ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΙΤΙΟΥ, ΠΕΡΒΟΛΙΩΝ, ΤΕΡΣΕΦΑΝΟΥ, ΜΕΝΕΟΥ ν. RAMINDER SING SHERGILL κ.α., Αρ. Αγωγής: 3330/12, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3330/12 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΙΤΙΟΥ, ΠΕΡΒΟΛΙΩΝ, ΤΕΡΣΕΦΑΝΟΥ, ΜΕΝΕΟΥ, από το Κίτι Εναγόντων - και -
- RAMINDER SING SHERGILL, από Αγγλία
- A. VASILIOU DEVELOPERS LIMITED, από Λάρνακα
- ΣΩΦΡΟΝΙΑ Α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από Λάρνακα
- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από Λάρνακα
- ΑΡΤΕΜΗΣ Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από Λάρνακα Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 14/5/13 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΛΟΓΩ ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1 Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κα Μ. Ραφαήλ για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Α. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 1 με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει τον παραμερισμό της ερήμην του απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του και υπέρ της Ενάγουσας, στις 14/3/
- Η αίτηση βασίζεται επί της Δ.17 Θ.10, Δ.5, Δ.5Α, Δ.26 Θ.14 και Δ.48 Θ.1, 2 και 9(h), στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στη Σύμφυτη Εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 που συνοδεύει την αίτηση με την οποία επισυνάπτεται αριθμός Τεκμηρίων. Βασικοί άξονες για παραμερισμό της απόφασης αποτελούν, οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 ότι (α) υπάρχει κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος καθότι δεν έγινε σύμφωνα με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, αφού δεν το παρέλαβε προσωπικά και δεν υπέγραψε το σχετικό έντυπο παραλαβής, (β) η επίδοση δεν έγινε στις 14/1/13 αλλά η σύζυγος του στις 4/2/13 τον ενημέρωσε ότι βρήκε ένα μικρό δέμα το οποίο παρέλαβε και τότε ενημερώθηκε για την ύπαρξη του κλητηρίου εντάλματος, οπότε και θεωρούσε ότι είχε αρκετό χρόνο μπροστά του για να διορίσει δικηγόρο για υπεράσπιση του, (γ) σε σύντομο χρόνο από την πληροφόρηση του για την έκδοση της απόφασης και χωρίς καθυστέρηση καταχώρησε την παρούσα αίτηση, και (δ) έχει καλή υπεράσπιση επειδή
(1)οι Ενάγοντες δεν είχαν το δικαίωμα να χρεώσουν τον λογαριασμό του με περισσότερο από 1% τόκο υπερημερίας, και αντί 7,5% που θα έπρεπε να ήταν ο συνολικός τόκος, χρεώθηκε με 10%,
(2)ο όρος για μονομερή και κατά την κρίση της Ενάγουσας διαφοροποίηση του τόκου είναι καταχρηστικός όρος και ως εκ τούτου άκυρος,
(3)η Ενάγουσα επέβαλε παράνομες χρεώσεις στον λογαριασμό του ως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε με την ένορκη δήλωση που έγινε η απόδειξη της υπόθεσης και
(4)δεν οφείλει το συγκεκριμένο ποσό και ο λογαριασμός του έχει χρεωθεί λανθασμένα. Η Ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 3/10/13 η οποία στηρίζεται στην ίδια νομική βάση ως η αίτηση και επιπλέον στην Δ.48 Θ.4 και Δ.39 Θ.1-21 και στον Περί Όρκου Νόμο Κεφ. 18. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της Έλενας Παυλίδου η οποία είναι υπάλληλος της Ενάγουσας και πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτήν, με την οποία επισυνάπτονται και διάφορα Τεκμήρια. Με αυτή αρνείται τα όσα ο Εναγόμενος 1 επικαλείται στην ένορκη δήλωση του και αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Συγκεκριμένα, τονίζει ότι με βάση τα έγγραφα που έχουν σταλεί από την αρμόδια ταχυδρομική υπηρεσία τόσο της Αγγλίας όσο και της Κυπριακής Δημοκρατίας, φαίνεται ότι η παράδοση του κλητηρίου εντάλματος και των άλλων εγγράφων έγινε στις 14/1/13 έναντι της υπογραφής του, και όχι στις 4/2/13 ως ο ισχυρισμός του. Η δε αίτηση για απόφαση λόγω μη εμφάνισης του καταχωρήθηκε στις 4/3/13 δηλαδή 49 μέρες μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και των άλλων εγγράφων. Εν πάση περιπτώσει, από τις 4/2/13 μέχρι την ημέρα καταχώρησης της αίτησης στις 4/3/13 είχε ένα ολόκληρο μήνα στη διάθεση του και μέχρι την έκδοση απόφασης στις 14/3/13 επιπλέον άλλες 10 μέρες για να καταχωρούσε εμφάνιση στην αγωγή. Διαφωνεί ότι υπήρξε κακή επίδοση της αγωγής αφού ως εμφαίνεται από τα τεκμήρια έγινε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, όπως επίσης διαφωνεί ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού, αφού άφησε να περάσει ένα διάστημα περί τους 2 περίπου μήνες από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αγωγής και πολύ περισσότερο χρονικό διάστημα από την ημέρα επίδοσης της αγωγής χωρίς να λάβει εγκαίρως τα δέοντα μέτρα. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ότι έχει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επισημαίνει ότι πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν συγκεκριμενοποιούνται ούτε στοιχειοθετούνται από στοιχεία τέτοια που να φανερώνουν τα χαρακτηριστικά εκείνα που να μπορούν να καταδείξουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους ουσιαστικά επανέλαβαν όλα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, προβαίνοντας σε ανάλογη επιχειρηματολογία με επίκληση σχετικής νομολογίας για προώθηση των θέσεων του διαδίκου που ο κάθε ένας εκπροσωπεί. Η απόφαση, της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός της, εξεδόθη δυνάμει της Δ.17, λόγω έλλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους των Εναγομένων - Αιτητών. Σύμφωνα με την Δ.17 Θ.10, απόφαση που λαμβάνεται κατ΄ αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί. Η Δ.17 Θ.10 έχει ως ακολούθως: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι." Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας ως κατευθυντήρια υπόθεση την κλασική υπόθεση Evans v. Bartlam, 1937 2 ALL E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Έκτοτε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλήφθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν οι ίδιες αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans πιο πάνω. Πρωταρχικής σημασίας είναι (α) η αποκάλυψη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης και (β) η εξήγηση για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου (βλ. υποθέσεις Ioannis Kotsapas and sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1967)1 CLR 317, Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Ζήνων Μερκής v. Yiannoukas Holiday Ltd and another
(1994)1 A.A.Δ. 736, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd
(1997)1 (A) Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Κλεάνθους v. Tradex Ltd
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 988, Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου v. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528, Κάτια Χριστοφόρου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 86, Χατζηνικολάου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, Bush v. Γιάννη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1342, ΣΠΕ Παλλουριώτισας v. Αρτέμη
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1762, Καλλής v. Alpha Bank
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 793, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, Salamis Ltd v. Bata Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1767, Τεγκεράκης ν. Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 289, Orams v. Αποστολίδης
(2006)1 Α.Α.Δ. 140. Στην υπόθεση Μερκή ν. Yiannoukas, πιο πάνω, στις σελίδες 748 και 749 συνόψισαν το σκεπτικό της υπόθεσης Evans v. Bartlam, ανωτέρω, ως ακολούθως: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεση, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2123, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Επίσης λέχθηκαν και τα εξής: "Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται." Στην υπόθεση Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, λέχθηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Αντρέας Ιωάννου ν. Σκάφος Veronica
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 437. ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΣΥΖΗΤΗΣΙΜΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ Ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 έχει βάσιμη υπεράσπιση περιέχεται στην παρ. 17(α)-(δ) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ο οποίος συνοπτικά έχει καταγραφεί στην αρχή της απόφασης. Διαπιστώνεται ότι σε αυτόν δεν εμπεριέχονται στοιχεία τέτοια έτσι ώστε να προβάλλεται μια υπεράσπιση που να είναι κάτι περισσότερο από σκιώδης και κάτι λιγότερο από πιθανή. Η αναφορά ότι η αύξηση του επιτοκίου είναι παράνομη υπό το πρίσμα της επιχειρούμενης εξήγησης που αναφέρεται στην παρ. 17(α) της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και χωρίς υπόβαθρο. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα αναφέρονται στην παρ. 17(β) για το δικαίωμα της Ενάγουσας να διαφοροποιεί μονομερώς το βασικό επιτόκιο, έστω και αν δεν προβλέπεται στη σύμβαση, ότι αποτελεί καταχρηστικό όρο και ως εκ τούτου άκυρο, αφού δεν γίνεται καμία συγκεκριμένη αναφορά γι' αυτό το θέμα. Ούτε ότι επιβλήθηκαν παράνομες επιβαρύνσεις ως αναφέρεται στην παρ. 17(γ) της ένορκης δήλωσης τεκμηριώνεται με κάποια στοιχεία. Η επίκληση της κατάστασης λογαριασμού που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε με την ένορκη δήλωση που έγινε για απόδειξη της υπόθεσης δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο δεν μπορεί χωρίς παρέθεση στοιχείων να προβεί από μόνο του σε εξήγηση της. Τέλος ούτε ως προς την παρ. 17(δ) δίνεται οιονδήποτε στοιχείο πως το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση είναι λανθασμένο. Ως εκ των άνω είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιολόγησης της μη εμφάνισης, στην υπόθεση Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 ειπώθηκε ότι η αίτηση παραμερισμού μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ελένη Ιακώβου κ.α.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 457 και Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφεία Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101). Η δικαιολόγηση της μη εμφάνισης του Εναγομένου 1 επιχειρείται να στοιχειοθετηθεί στον ισχυρισμό ότι, (α) έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος και των άλλων Δικαστικών εγγράφων στις 4/2/13 και όχι στις 14/1/13 και άρα κατ' αυτόν ο χρόνος των 40 ημερών που αναφέρετο στο διάταγμα για καταχώριση εμφάνισης άρχιζε από τις 4/2/13 και όχι από τις 14/1/13 και έτσι είχε χρόνο στη διάθεση του για να καταχωρίσει υπεράσπιση και (β) ότι μετά που μίλησε με κάποιο γνωστό του στη Κύπρο απέστειλε στον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας ηλεκτρονικό μήνυμα στις 18/2/13, χωρίς ανταπόκριση, και άλλο στις 28/2/13 ότε έλαβε απάντηση ότι τα έγγραφα αναγράφουν ξεκάθαρα τη διαδικασία που ακολουθείται. Έτσι άρχισε να ψάχνει για δικηγόρο και αφού επικοινώνησε με τους νυν δικηγόρους του τους διόρισε για χειρισμό της υπόθεσης του. Αφού οι δικηγόροι του επικοινώνησαν στις 19/3/13 με τον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας, πληροφορήθηκε ότι εκδόθηκε απόφαση στις 14/3/13 λόγω μη εμφάνισης του Εναγομένου
- Υπό αυτές τις συνθήκες καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση ημερομηνίας 14/5/
- Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος και των άλλων δικαστικών εγγράφων στις 4/2/13 και όχι στις 14/1/13 όπως φαίνεται από τα τεκμήρια που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου με την επισήμανση κατά την αγόρευση των δικηγόρων του ότι από το έντυπο παράδοσης δεν φαίνεται ότι το παρέλαβε ο ίδιος έναντι της υπογραφής του ως το διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση αφού αναφέρεται «signed for by» όπου αναγράφεται το όνομα του Εναγόμενου 1 και η υπογραφή δεν είναι δική του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού από το Τεκμήριο Γ που επισυνάφθηκε για απόδειξη της υπόθεσης και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου δηλώνεται ευθέως η ημερομηνία 14/1/13 και η ώρα 12:47 ότι παραδόθηκε σε αυτόν υπογραφέν από αυτόν «SIGNED BY: MR RAMINDER» και το τεκμήριο Δ που επισυνάφθηκε για απόδειξη της υπόθεσης στο οποίο φαίνεται η υπογραφή του. Εν πάσει περιπτώσει και αν ακόμη γίνετο αποδεκτός, που δεν γίνεται, ο ισχυρισμός του ότι το κλητήριο ένταλμα και τα άλλα δικαστικά έγγραφα τα παρέλαβε στις 4/2/13, καταδεικνύεται ότι είχε αρκετό χρόνο (14 ημέρες) να διορίσει δικηγόρο για να καταχωρήσει εμφάνιση αφού η προθεσμία των 40 ημερών έληγε στις 23/2/
- Επιπλέον είχε περαιτέρω χρόνο να καταχωρήσει εμφάνιση μέχρι και την ημέρα πριν την απόδειξη της υπόθεσης από την Ενάγουσα και έκδοση απόφασης στις 14/3/
- Πρέπει να επισημανθεί ότι υπήρχε ολιγωρία εκ μέρους του Εναγομένου 1 αφού από τις 4/2/13, που κατά τον ισχυρισμό του έλαβε γνώση της αγωγής που δεν έγινε αποδεκτός, δεν προέβη σε κανένα διάβημα μέχρι τις 18/2/13 που έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας και άλλο στις 28/2/
- Αντί που επικοινώνησε με κάποιο γνωστό του στην Κύπρο, που ας σημειωθεί δεν αναφέρει πότε, και ακολούθησε την συμβουλή του να επικοινωνήσει με τον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας, θα έπρεπε να επικοινωνήσει με κάποιο δικηγόρο στην Κύπρο, όπως έκανε αργότερα, για να τον συμβουλεύσει και να καταχωρήσει εμφάνιση, όπως ακριβώς καλείτο να πράξει σύμφωνα με το διάταγμα. Οι εκ των υστέρων ενέργειες δεν διαγράφουν τα όσα έπρεπε να κάνει σύμφωνα με το διάταγμα και δεν έκανε. Ούτε δικαιολογούν την μη καταχώρηση εμφάνισης. Ενόψει των ανωτέρω, ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, τέτοια που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η αίτηση αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με €1200 έξοδα συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου
- (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο