← Κύπρος

IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. JOINT VENTURE G. HASAPIS ESTATES LTD & XENIS MICHAEL DEVELOPERS LIMITED (Aρ. Συνεταιρισμού 11134) κ.α., Αρ

IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. JOINT VENTURE G. HASAPIS ESTATES LTD & XENIS MICHAEL DEVELOPERS LIMITED (Aρ. Συνεταιρισμού 11134) κ.α., Αρ. Αγωγής: 4089/2013, 30/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A176 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4089/2013 Μεταξύ: IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD Εναγόντων/Αιτητών και

  1. JOINT VENTURE G. HASAPIS ESTATES LTD & XENIS MICHAEL DEVELOPERS LIMITED (Aρ. Συνεταιρισμού 11134)
  2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΣΑΠΗΣ
  3. ΞΕΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛ Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 28.4.2014 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 30 Μαΐου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Μιχαήλ για Αντώνης Ανδρέου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση: κος Λοϊζου για Ανδρέα Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 9.1.2014 οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. Αλέξη Τέκκη, αρμόδιου υπαλλήλου των Εναγόντων/Αιτητών. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.30, Δ.39 Θ.1-21, Δ.48 Θ.2, 3, 4

(2), 8 και 9, Δ.57 και Δ.64, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και γενική πρακτική. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης στις 4.4.2014. που με τη σειρά της υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας του κ. Γιώργου Χασάπη, Εναγόμενου 2 στην αγωγή. Ακολούθως, στις 28.4.2014, οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο: «Άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης στην αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών ημερ. 9.01.2014 προς απάντηση σε ισχυρισμούς της ένστασης του Εναγόμενου 2-Καθ΄ου η Αίτηση ημερ. 4.4.2014» Στην ένορκη δήλωση του κ. Αλέξη Τέκκη ημερομηνίας 28.4.2014 που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο ενόρκως δηλών λέει, μεταξύ άλλων, ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντήσουν ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 4-10 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Συνεχίζει αναφέροντας ότι ο στόχος των Εναγόντων/Αιτητών είναι, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης να παρουσιάσουν ολοκληρωμένα την αίτηση των Εναγόντων καθότι με την ένσταση έχουν προκύψει νέοι ισχυρισμοί και θέσεις που πρέπει να απαντηθούν για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα της διαφοράς. Επισυνάπτει, δε στην ένορκη του δήλωση, αντίγραφο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της οποίας επιδιώκεται η καταχώρηση. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην παρούσα αίτηση στις 23.5.2014 η οποία με τη σειρά της υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας του κ. Γιώργου Χασάπη. Οι λόγοι έντασης που προβάλλουν οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση συνοψίζονται ως εξής: (α) Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, άνευ αντικειμένου, παράτυπη και αντικανονική και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (β) Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν έχει δικαιολογηθεί η παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (γ) Οι Ενάγοντες/Αιτητές επιθυμούν να εισαγάγουν ισχυρισμούς οι οποίοι θα έπρεπε να ήταν εις γνώση τους και ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις, με εμπεριστατωμένο τρόπο και αναφορά στη σχετική νομολογία και τα γεγονότα. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων κατά την εκδίκαση αιτήσεων εδράζεται στη Δ.48 θ.4
(2)η οποία προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων.» Οι γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας έχουν αναλυθεί από τη νομολογία από την οποία αντλώ σχετική καθοδήγηση[1]. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, δεν αμφισβητείται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όμως η άδεια αυτή πρέπει να παρέχεται στις κατάλληλες περιπτώσεις. Το ποιες είναι οι κατάλληλες περιπτώσεις αποφασίζεται σε συνάρτηση με το αν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της Δ.48 Θ.4
(2). Το τι συνιστά καλό λόγο δεν μπορεί να προσδιοριστεί κατά γενικό τρόπο αλλά εξαρτάται από το είδος της κυρίως αίτησης στα πλαίσια της οποία υποβάλλεται το σχετικό αίτημα. Η φύση της κυρίως αίτησης και οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έγκριση της είναι καθοριστικοί παράγοντες στην απόφαση του Δικαστηρίου για το αν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος». Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η διαδικασία της Δ.18 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι ένα εξαιρετικό μέτρο. Αυτό προκύπτει τόσο από τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 αλλά και τις αρχές που καθόρισε η νομολογία οι οποίες διέπουν αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επιγραμματικά αναφέρω ότι απόφαση επιτρέπεται να εκδοθεί συνοπτικά μόνο σε περιπτώσεις που η υπόθεση του ενάγοντα είναι απόλυτα ξεκάθαρη και είναι προφανές ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή[2]. Οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 και οι αρχές που καθορίζει η νομολογία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, σίγουρα δεν εξαρτώνται από την αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και την άντληση συμπερασμάτων για το ποιοι από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή όχι. Αυτό είναι ξεκάθαρα ζήτημα που απασχολεί το Δικαστήριο μόνο κατά το στάδιο της εξέτασης της ουσίας της αγωγής και όχι στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Καίριο επομένως ερώτημα στην παρούσα περίπτωση είναι εάν εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της αίτησης για συνοπτική απόφαση με το να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα πρέπει να εξεταστεί εάν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σίγουρα, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει η διαδικασία να εξέλθει από το αυστηρό, θεσμοθετημένο πλαίσιο της Δ.18. Σχετική με τα υπό κρίση θέματα είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου κ.α. ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 η οποία αφορούσε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης στα πλαίσια της οποίας είχαν καταχωρηθεί πολλαπλές ένορκες δηλώσεις από τους αντιδίκους. Σχολιάζοντας το γεγονός αυτό το Εφετείο καταλήγει ότι: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας.» Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. v Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1230, όπου το Εφετείο αναφέρει τα ακόλουθα: «Κατ΄ αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Δέστε: Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817). Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουόμενων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη.» Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και την αντίστοιχη ένσταση. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση και αντίστοιχη ένσταση καθώς και το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της οποίας επιδιώκεται η καταχώρηση. Δεν θα παραθέσω τα όσα αναφέρονται στις διάφορες αυτές ένορκες δηλώσεις αφού θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ωφέλιμο στο παρόν στάδιο. Από τους εκατέρωθεν όμως ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σε αυτές προκύπτει ότι, εάν επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ουσιαστικά το Δικαστήριο θα επιτρέψει την προσαγωγή στα πλαίσια της Δ.18, απαντητικής μαρτυρίας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα. Αυτό θα συνεπαγόταν ότι, κατά την εκδίκαση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Δικαστήριο θα καλείτο, έμμεσα έστω, να ασχοληθεί με τις διιστάμενες θέσεις των διαδίκων και την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής, την αποδεικτική της αξία, την πειστικότητα και βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδοθεί. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη παρέκκλιση από τα αυστηρά και περιοριστικά πλαίσια της Δ.18. Επομένως, θεωρώ ότι η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας. Αντίθετα θα οδηγούσε αχρείαστα σε εκτροπή από τους σκοπούς και τα θεσμοθετημένα όρια της Δ.18. Συνοψίζοντας και με δεδομένα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση δεν παρέχει οποιοδήποτε έρεισμα που να συνιστά λόγο καλό ή ικανό ώστε να δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επομένως η αντίστοιχη προϋπόθεση της Δ.48 θ. 4
(2)δεν πληρείται. Καταλήγω ότι η παρούσα δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς ικανοποίηση του αιτήματος και, ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος παρέκκλισης από τον συνήθη κανόνα και έτσι τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, A. Messios & Sons Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 195, Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 979, Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510 [2] Ενδεικτικά Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνας
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Trands Middle East Trading (T.M.E.T) v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.