← Κύπρος

PEMBE REFET κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3158/10, 30/4/2014

PEMBE REFET κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3158/10, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3158/10 Μεταξύ: PEMBE REFET, από ΑΓΓΛΙΑ Ενάγουσα - και -

  1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
  2. ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 3612/10 Μεταξύ: SEACREST PROPERTIES LTD, από ΑΓΓΛΙΑ Εναγόντων - και - ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγομένου ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17/2/14 ΓΙΑ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΗΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (Δ.Ε.Ε.) ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 267 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (Σ.Λ.Ε.Ε.) Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κος Μ. Βλαδίμηρου με κ. Χ. Σαββίδη για Νικολάου & Σαββίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Ε. Φλουρέντζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19/9/12 εξεδόθη διάταγμα συνένωσης των δύο ως άνω αγωγών καθότι παρουσίαζαν κοινά πραγματικά και νομικά θέματα, κατόπιν αίτησης ημερομηνίας 27/8/12 που υποβλήθηκε στα πλαίσια τη αγωγής 3158/
  3. Στην αίτηση δεν διευκρινίζετο εάν η συνένωση ζητείτο για όλα τα θέματα ούτε ποια από τις δύο υποθέσεις θα ήταν οδηγός. Συνάγεται όμως ότι η συνένωση είναι επί όλων των θεμάτων αφού αναφέρεται σε κοινά νομικά και πραγματικά σημεία. Ο οδηγός δεν κατέστη η αγωγή 3612/10 ένεκα του ότι αυτή κινήθηκε σε μεγαλύτερη κλίμακα εξόδων. Στην υπόθεση 3158/10 η Ενάγουσα είναι τουρκοκύπρια και το παράπονο της συνίσταται στον ισχυρισμό της ότι ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 28531, Φ/Σχ LV/24, τεμάχιο 93, στο χωριό Άγιος Θεόδωρος της Επαρχίας Λάρνακας, το οποίο πώλησε στην αγγλική εταιρεία SEACREST PROPERTIES LTD, η οποία είναι η Ενάγουσα στην αγωγή αρ. 3612/10, εμποδίζεται από τους Εναγόμενους 1 και 2 να μεταβιβάσει το ως άνω τεμάχιο στην αναφερθείσα εταιρεία, παραβιάζοντας το ατομικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας το οποίο κατοχυρώνεται από το Πρώτο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και το Ευρωπαϊκό δίκαιο για την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων. Αξιώνει δε αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη ένεκα των πιο πάνω παραβιάσεων και συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 και 2 καθώς και: «Α. Διακήρυξη του Δικαστηρίου η οποία να δηλώνει ότι η ενάγουσα δικαιούται να ασκήσει το ατομικό δικαίωμα της ακίνητης ιδιοκτησίας με τα εξής στοιχεία: Αριθμός εγγραφής 28531, Φ/Σχ LV/24, τεμάχιο 93, στον Άγιο Θεόδωρο Λάρνακας, Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να δηλώνει ότι η κηδεμονία στην ακίνητη ιδιοκτησία με στοιχεία αριθμό εγγραφής 28531, Φ/Σχ LV/24, τεμάχιο 93, στον Άγιο Θεόδωρο την οποία επιβάλλουν οι εναγόμενοι είναι παράνομη συνιστούσα παραβίαση του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει όπως η ακίνητη ιδιοκτησία με στοιχεία αριθμός εγγραφής 28531, Φ/Σχ LV/24, τεμάχιο 93, στον Άγιο Θεόδωρο ελευθερωθεί από την κηδεμονία του εναγομένου 2 και μεταβιβασθεί στην Αγγλική εταιρεία SEACREST PROPERTIES LTD.» Ανάλογο είναι και το παράπονο της Ενάγουσας στην αγωγή αρ. 3612/10, που στρέφεται μόνον εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία ισχυρίζεται ότι στις 3/3/10 συμφώνησε με την ιδιοκτήτρια του ως άνω αναφερθέντος τεμαχίου να το αγοράσει αλλά όταν παρουσιάσθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας για να γίνει η μεταβίβαση ο αρμόδιος λειτουργός αρνήθηκε να πράξει τούτο θεωρώντας ότι ήταν απαραίτητη η άδεια έγκρισης από τον Εναγόμενο. Ένεκα της πιο πάνω συμπεριφοράς, ο Εναγόμενος παραβιάζει τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο αφού εμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων. Αξιώνει δε αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη καθώς και: «Α. Διακήρυξη του Δικαστηρίου η οποία να δηλώνει ότι η Ενάγουσα εταιρεία δικαιούται να αγοράσει και μεταβιβάσει όπως έχει συμφωνήσει με την ιδιοκτήτρια την ακίνητη ιδιοκτησία με τα εξής στοιχεία, αριθμός εγγραφής 28531, Φ/Σχ τεμάχιο 93, στον Άγιο Θεόδωρο Λάρνακας χωρίς την παρέμβαση του εναγομένου και Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να δηλώνει ότι η κηδεμονία την οποία ασκεί ο εναγόμενος στην ακίνητη ιδιοκτησία με στοιχεία αριθμός εγγραφής 28531 Φ/Σχ 55/24 τεμάχιο 93 στον Άγιο Θεόδωρο Λάρνακας είναι παράνομη καθότι παραβιάζει την ΣΕΕ όσον αφορά την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων.» Με την έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην αγωγή αρ. 3158/10 και ο Εναγόμενος στην αγωγή αρ. 3612/10, η οποία είναι πανομοιότυπη και στις δύο αγωγές μέχρι του σημείου που ενώ στον τίτλο της αγωγής αρ. 3158/10 εναγόμενοι είναι
  4. Γενικός Εισαγγελέας και
  5. Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και στην αγωγή αρ. 3612/10 ο Γενικός Εισαγγελέας και στις δύο εκθέσεις υπεράσπισης, Εναγόμενοι παρουσιάζονται
  6. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ως αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας,
  7. Υπουργός Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών,
  8. Νίκος Βασιλείου. Επίσης, ενώ ο Εναγόμενος στην αγωγή αρ. 3612/10 είναι μόνο ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρεται σε έκθεση υπεράσπισης Εναγομένων 1 και
  9. Ψηλαφίζοντας τους φακέλους και των δύο αγωγών δεν εντόπισα καμία αίτηση και κανένα διάταγμα τροποποίησης του τίτλου είτε της μίας είτε της άλλης αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία των δύο υπερασπίσεων είναι ότι και οι δύο αγωγές είναι πρόωρες καθότι δεν έχει απορριφθεί ούτε και έχει εγκριθεί, εξόσων αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο αφού δεν γίνεται σαφής αναφορά, η μεταβίβαση από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, καθώς και ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στην Κύπρο, λόγω της Τουρκικής εισβολής δημιουργήθηκε επιτακτική ανάγκη προστασίας των τουρκοκυπριακών περιουσιών οι οποίες εγκαταλείφθηκαν στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Επίσης ότι δεν υπάρχει καμία παράνομη επέμβαση καθότι η επίταξη του ως άνω ακινήτου έγινε με βάση το δίκαιο της ανάγκης, το δημόσιο συμφέρον και το νόμο του 1991 περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα). Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η παραπομπή στο Δ.Ε.Ε. των ακόλουθων προδικαστικών ερωτημάτων: «
  10. Αποτελεί περιορισμό στην ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων κατά την έννοια του Άρθρου 63

(1)(παλαιό 56
(1)Ε.Κ.) ΣΛΕΕ όταν η έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών είναι αναγκαία για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας όταν ο ιδιοκτήτης της περιουσίας αυτής είναι τουρκοκυπριακής καταγωγής και η αγοράστρια εταιρεία είναι αγγλική της οποίας κύριος σκοπός είναι η επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση;
  1. Αποτελεί διάκριση κατά την έννοια της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ και του Άρθρου 21 του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων όταν ο ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας χρειάζεται την έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών να πωλήσει την ακίνητη περιουσία της επειδή είναι τουρκοκυπριακής καταγωγής;
  2. Αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος της περιουσίας βάσει της έννοιας του Άρθρου 17 του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων όταν ο ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας εμποδίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών στο να απολαύσει το δικαίωμα της περιουσίας του χωρίς να υπάρχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 17 όπου περιορίζεται το δικαίωμα της περιουσίας απλά και μόνο με τον ισχυρισμό ότι επικρατεί έκρυθμη κατάσταση;
  3. Οποιοδήποτε άλλο ερώτημα το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις να παραπέμψει.» Η αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, στο Άρθρο 63
(1)της ΣΛΕΕ, στην Οδηγία 200/43 ΕΚ, στο Άρθρο 17 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 34Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Ιωάννου, διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας και δεόντως εξουσιοδοτημένος προς τούτο. Αφού αναφέρεται σε αυτήν ότι η Ενάγουσα ενεγράφη στις 15/10/09 στην Αγγλία με σκοπό μεταξύ άλλων την αγορά και επένδυση σε ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και σε χώρες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης καθώς και στους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης και εν συντομία αναφέρθηκαν στην αρχή της απόφασης και περιστρέφονται γύρω από την αγορά του πιο πάνω αναφερθέντος ακινήτου και την άρνηση μεταβίβασης του σε αυτή, στη συνέχεια αναφέρεται ότι η εθνική νομοθεσία έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες των Συμβάσεων που αναφέρονται ανωτέρω. Ενόψει της διαφορετικής ερμηνείας που δίνεται από τους Εναγομένους στην αναφερθείσα Σύμβαση και Συνθήκη με επίκληση αποκλειστικά μόνο το Νόμο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) του 1991 είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, και της αναγκαιότητας εξασφάλισης μιας ενιαίας και ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Δικαίου στα Κράτη Μέλη της Ε.Ε., να γίνει αποδεκτή η αίτηση και αποσταλούν τα προδικαστικά ερωτήματα στο Δ.Ε.Ε., λαμβανομένου υπόψη του καινοφανούς θέματος ευρωπαϊκού δικαίου που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και του ανακύπτοντος κρίσιμου ερμηνευτικού ζητήματος η απάντηση των οποίων είναι αντικειμενικά απολύτως αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της δίκης και/ή σχετίζεται άμεσα με την έκβαση της αγωγής κάτι που θα βοηθήσει στην οικονομία χρόνου, στη διευκόλυνση της διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης η οποία στηρίζεται στην ίδια νομική βάση όπως και η αίτηση πλέον στο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) Νόμο 139/91, στο Ενημερωτικό Σημείωμα για τις αιτήσεις Εθνικών Δικαστηρίων προς έκδοση προδικαστικής απόφασης (2005/C143/01) και στη νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Προβάλλονται εικοσιένα
(21)λόγοι ένστασης. Συνοπτικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, νόμω και ουσία αβάσιμη, πρόωρη, τα θέματα των οποίων ζητείται η παραπομπή ως προδικαστικά ερωτήματα ουδέποτε προέκυψαν ως επίδικα και δεν σχετίζονται με τη βάση της αγωγής και δεν είναι αναγκαία η ερμηνεία τους για την έκδοση απόφασης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 267 της Σ.Λ.Ε.Ε., η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου αποκρυσταλλωμένα γεγονότα, δεν υπάρχει σαφές και συγκεκριμένο ερώτημα για το οποίο ζητείται η παραπομπή, το Δ.Ε.Ε. δεν έχει εξουσία να ερμηνεύσει εθνική νομοθεσία και δεν εξετάζει ζητήματα συμβατότητας εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο, ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμος δεν θέτει οποιοδήποτε περιορισμό σε κληρονομικό δικαίωμα λόγω εθνοτικής καταγωγής και ως εκ τούτου δεν είναι ασύμβατος με την οδηγία 2000/43 ΕΚ ούτε παραβιάζει το δικαίωμα της περιουσίας, δεν υπάρχει ζήτημα περιορισμού ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων και υπάρχουν άλλα ένδικα μέσα για να προωθήσει η αιτήτρια τις θέσεις και δικαιώματα της. Το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την ένσταση βρίσκεται στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και υπογράφει η Ιωάννα Δημητρίου, δικηγόρος της Δημοκρατίας. Αφού αναφέρεται ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση στη συνέχεια ουσιαστικά επαναλαμβάνονται εν συντομία οι λόγοι ένστασης και οι ισχυρισμοί που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Οι Δικηγόροι των Εναγουσών στην πολυσέλιδη αγόρευση τους προέβησαν σε λεπτομερή ανάλυση όλων των ισχυρισμών που προβάλλονται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση όσο και της ένστασης για να καταδείξουν από τη μία το βάσιμο της αίτησης όσο και την αναγκαιότητα έκδοσης διατάγματος παραπομπής των προδικαστικών ερωτημάτων και από την άλλη την ανεδαφικότητα της ένστασης με επιχειρηματολογία επί όλων των σημείων με επίκληση πλούσιας νομολογίας επί κάθε θέματος που θίγηκε. Από την αντίπερα πλευρά η δικηγόρος των Εναγομένων στην αγόρευση της επιχειρηματολόγησε και εξήγησε με βάση τους ισχυρισμούς που φαίνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γιατί δεν πρέπει να εγκριθεί η αίτηση αναφέροντας τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και τους λόγους έντασης παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Εν πρώτοις το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος καθότι μετά την έκδοση του διατάγματος συνένωσης ο τίτλος της αίτησης θα έπρεπε να φέρει και τους δύο τίτλους και αριθμούς των αγωγών. Πέραν αυτού λανθασμένος είναι και ο τίτλος της αγωγής αρ. 3612/10 αφού φαίνονται Εναγόμενοι, 1. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ως αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2. Υπουργός Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσίων ενώ Εναγόμενος είναι ο Γενικός Εισαγγελέας μόνο. Να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι αυτοί δεν συνάδουν ούτε με αυτούς που περιγράφονται στην αγωγή αρ. 3158/10. Επομένως ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μια αίτηση που ο τίτλος της δεν συνάδει ούτε με τον τίτλο μίας από τις δύο αγωγές ούτε με τον τίτλο που θα έπρεπε να αναγράφεται μετά την έκδοση του διατάγματος συνένωσης των δύο αγωγών. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση αίτηση είναι ανυπόστατη αφού πάσχει στο θεμέλιο της ύπαρξης των πραγματικών διαδίκων που εκτείνεται η διαφορά και τοιουτοτρόπως καθίσταται απορριπτέα. Πέραν τούτου αν και στη νομική βάση της αίτησης καταγράφεται το άρθρο 34Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθώς και τα σχετικά άρθρα της Σ.Ε.Ε. και της Σ.Λ.Ε.Ε. και γίνεται αναφορά ότι εδράζεται και επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εντούτοις δεν αναγράφεται η Δ.48 Θ.1-3 η οποία είναι η Διαταγή με βάση την οποία γίνεται κάθε αίτηση και αναφέρει πως γίνεται, τι πρέπει να περιλαμβάνεται σε αυτή, σε ποιους πρέπει και μέχρι πότε πρέπει να επιδίδεται. Αν και δεν αποτελεί το δικαιοδοτικό άρθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, εντούτοις η αναφορά της Δ.48 Θ.1-3 κρίνεται σκόπιμο να καταγράφεται αφού είναι με βάση αυτή που γίνεται μία αίτηση προς το Δικαστήριο. Αν και τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις Μαχλουζαρίδη v. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, Erand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 736, 745, στην οποία λέχθηκε ότι η Δ.48 διαγράφει το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μια ενδιάμεση αίτηση, Ματθαίου κ.ά. v. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 493 και Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, 747, δεν είναι ανάλογα εφαρμόσιμα στον ίδιο βαθμό με τις πιο πάνω αποφάσεις, δηλαδή στην άμεση απόρριψη, θα αναμένετο όμως να γίνει το κατάλληλο διάβημα προς διόρθωση πράγμα που δεν έγινε. Να σημειωθεί ότι η άλλη πλευρά δεν έθιξε αυτό το θέμα. Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην κατάληξη του περί τούτου να σημειωθεί ότι ούτε στην ένσταση αναφέρεται η Δ.48 Θ.4 η οποία αποτελεί το δικονομικό πλαίσιο με βάση την οποία καταχωρείται και ως εκ τούτου και αυτή πάσχει στον ίδιο βαθμό που αναφέρεται ανωτέρω. Ούτε γι' αυτή τέθηκε θέμα από την αντίδικη πλευρά. Εάν ήταν δυνατό να διορθώνετο η ίδια η αίτηση ίσως το Δικαστήριο να ασκούσε την εξουσία του για διόρθωση των πιο πάνω σφαλμάτων, τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης. Όμως ενόψει του ανέφικτου τούτου, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε διαταγή θεραπείας τους. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, το Δικαστήριο για πληρότητα της απόφασης θα προχωρήσει να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Σύμφωνα με τις συστάσεις προς τα Εθνικά Δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (2012/C338/01) ο ρόλος του Δ.Ε.Ε. στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας είναι να παρέχει στοιχεία ως προς την ερμηνεία του Δικαίου της Ένωσης ή να αποφαίνεται επί του κύρους του και όχι να εφαρμόζει το δίκαιο αυτό στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κυρίως δίκης. Η εφαρμογή εναπόκειται στο Εθνικό Δικαστήριο, το Δ.Ε.Ε. δεν είναι αρμόδιο ούτε να αποφαίνεται ούτε να λαμβάνει θέση επί των διαφορετικών απόψεων που προβάλλονται αναφορικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων του Εθνικού Δικαίου. Εξάλλου, το Δ.Ε.Ε. όταν αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους διατάξεων του δικαίου της ΄Ενωσης, επιχειρεί να δώσει απάντηση χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Εναπόκειται όμως στο αιτούν Δικαστήριο να αντλήσει τις συγκεκριμένες συνέπειες της απάντησης αυτής, εφαρμόζοντας ενδεχομένως τον επίδικο Εθνικό κανόνα. Κατά το άρθρο 267 Σ.Λ.Ε.Ε., κάθε Δικαστήριο έχει την εξουσία να υποβάλει στο Δ.Ε.Ε. προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία κανόνα του Δικαίου της Ένωσης, εφόσον το κρίνει αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, εκτός της περίπτωσης που η απόφαση δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα της εσωτερικής έννομης τάξης οπότε οφείλει να υποβάλει στο Δ.Ε.Ε. το ερώτημα. Συνεπώς, το Εθνικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του Δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του Δικαίου της ΄Ενωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υπόθεσης. Για να παράσχει τη δυνατότητα στο Δ.Ε.Ε. να προσδιορίσει επακριβώς το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και τα ζητήματα που ανακύπτουν από αυτή, είναι χρήσιμο το Εθνικό Δικαστήριο να εκθέτει, για καθένα από τα υποβαλλόμενα ερωτήματα, τους λόγους για τους οποίους αυτό κρίνει τη ζητούμενη ερμηνεία, αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του. Ο νομοθέτης αναγνωρίζοντας την έλλειψη δικαιοδοτικού νομοθετικού πλαισίου παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. για απόφαση στη βάση του άρθρου 267 Σ.Λ.Ε.Ε. προχώρησε στην ψήφιση του νόμου 119
(1)/08 προσθέτοντας το άρθρο 34Α στον Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο φέρει τον τίτλο, «Προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναφορικά με πράξεις που προβλέπονται στο Άρθρο 35
(1)της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.», και προνοεί τα ακόλουθα: «34Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού.
(2)Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.» Σύμφωνα με το βιβλίο του καθηγητή Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασιλείου Χριστιανού «Συνθήκη ΕΕ & ΣΛΕΕ Κατ' άρθρο ερμηνεία» οι γενικές προϋποθέσεις υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων από το Εθνικό Δικαστήριο στο Δ.Ε.Ε. είναι: (α) αν είναι αναγκαίο ή όχι να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα, (β) το στάδιο της ενώπιον του διαδικασία κατά το οποίο το ερώτημα θα υποβληθεί και (γ) το περιεχόμενο και η διατύπωση του ερωτήματος. Οι ειδικές προϋποθέσεις, στο πλαίσιο αυτό, είναι τέσσερις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα.
(1)Αμφιβολία ως προς την ερμηνεία ή το κύρος κανόνα ή πράξης του δικαίου της Ε.Ε..
(2)Εκκρεμής δίκη.
(3)Αντικειμενική ανάγκη για επίλυση της διαφοράς.
(4)Αναγκαιότητα απόφασης του Δ.Ε.Ε.. Δεν χρειάζεται η παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος σύμφωνα με το βιβλίο του Δονάτου Παπαγιάννη «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» όταν, (α) η αμφισβητούμενη ενωσιακή διάταξη δεν είναι σημαντική ούτε αναγκαία για την λήψη της απόφασης του Εθνικού Δικαστηρίου, (β) όταν υπάρχει σαφής νομολογία του Δ.Ε.Ε. ως προς το συγκεκριμένο ερώτημα που απασχολεί το Δικαστήριο και (γ) όταν η εφαρμογή του δικαίου της Ε.Ε. είναι τόσο προφανής, ώστε δεν αφήνει κανενός είδους περιθώρια για μια λογική αμφιβολία. Στην αγγλική υπόθεση H.P. Bulmer Ltd v. J. Bollinger SA [1974] 2 W.L.R. 202 λέχθηκε ότι το αν είναι αναγκαία η παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος κρίνεται
(1)το θέμα πρέπει να είναι τελικό,
(2)δεν πρέπει το ίδιο θέμα να έχει αποφασιστεί ξανά από το Δ.Ε.Ε.,
(3)Acte Claire, δηλαδή το θέμα είναι τόσο ξεκάθαρο και χωρίς καμία αμφιβολία, ώστε να μην χρειάζεται η ερμηνεία της Συνθήκης και
(4)τα γεγονότα να έχουν αποφασιστεί πρώτα. Ακολούθως σε σχέση με το τι πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την ευχέρεια του Εθνικού Δικαστή έθεσε ως καθοδηγητικές γραμμές, (α) το χρόνο που χρειάζεται για έκδοση απόφασης από το Δ.Ε.Ε., (β) να μην υπερφορτώνεται το Δ.Ε.Ε., (γ) το ερώτημα να είναι ξεκάθαρα διατυπωμένο, (δ) κατά πόσο το ζήτημα/ερώτημα είναι δύσκολο και σημαντικό, (ε) τα έξοδα και (στ) την επιθυμία των μερών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχουν αποκρυσταλλωμένα και ξεκάθαρα γεγονότα της διαφοράς. Οι Εναγόμενοι στις δύο αγωγές ισχυρίζονται στην υπεράσπιση τους, όπως και στην ένσταση του Εναγομένου που έχει τον τίτλο της υπόθεσης αρ. 3612/10 Ε. Δ. Λάρνακας, ότι ο Υπουργός Εσωτερικών δεν απάντησε στην Ενάγουσα στην αγωγή αρ. 3158/10 Ε. Δ. Λάρνακας θετικά ή αρνητικά και ως εκ τούτου είναι πρόωρη. Βέβαια οι Ενάγοντες στις δύο ως άνω αγωγές δεν αποδίδουν την ίδια σημασία ή ερμηνεία στην όποια απόφαση τελικά καταλήξει ο Υπουργός Εσωτερικών αλλά σημαντικό γι' αυτές είναι το γεγονός ότι χρειζόταν άδεια από αυτόν για να ασκήσουν τα δικαιώματα τους που πηγάζουν από την ως άνω αναφερθείσα σύμβαση, συνθήκη, οδηγία κλπ και σχετίζονται με το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων. Όμως το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων παραγόντων και ίσως πρώτο από τα άλλα, θα πρέπει να έχει ένα σαφές και συγκεκριμένο πλαίσιο γεγονότων το οποίο δεν αμφισβητείται για να δυνηθεί να προβεί στην εκτίμηση της αναγκαιότητας της παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του για παραπομπή ή όχι αφού βέβαια λάβει υπόψη και όλους τους άλλους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω. Έτσι π.χ. εάν η απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών ήταν θετική ποιο θα ήταν το πραγματικό υπόβαθρο των αγωγών, ως προς τούτο, άσχετα με το θεωρητικό μέρος του θέματος, αφού θα εξέλειπε το εμπόδιο, κατά την έκφραση των Εναγουσών, και θα γίνετο η μεταβίβαση και οι πλείστες των αξιώσεων των δύο αγωγών θα ήταν άνευ αντικειμένου. Δεν μου διαφεύγει ότι οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και τους ανάφεραν ότι χρειάζεται η άδεια του Υπουργού Εσωτερικών. Όμως τούτο δεν αλλάζει την πιο πάνω διάσταση των πραγμάτων και τα γεγονότα εξακολουθούν να είναι θολά και ζοφερά. Χρειάζεται το Δικαστήριο να έχει πλήρη και ξεκάθαρη εικόνα των γεγονότων κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση μας. Ως εκ της άνω κατάληξης δεν χρειάζεται η εξέταση των άλλων παραγόντων που ασκούν επιρροή ή λαμβάνονται υπόψη για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας να διατάξει ή μη την παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δ.Ε.Ε.. Με έχει προβληματίσει το θέμα των εξόδων. Λαμβανομένου υπόψη, ότι για την απόρριψη της αίτησης ως ανυπόστατης δεν είχε θιγεί το θέμα από τους Εναγόμενους και το ελλιπές της νομικής βάσης της ένστασης, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί διαταγή για τα έξοδα. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.