← Κύπρος

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΩΡΟΣΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ ν. ΠΑΥΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Γενική Αίτηση Αρ.: 127/2013, 3/4/2014

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΩΡΟΣΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ ν. ΠΑΥΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Γενική Αίτηση Αρ.: 127/2013, 3/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Γενική Αίτηση Αρ.: 127/2013 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΠΕΡΙ ΣΤΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΣ 22/85 ΚΑΙ 68/87 ΑΡΘΡΑ 52 ΚΑΙ 53 ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΘΕΣΜΩΝ 142/87 ΘΕΣΜΟΣ 79 -και- ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΩΡΟΣΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ Αιτητές - και - 1. ΠΑΥΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ 2. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ 3. ΗΛΙΑΝΑ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ 4. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Καθ' ων η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία 03/04/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Αιτητές: κ. Κ. Α. Σέργης Για τον Καθ' ου η Αίτηση 2: κα. Σ. Γεωργίου --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι Αιτητές με την υπό εξέταση Αίτηση, ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή για σκοπούς εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 26/02/2004 υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση ως αναλόγως εκτελείται και η απόφαση Δικαστηρίου. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών 22/85 ως τροποποιήθηκε, άρθρα 52 και 53, εις τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87 Θεσμό, 79, επί του Νόμου Περί Διαιτησίας, Κεφ. 4, άρθρο 21 και εις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.47, Θ. 1, 2, 3 και Δ.48, Θ. 1, 2, 8 (
  2. nn)και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Σοφίας Παπαγεωργίου, που είναι στην υπηρεσία των Αιτητών, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Την 26/02/2004 διεξήχθη η διαιτητική διαδικασία. II. Όλοι οι Καθ' ων η Αίτηση ειδοποιήθηκαν να παραστούν σ' αυτήν, αλλά μόνο οι Καθ' ων η Αίτηση «3 και 6» παρουσιάστηκαν, οι οποίοι και παραδέχθηκαν το χρέος. III. Στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας της 26/02/2004, εξεδόθη απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον όλων των Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτοί, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, καταβάλουν στους Αιτητές το ποσό των €6.244,42 (Λ.Κ.3.654,70) με τόκο προς 8% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 26/02/2004 μέχρι εξοφλήσεως, «κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους», πλέον το ποσό των €76,88 (Λ.Κ.45,00) ως έξοδα διαιτησίας, «πλέον €57,00 έξοδα επίδοσης της διαιτητικής απόφασης». Προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού της, η ενόρκως δηλούσα παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντίγραφο της απόφασης του διαιτητή ημερομηνίας 26/02/2004, ήτοι το Τεκμήριο Α. IV. Η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 2 στις 25/06/2013 με ιδιωτική επίδοση, ως η δια Νόμου υποχρέωση των Αιτητών, ούτως ώστε αυτός να λάβει γνώση της και εάν ήθελε, να την εφεσιβάλει στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού της, η ενόρκως δηλούσα παρουσίασε στο Δικαστήριο, ένορκη δήλωση του ιδιώτη δικαστικού επιδότη που διενήργησε την επίδοση - ως φαίνεται από το ίδιο το τεκμήριο, ήτοι το Τεκμήριο Γ1 -, επιστολής του δικηγόρου των Αιτητών ημερομηνίας 19/03/2013 στην οποία η απόφαση του διαιτητή ημερομηνίας 26/02/2004 είχε επισυναφθεί. V. Μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης αυτής στις 21/11/2013, οι Αιτητές δεν έλαβαν οποιαδήποτε ειδοποίηση περί της προθέσεως οποιουδήποτε από τους Καθ' ων η Αίτηση να εφεσιβάλει την εν λόγω απόφαση του διαιτητή. VI. Οι Καθ' ων η Αίτηση από την έκδοση της απόφασης του διαιτητή, μέχρι και την καταχώριση της παρούσας Αίτησης, δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό στους Αιτητές και εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €14.052,91 με τόκο επί του εν λόγω ποσού προς 8% από 01/01/2013 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους, πλέον €46,00 έξοδα επίδοσης της απόφασης του διαιτητή. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Ο Καθ' ου η Αίτηση 2, καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση εγείροντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: I. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 προβάλλει προδικαστική ένσταση στην προώθηση και/ή συνέχιση της παρούσας διαδικασίας εναντίον του καθότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον του στα πλαίσια της αίτησης 11/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και ως εκ τούτου, ουδέν δικαίωμα έχουν οι αιτητές να αξιώνουν ως η παρούσα αίτηση εναντίον του ή/και υπό την προσωπική του ιδιότητα. II. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη ελλιπής και/ή οι νόμοι και οι θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν νομιμοποιούν εις την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν εις το Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την παρούσα αίτηση. III. Τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση είναι ανεπαρκή και/ή δεν δικαιολογούν ή στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία. IV. Η αίτηση δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει συμπεριληφθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και/ή έγινε κατά παράβαση του νόμου και των θεσμών και/ή της νομολογίας ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανύπαρκτη. V. Η υπαγωγή του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών διαιτητή, παραβιάζει το και/ή στερεί το δικαίωμα για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο αφού ο διαιτητής διορίζεται μονομερώς από τους Αιτητές χωρίς δικαίωμα του Καθ' ου η Αίτηση 2 να ακουστεί επί του θέματος. VI. Η διαιτητική απόφαση είναι άκυρη και/ή ανυπόστατη καθώς δεν έχει ανανεωθεί ούτε έχει επιδοθεί έγκαιρα και/ή πάσχει εν τη γενέσει της γιατί δεν έγινε στη βάση συνυποσχετικού υπό του Καθ' ου η Αίτηση 2. VII. Η υπαγωγή του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών Διαιτητή, παραβιάζει και καταστρατηγεί το Σύνταγμα, την Ε. Σ. Δ. Α. και τον Περί Διαιτησίας Νόμο, το δικαίωμα του για πρόσβαση στο Δικαστήριο προς διάγνωση της αστικής υποχρέωσης του. VIII. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 υπέγραψε ως εγγυητής κατόπιν ψευδών παραστάσεων, παραπληροφόρησης και απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από τους Αιτητές, ισχυρισμοί οι οποίοι μεταξύ άλλων επηρεάζουν την εγκυρότητα της ευθύνης του και οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί και αποφασιστεί από τον διαιτητή, αλλά από αρμόδιο Δικαστήριο. IX. Η απόφαση του διαιτητή στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας. X. Η διαιτητική απόφαση δεν επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 2 νομότυπα και/ή επιδόθηκε κατά παράβαση των σχετικών δικονομικών προνοιών. Η Ένσταση, βασίζεται στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε. Σ. Δ. Α.), στον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών 22/85 ως τροποποιήθηκε, άρθρα 52 και 53, εις τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87 Θεσμό, 79, επί του Νόμου Περί Διαιτησίας, Κεφ. 4, άρθρο 21, στο Άρθρο 9 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, εις τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.40, Δ.47, Θ. 1, 2, 3 και Δ.48, Θ. 1, 2, 4, 8 (nn), Δ.55 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: I. Τον έχει συμβουλεύσει η δικηγόρος του ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της όπως επιβάλλει η πάγια και σταθερή νομολογία και νομοθεσία, καθώς έχει εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής στα πλαίσια της αίτησης 11/07 από τις 28/03/2007. Ως εκ τούτου και με βάση το Άρθρο 9 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τον βεβαιώνει η δικηγόρος του, κανένας πιστωτής στον οποίο οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας του ή του ιδίου προσωπικά σχετικά με το χρέος ή μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, εκτός κατόπι άδειας του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει. Καμία τέτοια άδεια δεν λήφθηκε για την αίτηση αυτή και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να απορριφθεί. II. Τον έχει περαιτέρω συμβουλεύεσαι η δικηγόρος του ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη καθώς αναφέρεται σε θεσμούς που αφορούν ενδιάμεσες Αιτήσεις και όχι πρωτογενείς όπως η παρούσα. III. Η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε σε ότι αφορά την διαιτησία και την έκδοση της απόφασης του διαιτητή πάσχει από την αρχή γιατί διεξήχθη στην απουσία του και χωρίς την παραχώρηση εκ μέρους του συνυποσχετικού για την υποβολή της διαφοράς σε διαιτησία. Ουδέποτε υπέγραψε τέτοιο έγγραφο και επομένως η όλη διαδικασία που διεξήχθη ήταν στηριζόμενη σε νομοθετική πρόνοια όχι όμως με βάση συνυποσχετικό εκ μέρους του. Τον πληροφόρησε η δικηγόρος του, ότι το Άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου, δεν δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να καταχωρήσει την όποια διαιτητική απόφαση σαν δικαστική εάν η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση της ήταν με βάση νομοθετική πρόνοια. Είναι αναγκαίο δηλαδή να υπάρχει συνυποσχετικό όπως αναφέρεται στην απόφαση 29/05/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, στην Αίτηση με αριθμό 107/2005. IV. Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανύπαρκτη σύμφωνα με πάγια και σταθερή νομολογία. V. Η όλη διαδικασία, από τον διορισμό του διαιτητή μέχρι και την έκδοση της απόφασης του, πάσχει νομικά γιατί έρχεται σε αντίθεση με θεμελιώδεις αρχές φυσικής δικαιοσύνης που προστατεύονται συνταγματικά καθώς και με την Ε. Σ. Δ. Α. Ο διορισμός του διαιτητή έγινε μονομερώς με πρωτοβουλία των Αιτητών, χωρίς να του δοθεί η ευκαιρεία να ακουστεί επί του θέματος πράγμα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Παραβιάστηκε επίσης και το δικαίωμα του για πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο για τη διάγνωση του ισχυριζόμενου αστικού του χρέους όπως προνοεί το Σύνταγμα. VI. Υπέγραψε ως εγγυητής κατόπιν ψευδών παραστάσεων, παραπληροφόρησης και απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από τους Αιτητές. Ως εκ τούτου, η εγκυρότητα της εγγύησης που έδωσε και γενικά η ευθύνη του, πρέπει να εξεταστεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Αυτός ο ισχυρισμός του, δεν θα μπορούσε να είχε προβληθεί και αποφασιστεί από τον Διαιτητή. VII. Η διαιτητική απόφαση δεν του έχει επιδοθεί νομότυπα, έγκυρα και έγκαιρα, γεγονός που καθιστά την όλη διαδικασία παράνομη και άκυρη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία ρυθμίζεται γενικά από τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4. Όταν όμως προκύψει διαφορά μεταξύ της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και μέλους της, πρώην μέλους, προσώπου αξιούντος μέσω μέλους καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους αναφορικά με εργασίες Συνεργατικής Εταιρείας, εφαρμόζεται ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν.22/85), ως έχει τροποποιηθεί, σε συνάρτηση με τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, Κ. Δ. Π. 142/87, ως έχει τροποποιηθεί. Παραθέτω στο σημείο αυτό το εδάφιο

(1)του Άρθρου 52 του Νόμου 22/85 που περιλαμβάνει τα εξής: «52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ΄ οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Ο Κανονισμός 78 της Κ. Δ. Π. 142/87, ρυθμίζει το ζήτημα παραπομπής διαφοράς στον Έφορο ακολουθώντας τις πρόνοιες του Άρθρου 52 του Νόμου του 22/85 που αναφέρθηκε ανωτέρω και έχει ως εξής: «78.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά, αύτη παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι΄ εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογήται και απευθύνεται προς τον Έφορον, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτην, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομερείας αυτής.
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγήν, ή (β) να παραπέμψη την διαφοράν προς επίλυσιν εις ένα ή τρεις διαιτητάς.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Ειδικότερα στο Άρθρο 52
(2)(β) του Νόμου 22/85 προβλέπεται η δυνατότητα παραπομπής μιας διαφοράς προς επίλυση σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί Διαιτησίας. Παρομοίως, με βάση τον Κανονισμό 79 της Κ. Δ. Π. 142/87 προβλέπεται η δυνατότητα παραπομπής μιας διαφοράς προς επίλυση της σε διαιτησία. Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή μπορεί, σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του Άρθρου 52 του Ν.22/85, να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης σε αυτόν της αποφάσεως. Σε περίπτωση, όμως, που η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβληθεί εντός της πιο πάνω χρονικής προθεσμίας ή η έφεση που έχει υποβληθεί εναντίον αυτής έχει εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, τότε, σύμφωνα με το εδάφιο
(5)του Άρθρου 52 του Ν.22/85, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης δεν παρέχεται η δυνατότητα αναθεώρησης ή ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο, εξετάζοντας μια τέτοια αίτηση, όπως είναι η υπό κρίση αίτηση, δεν μπορεί να προχωρήσει σε δικαστικό έλεγχο της ουσίας και της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης. Αντικείμενο της αίτησης είναι μόνο η λήψη άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του διαιτητή. Παραπέμπω σχετικά στην Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου, αρ. 110/95
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 όπου στη σελ.831 τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή . . Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποιά είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επίσης στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη και άλλοι
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα στη σελ.719: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η δυνατότητα ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου μιας διαιτητικής απόφασης παρέχεται με βάση το εδάφιο
(4)του Άρθρου 52 του Νόμου 22/85 που αναφέρθηκε ανωτέρω και, περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 56 του ιδίου Νόμου παρέχεται η δυνατότητα σε κάποιο που θεωρεί ότι δεν ικανοποιείται από απόφαση του Εφόρου, η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω Νόμου και, συνεπώς, και των διατάξεων που του παρέχουν εξουσία για παραπομπή ή όχι σε διαιτησία, να προσβάλει τη σχετική απόφαση με ιεραρχική προσφυγή στον αρμόδιο Υπουργό. Στην περίπτωση δε που δεν ικανοποιηθεί από την απόφαση του Υπουργού έχει, βάσει του εδαφίου
(5)του Άρθρου 56 του Ν.22/85, να προσφύγει στο Δικαστήριο. Παραθέτω πιο κάτω τις πρόνοιες του Άρθρου 52
(4)του Νόμου 22/85 που έχουν ως ακολούθως: «Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιάς ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.» Περαιτέρω, παραθέτω πιο κάτω και τις πρόνοιες των εδαφίων
(1)και
(5)του Άρθρου 56 του Νόμου 22/85 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «
(1)Οποιοσδήποτε δεν ικανοποιείται από απόφαση του Εφόρου που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εκτός εάν αυτή αφορά ή σχετίζεται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων ή της εξουσίας του που προβλέπεται στα Μέρη VIA και VIB, δύναται εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης, να την προσβάλει στον Υπουργό με έγγραφη αίτηση του, στην οποία να εκθέτει τους λόγους που την υποστηρίζουν. ...........................................
(5)Ο μη ικανοποιηθείς εκ της αποφάσεως του Υπουργού δύναται να προσφύγη εις το Δικαστήριον, αλλά μέχρι της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού, εν περιπτώσει προσφυγής εις αυτόν, ή, εν περιπτώσει μη προσφυγής εις αυτόν, μέχρι της παρελεύσεως της εις το εδάφιον
(1)προβλεπομένης προθεσμίας διά την καταχώρισιν προσφυγής, η απόφασις του Εφόρου δεν καθίσταται εκτελεστή.» Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο που εφαρμόζεται σε αιτήσεις του υπό εξέταση είδους είδους, για να μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο η εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: I. Να έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση. II. Η διαιτητική απόφαση να έχει κοινοποιηθεί/γνωστοποιηθεί στους διαδίκους έτσι ώστε να λάβουν γνώση γι' αυτή και το περιεχόμενο της. III. Να έχει εκπνεύσει ο χρόνος των 21 ημερών - που καθορίζεται από τα εδάφια
(4)και
(5)του Άρθρου 52 του Νόμου 22/85 - από της γνωστοποιήσεως στους διαδίκους της διαιτητικής απόφασης και να μην έχει ασκηθεί οποιαδήποτε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως, ενώ αν έχει καταχωρηθεί έφεση, αυτή να έχει αποτύχει και IV. Η αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης να γίνει δια κλήσεως[i]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σ' ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν, χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας ή η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Και τούτο έχει την δική του ιδιαίτερη σημασία, καθ' ότι η υπό εξέταση Αίτηση είναι πρωτογενής διαδικασία και ο τρόπος εκδίκασης της σε ότι αφορά την προσκόμιση μαρτυρίας και την από πλευράς Αιτητών απόσεισης του σχετικού βάρους απόδειξης της, διαφέρει απ' αυτή των ενδιάμεσων αιτήσεων. Σε περιπτώσεις αιτήσεων του είδους όπως η υπό εξέταση, η παράλειψη του διάδικου - ο οποίος έχει το βάρος να αποδείξει γεγονότα -, να προσκομίσει προφορική μαρτυρία, δεν συνεπάγεται ακύρωση ή εξουδετέρωση της αίτησης. Απλά, τα όποια γεγονότα τα οποία είχε εγείρει ο αιτητής και τα οποία είτε αμφισβητήθηκαν ουσιωδώς από την άλλη πλευρά ή συγκρούονται με γεγονότα που ήγειρε αυτή, τότε ο αιτητής αν δεν προσκομίσει προφορική μαρτυρία κατά την ακρόαση, θα θεωρηθεί ότι απέτυχε να αποδείξει, όχι κατ΄ ανάγκη ολόκληρη την αίτηση ή μέρος αυτής, αλλά τα συγκεκριμένα συγκρουόμενα γεγονότα μόνο. Και τότε οι επιπτώσεις γι΄ αυτόν θα ποικίλλουν ανάλογα με την σημασία και σπουδαιότητα του συγκεκριμένου γεγονότος ή των συγκεκριμένων γεγονότων , που παρέμειναν αναπόδεικτα. Θα επανέλθω επί του προκείμενου στην συνέχεια. Οι τυπικές προϋποθέσεις και το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζουν την Αίτηση Εξετάζοντας στην προκείμενη περίπτωση τις προαναφερθείσες παραμέτρους που θέτει η σχετική νομοθεσία και η επί του προκείμενου νομολογία για την εγγραφή διαιτητικής απόφασης ως απόφαση δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης της, διαπιστώνω τα ακόλουθα: Έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση
  1. Σχετικό είναι το Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης. Ισχυρισμός περί γεγονότος που δεν έχει άλλωστε αμφισβητηθεί από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση
  2. Η διαιτητική απόφαση έχει κοινοποιηθεί/γνωστοποιηθεί στον Καθ' ου η Αίτηση 2 (δια προσωπικής επιδόσεως της σ' αυτόν από ιδιώτη δικαστικό επιδότη) έτσι ώστε αυτός έχει λάβει γνώση γι' αυτή και το περιεχόμενο της. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση ότι αυτή δεν του επιδόθηκε κανονικά, χωρίς άλλο θετικό ισχυρισμό περί γεγονότων που να τεκμηριώνει τούτη την θέση του, δεν είναι αρκετός ώστε να θέσει υπό αμφισβήτηση την περί του αντίθετου θέση των Αιτητών. Όπως έχει τεκμηριωθεί από τους Αιτητές, η απόφαση του διαιτητή επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ' ου η Αίτηση 2 από τον ιδιώτη δικαστικό επιδότη κ. Κούλη Ξενή την 25/05/
  3. Τεκμήριο Γ1 στην ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης, είναι η ένορκος δήλωση του εν λόγω ιδιώτη δικαστικού επιδότη που διενήργησε την επίδοση, που επιβεβαιώνει τα του γεγονότος αυτού. Μάλιστα, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 προς επιβεβαίωση παραλαβής της διαιτητικής απόφασης, διαπιστώνω ότι έθεσε και επί του αντιγράφου της σχετικής επιστολής στην οποία αυτή επισυνάφτηκε (που επισυνάπτει ως τεκμήριο στην ένορκο δήλωση του ο ιδιώτης δικαστικός επιδότης) και την υπογραφή του. Το γεγονός ότι η διαιτητική απόφαση είχε επισυναφθεί στην επιστολή που επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 2, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αντικανονικότητα σε ότι αφορά την επίδοση της, αφού αυτό που έχει σημασία είναι ότι αυτή, έστω και με τον τρόπο αυτό, ήρθε σε προσοχή του Καθ' ου η Αίτηση
  4. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau και άλλων, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, ημερομηνίας 13/09/2013[ii]. Περαιτέρω, αποτελεί αναμφισβήτητο από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση 2 γεγονός ότι, έχει εκπνεύσει ο χρόνος των 21 ημερών από της γνωστοποιήσεως σ' αυτόν της διαιτητικής απόφασης και ότι, κατά της εν λόγω αποφάσεως, αυτός δεν έχει ασκήσει οποιαδήποτε έφεση. Ο επί του προκείμενου ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε, που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, είναι, για τους λόγους που επικαλείται, εξ υπαρχής άκυρη και ότι λόγω τούτου, δεν προέκυψε ποτέ η υποχρέωση αμφισβήτησης της. Ισχυρισμό τον οποίο εξετάζω παρακάτω. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι αναγκαίες τυπικές προϋποθέσεις για την εγγραφή της απόφασης του διαιτητή, ως απόφαση Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης της σε ότι αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση
  5. Ως εκ των προαναφερθέντων, οι λόγοι ένστασης υπ' αριθμόν 3 και 10 στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 2, απορρίπτονται. Η νομική βάση και ο τύπος της Αίτησης Η Αίτηση βασίζεται στον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών 22/85 ως τροποποιήθηκε, άρθρα 52 και 53, εις τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87, Θεσμό, 79, επί του Νόμου Περί Διαιτησίας, Κεφ. 4, άρθρο 21 και εις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.47, Θ. 1, 2, 3 και Δ.48, Θ. 1, 2, 8 (nn) και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Βάσει της προαναφερθείσας ανάλυσης της νομικής πτυχής του θέματος, προκύπτει ότι η βάση της Αίτησης υποστηρίζει την Αίτηση, τόσο σε ότι αφορά το ουσιαστικό όσο και το δικαιοδοτικό, στην προκείμενη περίπτωση, δίκαιο. Ως εκ τούτου, η περί του αντίθετου θέση του Καθ' ου η Αίτηση 2, που προβλήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ως λόγος ένστασης (λόγος ένστασης υπ' αριθμόν 2στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 2), απορρίπτεται. Οι Αιτητές, καταχώρησαν, συμμορφούμενοι με την σχετική επί του προκείμενου νομολογία, πρωτογενή αίτηση την οποία επέδωσαν στον Καθ' ου η Αίτηση 2, δίδοντας του έτσι το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει τους όποιους ισχυρισμούς του σε ότι αφορά την διαδικασία, αντικείμενο αυτής. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση 14/2008 του Αλέκου Αλεξάνδρου για την Έκδοση Εντάλματος Certiorari
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 313 στην οποία τονίστηκε ότι: « η αίτηση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε γίνει όχι μονομερώς, αλλά δια κλήσεως, ώστε να δινόταν το δικαίωμα να ακουστεί και η άλλη πλευρά». Η παρούσα αίτηση αναμφίβολα είναι πρωτογενής αίτηση καθώς δεν εκκρεμεί καμία άλλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου που να αφορά την υπόθεση αυτή. Αν και ηγέρθηκε ως λόγος ένστασης το λανθασμένο του τύπου της αίτησης και μνημονεύθηκε στην γραπτή αγόρευση της δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση 2 και η Δ.55, των Θ. Π. Δ. προς υποστήριξη της θέσης αυτής, δεν έγινε απολύτως αντιληπτό στο Δικαστήριο, τι ακριβώς είναι που υποστηρίζει τούτη την θέση του Καθ' ου η Αίτηση
  1. Ως εκ τούτου ανέτρεξα στην Δ.55, των Θ. Π. Δ. για να εξετάσω αν οι πρόνοιες αυτής παρέχουν έρεισμα στο εγειρόμενο προαναφερθέν ζήτημα. Η Δ.55 των Θ. Π. Δ. διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  2. Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court, by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.
  3. The Court or Judge may direct such persons to be served with the summons as they or he may think fit.
  4. The application shall be supported by such evidence as the Court or Judge may require.
  5. The Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined on originating summons». Από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι η εγγραφή διαιτητικής απόφασης δεν εμπίπτει εντός του εύρους της Δ.55 των Θ. Π. Δ. Αυτή φαίνεται να αφορά σε εντελώς διαφορετικά ζητήματα και δεν καλύπτει την εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Ως εκ τούτου, η θέση (προφανώς), του Καθ' ου η Αίτηση 2, ότι επειδή στην παρούσα περίπτωση ισχύει η Δ.55 των Θ. Π. Δ. θα έπρεπε η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης να γίνει στον Τύπο 50 ή 51, θεωρώ ότι είναι λανθασμένη και δεν ευσταθεί. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι ούτε και οι πρόνοιες της Δ.47 των Θ. Π. Δ. που μνημονεύεται στην νομική βάση της Αίτησης των Αιτητών, τυγχάνουν εφαρμογής. Δέστε επ' αυτού την Αίτηση 101/2001 του Χριστόδουλου Πιττάκα για έκδοση Εντάλματος Certiorari και Writ of Prohibition
(2001)1 Α.Α.Δ. 1932. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε από τους Αιτητές για την έναρξη της διαδικασίας στην υπό κρίση Αίτηση είναι αντικανονικός και, επομένως, ότι αυτό καθιστά την υπό κρίση αίτηση παράτυπη ή άκυρη. Συνακόλουθα ούτε ο 4ος λόγος ένστασης στην ειδοποίηση ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 2 κρίνω ότι ευσταθεί. Η απόφαση του Διαιτητή επί της ουσίας της Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 με τους λόγους υπ' αριθμόν 8 και 10 στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης του, εγείρει θέματα που άπτονται της ουσίας της απόφασης του διαιτητή, τα οποία, βάσει της υπόθεσης Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου, αρ. 110/95
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 ανωτέρω, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης σ' αυτή την αίτηση. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είχε, βάσει του Άρθρου 52
(4)του Νόμου 22/85 δικαίωμα να εγείρει όποια τέτοια θέματα ήθελε προς αναθεώρηση από το Δικαστήριο εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που τάσσει ο Νόμος, δια εφέσεως, και δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της αίτησης αυτής, μπορεί μόνον να ενασχοληθεί με θέματα που άπτονται της προώθησης εκτέλεσης της απόφασης του διαιτητή και όχι με θέματα, πλέον τελικά, που άπτονται της ουσίας της. Η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν με βάση «συνυποσχετικό» αλλά βάσει νομοθετικής πρόνοιας Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, τουλάχιστον με βάση τα προβλεπόμενα στο Νόμο 22/85, η διαιτησία αυτή, αποτελεί νομοθετική διαιτησία και ότι αν και ο κυπριακός περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4 δεν προνοεί για εφαρμογή του στις περιπτώσεις νομοθετικών διαιτησιών[1], εντούτοις είναι σαφές πως αυτό το πράττει ρητώς ο Νόμος 22/85 με την πρόνοια για διεξαγωγή της διαιτησίας «συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσης νομοθεσίας περί διαιτησίας». Δέστε το άρθρο 52
(2)(β) του Νόμου 22/
  1. Έχω τη γνώμη ότι βάσει αυτής της πρόνοιας, τυγχάνει εφαρμογής, κατ' αναλογία, το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 το οποίο έχει ως εξής: «
  2. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.» Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, «Δικαστήριο» σημαίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο ή οποιοδήποτε δικαστή αυτού και συνεπώς, κρίνεται πως ορθώς οι Αιτητές αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Ως εκ των ανωτέρω, ο λόγος ένστασης υπ' αριθμόν 6 στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 2, απορρίπτεται. Υποστηρικτική της θέσης αυτής είναι η απόφαση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντυ Κυριακίδη και άλλων
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, στην οποία το εγειρόμενο στην παρούσα ως λόγος ένστασης ως προαναφέρθηκε αντιμετωπίστηκε κατά τον τρόπο που προανέφερα. Παραθέτω αυτούσια περικοπή από την εν λόγω απόφαση: «Η υπό συζήτηση αίτηση, που καταχώρισαν οι εφεσείοντες, επιδόθηκε στους εφεσίβλητους. Η πρωτόδικος δικαστής από μόνη της ήγειρε νομικό ζήτημα και αφού έδωσε την ευκαιρία στους δικηγόρους να εκφράσουν τις απόψεις τους επ΄αυτού, απέρριψε την αίτηση. Η δικαστής διαφοροποίησε τη λειτουργία του Άρθρου 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, τις πρόνοιες του οποίου παραθέσαμε πιο πάνω, και αυτές του Άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Συμπέρανε, συγκεκριμένα, πως το Άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου εφαρμόζεται όπου υπάρχει συνυποσχετικό, συμφωνία δηλαδή, για παραπομπή της διαφοράς των συμβαλλομένων σε διαιτησία, ενώ το Άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, μολονότι παραπέμπει στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις παραπομπής της διαφοράς από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών σε διαιτησία. Επομένως, κατέληξε η δικαστής, δεν μπορούσε να προωθηθεί η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης με το είδος της αίτησης που καταχώρισαν οι εφεσείοντες. Το αποτέλεσμα βεβαίως της πρωτόδικης απόφασης είναι να παραμένει ανεκτέλεστη η διαιτητική απόφαση, μολονότι το Άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ειδικά προβλέπει πως, εφόσον παρέλθει η περίοδος της υποβολής έφεσης, η απόφαση του διαιτητή εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Δεν δόθηκε δηλαδή θεραπεία στους εφεσείοντες, η οποία αφορούσε μάλιστα στην εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, που προσελάμβανε, για σκοπούς εκτέλεσης σύμφωνα με το Νόμο, την ισχύ απόφασης πολιτικού Δικαστηρίου. Έχουμε τη γνώμη πως η πρωτόδικη απόφαση είναι εσφαλμένη. Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική επί του προκείμενου είναι και η πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλατζιάς, Πολιτική Έφεση Αρ. 357/2008, ημερομηνίας 11/04/2012. Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται ότι η οποιαδήποτε επί του προκείμενου διαφωνία σε ότι αφορούσε το θέμα της παραπομπής της διαφοράς (αντικείμενο της επίδικης απόφασης του διαιτητή) σε διαιτησία, υπό του Εφόρου, θα μπορούσε να είχε προσβληθεί από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση 2, βάσει του Άρθρου 56 του Νόμου 22/85, σε προγενέστερο στάδιο, πολύ πιο πριν της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης, κάτι που δεν έγινε. Ως εκ τούτου, ο Καθ' ου η 2 κωλύεται από του να εγείρει τον εν λόγω ισχυρισμό στα πλαίσια της υπό εξέταση Αίτησης και γι' αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο. Το δικαίωμα του Καθ' ου η Αίτηση 2 να έχει πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο Το θέμα εγείρεται με τους λόγους ένστασης υπ' αριθμόν 5 και 7 του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην ειδοποίηση περί της προθέσεως ένστασης του. Διαφωνώ όμως με την εισήγηση του αυτή. Η δυνατότητα ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου μιας διαιτητικής απόφασης από το Δικαστήριο, παρέχεται με βάση το εδάφιο
(4)του Άρθρου 52 του Νόμου 22/85 που αναφέρθηκε ανωτέρω και, περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 56 του ιδίου Νόμου, παρέχεται η δυνατότητα σε κάποιο που θεωρεί ότι δεν ικανοποιείται από απόφαση του Εφόρου, η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω Νόμου και, συνεπώς, και των διατάξεων που του παρέχουν εξουσία για παραπομπή ή όχι σε διαιτησία, να προσβάλει τη σχετική απόφαση με ιεραρχική προσφυγή στον αρμόδιο Υπουργό. Στην περίπτωση δε που δεν ικανοποιηθεί από την απόφαση του Υπουργού έχει, βάσει του εδαφίου
(5)του Άρθρου 56 του Ν.22/85, να προσφύγει στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση 2 ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε και οδήγησε στην έκδοση της απόφασης του διαιτητή, είτε ότι του παραβίασε, είτε ότι του στέρησε το δικαίωμα του για πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είχε στην διάθεση του δυνάμει των προαναφερόμενων προνοιών του σχετικού Νόμου τα μέσα να οδηγήσει το οποιοδήποτε τυχόν θέμα θεωρούσε απαραίτητο προς θεώρηση ή αναθεώρηση από το Δικαστήριο εντός ταχθείσας προθεσμίας και απλά δεν έκαμε χρήση αυτού του δικαιώματος του. Το διάταγμα παραλαβής που έχει εκδοθεί εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2 Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 με την ένορκη δήλωση του που καταχώρησε προς υποστήριξη της ένστασης του, ισχυρίστηκε, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί από πλευράς Αιτητών, ότι στις 28/03/2013 έχει εκδοθεί εναντίον του και έκτοτε βρίσκεται σε ισχύ, διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Τούτο, ισχυρίζεται, δημιουργεί κώλυμα στους Αιτητές στο να προωθήσουν την υπό εξέταση Αίτηση. Υπόβαθρο του εν λόγω λόγου ένστασης του, είναι το Άρθρο 9, του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5. Το εν λόγω Άρθρο του Κεφ. 5, έχει ως ακολούθως: «
(1)Με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, επίσημος παραλήπτης θα καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη, και ακολούθως, εκτός όπως διατάσσεται από το Νόμο αυτό, κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δε θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του χρεώστη σχετικά με το χρέος ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, εκτός κατόπι άδειας του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει: Νοείται ότι για χρέη, τα οποία δημιουργεί ο χρεώστης μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, οποιοδήποτε πρόσωπο θα έχει το δικαίωμα να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία εναντίον του χρεώστη προσωπικά προς είσπραξη της απαίτησής του, χωρίς οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου: Νοείται περαιτέρω ότι οποιοδήποτε πρόστιμο ήθελε επιβληθεί από οποιοδήποτε Δικαστήριο στο χρεώστη είτε πριν είτε μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής δε δύναται να επαληθευθεί εναντίον της πτωχευτικής περιουσίας και είναι πληρωτέο από το χρεώστη προσωπικά.
(2)Αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία η οποία άρχισε εναντίον χρεώστη πριν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής συνεχίζεται και μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου ή τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ή άλλης νόμιμης διαδικασίας.
(3)Μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής και πριν την έκδοση του διατάγματος κήρυξης του χρεώστη σε πτώχευση, ο χρεώστης είναι το μόνο πρόσωπο που δύναται να εγείρει ή υπερασπιστεί οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία που αφορά την περιουσία του: Νοείται ότι η αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία καταχωρείται υπό και/ή εναντίον του χρεώστη προσωπικά και μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής.
(4)Από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, ο πτωχεύσας, με εξουσιοδότηση του επίσημου παραλήπτη ή του διαχειριστή και με άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει, συμπεριλαμβανομένης και της ασφάλειας εξόδων, δύναται να εγείρει ή υπερασπιστεί οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία που αφορά την περιουσία του.
(5)Τηρουμένων των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή περιουσία ανακτάται από τις προαναφερόμενες νομικές διαδικασίες σύμφωνα με τα εδάφια
(3)και
(4), θα περιέρχεται στον επίσημο παραλήπτη ή στο διαχειριστή.
(6)Μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής κανένας πιστωτής δε θα δικαιούται να εγγράψει απόφαση ή υποθήκη ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση επί της περιουσίας του χρεώστη.
(7)Το άρθρο όμως αυτό δεν θα επηρεάζει την εξουσία ασφαλισμένου πιστωτή να εκποιήσει ή άλλως πως να χειριστεί την ασφάλεια του με τον ίδιο τρόπο που θα εδικαιούτο να την εκποιήσει ή χειριστεί, αν το άρθρο αυτό δεν είχε θεσπιστεί». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Διευκρινίζω εδώ, ότι η εισήγηση της δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση 2 περιορίστηκε στο εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του Κεφ. 5, χωρίς αναφορά στα εδάφια
(2)και
(3)αυτού, που είναι, για τους λόγους που αναφέρω στην συνέχεια, απολύτως σχετικά. Κατ' αρχήν, ως έχει νομολογηθεί, το μόνο επίδικο θέμα στην υπό εξέταση διαδικασία, είναι η προώθησης της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφαση. Δεν πρόκειται για διαδικασία δια της οποίας επιδιώκεται οποιαδήποτε «θεραπεία» εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του Καθ' ου η Αίτηση 2 σχετικά με χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση. Ως εκ τούτου, οι πρόνοιες του Άρθρου 9
(1)του Κεφ. 5 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση και δεν χρειαζόταν η εκ των προτέρων άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση της υπό εξέταση Αίτησης. Το θέμα κατά πόσο οι Αιτητες, - αφού πρώτα η απόφαση του διαιτητή καταστεί απόφαση Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης της -, θα μπορούν να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης της ή/και πως ή/και εάν η εκ των προτέρων λήψη άδειας του Δικαστηρίου είναι ή όχι απαραίτητη βάσει του εδαφίου
(1)του Άρθρου 9 του Κεφ. 5, υπό το φως των προνοιών και των εδαφίων
(2)και
(3)αυτού, είναι κάτι το οποίο πρόωρα εγείρεται μέσα απ' αυτή την διαδικασία από τον Καθ' ου η Αίτηση
  1. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα για καταχώρηση και εγγραφή στο σχετικό αρχείο του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας της Απόφασης του Διαιτητή ημερομηνίας 26/02/2004, Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την κριθείσα Αίτηση ημερομηνίας 21/11/2013, αναφορικά με τον Καθ' ου η Αίτηση
  2. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Αιτητές δικαιούνται τα έξοδα τους. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται λοιπόν σε βάρος του Καθ' ου η Αίτηση 2 και υπέρ των Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως για παράδειγμα ο αντίστοιχος αγγλικός Arbitration Act 1950 στο άρθρο 31 - βλέπετε το σύγγραμμα Russel on Arbitration, 19η έκδοση, σελ.
  3. [i] Δέστε επ' αυτού τις υποθέσεις Αίτηση Αλέκου Αλεξάνδρου, αρ. 14/08,
(2008)1 Α.Α.Δ. 313 και Αίτηση Βασούλα Τάσου(Κακουρή) αρ.152/99
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372. [ii] Στην εν λόγω υπόθεση, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Οι Εφεσίβλητοι παραπονέθηκαν για κακή επίδοση. Κατ' αρχάς ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως ότι οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να επιδώσουν τα έγγραφα που αναφέρονται στο διάταγμα. Θεώρησαν ότι τους επιδόθηκαν μόνο δύο έγγραφα. Το πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου στην ελληνική γλώσσα και η ένορκη δήλωση της μεταφράστριας Ειρήνης Καλλή στην οποία επισυνάπτονται δύο έγγραφα καθώς και οι μεταφράσεις τους, ήτοι:- Το κλητήριο στην ελληνική και αγγλική, καθώς και η Ειδοποίηση στην ελληνική και αγγλική. Οι Εφεσίβλητοι θεωρούν ότι επειδή το κλητήριο ένταλμα και η Ειδοποίηση ήταν επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση της μεταφράστριας, δεν έπρεπε να θεωρηθούν ως επιδομένα σύμφωνα με το διάταγμα. Δεν συμφωνούμε. Πρόκειται για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, αλλά και με τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των Εφεσιβλήτων». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.