← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. PHILIP PHILIPPOU κ.α., Αρ. Αγωγής: 1803/12, 30/4/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. PHILIP PHILIPPOU κ.α., Αρ. Αγωγής: 1803/12, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1803/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD), εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και - 1. PHILIP PHILIPPOU, από Αραδίππου 2. LEOPHIL GARDENS LTD, από Αραδίππου 3. P & P PHILIPPOU SALES LTD, από Αραδίππου 4. P.S.G.D. PARADISE HOME LTD, από Αραδίππου 5. OCEAN REEF PROPERTIES LTD, από Αραδίππου Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/11/13 ΓΙΑ ΑΚΥΡΩΣΗ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ (SET ASIDE) ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΔΟΔΗΚΕ ΛΟΓΩ ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1 ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΩΝ 27/9/12 ΚΑΙ 28/3/13 Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κα Μιχαηλίδου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κος Λοϊζου για Ανδρέα Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 1 με την παρούσα αίτηση επιδιώκει (α) τον παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας με υπηρεσία courier ημερομηνίας 27/9/12, (β) τον παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 28/3/13 και (γ) τον παραμερισμό της ερήμην του απόφασης εναντίον του ημερομηνίας 3/6/13 η οποία εκδόθηκε στη βάση του διατάγματος ημερομηνίας 28/3/13. Η αίτηση εδράζεται στη Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.17Θ.10 και Δ.48 Θ.1-4, 9(
  2. h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο Άρθρο 30

(3)(β) του Συντάγματος, στους Κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των αιτητών, δεόντως εξουσιοδοτημένη, όπως αναφέρεται στην παρ. 1 της ένορκης δήλωσης, καθ' ότι ο Εναγόμενος 1 είναι κάτοικος εξωτερικού, ο οποίος ασθενεί και δεν μπορεί να παρευρίσκεται στην Κύπρο. Εξηγούνται δε οι λόγοι για τους οποίους κατά την άποψη της το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει τα ως άνω αιτούμενα διατάγματα, οι οποίοι δεν χρειάζονται να καταγραφούν τώρα αφού θα σχολιασθούν σε κατοπινό στάδιο σε άλλο μέρος της απόφασης. Με την ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έξι
(6)Τεκμήρια. Η Ενάγουσα όπως ήταν αναμενόμενο για να διαφυλάξει την υπέρ της εκδοθείσα απόφαση εναντίον του Εναγομένου 1, καταχώρησε ένσταση, η οποία στηρίζεται στις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, θεσμούς και άρθρο του Συντάγματος, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αστήρικτη, παράτυπη, αντικανονική, καταχρηστική, υποβλήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ο Εναγόμενος δεν έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη ή καλή υπεράσπιση, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 νόμιμα και κανονικά σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 28/3/13, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη καθ' ότι η ενόρκως δηλούσα δεν εξουσιοδοτείται από τον Εναγόμενο 1 και έγινε από αναρμόδιο πρόσωπο και ο Εναγόμενος 1 δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Ενάγουσας η οποία παραθέτει τα γεγονότα που επεξηγούν τους λόγους ένστασης, τα οποία θα τύχουν σχολιασμού πιο κάτω σε άλλο μέρος της απόφασης και δεν καθίσταται αναγκαίο να καταγραφούν και σε αυτό το σημείο. Επισυνάπτονται τρία
(3)Τεκμήρια. Η δικηγόρος του Εναγόμενου 1 με την αγόρευση της, αφού κάνει αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, εξηγεί πιο εκτενώς και με επιχειρηματολογία αυτή. Αφού επικαλείται σχετική νομολογία, εισηγείται ότι (α) υπάρχει κακή επίδοση στην αγωγή που οδηγεί σε παραμερισμό της απόφασης, (β) σε περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει την εισήγηση αυτή δίνεται εξήγηση για την μη εμφάνιση του Εναγομένου 1 και γιατί καταχωρήθηκε τώρα η αίτηση και όχι σε προγενέστερο στάδιο και (γ) ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση. Από την άλλη ο δικηγόρος της Ενάγουσας αφού αναφέρεται στους λόγους ένστασης και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, προβάλλει εντελώς αντίθετες θέσεις προβαίνοντας σε επιχειρηματολογία με επίκληση ανάλογης επιχειρηματολογίας. Αρχίζοντας από την εισήγηση της δικηγόρου του Εναγομένου 1 ότι υπήρξε αλλαγή του ονόματος της Ενάγουσας υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, αν και από την ανάγνωση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει δεν εντόπισα τέτοιο ισχυρισμό, καταδεικνύεται από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι τούτο έγινε με σχετική ειδοποίηση ημερομηνίας 22/3/13 δυνάμει του άρθρου 28
(1)του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και ΄Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17
(1)/13 ως τροποποιήθηκε από το Νόμο 38
(1)/13 ημερομηνίας 17/5/13 και το άρθρο 7
(2)της Κ.Δ.Π. του 2013 Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Αναλύοντας τώρα ένα προς ένα τα σημεία που ετέθησαν από τις δύο πλευρές, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η θέση της Ενάγουσας ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική επειδή, κατά την άποψη του, δεν αναφέρεται από ποιον εξουσιοδοτήθηκε η ενόρκως δηλούσα, αφού από τα συμφραζόμενα των παρ. 1, 2 και 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση εξάγεται το συμπέρασμα ότι εξουσιοδοτήθηκε από τον Εναγόμενο 1 αφού είχε προσωπική επικοινωνία μαζί του έστω και αν εκεί που αναφέρεται ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη δεν αναφέρεται ρητά στο όνομα του Εναγόμενου 1. Όσον αφορά την άλλη πτυχή αυτού του λόγου ένστασης, για παρατυπία και αντικανονικότητα, που πηγάζει από το γεγονός ότι την ένορκο δήλωση την κάνει δικηγόρος, πράγματι στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Δημητρίου Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 επισημάνθηκε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να γίνεται από δικηγόρο και αναμένετο, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Μάλιστα στην προσφυγή 104/05 Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 27/10/05, με μονομελή σύνθεση, η μη επεξήγηση γιατί η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο αν και θεωρήθηκε επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης, εντούτοις εξετάστηκε η ουσία και απορρίφθηκε για άλλους λόγους. Ίδια ήταν η προσέγγιση, αν και δεν είχε το ίδιο αποτέλεσμα και στην προσφυγή αρ. 869/05 Svetlana Shalaeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 24/3/06 καθώς και στην αίτηση της LI XIN
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 από τον ίδιο Εφέτη, όπως και στην προσφυγή αρ. 925/10 Hinfu Huang v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20/8/10 με μονομελή σύνθεση, από άλλο εφέτη. Όμως η ορθή διάσταση της αρχής επί του θέματος τούτου διατυπώνεται στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rygolovlena κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 υπό τριμελή σύνθεση ως Εφετείο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να βρει έρεισμα αφού ο Εναγόμενος 1 διαμένει στο εξωτερικό, που αποτελεί κατάλογο και δικαιολογεί το γεγονός ότι την έκανε δικηγόρος, και επιπλέον ένεκα ασθένειας δεν μπορούσε να ταξιδέψει ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. ΚΚΚ κκκ Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν τηρήθηκε η Δ.2 Θ.2 που προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου θα σφραγίζεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, παραβλέπεται ότι οι άλλες Εναγόμενες εταιρείες είναι εγγεγραμμένες στην Κύπρο και έχουν το εγγεγραμμένο γραφείο και την έδρα τους στην Κύπρο, οπότε εφαρμόζεται η Δ.6 Θ.1(θ) η οποία όπως έχει ερμηνευθεί στις αποφάσεις Larticon Co v. Detergenta Development Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121 και Niki Christoforou Domestics Ltd v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 273, όταν ο ένας από τους Εναγόμενους είναι εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν χρειάζεται η υποβολή αίτησης προς λήψη άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του. Σε σχέση με το θέμα της κακής επίδοσης ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η επίδοση δυνάμει του διατάγματος ημερομηνίας 27/9/12 έγινε σε διεύθυνση που δεν ανταποκρίνεται στην ορθή διεύθυνση και σε πρόσωπο που δεν έχει καμία σχέση με τον Εναγόμενο
  1. Όμως σύμφωνα με τις παραγράφους 9, 10 και 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, η επίδοση της αγωγής αρ. 1150/12 Ε. Δ. Λάρνακας η οποία στρέφετο εναντίον και του Εναγόμενου 1 έγινε στη συγκεκριμένη διεύθυνση και στο ίδιο πρόσωπο, τη Sophie, στις 17/8/12, και καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης στις 12/11/12 από τους Δικηγόρους Νεοφύτου & Νεοφύτου για τον Εναγόμενο 1, γεγονός που αποδεικνύει από τη μια ότι έλαβε γνώση της αγωγής και από την άλλη ότι δεν εγέρθηκε θέμα ότι δεν ήταν η διεύθυνση του ή ότι η Sophie δεν είχε καμιά σχέση μαζί του. Να λεχθεί ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 5/6/
  2. Τα πιο πάνω δεν αντικρούστηκαν από τον Εναγόμενο
  3. Εκείνο που έχει σημασία στην περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, και αποτελεί και το κριτήριο έκδοσης τέτοιου διατάγματος, όπως η λογική του πράγματος το επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο ένταλμα υπόψη του Εναγομένου βλ. υπόθεση Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36,
  1. Η επίδοση της αγωγής αρ. 1150/12 Ε. Δ. Λάρνακας στην ως άνω συγκεκριμένη διεύθυνση, αφού στη βάση αυτής καταχωρήθηκε το σημείωμα εμφάνισης στις 12/11/12 από τους ίδιους δικηγόρους, εκπλήρωνε ακριβώς, την βεβαιότητα θα έλεγα, ότι η παρούσα αγωγή θα περιέρχετο σε γνώση του Εναγόμενου
  2. Αν και τελικά η απόφαση της οποίας επιζητείται ο παραμερισμός της, δεν εκδόθηκε στη βάση της επίδοσης αυτής δυνάμει του διατάγματος ημερομηνίας 27/9/12 και δεν επηρεάζεται έτσι με οιονδήποτε τρόπο, αφού ο Εναγόμενος 1 το έφερε στην επιφάνεια, δεν βρίσκω ότι υπάρχει κακή επίδοση. Όσον αφορά το θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Εναγομένου 1, έχοντας υπόψη την αρχή της απόφασης Karim, ανωτέρω, βρίσκω ότι, στο σύγχρονο και εξελιγμένο τρόπο ζωής, η με αυτό τον τρόπο επίδοση μπορεί να αποτελέσει ένα πρόσφορο τρόπο επίδοσης αφού κατά λογική προοπτική το κλητήριο ένταλμα θα περιέλθει σε γνώση ενός εναγόμενου υπό τις κατάλληλες περιστάσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στις 28/3/13 εκδόθηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη συγκεκριμένη υπό αναφορά ηλεκτρονική διεύθυνση η οποία έγινε στις 18/4/
  3. Το παράπονο του Εναγομένου 1 εμπεριέχεται στις παρ. 12, 13 και 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Τούτο συνίσταται στην πεποίθηση της ενόρκως δηλούσας ότι η επίδοση που διενεργήθηκε είναι ανεπαρκής και ανεξακρίβωτη εφόσον δεν δύναται να διασφαλιστεί η ακριβής και σωστή επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο 1 και ως εκ τούτου η διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόπιστη διεύθυνση επίδοσης η οποία να διασφαλίζει τη σίγουρη επίδοση της αγωγής στον Εναγομένο 1, έτσι όπως προνοούν οι σκοποί της δικαιοσύνης. Επίσης ότι δεν πληροφορήθηκε και δεν έλαβε γνώση της αγωγής δια μέσου ηλεκτρονικού μηνύματος. Αντί, όπως θα αναμένετο, να αναφέρετο ή ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έχει τέτοια ηλεκτρονική διεύθυνση ή ότι έπαυσε να την χρησιμοποιεί ή ότι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος και των άλλων εγγράφων, αν και μέχρι δύο μήνες περίπου πριν επικοινωνούσε με την Ενάγουσα με αυτή τη διεύθυνση, επιχειρείται δια μέσω θεωριών και υποθέσεων να καταδειχθεί κακή επίδοσης. Κάθε άλλο παρά τούτο μπορούν να σημαίνουν τα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Η αποφυγή ευθείας άρνησης παραλαβής της αγωγής και των άλλων εγγράφων μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην υπό αναφορά ηλεκτρονική διεύθυνση, για συγκεκριμένο λόγο και όχι γενικά και αόριστα, συνηγορεί στην αποδοχή του ισχυρισμού που περιέχεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι αποστάληκε και παραλήφθηκε το κλητήριο ένταλμα και τα άλλα έγγραφα με αυτό το τρόπο στις 18/4/
  4. Ούτε βέβαια η αποδοχή εκ μέρους των δικηγόρων του Εναγομένου 1 επιδόσεων άλλων υποθέσεων σημαίνει ότι αυτοί εξουσιοδοτούνται από αυτόν για επίδοση της παρούσας αγωγής σε αυτούς, ως είναι άλλη εισήγηση. Έπεται ότι δεν υπάρχει κακή επίδοση της αγωγής. Ένας άλλος ισχυρισμός είναι ότι η επίδοση έγινε στην ελληνική γλώσσα. Αν και πράγματι δεν έγινε μετάφραση της αγωγής στην αγγλική γλώσσα, εντούτοις βρίσκεται ως Τεκμήριο στο φάκελο του Δικαστηρίου ότι επεξηγείται αυτή και η διαδικασία στην αγγλική γλώσσα καθώς και η μετάφραση στην αγγλική γλώσσα της αίτησης ημερ. 8/3/13 και του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 28/3/
  5. Το σημαντικό σε τέτοια περίπτωση όπως αναφέρεται στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dav, Πολιτικές Εφέσεις Ε23/13 και Ε29/13, ημερομηνίας 13/9/13, είναι αν περιήλθαν σε γνώση του και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο. Με βάση τα έγγραφα που μεταφράσθηκαν στην αγγλική γλώσσα και την σχετική επιστολή στην αγγλική για τη δικαστική διαδικασία, βρίσκω ότι ο Εναγόμενος 1 σίγουρα αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για δικαστική διαδικασία και αγωγή που εστρέφετο εναντίον του. Παρεμπιπτόντως να σημειωθεί ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Η απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμό της εξεδόθη δυνάμει της Δ.17 Θ1-3, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του Εναγομένου
  6. Σύμφωνα με την Δ.17 Θ.10, απόφαση που λαμβάνεται κατ΄ αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί. Η Δ.17 Θ.10 έχει ως ακολούθως: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι." Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας ως κατευθυντήρια υπόθεση την κλασική υπόθεση Evans v. Bartlam, 1937 2 ALL E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Έκτοτε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλήφθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν οι ίδιες αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans πιο πάνω. Πρωταρχικής σημασίας είναι (α) η αποκάλυψη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης και (β) η εξήγηση για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου (βλ. υποθέσεις Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Orams v. Αποστολίδης
(2006)1 Α.Α.Δ. 140). Στην υπόθεση Μερκή ν. Yiannoukas
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 και δη στις σελίδες 748 και 749 συνοψίστηκε το σκεπτικό της υπόθεσης Evans v. Bartlam, ανωτέρω, ως ακολούθως: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεση, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2123, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Επίσης λέχθηκαν και τα εξής: "Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται." Στην υπόθεση Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, λέχθηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Αντρέας Ιωάννου ν. Σκάφος Veronica
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 437. Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιολόγησης της μη εμφάνισης, στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 ειπώθηκε ότι η αίτηση παραμερισμού μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ελένη Ιακώβου κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457 και Γιωργαλλίδης v. Ταπελλογραφεία Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1101). Η δικαιολόγηση της μη εμφάνισης του Εναγομένου επιχειρείται να στοιχειοθετηθεί κυρίως στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 12, 13 και 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Ήδη το Δικαστήριο ασχολήθηκε με αυτούς και κατέδειξε ότι δεν μπορούν να ευσταθίσουν για τους λόγους που αναλύονται και εξηγούνται πιο πάνω, και περιληπτικά αναφέρονται και σε αυτό το σημείο, στο γεγονός της μη άρνησης της ύπαρξης της υπό αναφορά ηλεκτρονικής διεύθυνσης εκ μέρους του ή ότι έπαυσε να τη χρησιμοποιεί ή για οιονδήποτε άλλο συγκεκριμένο λόγο δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος και των άλλων δικαστικών εγγράφων. Επομένως ο ισχυρισμός που προβάλλεται ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε γνώση μετά από έρευνα που διενήργησαν οι δικηγόροι του δεν μπορεί να ευσταθίσει. Γνώση έλαβε, αφού δεν αναδείχθηκε οιοσδήποτε λόγος για το αντίθετο, στις 18/4/13 που στάληκαν τα ως άνω δικαστικά έγγραφα ως ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και φαίνεται από το σχετικό τεκμήριο που επισυνάπτεται. Η αγωγή επομένως επιδόθηκε στις 18/4/13 σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/3/13 στην ηλεκτρονική διεύθυνση που χρησιμοποιούσε τουλάχιστον μέχρι δύο μήνες πριν για συζήτηση της υπόθεσης. Η απόφαση εκδόθηκε επί τη βάσει της πιο πάνω επίδοσης στις 3/6/13. Η μετά πάροδο έξι
(6)σχεδόν μηνών υποβολής της παρούσας αίτησης από την έκδοση της απόφασης χωρίς λόγο, αφού απορρίφθηκε ο ισχυρισμός ότι έλαβε γνώση μετά από έρευνα στο φάκελο και ενεργειών των δικηγόρων του, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Όπως βέβαια ούτε η ασθένεια του αφού το πιστοποιητικό φέρει ημερομηνία 21/11/13 και ουσιαστικά γίνεται επίκληση του για να δικαιολογηθεί η ετοιμασία και υπογραφή της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση από δικηγόρο και όχι από αυτόν. Ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, τέτοια που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Σε ότι αφορά την θέση του Εναγόμενου 1 ότι έχει καλή υπεράσπιση αυτή εδράζεται στους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 29-38 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Σύμφωνα με την παράγραφο 29, ο Εναγόμενος 1 επικαλείται για να καταδείξει την ύπαρξη υπεράσπισης εκ μέρους του την υπεράσπιση που κατατέθηκε εκ μέρους των Εναγομένων 2-5, ενώ με τις παραγράφους 30-38 αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες δεν επεξήγησαν σε αυτόν στη μητρική του γλώσσα, την αγγλική, το περιεχόμενο των συμφωνιών ημερομηνίας 9/11/07 και 31/7/09, ότι άλλαξαν μονομερώς το ποσοστό από 20% σε 30% της προκαταβολής που έπρεπε να καταβληθεί από τους αγοραστές προκαλώντας τεράστιες ζημιές σε όλους τους Εναγόμενους, ότι ενώ θα χρηματοδοτούσαν τα έργα του Εναγόμενου 1 και των εταιρειών του από τις προκαταβολές των αγοραστών τις κατακράτησαν για αποπληρωμή διαφόρων χρεωστικών υπολοίπων, ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων είναι διογκωμένο και ότι προκλήθηκαν ανυπολόγιστες ζημιές σε αυτόν. Διαφαίνεται από τα πιο πάνω ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παρ. 29-38 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι οι ίδιοι με αυτούς που αναφέρονται στην υπεράσπιση των Εναγομένων 2 - 5 στην οποία επιπλέον γίνεται λόγος σε παράνομο ανατοκισμό που αντίκειται με τα χρηστά ήθη και/ή τη δημόσια πολιτική και/ή τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο 39
(1)/01, και/ή στον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160
(1)/99, ότι ο Εναγόμενος 1 ή άλλοι Εναγόμενοι εξόφλησαν το ποσό, ότι ο Εναγόμενος 1 όπως και οι άλλοι Εναγόμενοι δεν έλαβαν ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν συμβληθούν με τους Ενάγοντες, ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν με νέα προσφορά προς τον Εναγόμενο 1 και τους άλλους Εναγομένους με καλύτερους όρους από την γραπτή συμφωνία που επικαλούνται οι Ενάγοντες και ότι οι Ενάγοντες σταμάτησαν την χρηματοδότηση των έργων γι' αυτό ο Εναγόμενος 1 και οι άλλοι Εναγόμενοι δεν μπόρεσαν να αποπερατώσουν τα υπό ανέγερση έργα με αποτέλεσμα οι αγοραστές να απαιτήσουν τα χρήματα τους και έτσι να προκληθούν περαιτέρω οικονομικές επιπτώσεις στους Εναγομένους. Τέλος ότι οι Ενάγοντες ως εκ των άνω δεν επέδειξαν την δέουσα επιμέλεια κατά τις διαπραγματεύσεις με τους Εναγόμενους και ως εκ τούτου να υποστούν ζημιές πέραν των ποσών που οι Ενάγοντες αξιώνουν από αυτούς. Πρώτα πρέπει να καταγραφεί η παρατήρηση ότι οι παρ. 3.2 έως 3.15 είναι οι ίδιες με τις παρ. 4.2 έως 4.15 της έκθεσης υπεράσπισης και οι παρ. 3 και 3.1 σχεδόν όμοιες με τις παρ. 4 και 4.1 της έκθεσης υπεράσπισης. Το εγχείρημα που τώρα το Δικαστήριο καλείται να πράξει, δηλαδή να αποφασίσει κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, θα μπορεί να πει κάποιος ότι εμπεριέχει τον κίνδυνο, αφού επικαλείται την ίδια υπεράσπιση που ήδη έχουν προβάλει οι Εναγόμενοι 2-5 με την έκθεση υπεράσπισης τους, σε περίπτωση που καταλήξει ότι ο Εναγόμενος 1 δεν αποκάλυψε συζητήσιμη υπεράσπιση, ότι με αυτό τον τρόπο έχει αποφασίσει και την ουσία της υπόθεσης για τους Εναγόμενους 2-
  1. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι αφού διαφορετικό είναι το έργο που το Δικαστήριο επιτελεί στο στάδιο αυτό και διαφορετικό κατά την ακρόαση της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο αφού ακούσει ολόκληρη τη μαρτυρία προβαίνει σε αξιολόγηση, ευρήματα και κατάληξη. Άλλωστε μέχρι την εκδίκαση και ολοκλήρωση της ουσίας της υπόθεσης κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να προβεί σε διάφορα δικονομικά μέτρα με σκοπό την καλύτερη παρουσίαση της υπόθεσης του. Έχοντας αυτά κατά νου και χωρίς να προβαίνω σε καμιά περίπτωση σε αξιολόγηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά σε μία εκ πρώτης όψεως θεώρησης αυτών υπό το πρίσμα των αρχών της Νομολογίας επί τούτου διαφαίνεται ότι αυτοί διαπνέονται από γενικότητα, αοριστία και ασάφεια. Η επίκληση νομοθετημάτων χωρίς να αναφέρεται το σχετικό άρθρο και τα γεγονότα που να αναδύουν την παραβίαση του όπως και η μη εξειδίκευση των ισχυρισμών με στοιχεία και λεπτομέρειες με την δέουσα σαφήνεια και συγκεκριμένο τρόπο δεν μπορεί να τεκμηριώσει ή να αιτιολογήσει ή να καταδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Επομένως οι Αιτητές απέτυχαν να αποκαλύψουν συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, κρίνεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με €1200 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου
  2. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.