθεί πως παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα, αξιολογώντας τη μαρτυρία στο σύνολό της, να καταλήξει σε δικά του συμπεράσματα στη βάση γεγονότων που έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίησή του (Δέστε Petsas v. Demetriadou
(1971)1 CLR 187). Τέλος, με την τροποποίηση που επήλθε με το Νόμο 134
(1)/1999, δεν απαιτείται πλέον η προηγούμενη διαπίστωση της μη ύπαρξης περιουσίας η οποία μπορεί να εκποιηθεί, ώστε να δικαιολογείται η επίκληση της διαδικασίας του Άρθρου 82
(1)η οποία παρέχεται, ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ή όχι οποιοδήποτε ένταλμα εκτέλεσης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 3 / ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ / ΕΥΡΗΜΑΤΑ Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του Εναγομένου 3 / Καθ' ου η Αίτηση διαπίστωσα ότι ήταν σαφής και θετικός σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες, ανάγκες, έξοδα, εισοδήματα και τους πόρους στήριξης του. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι ως γνήσια και αξιόπιστη την μαρτυρία του. Αποτελούν δε εύρημα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: (α) Ο Εναγόμενος 3 / Καθ' ου η Αίτηση δεν εργάζεται και δεν έχει οποιοδήποτε σχετικό εισόδημα. (β) Αυτός λαμβάνει ένα επίδομα από το κράτος, €296,00 σεντς κάθε μήνα, ως σύνταξη αναπηρίας, λόγω σοβαρού ατυχήματος το οποίο υπέστη το έτος 1992 το οποίο του άφησε μόνιμα κατάλοιπα και σωματική βλάβη στο δεξί χέρι και πόδια. (γ) Λόγω της σωματικής κατάστασης του, ο Εναγόμενος 3 / Καθ' ου η Αίτηση δεν μπορεί να ασκεί οποιοδήποτε χειρονακτικό επάγγελμα. Είναι απόφοιτος λυκείου και η μόρφωση του περιορίζει την δυνατότητα εξεύρεσης εργασίας, άλλης φύσης. Ως εκ τούτου η εισοδηματική του ικανότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη, λαμβανομένης υπόψην και της σημερινής κατάστασης της οικονομίας και της αγοράς εργασίας των οποίων το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση. (δ) Το ποσό της σύνταξης αναπηρίας που αυτός λαμβάνει, δεν είναι αρκετό να καλύψει τα βασικά έξοδα διαβίωσης του. Για τον λόγο αυτό, βοήθεια και υποστήριξη λαμβάνει από την οικογένεια του (την μητέρα του, τα αδέλφια του), οι οποίοι του παρέχουν στέγη, φαγητό, ρουχισμό και ότι άλλο ουσιαστικά χρειαστεί. Τούτο βεβαιώνεται και από την επιστολή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μόρφου Λτδ ημερομηνίας 08/01/2014, Τεκμήριο 1, της οποίας αν και η αποδεικτική αξία είναι περιορισμένη, είναι έστω και στο ελάχιστο υποστηρικτική της θέσης του Εναγομένου 3 / Καθ' ου η Αίτηση. (ε) Ο Εναγόμενος 3 / Καθ' ου η Αίτηση έχει και άλλα χρέη με άλλα δύο πιστωτικά ιδρύματα, την εξόφληση των οποίων επίσης αδυνατεί να προβεί ως έχει συμφωνηθεί. Σε σχέση με αυτά τα χρέη, δεν έχει εναντίον του οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ή δικαστικό διάταγμα πληρωμής. (ζ) Η ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του είναι ήδη πολύ περιορισμένη, ενώ η διαβίωσης του εξαρτάται αποκλειστικά σε τρίτους και στο πολύ χαμηλό επίδομα αναπηρίας που λαμβάνει από το κράτος. Στο ερώτημα εάν ο Εναγόμενος 3 / Καθ' ου η Αίτηση σήμερα διαβιώνει αξιοπρεπώς - και μάλιστα χωρίς την πρόσθετη υποχρέωση που η παρούσα Αίτηση επιδιώκει να τον επιφορτίσει -, η απάντηση και κρίση μου επ' αυτού είναι πως όχι. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω μπορώ να εξαγάγω τα ακόλουθα δικά μου συμπεράσματα, στην βάση των γεγονότων όπως αυτά έχουν καταδειχθεί προς ικανοποίηση μου: Στην περίπτωση που η Αίτηση δεν απορριπτόταν για τους λόγους που προανέφερα στο πρώτο σκέλος της απόφασης μου, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα, κρίνω ότι στο παρόν στάδιο, σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 3 / Καθ' ου η Αίτηση, δεν υπάρχει περιθώριο για την αποκοπή οποιουδήποτε ποσού υπό μορφή μηνιαίας δόσης έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις δεν θα πρέπει να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) __________________ Μ. Γ. Λοΐζου, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο