Επί τοις αφορώσι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) Λτδ ν. Φραγκέσκος Παύλου κ.α., Γεν. Αίτηση: 57/2011, 11/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A124 Γεν. Αίτηση: 57/2011 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και 68/87 άρθρα 52 και 53 και των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών 142/87 Θεσμός 79 και Επί τοις αφορώσι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) Λτδ Αιτητών και
- Φραγκέσκος Παύλου
- Δημήτρης Τσαππής Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση υπό Δημήτρη Τσαππή ημερομηνίας 14.10.2013 για παραμερισμό διαιτητικής απόφασης και διατάγματος εγγραφής διαιτητικής απόφασης 11 Απριλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Καθ΄ου η Αίτηση 2: κα Σωτηρίου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση/Αιτητές: κος Κενδέας Α. Σέργη. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την παρούσα αίτηση ο Καθ΄ου η Αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση και αιτητής στην παρούσα, κ. Δημήτρης Τσαππή (στο εξής ο «Αιτητής») ζητά, μεταξύ άλλων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση του διαιτητή κου Λεωνίδα Λεωνίδου, ημερομηνίας 11/06/2010 λόγω λανθασμένης και/ή παράτυπης διαδικασίας και/ή κακού χειρισμού της υπόθεσης και/ή λόγω προκατάληψης και αμεροληψίας που επέδειξε ο Διαιτητής ή/και επειδή ουσιώδης μαρτυρία η οποία δεν μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπισθεί στα πλαίσια της διαιτησίας, προέκυψε μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαιτησίας ή/και λόγω υπέρβασης καθηκόντων ή/και λόγω αναρμοδιότητας. Β. Συνακόλουθα, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται το Διάταγμα Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 24/02/2012 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 57/2011 του Ε.Δ. Λάρνακας δια του οποίου η διαιτητική απόφαση που εξεδόθη στις 11/06/2010 ενεγράφη ως απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας για σκοπούς εκτέλεσης εναντίον του Δημήτρη Τσαππή.» Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ.1-13, Δ.17 Θ.10, Δ.64, στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85ως τροποποιήθηκε, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 1987-2012, άρθρα 78 και 79, στα άρθρα 9
(2)και 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, στο άρθρο 36 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο Σύνταγμα άρθρα 30 και 152, στους Κανόνες επιείκειας και επί της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του Αιτητή η οποία υποστηρίζει την Αίτηση αναφέρει ότι στις 11.6.2010, στα πλαίσια διαιτητικής διαδικασίας εξεδόθη απόφαση εναντίον του ένεκα της παράλειψης του να εμφανιστεί στη διαδικασία. Συνεχίζει λέγοντας ότι κατά ή περί τις 2.5.2011 του επιδόθηκε η κυρίως αίτηση για εγγραφή για σκοπούς εκτέλεσης της εν λόγω διαιτητικής απόφασης. Αφού συμβουλεύτηκε τους δικηγόρους του ενημερώθηκε ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε εναντίον του ως εγγυητή των υποχρεώσεων του Μάριου Κωνσταντίνου δυνάμει συμφωνίας δανείου. Εξέφρασε τότε τη θέση ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής του συγκεκριμένου προσώπου αλλά αφού συμβουλεύτηκε γραφολόγο, αυτός κατέληξε ότι η υπογραφή στη σύμβαση εγγύησης είναι «γνήσια υπογραφή του». Ο Αιτητής συνεχίζει λέγοντας ότι η υπογραφή του εξασφαλίστηκε δόλια και με απάτη από τον Μάριο Κωνσταντίνου ενώ το έγγραφο εγγύησης δεν μονογράφεται από τον ίδιο. Συνεχίζει λέγοντας ότι οι αξιώσεις των αιτητών στην κυρίως αίτηση βασίζονται σε «παράνομη σύμβαση εγγύησης ή σε σύμβαση εγγύησης το καθεστώς υπογραφής της οποίας έχει αμφισβητηθεί ή είναι προϊόν δόλου ή/και απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων» και δεν αποδέχεται την οφειλή διότι ποτέ δεν εγγυήθηκε τον συγκεκριμένο πρωτοφειλέτη. Ακολούθως, όπως λέει ο ενόρκως δηλών, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο το οποίο προχώρησε κατόπιν ακρόασης στην έκδοση διατάγματος εγγραφής στις 24.2.
- Μετέπειτα, όπως λέει, στις 30.7.2012 καταχωρήθηκε εναντίον του αίτηση έρευνας η οποία εκκρεμούσε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας. Ο ενόρκως δηλών συνεχίζει λέγοντας ότι η διαιτητική απόφαση είναι τρωτή διότι ο διαιτητής εξέδωσε απόφαση εναντίον του Αιτητή ενώ άλλος εγγυητής του πιο πάνω αναφερόμενου πρωτοφειλέτη, ο οποίος δεν είναι μέρος της παρούσας διαδικασίας, είχε προβάλλει ισχυρισμούς περί πλαστογραφίας της υπογραφής του επί της συμφωνίας εγγύησης. Ενόψει των ισχυρισμών αυτών που είχε προβάλλει άλλος εγγυητής, ο διαιτητής δεν έπρεπε να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης ούτε και εναντίον του Αιτητή χωρίς να κριθεί προηγουμένως αν η σύμβαση εγγύησης είναι «μολυσμένη ήτοι προϊόν πλαστογραφίας». Δικαιολογώντας τον χρόνο που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, ο Αιτητής αναφέρει ότι τα πιο πάνω, τα οποία περιγράφει ως «ουσιώδη μαρτυρία», δεν μπορούσαν να εντοπιστούν ενωρίτερα αφού έπρεπε να συλλέξει στοιχεία που να συνδράμουν με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλει με την παρούσα. Οι αιτητές στην κυρίως αίτηση και καθ΄ων η αίτηση στην παρούσα (στο εξής οι «Καθ' ων η Αίτηση») έφεραν ένσταση στην Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική, ότι ο Αιτητής απεμπόλησε προ πολλού το δικαίωμα του να προβάλλει τους αναφερθέντες στην Αίτηση του ισχυρισμούς, ότι δεν πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 52 του Ν.22/85, ότι ζητείται από το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως εφετείο και να ακυρώσει το εκδοθέν υπ' αυτού διάταγμα ημερ. 24.2.2014 με το οποίο ενεγράφη η εν λόγω διαιτητική απόφαση κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι πλέον αναθεωρήσιμη, ότι η ουσία της μπορεί να εξεταστεί μόνο μέσω έφεσης και ότι η εγγραφή της είναι πλέον τελεσίδικη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Ναζίρη, εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου των Καθ΄ων η Αίτηση ο οποίος παραθέτει και υποστηρίζει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, αναφέρεται στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης, στην κυρίως αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, στην ένσταση του Αιτητή στην αίτηση εκείνη και στην απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή της απόφασης του διαιτητή για σκοπούς εκτέλεσης. Προσθέτει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται περί πλαστογραφίας είναι αόριστοι και γενικοί και ότι ο Αιτητής έπρεπε να καταχωρούσε έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι στις 14.10.2013, στα πλαίσια της αίτησης έρευνας που είχε καταχωρηθεί εναντίον του, ο Αιτητής απεδέχθη την εκ συμφώνου έκδοση διατάγματος αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις €120 έκαστη. Δεν αντεξετάστηκε κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων και οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις του σε εκτενείς και εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Νομικές Αρχές και Ανάλυση. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 52 του Ν.22/
- Σύμφωνα με τις παραγράφους
(4)και
(5)του άρθρου αυτού: «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτή εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Το θέμα της εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, εξετάστηκε και ερμηνεύτηκε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1]. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Έφεση 357/2008, ημερ. 11.4.20012 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση.». Η καθοδήγηση που αντλείται από τη νομολογία καταδεικνύει ότι το θέμα της εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης είναι ουσιαστικά τυπικό και οποιεσδήποτε ενστάσεις πρέπει να έχουν σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της. Το Δικαστήριο δεν έχει καμία αρμοδιότητα, σε εκείνο το στάδιο, να εξετάσει την ουσία της διαφοράς που παραπέμφθηκε σε διαιτησία ούτε και να αναθεωρήσει την απόφαση του διαιτητή. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση επί της ουσίας της απόφασης του διαιτητή μπορεί να γίνει μόνο με έφεση ο οποία δυνατό να εγερθεί στα πλαίσια του άρθρου 52
(4)του Ν.22/85. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση στην Αίτηση Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώρηση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή.. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώρηση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85 παρέχει σε οποίον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει.» Επομένως, και όπως επιτάσσει η νομολογία, ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαιτητικής απόφασης μπορούν να εγερθούν μόνο σε διαδικασία έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης και η δυνατότητα προσώπου που αμφισβητεί την ορθότητα διαιτητικής απόφασης να την εφεσιβάλει παρέχεται από το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει ως τεκμήριο Γ αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 24.2.2012 που είχε εκδοθεί στα πλαίσια της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης με την οποία και διατάχθηκε τελικά η εγγραφή της. Σημειώνω ότι ένας από τους λόγους ένστασης που είχε προβάλλει τότε ο καθ΄ου η αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση και Αιτητής στην παρούσα είναι ότι η συμφωνία εγγύησης είναι «παράνομη και/ή προϊόν πλαστογραφίας ή/και υπογράφηκε υπό περιστάσεις που δικαιολογούν πλαστογραφία». Από το περιεχόμενο της απόφασης εκείνης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας καθώς και από το αντίγραφο της ένστασης και ένορκης δήλωσης του στην αίτηση εκείνη, τα οποία ο Αιτητής επίσης επισυνάπτει ως τεκμήρια στην παρούσα ένορκη δήλωση του, επισημαίνω ότι ο Αιτητής είχε και τότε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, ισχυρισμούς επί του ζητήματος αυτού σχεδόν ταυτόσημους τους ισχυρισμούς που προβάλλει και στην παρούσα. Θεωρώ ότι η καταχώρηση της παρούσα Αίτησης είναι ουσιαστικά καταχρηστική αφού ο Αιτητής επιχειρεί για δεύτερη φορά να προκαλέσει την εξέταση της ουσίας της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του και μάλιστα με άλλο τρόπο από τον δικονομικά ενδεδειγμένο. Επιπλέον, όπως ανέφερε ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και όπως εμφαίνεται και από το φάκελο του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της αίτησης έρευνας που είχε καταχωρηθεί εναντίον του, ο Αιτητής απεδέχθη την εκ συμφώνου έκδοση διατάγματος αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις €120 έκαστη. Το γεγονός αυτό θεωρώ ότι ενισχύει την άποψη μου για την καταχρηστική φύση της παρούσας Αίτησης. Το εκ συμφώνου διάταγμα για αποπληρωμή του χρέους με δόσεις εκδόθηκε στις 14.10.2013, την ίδια δηλαδή ημέρα που ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα Αίτηση. Δεν μπορώ να παραγνωρίσω το, τουλάχιστον αντιφατικό, γεγονός ότι το ίδιο πρόσωπο την ίδια ημέρα αποδέχτηκε την έκδοση διατάγματος καταβολής μηνιαίων δόσεων για εξ αποφάσεως χρέος το οποίο, ουσιαστικά, με αυτό τον τρόπο αναγνωρίζει και ταυτόχρονα καταχώρησε την παρούσα με την οποία ζητά από το Δικαστήριο να ακυρώσει και/ή παραμερίσει την διαιτητική απόφαση από την οποία προέκυψε το χρέος αυτό. Δεν μπορώ να παραγνωρίσω επίσης ότι την ίδια ημέρα, στις 14.10.2013, ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση του επιλέγει να αναφέρει μόνο ότι η αίτηση έρευνας που καταχώρησαν οι Καθ΄ων η Αίτηση ακόμα εκκρεμεί. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν το αποτέλεσμα της Αίτησης, όμως πέραν αυτού θεωρώ ότι ούτε η νομική βάση της Αίτησης παρέχει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επίσης, κρίνω ως απαγορευτικό για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων το γεγονός ότι ουσιαστικά το Δικαστήριο καλείται να αναιρέσει και ακυρώσει προηγούμενη του απόφαση - την απόφαση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης - η οποία εκδόθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Δηλαδή καλείται να ακύρωση διάταγμα ομοιόβαθμου Δικαστηρίου που δεν εκδόθηκε μονομερώς αλλά κατόπιν ακρόασης στην οποία και οι δύο πλευρές εμφανίστηκαν και είχαν την ευκαιρία να ακουστούν, ενεργώντας ουσιαστικά ως εφετείο. Συνοψίζοντας, ο ρόλος του Δικαστηρίου στη διαδικασία εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης περιορίζεται αυστηρά στην διαπίστωση των προϋποθέσεων για εγγραφή και καταχώρηση της απόφασης στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου, ώστε να μπορεί να εκτελεστεί. Η ουσία της διαιτητικής απόφασης, περιλαμβανομένων θεμάτων που αφορούν την εγκυρότητα, νομιμότητα ή δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών, μπορεί να εξεταστεί μόνο στα πλαίσια έφεσης δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Νόμου 22/85. Κατάληξη Καταλήγω ότι ο μοναδικός ορθός τρόπος ελέγχου της απόφασης του διαιτητή ήταν στα πλαίσια καταχώρησης έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης. Στο παρόν στάδιο, δεν δύναται το Δικαστήριο να εξετάσει τα θέματα που εγείρει ο Αιτητής. Η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο